Η ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ. Εισήγηση στο μεταπτυχιακό του τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Παν. Πελοποννήσου (Ναύπλιο)

Σχολιάστε

(Το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και η αναπληρώτρια καθηγήτρια κυρία Βαρβάρα Γεωργοπούλου, μου έκαναν την τιμή να με προσκαλέσουν να μιλήσω για την θεατρική κριτική στους μεταπτυχιακούς φοιτητές του τμήματος «Θέατρο και κοινωνία: θεωρία, σκηνική πράξη και διδακτική». Το κείμενο που ακολουθεί ήταν η εισήγησή μου.  Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους φοιτητές του μεταπτυχιακού για την ωραία και ζωηρή συζήτηση, για τα θέματα που έβαλαν,τα ερωτηματικά που μου δημιούργησαν)

Αγαπητοί φίλοι,

Όπως θα είδατε στο πρόγραμμα ονομάζομαι Μαρώ Τριανταφύλλου, είμαι συγγραφέας, σκηνοθετώ,  αλλά μαζί σας βρίσκομαι με την ιδιότητα, την αγαπημένη ιδιότητα,  της θεατρικής κριτικού: διετέλεσα επί μια εικοσαετία θεατρική κριτικός της κυριακάτικης εφημερίδας της αριστεράς, ΕΠΟΧΗ. Αυτό τον καιρό είμαι περίπου άστεγη, μετά την παραίτησή μου για πολιτικούς λόγους (που εξήγησα στους αναγνώστες μου) από την εφημερίδα που υπηρέτησα ολόψυχα σχεδόν τρεις δεκαετίες. Κείμενά μου και κριτικές φιλοξενεί κατά καιρούς το artplay.gr, αλλά, για να είμαι ειλικρινής αυτή η περίοδος είναι περισσότερο εποχή ανάπαυσης και περισυλλογής, κάτι μάλλον αναγκαίο. Μια ανασύνταξη δυνάμεων είναι πάντα ζωοδότρα.  Για θέματα θεάτρου και κριτικές είχα βραχυχρόνιες έως και άπαξ συνεργασίες και με άλλα έντυπα αλλά η μακρόχρονη δουλειά στην ΕΠΟΧΗ και οι ιδιαίτερες συνθήκες στην εφημερίδα αυτή, μου έδωσαν τη δυνατότητα να δώσω στη σελίδα μου μια συγκεκριμένη πορεία κι ένα ύφος (ελπίζω κι ένα ήθος).

Το θέμα της εισήγησής μου είναι το τοπίο της κριτικής στην Ελλάδα σήμερα. Θα διευκρινίσω για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις: σκοπεύω να μοιραστώ μαζί σας σκέψεις από την εμπειρία μου για την έντυπη και ηλεκτρονική κριτική που απευθύνεται στο λεγόμενο ευρύ κοινό.

Δεν μου αρέσει ιδιαίτερα ο όρος, αλλά αυτόν χρησιμοποιούμε για να αντιδιαστείλουμε τον αναγνώστη μιας εφημερίδας ή ενός σάιτ που θέλει για πολλούς και διάφορους λόγους να ενημερωθεί για παραστάσεις, ρεύματα, καλλιτέχνες από τον ειδικό, τον θεατρολόγο, τον σημειολόγο του θεάτρου, τον φιλόσοφο του θεάτρου ή όποια άλλη επιστημονική περί το θέατρο ιδιότητα διακονεί, και ο οποίος έχει ειδικές και συγκεκριμένες απαιτήσεις από μια ανάλυση, μια ερμηνεία.

Αυτό όμως δεν συμβαίνει και με όλα τα αντικείμενα;  Άλλο το εκλαϊκευτικό κείμενο –μιλούμε πάντα για κείμενα με ποιότητα, που έχουν πίσω τους δουλειά και έρευνα, και άλλο το δοκίμιο, η εμπεριστατωμένη πραγματεία, το επιστημονικό άρθρο πολύ περισσότερο.

  1. Επάγγελμα κριτικός θεάτρου.

Είναι επάγγελμα η θεατρική κριτική;

Αν με τη λέξη επάγγελμα, εννοούμε αμειβόμενη δραστηριότητα από την οποία κερδίζει κανείς τα προς το ζην ή μέρος αυτών, ναι, υπήρξε για δεκαετίες  πράγματι ως επαγγελματική δραστηριότητα που απέφερε ένα μικρό ή μεγαλύτερο εισόδημα σ’ αυτόν που την ασκούσε.

Ήταν η εποχή που οι εφημερίδες είχαν μια στήλη θεατρικής κριτικής και ένα μόνιμο συνεργάτη για να την διακονεί. Στον στίβο της επαγγελματικής κριτικής θήτευσαν μεγάλα ονόματα, που τα γνωρίζετε καλύτερα από μένα, από τον Παλαμά και τον Άλκη Θρύλο μέχρι τους νεότερους που διαβάζουμε τις κριτικές τους σε εφημερίδες και περιοδικά. Για τις εποχές που μιλάμε (και δεν σας μιλώ για το μακρινό παρελθόν αλλά για μια εποχή ως πριν από λίγες δεκαετίες) οι αναγνώστες είχαν εμπιστοσύνη στον κριτικό που παρακολουθούσαν και περίμεναν με λαχτάρα να διαβάσουν τις κριτικές του, που δεν ήταν φυσικά μια απλή παρουσίαση μιας παράστασης αλλά μια εμπεριστατωμένη θέση, που πίσω της είχε γνώσεις ιστορίας του θεάτρου, πολύ καλή γνώση της δραματουργίας και μια καλή διακειμενική κατάρτιση (παρόλο που η λέξη διακειμενικότητα εμφανίστηκε αργότερα)

Θα δώσω ένα προσωπικό παράδειγμα:

Ανάμεσα στους κριτικούς που παρακολουθούσα από τα φοιτητικά μου χρόνια ένας ήταν ο μακαρίτης δυστυχώς πια ποιητής Γιάννης Βαρβέρης που έγραφε στην εφημερίδα «Καθημερινή» κάθε δεύτερη Κυριακή (μοιραζόταν τη στήλη με τον επίσης καλό κριτικό, μακαρίτης κι αυτός,  Σπύρο Παγιατάκη). Παρά τις σοβαρές διαφορές που είχαμε στον τρόπο που βλέπαμε την τέχνη του θεάτρου και στα θεατρικά μας γούστα, ήταν ένας κριτικός που με βοηθούσε να δω ενδιαφέροντα σημεία μιας παράστασης, να μάθω πράγματα. Είχε συγκεκριμένη θέση και άποψη και βοηθούσε έτσι και μένα, την αναγνώστριά του, να διαμορφώσω κριτήρια, να συνομιλήσω νοερά μαζί του. Περίμενα την εβδομάδα του με πνευματική αγωνία κι αν τύχαινε να έχω δει την παράσταση για την οποία έγραφε, μου άρεσε που αυτή η υπόγεια συνομιλία ξετυλιγόταν με συγκεκριμένες αναφορές από μέρους μου. Αγαπούσα επίσης αυτόν τον πυκνό λόγο που μέσα σε λίγες λέξεις, με εύστοχες επιλογές λεκτικών σχημάτων, έκλεινε μια παράσταση. Οι κριτικές του, παρότι ήταν λίγο τσουχτερές,  ήταν  και μια γλωσσική χαρά.

Όμως μάλλον πρέπει να αναδιατυπώσω το ερώτημα, ειδικά σήμερα που το είδος του αμειβόμενου θεατρικού κριτικού σπανίζει. Για να είμαι ειλικρινής ούτε εγώ  πληρώθηκα ποτέ  για την δουλειά μου, αλλά οι λόγοι έχουν να κάνουν με το εκδοτικό εγχείρημα της εφημερίδας μου (η ΕΠΟΧΗ εκδόθηκε το 1988 ως   εφημερίδα συγκεκριμένου πολιτικού χώρου,  της ΑΚΟΑ, που την στήσαμε με κόπο και αγωνία και, ενώ στελεχώθηκε αμέσως από επαγγελματίες δημοσιογράφους μεγάλης πείρας και αξίας  και πλαισιώθηκε από σοβαρούς διανοούμενους της Αριστεράς, δεν πλήρωνε κανένα, γιατί δεν είχε τέτοια δυνατότητα. Υπήρξαν εποχές που με δυσκολία έβγαινε λόγω χρεών. Την στηρίζαμε με την δουλειά μας που κάναμε με επαγγελματική ευσυνειδησία και πολλές φορές βοηθούσαμε οικονομικά την έκδοση του φύλλου) .

Το ερώτημα λοιπόν τίθεται ως εξής:  τι σημαίνει επαγγελματίας θεατρικός κριτικός; Και αν είναι δυνατόν να υπάρξει μη επαγγελματική θεατρική κριτική.

      Κατά τη γνώμη μου, ένας θεατρικός κριτικός είναι πριν απ’όλα και πάνω απ’ όλα ένας κατά το δυνατόν επαρκής θεατής. Βλέπει πολύ θέατρο και βλέπει θέατρο στοχευμένα.  Διαβάζει πολύ. Παρακολουθεί την καλλιτεχνική κίνηση.  Έχει σαφώς διαμορφωμένα αισθητικά κριτήρια με τα οποία επιλέγει και ερμηνεύει τις παραστάσεις. Αλλά με τίποτα, μα με τίποτα δεν πρέπει να ξεχνά πως  ασκεί μια μεταθεατρική δραστηριότητα. Τον ενδιαφέρει να κατανοήσει ακριβώς τις προθέσεις των συντελεστών μιας παράστασης κι έπειτα να ελέγξει αν υπηρετήθηκαν σωστά, είχαν το αποτέλεσμα που θα ‘πρεπε να έχουν, ποιες ήταν οι ελλείψεις και πού οφείλονταν (στην σύλληψη; Στην ερμηνεία; Στην όποια αδυναμία των συντελεστών; Στην οικονομική ένδεια; Στην ελλιπή προετοιμασία;  Σε άλλους λόγους; )

Αποτέλεσμα εικόνας για πιεστήριο εφημερίδας

     Ένας θεατρικός κριτικός οφείλει να σκέφτεται  δυο πράγματα: α. η τέχνη μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτόν β. η δουλειά του όμως βοηθά την τέχνη να προσεγγίσει το κοινό της και να γίνει καλύτερη. Και φυσικά οφείλει να γράφει για όλ’ αυτά με συνέπεια, με την υπογραφή του, και να κρίνεται και ο ίδιος από τους καλλιτέχνες και τους αναγνώστες του. Να δέχεται να κριθεί και να απαντά με νηφαλιότητα σε ό,τι ερωτάται, σε όποιο σχόλιο προκαλούν οι κριτικές του. Ακόμα κι  αν είναι άδικο αυτό το σχόλιο –και πολλές φορές είναι- να έχει την υπομονή και την ηρεμία να εξηγεί. Εκείνο που απαγορεύεται ρητά είναι να έχει εμμονές και προκαταλήψεις. Ο θεατρικός κριτικός βοηθά στη διαμόρφωση ενός ήθους, γι΄αυτό πρέπει να σκέφτεται πολλές φορές την κάθε κουβέντα που θα γράψει και να έχει μια σταθερή μακροχρόνια σχέση με το αντικείμενό του. Η κριτική έχει, ανάμεσα στα άλλα, και  παιδαγωγικό χαρακτήρα.

Ο κριτικός , λοιπόν, είναι ή πρέπει να είναι επαγγελματίας, αλλιώς κριτικός δεν είναι.

Έχει ο καθένας μας δικαίωμα να πει τη γνώμη του, να γράψει στον τοίχο του στο ΦΒ, να γράψει στα σχόλια του «Αθηνοράματος» και των σχετικών περιοδικών και πολύ καλά κάνει, αλλά κριτικός δεν είναι. Δεν έχει την ευθύνη, απέναντι στην τέχνη του θεάτρου και απέναντι στο κοινό που τον παρακολουθεί.

 

Είπα προηγουμένως ότι πρέπει να βλέπει θέατρο στοχευμένα.  Για να μην παρεξηγηθώ: ο θεατρικός κριτικός πρέπει να βλέπει τα πάντα,  από την πιο πρωτοποριακή παράσταση μέχρι το πιο κλασικότροπο θέατρο, από το απαιτητικό θέατρο των μεγάλων δημιουργών, των καινοτόμων και ρηξικέλευθων, μέχρι το εμπορικό θέατρο.  Όμως σε μια Αθήνα των 1500 παραστάσεων ανά έτος χρειάζεται μια επιλογή και μια στόχευση. Συγχωρείστε με, πάλι θα μιλήσω για την δική μου περίπτωση. Όταν δημιούργησα την στήλη, την σελίδα να πω καλύτερα, γιατί η εφημερίδα απλόχερα μου έδωσε μια σελίδα ολόκληρη, έβαλα ως στόχο να παρακολουθώ τις θεατρικές ομάδες κυρίως νέους δημιουργούς που ξεκινούσαν να δίνουν ένα ενδιαφέρον έργο αλλά δύσκολα εύρισκαν ανθρώπους να μιλήσουν για τη δουλειά τους, να την παρουσιάσουν και να την συζητήσουν. Με ενδιέφερε το πολιτικό θέατρο, εν τη ευρυτάτη δυνατή εννοία βεβαίως. Δηλαδή η έρευνα της δυτικής κοινωνίας, τα αδιέξοδα των σχέσεων, τα σύγχρονα προβλήματα, οι οικολογικές ανησυχίες,  θέματα  που επέλεγαν οι νέοι καλλιτέχνες είτε ως κείμενα είτε ως οπτικές υπό τις οποίες δούλευαν γνωστά έργα του ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου. Επικεντρώθηκα στο χώρο των νέων δημιουργών κυρίως, προσπάθησα να αφουγκραστώ τις αγωνίες τους και να δείξω στους αναγνώστες μου τη δουλειά  των νεανικών ομάδων ( να προσθέσω ή νεοσύστατων υποσχετικών ομάδων μη λαμβανομένου υπόψη του κριτηρίου της ηλικίας). Προσπάθησα  να  τις γνωρίσουν οι αναγνώστες μου, να  παρακολουθήσουν τις προτάσεις τους. Η στόχευση αυτή μου γνώρισε ένα θαυμάσιο καλλιτεχνικό δυναμικό, μου πρόσφερε ωραίες συγκινήσεις, με έκανε να σκεφτώ πολύ και να δω με άλλο μάτι καταξιωμένους δημιουργούς, όταν χρειαζόταν να ασχοληθώ με μια δική τους δουλειά.

Με τον όρο « στοχευμένη παρακολούθηση» εννοώ και κάτι ακόμη. Όταν ο Ρολάν Μπαρτ πρόσφερε με την περίφημη ανάλυση της νουβέλας του Μπαλζάκ, Sarazine,το δικό του τρόπο ερμηνείας ενός λογοτεχνικού κειμένου, τόνισε πως κάθε τρόπος προσέγγισης δεν ταιριάζει με όλα τα κείμενα, δεν είναι συμβατός με κάθε είδος κειμένου. Το ίδιο συμβαίνει και με τη θεατρική κριτική: ο κριτικός δεν μπορεί (και δεν χρειάζεται να μπορεί) να μιλήσει για κάθε είδος θεάτρου, για κάθε παράσταση που παρακολουθεί. Επιλέγει.

 

2. Υπάρχει χώρος για την θεατρική κριτική σήμερα;

Βεβαίως και υπάρχει. Ίσως μάλιστα να είναι περισσότερο χρήσιμη και αναγκαία από άλλες εποχές.  Στις μέρες μας ο ορθός λόγος υφίσταται επιθέσεις από διάφορες πλευρές. Η μεταμοντερνικότητα, ενώ έδωσε μια ελευθερία απαραίτητη στην τέχνη, σιγά-σιγά έγινε άλλοθι άγνοιας και έλλειψης πραγματικού ταλέντου. Οι δημόσιες σχέσεις θριαμβεύουν. Η πληθώρα των παραστάσεων επίσης, ευλογία από τη μια, τρομάζει όμως από την άλλη, ενώ συχνά υπάρχουν δουλειές που θα μπορούσαν και να μην είχαν γίνει, και οι δημιουργοί τους να είχαν συμπράξει σε τολμηρότερα εγχειρήματα ή, συγχωρείστε με αν ακουστώ αφοριστική, να είχαν απλώς ασχοληθεί με κάτι  άλλο.

Οι νέοι καλλιτέχνες χρειάζονται ήρεμες φωνές, με γνώση και συνέπεια, με παρρησία και αγάπη, που να μην θίγουν την ελευθερία αλλά και να τους δείχνουν δρόμους για να γίνουν καλύτεροι.

Η κριτική του θεάτρου αυτό οφείλει να είναι:

  • τολμηρή και γενναία σε προτάσεις, άφοβη να κρίνει και να επικρίνει το κατεστημένο,
  • αλλά ούτε να φοβάται να αντιταχτεί σε μια α-νοητη πρωτοπορία, να έχει μάτι κοφτερό ο κριτικός για να αναδεικνύει το, κατά τη γνώμη του,  σημαντικό, όχι σαν ατομική περίπτωση αλλά σαν δρόμο δημιουργίας.

Κρίνω θα πει

  • διακρίνω ότι αυτό για το οποίο θα μιλήσω έχει σημασία, θα αφήσει κάποιο στίγμα, είτε μπορεί να αφήσει κάποια στιγμή ένα στίγμα. Δεν αναλώνομαι με το εφήμερο, το ευτελές, το λίγο ακόμα και για να το κατακρίνω.
  • Θα πει ότι μπαίνω στη θέση του δημιουργού αλλά δεν είμαι εγώ δημιουργός.

Χρειάζεται λόγος νηφάλιος, γνώσης και εμπειρίας, ως αντίδοτο στην ακατάσχετη φλυαρία των καιρών, στις φωνασκίες, στους υψηλούς τόνους, στον κενό περιεχομένου λόγο, στην αξιολόγηση των αριθμών, στον εμπαιγμό, στον εξυπνακισμό και την άνευ λόγου δηκτικότηκα που λίγο απέχει από τους ιώδεις ακκισμούς των πρωινάδικων.

Μερικές φορές αισθάνομαι τη θεατρική κριτική ως ένα είδος θεωρικών: την προσφέρουμε δωρεάν στον αναγνώστη για να τον βοηθήσουμε να πάει προς το θέατρο, να το γευτεί και να βρει τους δικούς του δρόμους να το αναλύσει.

Σχετική εικόνα

3. Εφημερίδες και διαδίκτυο

Δύο μεγάλες κατηγορίες κριτικών παρουσιάσεων παραστάσεων μπορούμε να διακρίνουμε σήμερα: την ας την ονομάσουμε επιστημονική κριτική και την κριτική των εφημερίδων και περιοδικών. Στην τελευταία τυπικά τουλάχιστον για πολλές περιπτώσεις συμπεριλαμβάνουμε  και την κριτική σε ειδικές ιστοσελίδες ή διαδικτυακά πολιτιστικά περιοδικά, ακόμα και γενικού περιεχομένου διαδικτυακές εφημεριδες. Γι’αυτήν την δεύτερη θα προσπαθήσω να μιλήσω

Ξέρετε καλύτερα από μένα, αγαπητοί φοιτητές,  αφού παρακολουθείτε αυτό το μεταπτυχιακό, την ιστορία της κριτικής και τα ονόματα που την λάμπρυναν. Όμως η  τεχνολογία έκρινε την τύχη της πληροφόρησης και μαζί της συμπαρέσυρε και τις στήλες ή σελίδες της θεατρικής κριτικής. Αναφέρομαι στο εξής: την δεκαετία του ’80 η τηλεόραση άρχισε να παίζει ολοένα και καθοριστικότερο ρόλο στην ενημέρωση.  Προς το τέλος της δεκαετίας δυνάμωσαν τα αιτήματα για ιδιωτική τηλεόραση. Αυτή ξεκίνησε ουσιαστικά το 1989, μολονότι είχαν προηγηθεί μικρές απόπειρες λειτουργίας ιδιωτικών σταθμών παράνομα λίγο καιρό πριν. Ο λαμπερός κόσμος  που δημιούργησε ανάγκασε τις εφημερίδες, που έχαναν παταγωδώς στον ανταγωνισμό στην ταχύτητα των ειδήσεων (δεν αναφέρομαι στην ποιότητα βεβαίως) αλλά και στην δυνατότητα να μπαίνει σε κάθε σπίτι φέρνοντας μαζί της τον ιδιότυπο πολιτισμό που η ίδια δημιουργούσε, και που σιγά-σιγά ταυτοποιήθηκε με το λεγόμενο λάιφ στάιλ, το λαμπερό και άδειο, το επικίνδυνο, που έδινε την ψευδαίσθηση της κουλτούρας, όταν η κουλτούρα που πρότεινε ήταν στην καλύτερη περίπτωση ανώδυνη, συνήθως όμως μια trash culture.

Ο λαμπερός κόσμος που δημιούργησε λοιπόν ανάγκασε τις εφημερίδες να αλλάξουν τρόπο δουλειάς, τηλεοπτικοποίησε την εφημερίδα για να αντέξει τον ανταγωνισμό.

Καναλάρχες και ιδιοκτήτες εφημερίδων συχνότατα συμπίπτουν, αναζητούν το κέρδος και τον έλεγχο,  και η τέταρτη εξουσία –ο τύπος μαζί με την τηλεόραση-καταφέρνουν να δημιουργήσουν μια πλαστή πραγματικότητα και να κατευθύνουν τα μυαλά των ανθρώπων εκεί που ήθελαν τα πολιτικά και οικονομικά τους συμφέροντα.  Σε ό,τι αφορά τον πολιτισμό,  κατηύθυναν προς συγκεκριμένους καλλιτέχνες και συγκεκριμένα ρεύματα, το λάιφ στάιλ που λέγαμε λίγο πριν, τον πολιτισμό της τηλεόρασης (όπως σήμερα κατευθύνουν στον πολιτισμό των Ιδρυμάτων).

Παράλληλα εμφανίστηκε κι ένα ακόμα  φαινόμενο, τα πολιτιστικά ένθετα των εφημερίδων.  Με μια πρώτη ματιά αυτό είχε ενδιαφέρον. Αν ήταν καλά προετοιμασμένα από ένα σοβαρό επιτελείο  ειδικών συντακτών που ζητούσαν την βοήθεια πνευματικών ανθρώπων για να παρουσιάσουν ένα θέμα, ήταν χρήσιμο και καλό το ένθετο. Στο μικρό αρχείο που κρατώ κυρίως ως εκπαιδευτικός της β΄βάθμιας έχω εξαιρετικά ένθετα ή μέρη ενθέτων για ποικίλα θέματα τέχνης, ιστορίας, κοινωνικού προβληματισμού και πολλά από τα άρθρα τους αποτελούν μια ύλη που δίνω στα παιδιά της β και γ λυκείου στην έκθεση για να μάθουν να σκέφτονται, να γράφουν και να μάθουν καλά ελληνικά.

Το πολιτιστικό ένθετο έδινε επίσης βήμα σε φωνές του πνευματικού και καλλιτεχνικού κόσμου από την Ελλάδα και το εξωτερικό, άνοιγε συζητήσεις. Απ’ την άλλη όμως απομόνωνε τον πολιτισμό σαν μια ιδιαίτερη δραστηριότητα μέσα στον κόσμο, ένα παράλληλο σύμπαν, που μπορούσες, αν ήθελες, να το βγάλεις από τον βασικό κορμό της εφημερίδας και να το πετάξεις χωρίς δεύτερη ματιά ή και το αντίθετο να πετάξεις δηλαδή την υπόλοιπη εφημερίδα, πράγμα που καταλήγει στο ίδιο.

Όμως ο πολιτισμός είναι μια έννοια που διαρρέει τις κοινωνίες κάθετα και οριζόντια είναι ένα στοιχείο κοινωνικό, αφού για να παραχθεί πολιτισμός είναι απαραίτητη η κοινωνία, η ανθρώπινη συλλογικότητα που τον επιτρέπει, τον δημιουργεί και στην οποία απευθύνεται.  Σχετίζεται και περιλαμβάνει το σύνολο των δραστηριοτήτων των ανθρώπων (όσο κι αν τον έχουμε συνηθίσει ως μια έννοια θετική και μεγαλειώδη, κομμάτι του  πολιτισμού είναι ο Παρθενώνας αλλά δυστυχώς κομμάτι  του πολιτισμού είναι και το Ολοκαύτωμα).  Πολύπλοκο φαινόμενο και αγκαθωτό αλλά έτσι είναι οι κοινωνίες μας. Αυτό που λέω τώρα δεν αναιρεί την πολιτική και ταξική διάσταση των πραγμάτων, αντιθέτως την περιλαμβάνει και ταυτοποιείται από αυτές.

Ο πολιτισμός λοιπόν έγινε ένθετο στις εφημερίδες, άρχισε να αποτελεί ένα κόσμο διαφορετικό και σιγά-σιγά συνέβη και αυτό: κάποιες εφημερίδες, όπως το «Βήμα», η «Καθημερινη», η «Ελευθεροτυπία», η «Αυγή», η δική μου η «Εποχή» και κάποιες άλλες, είχαν πολύ προσεγμένες τέτοιες σελίδες στις οποίες ήταν τιμή για ένα διανοούμενο ή καλλιτέχνη  να συμμετέχει και  μαζί αποτελούσαν τα άρθρα τους σημεία αναφοράς και διαλόγου για την τέχνη, την φιλοσοφία, τις επιστήμες. Κάποιες άλλες έδωσαν στις σελίδες αυτές χρώμα φτηνού τηλεοπτικού περιοδικού με πολλές φωτογραφίες, μικρό κείμενο το οποίο, αν δεν ήταν ρεπορτάζ ή χαρίεσσα ανώδυνη συνέντευξη, υμνογραφούσε απλώς ένα καλλιτέχνη, ενώ έδωσαν πολύ χώρο σε συνεντεύξεις τηλεοπτικά προβεβλημένων καλλιτεχνών. Οι ανάγκες του κοινού καναλιζαρίστηκαν σιγά-σιγά προς τα εκεί, οι απαιτήσεις χαμήλωσαν επικίνδυνα.

Σε ό,τι αφορά την θεατρική κριτική, ακολουθήθηκε ένας παράλληλος δρόμος. Ο αριθμός των επαγγελματιών θεατρικών κριτικών άρχισε να φθίνει, οι εφημερίδες έκλειναν τις σχετικές στήλες και τις μετέτρεπαν σε χώρους ρεπορταζιακών παρουσιάσεων με εξυπνακίστικα σχόλια και ολίγον από υπαινικτικό κουτσομπολιό, που τις υπηρετούσαν δημοσιογράφοι χωρίς την απαραίτητη, για να μην πω χωρίς καθόλου, σκευή. Μερικές φορές , κι αυτό είναι ακόμη χειρότερο, αυτές οι σελίδες γράφονταν από δημοσιογράφους που έκρυψαν την σκευή τους και εξασκήθηκαν στο ζαργκόν της νέας πραγματικότητας.  Στην καλύτερη περίπτωση έκαναν ευσυνείδητα μια δουλειά για την οποία δεν ήταν καλά προετοιμασμένοι θεωρητικά αλλά ήξεραν να παρουσιάζουν ένα δελτίο τύπου με πολλές πάρα πολλές και μεγάλες φωτογραφίες.

Όπως καταλαβαίνετε ο έλεγχος στο τι περνάει στις σελίδες των εφημερίδων είναι μεγάλος, με τεράστιες δυσκολίες κάποιοι πολιτιστικοί συντάκτες βάζουν μια περίληψη δελτίου τύπου και μια μικρή φωτογραφία για θεατρικές δουλειές που δεν είναι main stream, για σχετικά άγνωστους νέους καλλιτέχνες ή για καλλιτέχνες που για διάφορους λόγους δεν είναι αγαπητοί στην εφημερίδα, την πολιτική γραμμή της, τα συμφέροντά της. Πάντως, για να μην αθωώνουμε τελείως τους πολιτιστικούς συντάκτες και κυρίως τους επικεφαλής των πολιτιστικών τμημάτων, εξακολουθούν να έχουν αρκετό λόγο στις επιλογές και να χαίρονται την μικρή ας πούμε παντοδυναμία τους από την ανάγκη των καλλιτεχνών για λίγη δημοσιότητα –όχι ναρκισσιστικά αλλά εντελώς ρεαλιστικά: πώς αλλιώς να μάθει το κοινό ότι υπάρχεις;

Όταν ξεκίνησε η επανάσταση του διαδικτύου είχαμε και πάλι μια μεγάλη αλλαγή. Το «μεγάλη αλλαγή» δεν είναι η ακριβής περιγραφική έκφραση. Ήρθανε τα πάνω – κάτω. Σε ό,τι αφορά το θέμα μας, την θεατρική κριτική, συνέβησαν δυο αντιφατικά πράγματα: το ένα ευχάριστο, η δημοκρατία του διαδικτύου. Ανοίχτηκε η δυνατότητα να ακουστεί η γνώμη ανθρώπων που ήταν αποκλεισμένοι από τις εφημερίδες είτε για λόγους πρακτικούς, ο χώρος ήταν κορεσμένος, είτε για άλλους λόγους.

Αυτό ήταν πολύ θετικό. Άρχισε η δημιουργία σοβαρών ιστοσελίδων –συνήθως προσωπικών- που πλούτισαν τον προβληματισμό και την πληροφόρηση.  Παράλληλα γεννήθηκαν πολλά διαδικτυακά περιοδικά και εφημερίδες, οι έντυπες  εφημερίδες και τα έντυπα περιοδικά άρχισαν να έχουν και διαδικτυακή παρουσία, και μάλιστα στην ιστοσελίδα τους μπορούσαν να φιλοξενούν και κείμενα που δεν χωρούσαν στην έντυπη μορφή τους ή να φιλοξενούν κείμενα στην ολοκληρωμένη τους μορφή, όταν στο έντυπο φύλλο υπήρχε μόνο ένα μέρος ή μια περίληψη. Μου έτυχε αρκετές φορές ένα κείμενό μου που ξεπέρναγε αρκετά το καταραμένο όριο των 1100 λέξεων (1100 λέξεις μαζί με τίτλους, λογότυπο της στήλης, υπογραφές, φωτογραφίες, λεζάντες καλύπτουν σε γενικές γραμμές μια σελίδα εφημερίδας) να δημοσιεύεται με –εγκεκριμένες από μένα- περικοπές και να αναγγέλεται η δημοσίευση στην πλήρη μορφή του στην διαδικτυακή μορφή της εφημερίδας .

Η θεατρική κριτική επανεμφανίστηκε. Ακόμα και σε διαδικτυακά περιοδικά λογοτεχνίας ή που κινούνται γενικά στο χώρο του βιβλίου βρίσκει κανείς άρθρα και κριτικές για παραστάσεις θεατρικών έργων . Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η περίοδος αυτή συμπίπτει και με το άνοιγμα πολλών τμημάτων θεατρολογίας ανά την χώρα –σε ένα από τα οποία φοιτάτε κι εσείς τώρα-  από τα οποία αποφοιτούν κάθε χρόνο μερικές εκατοντάδες θεατρολόγοι κι ανάμεσά τους κάποιοι λαχταρούν να ασχοληθούν με την κριτική και έχουν και τα απαραίτητα προσόντα. Το διαδίκτυο είναι ένα βήμα. Πολλές ιστοσελίδες για το θέατρο, πολλά διαδικτυακά περιοδικά άλλα αποκλειστικά για τις θεατρικές και τις όμορες του θεάτρου δραστηριότητες, άλλα πιο γενικής ύλης πολιτιστικά που έχουν στήλες κριτικής.

Βέβαια, ουδέν καλόν αμιγές κακού. Το διαδίκτυο επιτρέπει σε καθέναν να λέει τη γνώμη του δημόσια –μέχρι εδώ θαυμάσια, κανένα πρόβλημα- όμως η δημοσίευση μιας γνώμης σε ιστοσελίδα μπλογκ ή ακόμη στο φέις μπουκ δημιουργεί σε πολλούς την αίσθηση ότι είναι κριτικοί και επηρεάζουν τα πράγματα. Άλλο έχω γνώμη και άλλο ασκώ σοβαρή και εμπεριστατωμένη κριτική ακόμη και άτυπα. Όλοι οφείλουμε να έχουμε γνώμη και να την διατυπώνουμε με παρρησία, αυτό δεν μας κάνει αυτομάτως θεατρικούς κριτικούς, όπως δεν μας κάνει οικονομολόγους, ορθοπεδικούς ή αρχιτέκτονες.

Το ίδιο πρόβλημα βεβαίως υπάρχει και σε πολλούς άλλους κλάδους του επιστητού και της τέχνης. Πριν την εμφάνισή του διαδικτύου είχαμε ένα πρόβλημα πολύ σοβαρό: ένας συγγραφέας ή ποιητής για παράδειγμα δυσκολευόταν να βρει τρόπο να δημοσιεύσει τη δουλειά του. Αυτό είχε το αρνητικό ότι πολλές αξίες χάθηκαν επειδή μια πόρτα εκδοτικού οίκου ή περιοδικού δεν άνοιξε γι΄αυτούς, άλλοι έμειναν στην αφάνεια και την απογοήτευση. Κάποιοι ειδήμονες εντός ή εκτός εισαγωγικών, οι γνωριμίες και τα ιδιότυπα ρουσφέτια του πνεύματος ήταν και είναι ένα πανίσχυρο λόμπι της πνευματικής ζωής στην Ελλάδα. Από την άλλη όμως υπήρχε ένας στοιχειώδης έλεγχος –ειδικά μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι με παράδοση στην ποιότητα των επιλογών τους όπως η Εστία ή ο Κέδρος. Ένας συγγραφέας έριχνε και μια δεύτερη ματιά στο έργο του πριν το προτείνει για δημοσίευση. Το διαδίκτυο κάνει εύκολα ένα γραφιά ποιητή ή διηγηματογράφο –ιδίως με τη μανία της μικροϊστορίας, του νανοδιηγήματος, που τα τελευταία χρόνια έχει κατακλύσει την πεζογραφία μας. Πάρα πολλοί άνθρωποι γράφουν και δημοσιεύουν άμεσα αυτό που γράφουν, μερικές φορές γράφουν κάτι και χωρίς δεύτερη ματιά,  κατ’ ευθείαν πατούν το πλήκτρο της δημοσιοποίησης.

Για να γυρίσουμε στη θεατρική κριτική, το φαινόμενο συνεπικουρείται από την πολιτική των αστερακίων –όπου ο κριτικός ή ο «κριτικός»  ξεπετά κυριολεκτικά μια παράσταση με δυο φρασούλες και μερικά αστεράκια. Ακόμα και μισακάκια  ή τέταρτα «αστερακίων» έχουν εμφανιστεί και το μάτι του αναγνώστη έχει εξασκηθεί να συγκρατεί όχι μια σκέψη, αλλά μια εικόνα με αστεράκια που μετατρέπει την συγκίνηση της τέχνης σε μια μετρήσιμη ποσότητα του τύπου «ρύζι ΑΑ». Αν η κριτική είναι η μαχητική και επίμονη παρουσία του ορθού λόγου,η αλλοτρίωση των αστεριών είναι η επέλαση του ανορθολογικού, η κατάλυση της λεκτικής επικοινωνίας και της επιχειρηματολογίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για theatre

3. Ο συνδικαλισμός των κριτικών

Το 1928 ιδρύθηκε ως πνευματικό σωματείο η ένωση θεατρικών και μουσικών κριτικών. Δεν ήταν συνδικαλιστιική ένωση και δεν είχε δυνατότητες να προστατέψει επαγγελματικά δικαιώματα, αν έκανε κάποιες παρεμβάσεις για  θιγόμενα μέλη της, ήταν κυρίως παραινετικού χαρακτήρα, δηλαδή χωρίς πρακτική σημασία. Σήμερα η ένωση αυτή παρακμάζει και η σχεδόν μοναδική της δραστηριότητα είναι τα ετήσια βραβεία θεάτρου και μουσικής τα οποία δίνει σε ειδική τελετή. Άλλωστε, αν το βήμα των θεατρικών κριτικών είναι περιορισμένο στον τύπο, πόσω μάλλον αυτό των μουσικών. Η παλιά γενιά ταύτισε τη δουλειά της με ένα συγκεκριμένο είδος μουσικής –την κλασική μουσική και την όπερα, σπανίως ασχολήθηκε και με την παραδοσιακή, αλλά γύρισε την πλάτη σε οποιοδήποτε άλλο είδος από την τζαζ μέχρι τη ροκ και από το ρεμπέτικο μέχρι την ποπ,  δημιουργώντας έναν άτυπο κανόνα για το τι ανήκει και τι δεν ανήκει στην μουσική. Μην μας κάνει εντύπωση γιατί και οι θεατρικοί κριτικοί, λιγότερο ίσως, αυτό κάνουμε. Προηγουμένως αναφέρθηκα στο εμπορικό θέατρο. Τι θα πει εμπορικό θέατρο όμως; Δηλαδή μια άρτια παράσταση ενός έργου του Νηλ Σάιμον για παράδειγμα με έξυπνη σκηνοθεσία και καλές ερμηνείες γιατί είναι λιγότερο θέατρο από έναν πρωτοποριακό Σαίξπηρ; Είμαστε και λίγο σοβαροφανείς εδώ στην Ελλάδα είναι αλήθεια, αλλά και έξω μη νομίζετε ότι είναι πολύ καλύτερα τα πράγματα.

Λίγα χρόνια πριν η προαναφερθείσα ένωση κλυδωνίστηκε επικίνδυνα από σοβαρές συγκρούσεις και διαφωνίες, που είχαν να κάνουν με την λειτουργία της ένωσης αλλά και με διαφοροποιήσεις σχετικά με το ποιοι πρέπει να ασκούν την θεατρική κριτική άρα ζητήματα ουσίας, που αρχικά δεν είχαν φανεί με την σαφήνεια  που έπρεπε. Τότε ιδρύθηκε η Ελληνική Ένωση Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών, στα μέλη της οποίας προσμετρώνται  σημαντικά ονόματα της κριτικής και  συναθροίζονται νεότερες ηλικίες.  Από το όνομά της και μόνο δείχνει μια στροφή: ξεκαθαρίζει το πεδίο των δραστηριοτήτων της και δεν το μπερδεύει με άλλες τέχνες. Ούτε αυτή η Ένωση όμως έχει τυπικά τουλάχιστον συνδικαλιστικό χαρακτήρα και δυνατότητα ουσιαστικών εργασιακών  παρεμβάσεων παρόλο που στο καταστατικό της ορίζει πως (διαβάζω από την ιστοσελίδα της Ένωσης):  ένας από τους λόγους ίδρυσής της είναι και η «προάσπιση κοινών συμφερόντων και η προστασία του πολλαπλώς κινδυνεύοντος επαγγέλματος του κριτικού»

4. Η κριτική απέναντι στο σύγχρονο θέατρο

Κάθε εποχή κι η τέχνη της, κάθε εποχή και το θέατρο της. Στον έκκεντρο κόσμο μας, στις πολυπολιτισμικές κοινωνίες μας, στον κόσμο των τεράστιων επικοινωνιακών δυνατοτήτων  το θέατρο παγκοσμίως ψάχνει την ταυτότητά του, ανανοηματοδοτείται, εξακτινώνει την δράση του, απλώνει το πεδίο δραστηριοτήτων του. Πολλές φορές το θεατρικό κείμενο, που για αιώνες ήταν ο κεντρικός πυλώνας, γίνεται απλώς η αφορμή μιας περφόρμανς.  Η μεταμοντερνικότητα στην οποία οι καλλιτέχνες είδαν μια ευλογημένη ευκαιρία ελευθερίας, έγινε ένα κατεστημένο που απλώς επιτρέπει την άκριτη συσσώρευση αντιφατικών συχνά πραγμάτων  χωρίς θέση, καμιά φορά και χωρίς λόγο ύπαρξης στο όνομα μιας πρωτοπορίας-που όμως μέσα από τον ελιτισμό της είναι κενή νοήματος και δεν έχει λόγο ύπαρξης. Η αποδόμηση, που έδωσε έντονες συγκινήσεις τις τελευταίες δεκαετίες, έδωσε και δίνει άλλοθι στην υπερβολή, την αμηχανία, την άγνοια. Παρακολουθούμε εκατοντάδες παραστάσεις νυσταλέοι, γελώντες, απορημένοι και κυρίως με την αίσθηση ότι χάσαμε τον χρόνο μας, κι αυτό είναι το χειρότερο, γιατί το θέατρο δεν μπορεί να είναι χαμένος χρόνος.

Δεν είμαι λάτρης των κλασικών παραστάσεων, δεν θέλω να βλέπω Μολιέρο με περούκες ούτε τα ελληνικά κωμειδύλλια με φουστανέλλες και τσαμπούνες. Όμως ούτε κι αυτό που λέω είναι κανόνας. Δεν υπάρχει «επιτρέπεται» και «δεν επιτρέπεται» στην τέχνη. Όμως υπάρχει το δικαίωμα στην προσωπική ματιά τόσο στον καλλιτέχνη όσο και στον θεατή του.  Ένα είναι το δεδομένο,  το θέατρο είναι τέχνη απαιτητική, δεν αντέχει τις μουτζούρες,  τα στοιχεία της παράστασης πρέπει να είναι αιτιολογημένα, ως επιλογές, ως φόρμες, στην διασύνδεσή τους. Το παραξένισμα και η ακρότητα είναι αναγκαία για να ανοίξουν δρόμους έκφρασης, όχι  αυτοσκοπός.

Ίσως πάλι να είναι νωρίς. Ψάχνει το θέατρο το βηματισμό του μέσα στον απέραντο κόσμο των πολλαπλών ιεραρχήσεων, σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία που ο έλεγχος είναι διάχυτος σε κάθε πράξη και βάλλει εναντίον της φαντασίας και που η τεχνολογία δημιουργεί μια νέα θεοκρατία. Εδώ είναι η δυσκολία του κριτικού.

Υπάρχει μια πλημμυρίδα παραστάσεων. Ειδικά στην Ελλάδα, που η … αγορά είναι μικρή έχουμε ένα ατέλειωτο αριθμό παραστάσεων πολλές από τις οποίες είναι διαμαντάκια, ακόμα περισσότερες όμως δεν έχουν καν λόγο ύπαρξης.  Η κρίση, η απογοήτευση από την πολιτική, η ανάγκη για σταθερές, για ιδανικά και δημιουργία, η ανάγκη να ξεχωρίσουν μέσα σε ένα σύστημα που μιλάει διαρκώς για την ατομικότητα και την αριστεία αλλά στην πραγματικότητα προσπαθεί να επιβάλει την ομοιομορφία, και δεν αφήνει πολλά περιθώρια προβολής, μέσα σε ένα κόσμο που οι εθνικές σταθερές  καταρρέουν και εμφανίζεται ένας πολυπολιτισμικός πλουραλισμός που τρελαίνει νου και αισθήσεις και καλεί σε νέα δημιουργήματα κάνει πολλούς νέους καλλιτέχνες να θέλουν να πουν τον δικό τους λόγο. Και καθώς δεν έχουμε μάθει στον τόπο μας στην συνεργασία, στην ώσμωση, καθένας θέλει να έχει το δικό του χώρο και χρόνο και ελπίζει πως αυτό που δημιουργεί είναι σημαντικό, αναγκαίο αν όχι μοναδικό. Το πρώτο διακύβευμα του κριτικού είναι να καταφέρει να γνωρίσει όσο περισσότερο από αυτόν τον δημιουργικό κόσμο μπορεί.

Η δεύτερη πρόκληση έχει να κάνει με την γνωριμία με την τέχνη άλλων κόσμων. Το φεστιβάλ Αθήνας και Επιδαύρου αλλά και τα άλλα ανά την χώρα φεστιβάλ, ό,τι κι αν τους … «σούρνουμε» για τις επιλογές τους, μας γνώρισαν σπουδαίους καλλιτέχνες από χώρες μακρινές που οι περισσότεροι κριτικοί δύσκολα θα καταφέρναμε να πάμε σ’ αυτές για να δούμε τη δουλειά τους. Θυμάμαι για παράδειγμα με πόση συγκίνηση πήγα πριν από χρόνια να δω τον «Μάκβεθ» σε σκηνοθεσία του  Νεκρόσιους για τον οποίο τόσα είχα διαβάσει αλλά η Λιθουανία μου έπεφτε μακριά και ακριβή για να δω το περίφημο λιθουανικό θέατρο στον τόπο του. Ακόμα θυμάμαι την εκπληκτική «Μήδεια» του Νιναγκάβα με τον απίστευτο Χίρα στον ομώνυμο ρόλο, αλλά ο Νιναγκάβα, ο Σουζούκι, ο Φοκίν,  ο Βασίλιεφ, ο Καστελούτσι, ο Χερμάνις,  η Μνουσκιν, η Αρίας δεν θα έφταναν ως εμάς χωρίς τα φεστιβάλ. Εδώ πρέπει ο κριτικός να τιθασσεύσει δυο πράγματα: το ένα είναι η διεθνής φήμη των καλλιτεχνών που πολλές φορές οδηγεί είτε σε ένα θάμπωμα είτε σε μια αμηχανία, όταν αυτό που βλέπεις δεν είναι αυτό που περίμενες από τα διαβάσματα ή τα μικρής διάρκειας  βίντεο που έχεις δει.

Έχουμε ως κριτικοί λοιπόν ένα μέγιστο χρέος απέναντι στον αναγνώστη μας. Να καταφέρουμε να του δείξουμε αυτόν τον πλούτο χωρίς να τον τρομάξουμε, χωρίς να τον κάνουμε να τρέχει κάθιδρως πίσω από ιερά τέρατα και πρωτοπορίες καταναλώνοντας την κουλτούρα ως οποιοδήποτε προϊόν, αλλά βοηθώντας τον να καταλάβει και να επιλέξει.

Αυτό το κάνει ακόμα πιο δύσκολο μια εσωτερική διάσταση των κριτικών, οι κειμενοκεντρικοί, που αντιπροσωπεύουν μια παλιότερη σχολή και οι  οποίοι εξακολουθούν να θεωρούν πως το κείμενο είναι η βάση του θεάτρου και οι παραστασιοκεντρικοί που ξεκινούν από την ό,τι ορίζεται ως παράσταση και βλέπουν μέσα από αυτή την έννοια τη θεατρική δημιουργία.  Φυσικά δεν πρόκειται για δυο συγκρουόμενους κόσμους, υπάρχει συνάντηση των δυο κατευθύνσεων και κάθε κριτικός με τον τρόπο του εξετάζει το σύνολο μιας θεατρικής δημιουργίας, μιας παράστασης. Ανήκω στους κειμενοκεντρικούς περισσότερο κριτικούς και, παρόλο που  εκτιμώ  συναδέλφους της άλλης κατεύθυνσης, θα ήθελα να επισημάνω ένα κίνδυνο: αρκετοί νεότεροι ιδίως κριτικοί  που γράφουν στο διαδίκτυο αγνοούν τα κείμενα. Όμως αν δεν γνωρίζεις το κοινωνικό, πολιτιστικό και ιδεολογικό πλαίσιο μέσα από το οποίο η αισθαντικότητα, η ιδιαίτερη ευαισθησία, το συναίσθημα ακόμα και η αρρώστια ενός καλλιτέχνη γέννησαν το κείμενο, αν δεν έχεις τις γνώσεις για διακειμενικές αναγνώσεις μπορούν να γίνουν τεράστια λάθη στην κατανόηση μιας θεατρικής δημιουργίας. Πώς να κρίνεις μια παράσταση «Τρωάδων» π.χ. αν δεν έχεις υπόψη σου το ιστορικό πλαίσιο που γεννά το έργο, τις πολιτικές θέσεις του Ευριπίδη, ώστε να συλλάβεις και να ερμηνεύσεις τις παραστασιακές επιλογές του σκηνοθέτη;

Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ένα σοβαρό ζήτημα θέτει το μέσο που φιλοξενεί την κριτική. Δεν μιλώ για πιέσεις από διευθυντές και αρχισυντάκτες ή ζητήματα ιδεολογικά, αλλά για την φύση του μέσου. Η εφημερίδα περιορίζει σε ένα συγκεκριμένο αριθμό λέξεων, το περιοδικό δίνει μεγαλύτερη άνεση να αναπτύξεις την σκέψη σου, επίσης μεγαλύτερη ελευθερία, αλλά η εφημερίδα σου δίνει την ευκαιρία μιας παρέμβασης στα θεατρικά πράγματα της επικαιρότητας, αντίθετα το περιοδικό –ακόμα και το μηνιαίο έχει μια χρονική απομάκρυνση από την επικαιρότητα. Φυσικά –παρά το θνησιγενές της θεατρικής τέχνης- μια κριτική ιδίως αν θέτει ζητήματα θεωρητικά δεν είναι χωρίς λόγο ύπαρξης ακόμα και αν η παράσταση για την οποία μιλά είναι παρελθόν. Το διαδίκτυο μας απελευθέρωσε από τον εφιάλτη των λέξεων και έδωσε άνεση λόγου και παρέμβαση στην επικαιρότητα σε πολλούς αξιόλογους κριτικούς που διατηρούν ιστοσελίδες. Δυστυχώς όμως στον διαδικτυακό τύπο επικρατεί χάος και εργασιακός μεσαίωνας. Οι παρεμβάσεις των ιδιοκτητών είναι μεγάλες, οι πιέσεις των εργαζομένων αφόρητες, οι αμοιβές, όταν υπάρχουν,  γελοίες. Τα κείμενα πρέπει να είναι σύντομα και ρεπορταζιακά. Έτσι αυτό που είναι ευλογία, γίνεται κατάρα, ρίχνοντας την ποιότητα της δουλειάς πολλών νεότερων κυρίως συναδέλφων που έχουν και γνώση και κατάρτιση και δυνατότητες ή επιτρέποντας να εισχωρήσουν στο χώρο άνθρωποι που βρίσκονται στον αντίποδα αυτών των προσόντων.

Σε μια συνέντευξή του  στη Μαρία Κρύου ο αγαπημένος μου Θεόδωρος Τερζόπουλος είπε μιλώντας για το σύγχρονο θέατρο : «Πρέπει να ξαναδούμε τον άνθρωπο στην καθολικότητά του, να ανασύρουμε το κρυμμένο υλικό, να καλλιεργήσουμε τα συναισθήματά μας, τη συγκίνηση, τις πηγές της μνήμης».

Νομίζω πως και η κριτική πρέπει να έχει, εκτός των άλλων, ένα παρόμοιο στόχο.  Και για να το πετύχει αυτό ο κριτικός πρέπει πάντα να θυμάται ότι οφείλει να επιβάλει σιωπή στο εγώ του, να μην προβάλλεται μέσα από το κείμενό του (το ίδιο του το κείμενο δείχνει τις φιλοσοφικές και πολιτικές του πεποιθήσεις, ενώ έχει την υποχρέωση να μετέχει ενεργητικά στην πολιτική κριτική των κακώς κειμένων του θεατρικού χώρου και της πολιτιστικής πολιτικής των κυβερνήσεων) , να έχει σεμνότητα, ήθος, εξαιρετικό λόγο, θεωρητική επάρκεια, να περνά ατέλειωτες εργατοώρες στις καθόλου αναπαυτικές καρέκλες των σύγχρονων θεατρικών χώρων και κυρίως να τον ενδιαφέρει απόλυτα  και να έχει  άπειρη, άπειρη αγάπη και αφοσίωση για το θέατρο.

(Ναύπλιο, 3 Ιουνίου 2019)

Advertisements

Καμιά από τις Φροσύνες δε μπορεί να πάρει οριστικό άρθρο

Σχολιάστε

         Η ιστορία της Ευφροσύνης Βασιλείου –της κυρά-Φροσύνης, όπως είναι περισσότερο γνωστή- ανήκει μάλλον στο χώρο του θρύλου. Λίγα ιστορικά στοιχεία σώζονται για την όμορφη γιαννιώτισσα, σύζυγο πλούσιου εμπόρου και ανεψιά του μητροπολίτη Λάρισας και μετέπειτα Ιωαννίνων, Γαβριήλ Γκάγκα. Ο δεσμός της με τον γιο του Αλή Πασά, Μουχτάρ, έγινε η κύρια αιτία της δολοφονίας της διά πνιγμού στην λίμνη Παμβώτιδα, μαζί με δεκαεπτά γυναίκες της αριστοκρατίας των Ιωαννίνων, την οποία διέταξε ο ίδιος ο Αλή Πασάς. Μια μαρτυρία του Λαρισαίου ιστορικού Επαμεινώνδα Φαρμακίδη φέρει την εξαιρετικά ωραία νεαρή κυρία να εισηγείται και να μεσολαβεί  «παρά τοις ισχυροίς αυτοίς φίλοις» για να σωθούν χριστιανοί που κινδύνευαν από φυλακίσεις και εκτελέσεις. Σε αντίθετη κατεύθυνση κινείται η μαρτυρία του ιστορικού George Finley, που την θεωρεί γυναίκα σχεδόν ελευθερίων ηθών «Κατά την μακράν απουσίαν του συζύγου της, η οικία της περικαλλούς Ευφροσύνης κατέστη το εντευκτήριον των ευπαιδεύτων και πλουσίων νέων των Ιωαννίνων, εδέχετο δε αύτη ιδιαιτέρως επισκέψεις και πλούσια δώρα του Μουχτάρ πασά, χωρίς πολλήν προσπάθειαν όπως αποκρύψει την επονίδειστον σχέσιν». Ίσως πιο κοντά στην ιστορική αλήθεια να βρίσκεται μια παρατήρηση του περιηγητή της εποχής Thomas Smart Hugues που μιλά για οικονομικό και πολιτικό ανταγωνισμό μεταξύ της Φροσύνης και της γυναίκας του Μουχτάρ  και όχι τόσο για ερωτική αντιζηλία.  Άλλες εκδοχές θέλουν τον Αλή Πασά ερωτευμένο μαζί της, να την οδηγεί  στο θάνατο επειδή προτίμησε τον γιο του –τέτοια είναι η εκδοχή που προβάλλει το περίφημο ομότιτλο ποίημα του Βαλαωρίτη.

Η  έλλειψη ικανών πληροφοριών που να διασαφηνίζουν το περίφημο συμβάν και να σκιαγραφούν με σχετική ενάργεια την προσωπικότητα της γυναικός, την καθιστούν ένα γοητευτικό αίνιγμα. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που ασχολήθηκαν μαζί της ποιητές και δραματουργοί (ο Ραγκαβής και ο Σκίπης άφησαν θεατρικά έργα με τίτλο το όνομά της, ενώ το προαναφερθέν ποίημα του Βαλαωρίτη μελοποιήθηκε από τον Παύλο Καρέρ και έγινε όπερα σε λιμπρέτο του Ελ. Μαρτινέγκου), προτάσσοντας περισσότερο τη ρομαντική και  την ηρωική διάσταση της ιστορίας της.

Με τη Φροσύνη διάλεξε να ασχοληθεί ο  ηθοποιός Στέφανος Παπατρέχας. Νεότατος ηλικιακά ο συγγραφέας, έχει πίσω του όμως συμμετοχές σε ενδιαφέρουσες παραστάσεις (όπως στον μονόλογο «Υγρασία στους τοίχους»  μέρος της «Τριλογίας του νεοφασισμού» του Αναστάση Πινακουλάκη). Στον μονόλογο που έγραψε υπάρχει μια ιδιαίτερα πρωτότυπη αντιμετώπιση του θέματος. Μια νεαρή ηθοποιός πρόκειται να ενσαρκώσει τη Φροσύνη. Για να καταλάβει την ηρωίδα, ψάχνει πληροφορίες γι’ αυτήν και σιγά-σιγά αρχίζει να «μπαίνει» σε διάφορες πλευρές της γυναίκας που πρόκειται να ερμηνεύσει.Κάθε μια πλευρά ξεπηδά ουσιαστικά μέσα από την άλλη, οδηγεί σε μια άλλη, χωρίς να υπερισχύει καμιά, χωρίς καμιά από όλες τις Φροσύνες που βλέπουμε να γεννιούνται και να χάνονται μπροστά μας, να μην  μπορεί να πάρει οριστικό άρθρο και να είναι η τελική επιλογή. Γυναίκα, σύζυγος, ερωμένη, αγωνίστρια, πόρνη, πνευματική προσωπικότητα, ανεξάρτητο πνεύμα και πολλές άλλες πτυχές της προσωπικότητας της Φροσύνης που ανέδειξε ή υπαινίχθηκε η λαϊκή παράδοση, η επιστήμη και η τέχνη παρελαύνουν στην σκηνή. Λόγος ποιητικός, αγγίζει το μυστήριο της γυναίκας αυτής με περιέργεια και σεβασμό. Κατεβαίνει στην ψυχή κάθε μιας από τις εκδοχές με περίσκεψη, δημιουργικά αναποφάσιστος και γόνιμα γοητευμένος από την ίδια την αναζήτηση.

Το ενδιαφέρον στον μονόλογο του Παπατρέχα που παρουσιάζεται κάθε Τετάρτη στο Θέατρο Άβατον, Ευπατρίδων 3, στον Κεραμεικό, είναι ο τρόπος που ο συγγραφέας –εκπρόσωπος μιας νέας γενιάς καλλιτεχνών-  προσεγγίζει την έννοια του ιστορικού προσώπου και  εφαρμόζει στην αναζήτησή του μια υγιή μεταμοντερνικότητα που αναδεικνύει την απορία χωρίς να ζητά υπερφίαλες και αναίτιες πρωτοτυπίες.  Το γεγονός ιδίως ότι όλο αυτό βρίσκεται ενταγμένο στη δημιουργία ενός ρόλου, καθιστά ακόμα πιο ενδιαφέρουσα την πρόταση, καθώς τα όρια ανάμεσα στον υποκριτή και το ρόλο χάνονται όσο προχωρά η παράσταση.

Την σκηνοθεσία υπογράφουν ο Λάζαρος Βαρτάνης και ο συγγραφέας. Ξεκινώντας ρεαλιστικά, επένδυσαν στο πηγαίο χιούμορ που αναδύει η ερμηνεία της Σύνθιας Μπατσή ως νεαρή ηθοποιό που αναλαμβάνει να ετοιμάσει τον ρόλο της Φροσύνης. Όσο προχωρά ο μονόλογος και ξεδιπλώνονται τα διάφορα πρόσωπα της ηρωίδας, στολίζουν την σκηνική τους δημιουργία με προσεγμένες ποιητικές πινελιές που βοηθούν στον δημιουργικό συμφυρμό ανάμεσα στην ηθοποιό και στην ηρωίδα που ερμηνεύει.  Ένα μπαούλο γίνεται η μνήμη της ζωής της, το σώμα της ηθοποιού χρησιμεύει ως αποκλειστικός τόπος των εκδοχών. Γοητευτικοί χαμηλοί, κίτρινοι φωτισμοί από τον Λευτέρη Παυλόπουλο. Η νεαρή Σύνθια Μπατσή δείχνει πως έχει υποκριτικές δυνατότητες:  αποδίδει με χάρη,  ευθύτητα και χιούμορ  την αγχωμένη ηθοποιό που αναζητά πληροφορίες για το ιστορικό πρόσωπο που θα ερμηνεύσει και κάνει επιμελημένες προσπάθειες να διαγράψει τα πρόσωπα της Φροσύνης, όμως τα όρια ανάμεσα στις «Φροσύνες» της είναι περισσότερο ασαφή από ό,τι ο ρόλος απαιτεί. Η  ερμηνεία πάντως του πνιγμού στο τέλος  έχει σπαραγμό και τραγικότητα και θα μείνει στη μνήμη των θεατών.

Artplay.gr

15.3.2019

«Το μικρό σπίτι στο ποτάμι»

Σχολιάστε

Ένα πορτραίτο της εποχής της επιφάνειας

          Συγγραφέας και ηθοποιός η Μαριλένα Καβάζη, υπογράφει το «Μικρό σπίτι στο ποτάμι», που ανεβαίνει κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο Studio Μαυρομιχάλη. Κωμωδία γλυκόπικρη και διακριτική, μοιάζει να διεκδικεί την συνέχεια στην εποχή μας του γνωστού έργου του Διαλεγμένου «Με δύναμη από την Κηφισιά», ένα είδος  μοντέρνας εκδοχής του. Τέσσερις νέες γυναίκες συναντιούνται σε ένα τριήμερο αυτογνωσίας, από αυτά που είναι πολύ της μόδας, με στόχο να ψάξουν την «ιερή θηλυκότητα» μέσα από τους δρόμους που θα τους δείξει μια ψυχολόγος γκουρού. Τις συναντάμε τα βράδια στο δωμάτιό τους, να συζητούν, να συγκρούονται  και να ανοίγονται σιγά-σιγά η μια στην άλλη, δημιουργώντας μια φιλική σχέση που όμως έχει ημερομηνία λήξης. Ο έρωτας, οι άντρες, η καριέρα, η οικογένεια, αποτελούν τα βασικά θέματα που τις απασχολούν. Πάντως στο τριήμερο αυτό καταλαβαίνουν πράγματα για τον εαυτό τους και παίρνουν αποφάσεις για την ζωή τους. Η Καβάζη δεν προχωρεί σε βάθος την ψυχογράφηση είναι αλήθεια, αλλά το έργο της είναι ένα πραγματικό πορτραίτο της εποχής μας, που και αυτή προτιμά την επιφάνεια και φοβάται τις μεγάλες καταδύσεις.  Η γραφή της έχει φρεσκάδα, οι χαρακτήρες είναι ζωντανοί,  το χιούμορ της αβίαστο, με άρωμα καλών κωμικών σειρών της χρυσής εποχής της τηλεόρασης.

Την σκηνοθεσία ανέλαβε αποτελεσματικά ο έμπειρος Φώτης Μακρής που φώτισε με τρυφερότητα και χιούμορ πρόσωπα και καταστάσεις. Οι τέσσερις ηθοποιοί που ανέλαβαν να ενσαρκώσουν τους ρόλους –ανάμεσά τους και η συγγραφέας- κάνουν πραγματικά πολύ καλή δουλειά. Η Κατερίνα Αγγελίτσα, η Μαριλένα Καβάζη,  η Σοφία Παπαδοπούλου και ιδίως η Εύη Καρρά, που έδειξε πως διαθέτει έξοχη στόφα κωμικής ηθοποιού, ζωντανεύουν με χάρη, χιούμορ και αλαφράδα τις νεαρές ηρωίδες.

Artplay.gr

16.3.2019

Μαριάννα Λιανού «Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να βρω μια προσωπική εσωτερική φωνή»

Σχολιάστε

Στο Tempus Verum-Εν Αθήναις παρουσιάζεται το έργο της Μαριάννας Λιανού «Σκαλωσιά» σε σκηνοθεσία της ίδιας και της Άννας Χανιώτη. Δυο άνθρωποι συναντιούνται ξανά και ξανά έξω από μια μικρή δημοτική βιβλιοθήκη σχεδιάζοντας να κλέψουν ένα πολύτιμο χειρόγραφο του εθνικού ποιητή, που φυλάσσεται εκεί, χωρίς μάλλον κανείς να έχει συνειδητοποιήσει την αξία τοθ κειμηλίου. Όμως μια σκαλωσιά έξω από την βιβλιοθήκη τους εμποδίζει να πραγματοποιήσουν το σχέδιό τους. Οι συναντήσεις τους γίνονται αιτία να γνωρίσουν ο ένας τον άλλον –μέσα από εξομολογήσεις και συγκρούσεις-  αλλά και ο καθένας τον εαυτό του. Τους ήρωες του έργου ενσαρκώνουν η Χαρά Τζόκα και ο Σταύρος Τσιτσόπουλος.

Η «Σκαλωσιά» είναι το δεύτερο έργο της Μαριάννας Λιανού  που ανεβαίνει στη σκηνή. Το πρώτο, «Το όνειρο του Σολωμού» παρουσιάστηκε το 2015. Έχει φοιτήσει στη Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ και στην Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης «Δήλος» της Δήμητρας Χατούπη και είναι επίσης απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Στο θέατρο έχει συμμετάσχει σε παραστάσεις των Νάνσυ Μπούκλη, Ηλία Αδάμ, Κατερίνα Ευαγγελάτου, Εσθέρ Αντρέ Γκονζάλεζ, Φένια Αποστόλου, Λένα φιλίποβα, και θεατρικό αναλόγιο της Γεωργίας Μαυραγάνη.  Αυτή την περίοδο φοιτά στο studio συγγραφής θεατρικού έργου του Εθνικού Θεάτρου.

Η «Σκαλωσιά», λοιπόν. Πολύ ενδιαφέρων ο τίτλος και μας ωθεί σε πολλές σκέψεις. Ποιο είναι το θέμα του έργου σας, κυρία Λιανού; Γιατί το επιλέξατε;

«Το έργο αυτό δεν το επέλεξα ακριβώς, νομίζω πως βρέθηκα μέσα του και δεν μπορούσα παρά να μιλήσω για αυτό. Η «Σκαλωσιά» (θα ήθελα να μην περιορίσω αυτή τη λέξη σε έναν ορισμό) υπήρξε μεγάλο μέρος της ζωής μου τα τελευταία χρόνια. Αρθρώνοντας τις λέξεις αυτού του έργου προσπάθησα να δημιουργήσω μια πόρτα που να οδηγεί σε έναν κόσμο όπου η σκαλωσιά είναι ένας δρόμος να περπατήσεις».

Υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος που το χειρόγραφο είναι του εθνικού μας ποιητή, του Σολωμού;

«Το χειρόγραφο αυτό δεν μπορούσε να είναι κάποιου άλλου παρά ενός εθνικού ποιητή. Το όνομα Διονύσιος Σολωμός δεν αναφέρεται ποτέ στο έργο, βέβαια καταλαβαίνω πως ένα Έλληνας έναν εθνικό ποιητή έχει, τον Διονύσιο Σολωμό. Όμως αν δεν τοποθετήσουμε τη δράση αυτών των δύο ανθρώπων (μιλώ για τους χαρακτήρες του έργου) στην Ελλάδα και τους μεταφέρουμε, ας πούμε κάπου εδώ κοντά, σε μια άλλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, ένα άλλο όνομα θα ξεπηδήσει να ολοκληρώσει την ερώτηση. Βλέπω τη λέξη «εθνικός» και σκέφτομαι πως προέρχεται από τη λέξη «έθνος», κι όμως η χρήση της, μέσα μου, πλησιάζει πιο πολύ τη λέξη «κράτος» σε αυτή την πρόταση και κατ’ επέκταση στο έργο. Κι αυτό ακριβώς θέλησα να εξερευνήσω.

Αποτέλεσμα εικόνας για σκαλωσιές λιανού

Είναι ένα έργο που απευθύνεται στους νέους ανθρώπους;

Είναι ένα έργο που απευθύνεται σε όποιον έχει υπάρξει μέσα σε μια σκαλωσιά ο ίδιος, ή κάποιος κοντινός του άνθρωπος, ή τον απασχολεί μια εικόνα που βλέπει γύρω του, ακόμα κι αν δεν τη βιώνει. Νομίζω δεν έχει να κάνει τόσο με την ηλικία.

Φαίνεται να κατάγεται από το παράλογο. Ποιοι συγγραφείς σας έχουν επηρεάσει;

Είμαι σε μια περίοδο που κείμενα με βομβαρδίζουν ασταμάτητα. Όπου σταθώ κι όπου βρεθώ κάτι βρίσκω να θαυμάσω, να προσέξω και να δοκιμάσω. Ειλικρινά δεν ξέρω ποιόν να πρωτοαναφέρω. Τεννεσί Ουίλιαμς, Μπερνάρ-Μαρί Κολτές, Αντόν Τσέχωφ, Γιον Φόσε είναι κάποιοι από τους αγαπημένους μου. Το συγκεκριμένο έργο πήρε αυτή τη μορφή ανεξάρτητα από εμένα, μόνο του, γιατί μιλάει για το παράλογο. Επομένως, δεν ήταν θέμα επιρροής η επιλογή αυτή.

Έχετε αναφέρει ότι παρακολουθείτε ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής για θέατρο στο Εθνικό. Σε τι σας βοηθά μια τέτοια μαθητεία; Υποβάλλατε το έργο σας στην κριτική του σεμιναρίου αυτού;

Ο χρόνος αυτός που έχουμε περάσει εκεί μέσα τον τελευταίο ενάμιση χρόνο υπήρξε σταθμός για μένα. Όταν με ρωτάνε οι φίλοι μου για αυτό, λέω πως δεν έχω ξαναβρεθεί στην ευχάριστη αυτή θέση να μην μπορώ να γκρινιάξω με τίποτα και πως είναι ό, τι καλύτερο μου έχει προσφερθεί σε εκπαίδευση. Με βοηθά γιατί ανοίγει ο προσωπικός ορίζοντας μέσα σε μια ομάδα ανθρώπων που ασχολούνται με αυτά ακριβώς που με απασχολούν.  Το έργο αυτό ναι το διαβάσαμε όλοι μαζί στα πρώιμα όμως προσχέδιά του. Μακάρι να υπήρχε κι άλλος χρόνος να μπορούσα να το πάω και τώρα και να το ξαναδούμε από την αρχή»

Στη  «Σκαλωσιά» μεγάλο ρόλο έχει η έννοια της συνάντησης. Είναι δύσκολες οι ανθρώπινες  σχέσεις στις μέρες μας;

Αναρωτιέμαι πραγματικά αν υπήρξαν και ποτέ εύκολες οι ανθρώπινες σχέσεις.

Επίσης αντιστοίχως σπουδαίο ρόλο παίζουν οι εμμονές και οι φοβίες; Είναι φοβικός ο σύγχρονος άνθρωπος; Τι μας εμποδίζει να φτάσουμε το σκοπό μας, αν έχουμε πράγματι ένα σκοπό κι ένα στόχο;

Δεν πιστεύω πως είναι φοβικός ο σύγχρονος άνθρωπος, πιστεύω όμως πως όλοι μας σε συγκεκριμένη συγκυρία ή συναναστροφή μπορούμε να γίνουμε φοβικοί, ο καθένας με τον τρόπο του.

Τι δυσκολίες και προκλήσεις αντιμετωπίζει ένας θεατρικός συγγραφέας στην Ελλάδα;

Η μεγαλύτερη πρόκληση για μένα αυτή τη στιγμή είναι να βρω μια προσωπική εσωτερική φωνή, κι έπειτα, αν τη βρω, να μπορέσω να διατηρήσω μια επαφή μαζί της, να μην αναγκαστώ να της πω να ησυχάσει.

Συντελεστές παράστασης:

Συγγραφέας: Μαριάννα Λιανού

Σκηνοθεσία: Μαριάννα Λιανού, Άννα Χανιώτη

Σκηνογραφία: Τίνα Τζόκα

Σχεδιασμός ήχου: FasmaTwist

Σύνθεση τραγουδιού: Δεσποινίς Τρίχρωμη

Φωτισμοί: Εβίνα Βασιλακοπούλου

Φωτογραφίες/teaser: Αναστασία Γιαννάκη

Artwork και σχεδιασμός αφίσας: Γιώργος Γούσης

Artplay.gr

27.1.2019

Τάκης Τζαμαργιάς : «Έχουμε πάψει να αφουγκραζόμαστε»

Σχολιάστε

Με αφορμή την παράσταση «Φυλές»

Ο Μπίλυ είναι εκ γενετής κωφός και έχει μεγαλώσει σε μια οικογένεια διανοουμένων, που προσπαθεί να μην τον περιθωριοποιήσει. Ωστόσο οι σχέσεις της οικογένειας είναι δύσκολες, υπάρχει μοναξιά. Η είσοδος της Σύλβια, της κοπέλας που ερωτεύεται ο Μπίλυ, που χάνει σταδιακά την ακοή της και εισάγει τον Μπίλυ στον  κόσμο της νοηματικής, ανατρέπει τις ευαίσθητες ισορροπίες. Τα κενά επικοινωνίας είναι πάντα παρόντα.  Το έργο της Νίνα Ρέιν «Φυλές» παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, κύριε Τζαμαργιά. Τι είναι εκείνο που σας έκανε να ασχοληθείτε μαζί του;

Το έργο μου το πρότεινε ο Μάνος Καρατζογιάννης, ωστόσο το είχα διαβάσει, όταν ήμουν στην Κύπρο, μολονότι δυστυχώς δεν είχα δει την παράσταση που είχε σκηνοθετήσει η Αθηνά Κάσιου για τον ΘΟΚ. Όταν το μελέτησα, είδα ότι πρόκειται για ένα σπουδαίο έργο. Θίγει πολλά ζητήματα, βάζει το δύσκολο ερώτημα τι σημαίνει επικοινωνία, γλωσσική επικοινωνία και δείχνει τα επικοινωνιακά αδιέξοδα που βασανίζουν την κοινωνία μας. Βλέπετε η κωφότητα του Μπίλυ φέρνει στο φως την «κωφότητα» όλης της οικογένειάς τους, την αδυναμία τους να ακούσουν πραγματικά ο ένας τον άλλον. Έτσι, ένας άλλος άξονας, ένα άλλο κέντρο θα έλεγα του έργου, είναι οι οικογενειακές σχέσεις. Η οικογένεια του Μπίλυ είναι δυσλειτουργική στις σχέσεις της και όλα της τα μέλη προσπαθούν να βρουν τη φωνή τους, να αρθρώσουν το δικό τους λόγο και να τους καταλάβουν οι υπόλοιποι. Αν θέλαμε, λοιπόν, να δούμε την έννοια που διαρρέει ολόκληρο το έργο είναι η ενσυναίσθηση.

Δηλαδή δεν είναι το βασικό θέμα της Ρέιν η κωφότητα;

Όχι, δεν είναι ένα έργο για τους κωφούς αλλά για την κωφότητα όλων μας, γιατί όλοι μας έχουμε πάψει να αφουγκραζόμαστε. Νομίζω μάλιστα ότι αυτό ακριβώς το ρήμα είναι πολύ σημαντικό για το έργο αυτό: αφουγκράζομαι. Αυτό μας λείπει. Η συγγραφέας λοιπόν δεν ζητά να προκαλέσει τον οίκτο, αλλά να μας κάνει να αφουγκραστούμε τα δικά μας προβλήματα και τους γύρω μας. Δεν έχουμε, λοιπόν, ένα έργο για την κωφότητα αλλά για τις δυσκολίες της επικοινωνίας, για την περιπλοκότητα της επικοινωνίας. Εστιάζει στην οικογένεια και φέρνει το πρόβλημα της επικοινωνίας μέσα σ’ αυτόν τον μικρόκοσμο. Η οικογένεια που βλέπουμε αποτελείται από διανοούμενους  για τους οποίους η γλώσσα είναι κεντρικό ζήτημα των προβληματισμών τους. Όμως, όσο κι αν έχουν σε περίοπτη θέση τις λέξεις, όσο κι αν πιστεύουν στη λεκτική επικοινωνία, είναι φανερό ότι δυσκολεύονται να εκφράσουν τα συναισθήματά τους. Τα μέλη αυτής της οικογένειας διεκδικούν την φωνή τους –είτε μιλώντας είτε με την σιωπή.

Αυτό φαίνεται περισσότερο στο πρώτο μέρος, όταν οι γονείς και τα αδέρφια του Μπίλυ, ιδίως ο πατέρας,  μιλούν για τη γλώσσα, θεωρητικολογούν για το λόγο, για τις λέξεις, την σημειολογία, αλλά δεν μπορούν να επικοινωνήσουν.

Ναι, μιλούν άρτια τη γλώσσα αλλά καταφέρνουν να την κάνουν να λειτουργεί ως μηχανισμός κυριαρχίας και επιβολής πάνω στους άλλους.

Αποτέλεσμα εικόνας για φυλές τζαμαργιάς

Δεν είναι η πρώτη φορά που ασχολείστε με την διαφορετικότητα. Πριν από πέντε χρόνια είχατε ανεβάσει, πάλι με τον Καρατζογιάννη, το «Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα», που θίγει το θέμα του αυτισμού –μια διαταραχή που, επίσης, σχετίζεται με την επικοινωνία.

Η Ρέιν με αφορμή τη σχέση λόγου και νοηματικής φέρνει στο φως τα επικοινωνιακά αδιέξοδα και στον ένα τρόπο έκφρασης και στον άλλον. Ο κόσμος της βουβής ευγλωττίας έχει τα αδιέξοδά του. Θεωρώ ότι ο τίτλος λέει πολλά. Οι φυλές. Η φυλή στην οποία ανήκει ο καθένας μας από τη μια μας παρέχει προστασία αλλά, από την άλλη, διαμορφώνουν την ταυτότητά μας, μάς παγιδεύουν εντός τους.

Πράγματι, ο τίτλος της είναι πολύ ενδιαφέρων. Στα αγγλικά είναι «tribes» όρος της ανθρωπολογίας. Ποιες είναι όμως οι φυλές στις οποίες αναφέρεται η Ρέιν;

Η οικογένεια του Μπίλυ είναι διανοούμενοι, Εβραίοι, ο ίδιος και η κοπέλα του, η Σύλβια, είναι κωφοί. Με χιούμορ, πικρό χιούμορ, αλλά με ευφυΐα και διεισδυτικότητα πάντα, η Ρέιν ερευνά τις σχέσεις, πόσο αυτό που επικρατεί είναι η ανάγκη να ακουστούμε εμείς και όχι να ακούσουμε τους άλλους. Θίγει, λοιπόν, την ανάγκη να δεχτούμε την διαφορετικότητα, να μπούμε στη θέση του άλλου. Γι’ αυτό το έργο της Ρέιν έχει και πολιτική διάσταση: τις δυσκολίες διαλόγου σε θέματα πολιτικά και κοινωνικά, τους αποκλεισμούς που δημιουργούν οι ιδεολογίες και οι οποίοι οδηγούν σε στεγανά και φανατισμούς.

Αποτέλεσμα εικόνας για φυλές τζαμαργιάς

Ποιος είναι ο δυσκολότερος ήρωας του έργου κατά τη γνώμη σας;

Ο Ντάνιελ, ο αδερφός του Μπίλυ. Ένα παιδί με τεράστιες δυνατότητες που δεν μπορεί να ορθοποδίσει, αποτυγχάνει στις σχέσεις του  σε όλα τα επίπεδα, περιμένει απελπισμένα την αποδοχή της οικογένειας και κυρίως του πατέρα,  στο τέλος χάνει τον αδελφό του, με τον οποίο είχε την ουσιαστικότερη σχέση. Τον ένιωθε κοντά του, είχαν κοινά, αλλά ο Μπίλυ δυναμώνει, στέκεται στα πόδια του, βρίσκει δουλειά,  κοπέλα, αυτονομείται από το σπίτι και τότε ο Ντάνιελ καταρρέει. Όμως πρέπει να σας πω ότι το τραγικότερο πρόσωπο είναι η Σύλβια. Η κοινωνία μας δεν είναι πραγματικά ανοιχτή στα θέματα της αναπηρίας, όσο κι αν θέλει να φαίνεται πως είναι. Η Σύλβια γεννήθηκε έχοντας την ακοή της, με τα χρόνια χάνει την ακοή και μπαίνει στον κόσμο των κωφών. Βιώνει οδυνηρά την μετάβαση στον κόσμο της κωφότητας –που τον ήξερε από τους κωφούς γονείς της. Είναι ακτιβίστρια αλλά όταν το πρόβλημα την αγγίζει προσωπικά περνά μια φάση αντίδρασης, θυμού, απορρίπτει την κοινότητα. Απ’ την άλλη μεριά, η οικογένεια του Μπίλυ, ειδικά ο πατέρας, την βλέπουν ανταγωνιστικά, είναι αυτή που έχει ένα κώδικα επικοινωνίας με τον Μπίλυ –τη νοηματική- που αυτοί δεν κατέχουν.

Είστε κειμενοκεντρικός σκηνοθέτης.

Ναι, και το πληρώνω. Σέβομαι τα κείμενα και έχω στο κέντρο της δουλειάς μου τον ηθοποιό. Στις σκηνοθεσίες μου ψάχνω τη μαγική στιγμή που θα ξεκλειδώσει μια σχέση, μια κατάσταση.  Θεωρώ σημαντικό για το θέατρο το χρόνο. Στις παραστάσεις μου δουλεύω πολύ για να βρω αυτές τις στιγμές, να τις δουλέψω βαθιά και, αφού ολοκληρώσω, μετά να προχωρήσω περαιτέρω. Συχνά, στο σύγχρονο θέατρο, θεωρείται  ότι ο σκηνοθέτης πρέπει να είναι σχεδόν σε ρήξη με το κείμενο. Είναι μια άποψη, ωραία, αλλά δεν μπορεί να είναι η μόνη. Η αναζήτηση στο κείμενο έχει πολλή δουλειά, να αναδειχτούν οι λεπτές αποχρώσεις των σχέσεων, οι χαρακτήρες….  Προσωπικά θαυμάζω τις παραστάσεις, σε όποιο καλλιτεχνικό ρεύμα κι αν ανήκουν, αν έχουν δουλειά, συνέπεια και ποιότητα. Ανεξαρτήτως, πάντως, προσωπικά θέλω οι δουλειές μου να αφορούν τον θεατή, να βρίσκει σ’ αυτές συγκίνηση και σκέψεις.

 

 

 

Μετάφραση: Έρι Κύργια

Σκηνοθεσία: Τάκης Τζαμαργιάς

Σκηνικά – Κοστούμια: Εδουάρδος Γεωργίου

Φωτισμοί: Αλέξανδρος Αλεξάνδρου

Μουσική: Γιώργος Χριστιανάκης

Βοηθός σκηνογράφου: Έλλη Αποστολάκη

Βοηθός σκηνοθέτη: Χρήστος Τζαμαργιάς

Βίντεο:  Δήμητρα Τρούσα 

Σύμβουλος δραματουργίας: Ελένη Μολέσκη

Επιστημονικός σύμβουλος: Κωνσταντίνος Σαμαράς

Ερμηνεύουν: 

Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, Μανώλης Μαυροματάκης, Δημήτρης Κουρούμπαλης, Μάνος Καρατζογιάννης, Βασιλική Τρουφάκου, Ελένη Μολέσκη.

Artplay.gr

12.2.2019

Φώτης Μακρής: «Μέσα από το θέατρο ερευνώ τη λειτουργία της δημοκρατίας»

Σχολιάστε

Για τα δέκα χρόνια λειτουργίας του θέάτρου StudioΜαυρομιχάλη, ο « Νέος Λόγος»  και ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Φώτης Μακρής ανεβάζουν τον « Εχθρό του Λαού» του Ίψεν. Ο Φώτης Μακρής μιλά για το  «Νέο Λόγο», θυμάται στιγμές από τα δέκα χρόνια του θεάτρου και εξηγεί ότι επέλεξε το σπουδαίο  έργο του Ίψεν για να ερευνήσει προβληματισμούς του για την λειτουργία της δημοκρατίας. Παρεμβαίνει η σύντροφος και σταθερή συνεργάτριά του, Στέλλα Κρούσκα που πρωταγωνιστεί στην παράσταση.

 

 Image result for φωτης μακρής

 Ο Φώτης Μακρής σε σκηνή από την παράσταση

Το StudioΜαυρομιχάλη γιορτάζει φέτος τα δέκα του χρόνια. Βέβαια η ομάδα του «Νέου Λόγου» έχει πολύ μακρύτερη πορεία στα θεατρικά πράγματα. Τι θυμάστε από κείνη την περίοδο που ανοίγατε το θέατρο;

Ανοίξαμε το StudioΜαυρομιχάλη το 2008 αλλά, πράγματι, ο «Νέος Λόγος» δημιουργήθηκε το 1995,παίξαμε το πρώτο μας έργο την άνοιξη του 1997, ένα άπαιχτο σπονδυλωτό του Φασμπίντερ, το «Preparadise Sorry Now». Έτυχε μάλιστα και το θέατρο στο οποίο τα ανεβάσαμε να βρίσκεται εδώ, στην οδό Μαυρομιχάλη, ο περίφημος Τεχνοχώρος Υπό Σκιάν του Κακλέα.

Μολονότι τη δεκαετία του ’90 το θεατρικό τοπίο είναι διαφορετικό, δεν έχουμε την πληθώρα των ομάδων που βλέπουμε σήμερα, τι σας κάνει να ιδρύσετε μια ακόμη θεατρική ομάδα, ενώ τόσο εσείς όσο και οι συνεργάτες σας έχετε ήδη μια καλλιτεχνική πορεία πίσω σας;

Νομίζω πως όλες οι ομάδες δημιουργούνται για τους ίδιους πάνω κάτω λόγους: καλλιτέχνες που θέλουν να πουν τα δικά τους πράγματα. Πρέπει να σας πω ότι εμένα με ενδιέφερε από την αρχή η σκηνοθεσία, ωστόσο, όταν φοιτούσα στο τρίτο έτος της σχολής του Θεάτρου Τέχνης,  έπαιξα ένα σπουδαίο ρόλο και κατάλαβα ότι με ενδιέφερε εξίσου και η υποκριτική.  Γενικά δεν είμαι εύκολος άνθρωπος στις κοινωνικές επαφές μου κι αυτό με οδήγησε να καταλάβω γρήγορα πως έπρεπε να δουλέψω σε μια ομάδα ανθρώπων που να υπάρχει εμπιστοσύνη και να κατανοεί ο ένας τον άλλον. Μόνο έτσι μπορώ να νιώσω ελεύθερος και δημιουργικός. Έτσι προέκυψε ο «Νέος Λόγος», με κάποια παιδιά που γνωριζόμασταν, δουλεύαμε μαζί, την Στέλλα Κρούσκα, τον Ιάκωβο Δρόσο, το Μελέτη Γεωργιάδη και άλλους, όλοι πρόσωπα κοντινά με τους οποίους μπορούσαμε να δοκιμάσουμε να κάνουμε τις δικές μας δουλειές. Η ομάδα μας πήγε καλά –μάλιστα στα τρία χρόνια επιχορηγηθήκαμε,  κάτι που είδαμε σαν επιβράβευση: κάποιοι μας είδαν, τους αρέσαμε και θεώρησαν ότι αξίζουμε την επιχορήγηση.

Φαντάζομαι ότι το StudioΜαυρομιχάλη είναι η φυσική συνέχεια.

Ο χώρος είναι αναγκαίος. Ξέρετε στα πρώτα χρόνια είναι δύσκολο να βρεις τους συνεργάτες σου, είσαι νέος στο χώρο, όχι ακόμη αναγνωρίσιμος στο χώρο. Βέβαια  σ’αυτές τις φάσεις λειτουργεί  το εθελοντικό. Ένας γνωστός σκηνογράφος για παράδειγμα έρχεται να δουλέψει μαζί σου και μάλιστα δωρεάν, γιατί σε πιστεύει και θέλει να  βοηθήσει την προσπάθεια της ομάδας. Γρήγορα όμως καταλαβαίνεις ότι η αποσπασματικότητα κουράζει και εμποδίζει τη δουλειά σου. Ξεκινάγαμε μια δουλειά και έπρεπε σε ένα μήνα να την κατεβάσουμε, γιατί δεν είχαμε για περισσότερο χρόνο το θέατρο που νοικιάζαμε. Έπειτα χρειαζόταν να εξοικονομώ χρήματα από άλλες δουλειές, έχω κάνει τηλεόραση, για παράδειγμα.  Δεν το αντέχαμε, λοιπόν. Έτσι, παρόλο που το να έχεις δικό σου θέατρο προϋποθέτει  μεγάλο όγκο δουλειάς και ευθυνών, δημιουργήσαμε το στούντιο. Μπορούμε να δουλεύουμε στους χρόνους που θέλουμε και να κρατάμε τις παραστάσεις όσο θεωρούμε ότι πρέπει.

Βέβαια ξεκινήσαμε την εποχή που ξεκίναγε η κρίση, σε δύσκολες συνθήκες. Αλλά αυτό μας κάνει περήφανους. Αντέξαμε δέκα δύσκολα χρόνια, σε μια δύσκολη συνοικία, τα Εξάρχεια,  Το StudioΜαυρομιχάλη είναι αναγνωρίσιμο ανάμεσα στα θεατρικά στέκια της Αθήνας. Με συγκινεί όταν τηλεφωνεί κόσμος που δεν ξέρει τι παίζουμε αλλά μας έχει τόση εμπιστοσύνη που απλώς ρωτά «τι παίζετε σήμερα;» και κλείνει θέσεις.

Τo  θέατρο φιλοξενεί και άλλες ομάδες, παραστάσεις που δεν είναι παραγωγές του Νέου Λόγου.

Φυσικά, γιατί τέτοιες συνεργασίες, εκτός από την αναγκαία οικονομική ανάσα, βοηθούν να γίνει ο χώρος μας γνωστός σε ένα ευρύτερο κύκλο. Κάθε ομάδα φέρνει το κοινό της, που μαθαίνει επίσης τις δικές μας δουλειές αλλά και τις άλλες ομάδες που φιλοξενεί το στούντιο. Υπάρχει βέβαια ένα ζήτημα με τις  μέρες, αλλά αυτά λύνονται. Το σημαντικό, όμως, είναι ότι ακούγονται κι άλλες φωνές και αυτή η ανταλλαγή κάνει καλό σε όλους.

Έχει τύχει ποτέ να βρείτε συνεργάτες από αυτές τις ομάδες;

Ναι… κοιτάξτε, βλέπουμε, ας πούμε, ένα ωραίο σκηνικό, θα ρωτήσω για τον σκηνογράφο και πιθανώς να τον χρησιμοποιήσω σε μια επόμενη δική μας δουλειά. Μου συμβαίνει συχνά με ηθοποιούς.  Όταν ψάχνω ηθοποιούς για μια παράσταση, πρώτα σκέφτομαι συναδέλφους που πέρασαν από το στούντιο.

Παρότι πάντα οι επιλογές σας είχαν μια πολιτική χροιά, τα τελευταία χρόνια το πολιτικό στοιχείο είναι ιδιαίτερα έντονο, διακρίνεται μια ξεκάθαρη, θα λέγαμε πολιτική θέση. Τι ψάχνετε μέσα από τα έργα που ανεβάζετε;

Η πολιτική μας αφορά όλους,  ορίζει την επιβίωσή μας, τη ζωή μας. Παλιότερα είχε κανείς την πολυτέλεια να ανεβάσει και ένα όμορφο έργο στο οποίο ένας να αγαπάει μία. Σήμερα ο άντρας του ζευγαριού θα είναι άνεργος και η κοπέλα θα ψάχνει να αφήσει κάπου το παιδί της για να δουλέψει.  Δεν μπορείς να μην λάβεις υπόψη σου τα προβλήματα της κοινωνίας,  που δεν αφορούν μόνο την Ελλάδα, δεν μπορεί να μην αποτυπώνονται όλ’αυτά στο θέατρο. Όταν αρχίζω να σκέφτομαι την επόμενη παραγωγή γυρίζουν στο μυαλό μου όλα, τι περνάμε στο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Δεν μπορώ να κάνω ένα έργο που να μην αγγίζει τέτοια θέματα. Νιώθω ότι κοροϊδεύω τον εαυτό μου και τους άλλους.

Παρ’όλ’αυτά νομίζω ότι η αναζήτησή σας είναι πιο συγκεκριμένη. Υπάρχει ένα υπόγειο νήμα που συνδέει τη «Χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ», το «Κιβώτιο» και φέτος τον Ἑχθρό του Λαού», ιδίως μάλιστα τα δύο τελευταία. Δεν είναι τυχαίο που διαλέξατε ως μότο της παράστασης το δίκιο των φωτισμένων μειοψηφιών.

Το ‘χω πει κι άλλοτε πως έχω μια απέχθεια προς τις εκλογές.  Είχα να ψηφίσω τριάντα  χρόνια, ψήφισα πριν από τρία χρόνια και δεν πρόκειται να ξαναψηφίσω. Είναι φανερό ότι με απασχολεί το θέμα της Αριστεράς, έτσι όπως μπαίνει στο «Κιβὠτιο». Ναι, θα το πω απλά, πιστεύω άλλωστε πως όλοι το ‘χουμε σκεφτεί, υπάρχουν άνθρωποι που δεν τους θεωρώ ώριμους, ικανούς να ψηφίσουν. Φυσικά αυτό μπορεί να το πει ο καθένας για τον καθένα. Ο Ίψεν το λέει επίσης και είναι αυτό που με άγγιξε βαθιά στον «Εχθρό του Λαού». Στο πλειοψηφικό σύστημα δεχόμαστε να μας κυβερνούν  άνθρωποι που πολλές φορές δεν εκτιμούμε, δεν αποδεχόμαστε. Δεν έχω λύση, ενδεχομένως μάλιστα ένα τέτοιο νήμα σκέψης να γίνει επικίνδυνο, να οδηγήσει κάποιους που θα δεχτούν απρόσεκτα και άκριτα αυτό που λέει ο γιατρός Στόκμαν, ο ήρωας του Ίψεν στον «Εχθρό του Λαού», ότι το δίκιο το έχουν οι σκεπτόμενες μειοψηφίες, να φτάσουν σε ακραίες ιδεολογίες.

Φώτης Μακρής και Στέλλα Κρούσκα

Ο Στόκμαν είναι φορέας τέτοιων ιδεολογιών;

Όχι, καθόλου. Αλλά ο δρόμος που ακολουθεί είναι επικίνδυνος. Για να γυρίσω στο προηγούμενο ερώτημα, με απασχολεί αυτό που απασχολεί όλο τον κόσμο γύρω μας: πώς μπορεί να λειτουργήσει η δημοκρατία, να βρούμε ένα σύστημα διακυβέρνησης δίκαιο. Γιατί η δημοκρατία που υποτίθεται ότι έχουμε, το κοινοβουλευτικό σύστημα, το αντιπροσωπευτικό δεν λειτουργεί. Μέσα από το θέατρο ερευνώ αυτό το ζήτημα. Δεν  προτείνω λύσεις. Μου κάνει εντύπωση όταν,  μετά την παράσταση,  συζητώντας  με θεατές,  μου λένε πως  προβληματίζονται επειδή ο Ίψεν λέει πράγματα που έχουν σκεφτεί και οι ίδιοι.

 

Γιατί στραφήκατε όμως σε ένα κλασικό κείμενο και δεν αναζητήσατε ένα νεότερο  με παρόμοιους προβληματισμούς; Κάνω την ερώτηση έχοντας μια δική μου διαπίστωση κατά νου, πως υπάρχει μια στροφή στο κλασικό κείμενο.

Από τα κείμενα που ήξερα, κανένα δεν ήταν πρόσφορο για τους δικούς μου προβληματισμούς. Ενδεχομένως να υπάρχουν αξιόλογα σύγχρονα έργα, αλλά εγω δεν τα είχα υπόψη μου. Βλέπετε έτσι δουλεύω: όταν θέλω να μιλήσω για ένα θέμα, ψάχνω ένα κείμενο το οποίο θα γίνει το όχημα των προβληματισμών μου. Τώρα με έκαιγε το θέμα των εκλογών, ότι δεν προσφέρουν τίποτε. Το κείμενο του Ίψεν είχε όλα όσα με ενδιέφεραν. Δεν είναι τυχαία πάντως η στροφή προς τους κλασικούς. Σε ό,τι αφορά τον «Εχθρό του Λαού», ήταν για καιρό στην αφάνεια κι όταν ανέβαινε τονιζόταν το ηρωικό στοιχείο του Στόκμαν. Απ’το ’13 όμως υπάρχει ένα ξέσπασμα ανεβασμάτων αλλά οι σκηνοθέτες αναζητούν πια άλλα στοιχεία. Ο ίδιος ο Ίψεν το θεωρούσε ως το έργο του που εξέφραζε καλύτερα τις πολιτικές του θέσεις, οι οποίες σε κάποια σημεία θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως και αναρχίζουσες. Δεν είναι τυχαίο που η παράσταση του Όστερμάγερ,  όταν πήγε στην Κίνα, στην ντέταρτη πράξη, όταν ο Στόκμαν αγορεύει κατά της πλειοψηφίας, ο Όστερμάγερ τον θέλει κατά του καπιταλισμού, οι κινέζοι θεατές σηκώθηκαν κι άρχισαν να φωνάζουν συνθήματα κατά του καθεστώτος, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση να απαγορέψει την παράσταση και ο θίασος να φύγει από τη χώρα.

Όσο για την στροφή που είπατε, νομίζω πως κάπου βρήκαμε τοίχο με τις  αποδομήσεις και τις αναίτιες πρωτοτυπίες. Ξαναβάζουμε το κείμενο πάνω στη σκηνή, επανερχόμαστε στα κλασικά έργα χωρίς τις υπερβολές της αποδόμησης. Και στη δική μας παράσταση υπάρχουν κάποια ξενίσματα: ο δήμαρχος είναι γυναίκα, χρησιμοποιεί πατίνι, αλλά έχω σεβαστεί το έργο, η όποια παρέμβαση έγινε αιτιολογημένα και με περίσκεψη. Αυτοί οι συγγραφείς είναι τεράστιοι, στο έργο τους έκλεισαν την εποχή τους αλλά μπορούν εξίσου καλά να μιλήσουν και για τη δική μας εποχή.

 Μοιάζει να θέλετε να μεταφέρετε τον « Εχθρό»  στη δεκαετία του ’70, ίσως θέλοντας να δείξετε την εποχή που δημιουργούνται  οι ρίζες της κρίσης. Τότε που οι λουτροπόλεις άρχισαν να ανθίζουν…

Δεν ήθελα να αφήσω το έργο στα 1882, έτος της συγγραφής του,αλλά να το μεταφέρω στη σύγχρονη εποχή  όχι όμως στο 2019. Είχα κατά νου μια εποχή κοντά στη μεταπολίτευση.

Η εισαγωγή θυμίζει ελληνική ταινία…

Ναι, ήθελα κάτι τραβηγμένο, κιτς…

Κυρία Κρούσκα, είστε η δήμαρχος αδερφή του ήρωα. Πρόκειται για μια πρωτότυπη ιδέα της σκηνοθεσίας του Φώτη Μακρή να μετατρέψει τον άντρα δήμαρχο σε γυναίκα. Τι διάσταση δίνει αυτή η επιλογή στο έργο; Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του προσώπου που ερμηνεύετε; Υπάρχουν σύγχρονες αντιστοιχίες;

Η ιδέα να γίνει ο άντρας δήμαρχος  γυναίκα ήταν του Φώτη. Ήταν κάτι που, ανάμεσα σε άλλα, βοηθούσε στην τοποθέτηση του έργου πιο κοντά στην εποχή μας και βέβαια δημιουργεί και πολλές σκέψεις γύρω από την γυναίκα στην εξουσία. Δεν θα έλεγα αισιόδοξες γιατί τελικά η ιστορία έχει αποδείξει ότι η εξουσία διαβρώνει η μπορεί να διαβρώσει τους πάντες ανεξαρτήτως φύλου. Έχουμε δει τα τελευταία χρόνια πολύ σκληρές γυναίκες πολιτικούς. Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο για μένα σ΄αυτόν το ρόλο , είναι ότι αυτή η γυναίκα,  που εύκολα τοποθετείσαι εναντίον της, αντιπροσωπεύει  όχι μόνο τούς πλούσιους κεφαλαιούχους αλλά και το μεγαλύτερο μέρος του λαού, αφού κανείς δε θέλει τελικά να στερηθεί τα όσα προσφέρει η τρέχουσα ευημερία με όποιο κόστος κι αν έχει αποκτηθεί.

Γιατί αλλάξατε το τέλος του έργου, κύριε Μακρή; Γιατί το αφήνετε ανοικτό, ενώ ο Ίψεν έχει σαφή άποψη για τη μοίρα του ήρωά του;

Θέλετε να πείτε γιατί δεν αφήσαμε το έργο να τελειώνει ηρωικά. Γιατί ο Στόκμαν δεν είναι πράγματι ήρωας, αντιθέτως είναι μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης του. Είναι ενδιαφέρον να παρακολουθεί κανείς τις αντιδράσεις του κοινού, πώς διχάζονται οι απόψεις, την επιχειρηματολογία για το  αν θα μείνει πιστό στις απόψεις του ή θα συνθηκολογήσει. Δεν πιστεύω στους ήρωες, όπως είπε κι ο Μπρεχτ «αλίμονο στην κοινωνία που έχει ανάγκη από ήρωες» . Καταλαβαίνω βεβαίως ότι κάποιοι μπορεί να έχουν αντίρρηση και να θεωρούν ότι πρόδωσα το έργο αλλά εμένα μου φαίνεται ότι μόνο έτσι μπορώ να το διαβάσω, είναι η δική μου ανάγνωση.

Πόσο χρόνο ετοιμάζατε την παράσταση;

Η διασκευή του κειμένου άρχισε το 2017, οι πρόβες τον επόμενο χρόνο, κάναμε εννιά μήνες προετοιμασία, δεν μπορώ να διανοηθώ μικρότερη διάρκεια.

Την ίδια περίοδο των προετοιμασιών, κυρία Κρούσκα,  είδαμε κι εσάς ως σκηνοθέτρια με μια πολύ καλή δουλειά, το Νορντόστ. Μιλήστε μας λίγο γι’αυτή σας την εμπειρία. Τι σας έκανε να δοκιμαστείτε στη σκηνοθεσία; θα το επαναλάβετε

Νομίζω ότι η σκηνοθεσία προέκυψε από συγκεκριμένες  συγκυρίες. Είχα τον  χρόνο που χρειαζόμουνα, μ΄ενδιέφερε πολύ το κείμενο, το  Νορντοστ, και κατάφερα να δημιουργήσω μια πολύ ωραία ομάδα ηθοποιών. Στην παράσταση συμμετείχαν εννέα γυναίκες αντί για τρεις που υπήρχαν αρχικά στο έργο και αυτή η ιδέα της ομαδικότητας ήταν ένας ακόμα σημαντικός παράγοντας, καθώς η υποκριτική και η κίνηση των ηθοποιών μ΄ενδιαφέρουν πολύ στο θέατρο. Η δυσκολία βέβαια είναι , όταν είσαι ηθοποιός, να αφήνεις στους άλλους το περιθώριο να δημιουργήσουν το ρόλο τους με το δικό τους τρόπο, μέσα στα πλαίσια της σκηνοθετικής γραμμής φυσικά. Είχα σκηνοθετήσει κι έναν μονόλογο πριν από δυο χρόνια, αλλά αυτό είναι αρκετά διαφορετικό. Πάντως η εμπειρία μου στη διδασκαλία σε σχολές και στο θεατρικό εργαστήρι του θεάτρου με βοήθησαν πολύ.

Στον «Εχθρό» είδαμε να έχετε δίπλα σας παλιούς μαθητές σας. Πώς ήταν η εμπειρία;

Είναι πολύ ωραίο να δίνεις ευκαιρίες σε νέα παιδιά –σας είπα πριν πως κι εγώ είχα μια ανάλογη εμπειρία και ήταν σημαντική για την ζωή μου. Νομίζω ότι νιώθουμε καλά όλοι μας.

Artplay.gr

5.2.2019

Αγνή Στρουμπούλη: «Ο αφηγητής γίνεται πλάστης, ποιητής, αναδημιουργεί τον κόσμο»

Σχολιάστε

«Λόγια κυματούντα» η Αγνή Στρουμπούλη αφηγείται παραμύθια από την Ελλάδα,

την  Σερβία και την Ιαπωνία υπό τους ήχους βιολεντσέλου

«Ο αφηγητής είναι κάποιος που στέκει πάνω σ’ ένα λόφο και βλέπει ολόκληρη τη ζωή πώς ξεδιπλώνεται στα ριζά του και κάποιες στιγμές κατηφορίζει και γίνεται το ένα και το άλλο πρόσωπο του διαλόγου κι έπειτα ξανανεβαίνει στην κορφούλα. Αυτή η απόσταση του δίνει την ψυχραιμία να κατανοεί και να υποστηρίζει με στοργή όλα τα πρόσωπα του παραμυθιού, δηλαδή όλες τις πλευρές κάθε ανθρώπου».(Αγνή Στρουμπούλη)

 

Η Αγνή Στρουμπούλη είναι μια πολυτάλαντη καλλιτέχνις. Γράφει, κάνει ραδιόφωνο και ασχολείται με τα παραμύθια πολλά χρόνια. Μελετά την παράδοση, διασώζει τη γοητεία της πρωτότυπης λαϊκής γλώσσας, του τοπικού ιδιώματος στο οποίο συντέθηκε αρχικά ένα παραμύθι. Και αφηγείται το παραμύθι σ’ αυτό στο ιδίωμα της δημιουργίας του με γοητεία που παρασέρνει ακόμη και τον πιο δύσκολο θεατή. Τον πηγαίνει στη χώρα των παραμυθιών, τον ταξιδεύει στα δάση με τους δράκοντες για να συναντήσει μαγικά τσουκάλια και νεράιδες, λιόδεντρα, πουλάκια που μιλούν «μ’ ανθρώπινη λαλίτσα», πηγές… Ο κόσμος του παραμυθιού είναι γεμάτος περιπέτειες, σκοτεινός, δύσκολος, άγριος και υπέροχος, τα σύμβολα βαθιά κρυμμένα –καμιά φορά ανεξιχνίαστα. Η Στρουμπούλη με την αφήγησή ανοίγει γοητευτικές ατραπούς, γεμίζει τις ψυχές συναισθήματα και χαμόγελα ανακούφισης και χαράς.

 Η νέα της παράσταση ονομάζεται «Λόγια κυματούντα». Περιλαμβάνει παραμύθια από την Ελλάδα, την Σερβία, την Ιαπωνία συνταιριασμένα με στίχους του Εγγονόπουλου και στίχους από ένα θρακιώτικο τραγούδι κι όλα τούτα συνοδευμένα από το βιολεντσέλο του γνωστού και καλού τσελίστα Σταύρου Παργινού. Θα φιλοξενηθεί στο Μουσείο Νεώτερης Κεραμεικής στο Θησείο, για τρεις Κυριακές, 20, 27 Ιανουαρίου και 3 Φεβρουαρίου 2019, στις 7 μ. μ. 

 

Κυρία Στρουμπούλη, με την καινούργια χρονιά έρχεται μια νέα δουλειά σας, λίγο διαφορετική από αυτές που ξέραμε μέχρι σήμερα. Παραμύθια όχι μόνο από την ελληνική παράδοση. Θα θέλατε να μας μιλήσετε γι αυτή την καινούργια παράσταση;

Αγνή Στρουμπούλη (Α. Σ.) : «Δεν είναι η πρώτη φορά που αφηγούμαι παραμύθια από άλλες προφορικές παραδόσεις. Εδώ και πάνω από 10 χρόνια, αφηγούμαι και Σερβικά παραμύθια, αλλά και κάποια από την Αφρική. Βέβαια επειδή έχει πολύ μεγάλη σημασία η γλώσσα, δουλεύω αρκετά τις μεταφράσεις, κυρίως για να τους προσδώσω προφορικότητα, άρα μουσικότητα. Γι αυτό επανέρχομαι πάντα στα ελληνικά παραμύθια, γιατί εδώ το υλικό – αναζητώ τις πιο παλαιές καταγραφές- είναι πολύ γοητευτικό και συγχρόνως με «εκπαιδεύει».

Το κριτήριο επιλογής του υλικού μιας παράστασης – αφήγησης είναι η γοητεία που ασκεί, τη συγκεκριμένη περίοδο, σε μένα. Αφηγούμαι πολλά χρόνια και σήμερα γίνονται παράλληλα πολλές αφηγήσεις. Πώς, λοιπόν, καλείς κάποιον να δώσει εισιτήριο, το χρόνο και την προσοχή του, αν δεν έχεις να δώσεις κάτι που πρώτα πρώτα συνεπαίρνει εσένα; Κι ακόμη, δουλεύω πολύ μια παράσταση, συμβιώνω αρκετούς μήνες μαζί της πριν την παρουσιάσω• είναι μια σχέση αρχικής έλξης, που ωριμάζει μέσα από δυσκολίες, ανακαλύψεις… και στερεώνεται σ’ έναν τρόπο. Από την άλλη, η εκφραστικότητα έχει τόσες, μα τόσες αποχρώσεις και τονισμούς που μπορεί να γείρουν το νόημα σ’ άλλη κατεύθυνση. Κάθε αφήγηση είναι μοναδική».

Μουσείο Νεώτερης Κεραμεικής, Θησείο

Είναι εντυπωσιακό ότι δίπλα στη βαλκανική γειτονιά μας, εντάξατε την παράδοση μιας χώρας μακρινής και αρκετά άγνωστης στην Ελλάδα, ιδίως σε ό,τι αφορά την λαϊκή της παράδοση, της Ιαπωνίας. Πώς ήρθατε σε επαφή μαζί της; Πάνω σε ποια βάση γίνεται η συνομιλία στην παράσταση;

Α.Σ. :  Α, γι αυτό φταίει ο Λευκάδιος Χερν! Αυτός ο ταλαιπωρημένος από την παιδική του ηλικία, ευαίσθητος άνθρωπος, που βρήκε στην Ιαπωνία μια πατρίδα φιλόξενη και αγαπητική προς τη δική του ψυχική κλίση. Η ψυχή κάθε λαού φωλιάζει στην προφορική του παράδοση. Τον είλκυσαν λοιπόν και κατέγραψε μύθους και θρύλους της νέας του πατρίδας που τον ανακήρυξε εθνικό ποιητή.

Τώρα να πούμε ότι τα λαϊκά παραμύθια όλου του κόσμου, σ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης, καταπιάνονται με το ίδιο θέμα: πώς να τα βγάλει πέρα ο άνθρωπος μ’ αυτό το πολύμορφο μυστήριο που είναι η ζωή κι ο ίδιος του ο εαυτός• που αποσπάται από μια ενότητα και οδεύει σ’ ένα άγνωστο. Η διαφορά είναι ότι κάθε λαός, ανάλογα με το ήθος [τόπο] του: φως, όγκοι, ατμόσφαιρα, βλάστηση, νερά, βουνά, θάλασσες, έρημοι … καλλιεργεί τον ιδιαίτερο τρόπο του να διαλέγεται με το περιβάλλον και με τον εαυτό του.

Διαλέγω λοιπόν από τον Χερν μια μικρή ιστορία, που δίνει μια τελική εύθυμη νότα σ’ ένα δυνατό πρόγραμμα, αλλά που αν την σκεφτείς και δεύτερη φορά, ανακαλύπτεις με τι λεπτότητα και ελαφράδα καταπιάνεται με τούτον και τον Άλλο κόσμο».

Ο Λευκάδιος Χερν

Ομολογώ ότι με κεντρίζει η ένταξη του Εγγονόπουλου στην παράσταση. Γνωρίζω πόσο αγαπάτε την ποίηση, αλλά γιατί τον Εγγονόπουλο ειδικά;

Α. Σ. : «Κι εμένα με κεντρίζει γι αυτό το βάζω. Ένα ποίημα που έχει εικόνες και ανάπτυξη ονείρου, δηλαδή μαγικού παραμυθιού! Οι κατατάξεις είναι φιλολογική δουλειά. Οι ελιγμοί μιας πεταλούδας διαπερνούν όλες τις κατατάξεις και νομιμοποιούνται από το φως».

Ως αφηγήτρια διακρίνεστε για τα υποκριτικά σας προσόντα. Θα μπορούσατε να είστε ηθοποιός.  Γιατί ασχοληθήκατε αποκλειστικά με την αφήγηση;

Α.Σ. : «Ε, λοιπόν όχι, δεν θα μπορούσα να είμαι ηθοποιός. Κι όταν κάποτε πήγαμε να το δοκιμάσουμε, απέτυχα παταγωδώς! Είμαι ανυπότακτη. Πρέπει κάτι να με γοητεύσει πολύ βαθειά και να βρω το δικό μου τρόπο και τη δική μου γλώσσα να σχετιστώ μαζί του. Ο αφηγητής είναι κάποιος που στέκει πάνω σ’ ένα λόφο και βλέπει ολόκληρη τη ζωή πώς ξεδιπλώνεται στα ριζά του και κάποιες στιγμές κατηφορίζει και γίνεται το ένα και το άλλο πρόσωπο του διαλόγου κι έπειτα ξανανεβαίνει στην κορφούλα. Αυτή η απόσταση του δίνει την ψυχραιμία να κατανοεί και να υποστηρίζει με στοργή όλα τα πρόσωπα του παραμυθιού, δηλαδή όλες τις πλευρές κάθε ανθρώπου».

 

Νίκος Εγγονόπουλος

Τα τελευταία χρόνια υπάρχει, νομίζω, ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το παραμύθι –το λαϊκό και το, ας τοονομάσω- έντεχνο.  Αναφέρομαι τόσο σε παραστάσεις που δραματοποιούν παραμύθια όσο και στην ανάγνωση κτλ. Αν το πιστεύετε κι εσείς, ποιοι λόγοι σπρώχνουν το κοινό στο παραμύθι;

Α. Σ. : «Νομίζω ότι απ’ όταν αποκτά ο άνθρωπος έναρθρο λόγο αφηγείται, κι αυτό δεν διακόπτεται ποτέ. Είναι ένας τρόπος να ονομάσει, ν’ αναγνωρίσει, να κατανοήσει, να μοιραστεί, να «ζήσει», να δημιουργήσει με τον λόγο• αυτό το τόσο ευαίσθητο και ανθεκτικό υλικό! Γίνεσαι πλάστης, ποιητής αναδημιουργείς τον κόσμο! Η σύμβαση για να μπούμε ελεύθερα σ’ αυτή τη σφαίρα, έχει τον τίτλο παραμύθι. Το διαβατήριο είναι η φαντασία, αυτή η εξαιρετική πνευματική ικανότητα. Αυτή η  απόχη των ρευμάτων της ζωής. Ποτέ δεν έπαψε να λέγεται, να μεταδίδεται και να αναδημιουργείται το παραμύθι. Είναι η ρίζα όλων των τεχνών, πλαστικών και παραστατικών. Οι συνθήκες αλλάζουν και συμπαρασύρουν τον τρόπο. Η ρίζα όμως είναι βαθιά.

Δημιουργούνται σήμερα παραμύθια;

Α. Σ.: «Είναι σαν να με ρωτάς, πάψαμε σήμερα να μαγειρεύουμε, να τρώμε; Μονάχα, που σήμερα από το τσουκάλι που ήταν κάποτε πάνω στην πυροστιά έχουν ξεπεταχτεί πολλά φαστ φουντ..»

Το ’17 μας χαρίσατε τον «Δέντρο». Θα υπάρξει συνέχεια και στη γραφή;

Α. Σ.: «Ο «Δέντρος» είναι μια ανθολόγηση λαϊκών παραμυθιών με αναφορά σε δέντρα και φυτά. Ακολούθησε μια άλλη ανθολόγηση που μόλις ολοκληρώθηκε, μπήκε κάποιος ηλεκτρονικός πειρατής και μου ‘κλεψε όλα τα αρχεία συν όλο αυτό το υλικό που δούλευα μήνες.  Χρειάζεται μια ισχυρή αφορμή για να πάρω φόρα πάλι».

Artplay.gr

5.1.2019

Older Entries