Η δύσκολη ευθύνη της ελευθερίας

Σχολιάστε

«Ειρήνη» του Αριστοφάνη από το Εθνικό Θέατρο

 

Όταν ο Αριστοφάνης έγραψε την «Ειρήνη» ήταν πολύ νέος, 24-25 χρόνων. Και αυτό είναι σημαντικό. Ήταν το 421 π.Χ.  και  ο εμφύλιος, που αργότερα πήρε το όνομα «Πελοποννησιακός»,  μετρούσε ήδη δέκα χρόνια βίας, καταστροφών και θανάτου. Τη χρονιά που παίχτηκε η «Ειρήνη», οι Αθηναίοι είχαν πιστέψει για λίγο πως τέλειωσε το κακό, γιατί μόλις είχε υπογραφεί η περίφημη Νικίειος Ειρήνη, που θα κρατούσε, λέει, πενήντα χρόνια. Γελάστηκαν. Οι εχθροπραξίες δεν σταμάτησαν ποτέ κι ο πόλεμος  έφερε κάτι πολύ βαρύτερο στην ιστορία των ελληνικών πόλεων: η  Περσία εκμεταλλεύτηκε τον διχασμό για να ορίζει τα ελληνικά πράγματα, το κυριότερο όμως, ο θεσμός της πόλης –κράτους άρχισε να καταρρέει, παίρνοντας μαζί του την αισιόδοξη περηφάνια του πολίτη πως μόνο η συμμετοχή στα κοινά μπορούσε να αλλάξει τα πράγματα, πως η πολιτική –αντίθετα από τις πλατωνικές εμμονές-οφείλει να ασκείται από όλους και όλοι να έχουν μερίδιο ευθύνης στα τεκταινόμενα. Η λήξη του Πελοποννησιακού Πολέμου ήταν η αρχή του τέλους της έννοιας «πολίτης» και η επαναφορά της ανάθεσης. Επίκαιροι οι προβληματισμοί από την μελέτη της περιόδου και σημαντικά τα συμπεράσματα που μπορεί κανείς να βγάλει.

***

         Ας επιστρέψουμε όμως στο 421 π.Χ. και στην «Ειρήνη». Προϊόν και αυτή η κωμωδία των προβληματισμών του ποιητή για την κατάσταση της πόλης του, εμπεριέχει μια επιθετική παρώδηση του (χαμένου) «Βελλερεφόντη» του δημοκρατικού Ευριπίδη –που όμως, από ένα άλλο πολιτικό δρόμο συναντά τον κωμικό ποιητή μας και ζητά κι αυτός στο έργο του να πάψει η σφαγή.

Αποτέλεσμα εικόνας για ειρήνη αριστοφάνης εθνικό πανούσης

          Ο αμπελοκαλλιεργητής Τρυγαίος έχει επιφορτίσει δυο δούλους να ταΐζουν ένα κοπροκάνθαρο, για να τον ιππεύσει και ανέβει στους θεούς να ζητήσει ειρήνη.  Όμως οι θεοί έχουν αποτραβηχτεί αφήνοντας τους ανθρώπους μόνους με την τρέλα του πολέμου. Η Ειρήνη είναι φυλακισμένη και ο Πόλεμος θριαμβεύει. Ο Τρυγαίος υποχρεώνει τον φοβιτσιάρη Ερμή να τον βοηθήσει να απελευθερώσει την Ειρήνη και να την φέρει στην Αθήνα, μαζί με την Οπώρα –τη θεά της καρποφορίας και της γονιμότητας-και την Θεωρία – θεά του πανηγυριού και της γιορτής, για να λήξει η κωμωδία, ύστερα από μια σειρά λεκτικών αντιπαραθέσεων μεταξύ ειρηνόφιλων και πολεμοκάπηλων, με το γάμο του Τρυγαίου και της Οπώρας.

Αναγνώσεις του Αριστοφάνη

          Η κωμωδία αυτή είναι πολύ πλούσια σε πολιτικά, αλλά και ανθρωπολογικά  στοιχεία, μια έξυπνη  χρήση των οποίων θα έδινε ενδιαφέρουσες αναγνώσεις, εμπνεύσεις και λύσεις τόσο της  μεταφραστές (μιλάμε για μεταφράσεις-διασκευές προοριζόμενες να παρασταθούν, όχι της φιλολογικές που  οφείλουν να είναι πιστές στο κείμενο) όσο φυσικά και της σκηνοθέτες. Δυο μονάχα επισημάνσεις: ο Αριστοφάνης είναι συντηρητικών πολιτικών αντιλήψεων, έτσι την πρωτοβουλία για  την ειρήνη  αναλαμβάνει της αγρότης, που εκπροσωπεί της φορείς των παραδοσιακών αξιών αλλά και τον κόσμο εκείνο που έχει ιδιαίτερα πληγεί από της μάχες με καταστροφή των καλλιεργήσιμων γαιών. Το στοιχείο αυτό ενυπάρχει και της παλιότερους «Αχαρνής» (425 π.Χ.), μόνο που εδώ ο Αριστοφάνης προτιμά όχι μια ιδιωτική ειρήνη της αγανάκτησης, αλλά μια πολιτική πρωτοβουλία από τα συντηρητικά πολιτικά στρώματα  ώστε η ειρήνη να απλωθεί σ’ ολόκληρη την πόλη. Παρά την συντηρητική βάση της σκέψης του, έχουμε μια άκρως ενδιαφέρουσα ιδέα που μπορεί να αξιοποιηθεί κατάλληλα για να αναδειχθούν αιτήματα των καιρών της: την ανάγκη πολιτικής πρωτοβουλίας και δράσης των πολιτών , όταν βρισκόμαστε μπροστά σε πολιτικά και οικονομικά αδιέξοδα.

Ένα άλλο στοιχείο σχετίζεται με την λατρεία των θεών: οι Αθηναίοι είχαν μια θρησκεία που, στην επίσημη διάστασή της, ήταν πολιτική και ορθολογική(βλ. Parker, H θρησκεία στην Αρχαία Αθήνα)-μολονότι δεν έλειπαν άλλα στοιχεία, ανορθολογικά, κυρίως στη λαϊκή λατρεία. Της και να ‘χει, υπήρχε ο φόβος των θεών, που η οργή της θα μπορούσε να βλάψει την πόλη ως σύνολο. Η στάση των θεών στην αριστοφανική «Ειρήνη», δείχνει θυμό  για της ανοησίες και την βαρβαρότητα των ανθρώπων. Ο χειρισμός του θέματος από τον ποιητή φανερώνει πικρία για την σιωπή της, παρόλο που του δίνει την ευκαιρία για την απίστευτη κωμική σκηνή του Πολέμου. Της, χωρίς να είναι πρόθεση του Αριστοφάνη φυσικά, της σύγχρονος σκηνοθέτης μπορεί εδώ να δει την ανάγκη ρήξης των δεσμών με μια λογική που εξαρτά τον άνθρωπο και την επίλυση των προβλημάτων του  από θείες δυνάμεις. Να θέσει δηλαδή και από αυτή την πλευρά το θέμα της ανάληψης ευθύνης από την πλευρά των πολιτών, να μιλήσει για την δύσκολη  ευθύνη της ελευθερίας.

Τέλος, δεν είναι μικρότερης σημασίας το ανθρωπολογικό, με σημαντικές πολιτικές υποδηλώσεις, στοιχείο της σημασίας της γιορτής (Θεωρία), ενώ οι σκηνικές δυσκολίες που παρουσιάζει η παράσταση (ο κοπροκάνθαρος, η διαδρομή από τον ουρανό στη γη κ.α.) είναι εξόχως ενδιαφέρουσες για τον σκηνοθέτη και προκλητικές για τον σκηνογράφο.

Αποτέλεσμα εικόνας για ειρήνη αριστοφάνης εθνικό πανούσης

Το πρόβλημα της κωμωδίας

         Η πιο συνηθισμένη προσέγγιση του Αριστοφάνη στη χώρα μας τις τελευταίες τέσσερις τουλάχιστον δεκαετίες, ήταν μια πρόχειρη, αισθητικής Δελφιναρίου, κακόγουστη μεταφορά των υποθέσεων στα κάθε φορά καθ’ ημάς, συνήθως ανεπιτυχής και επίσης συνήθως στηριγμένη στην ευκολία, την βωμολοχία και κάποια λαμπερά ονόματα. Η δήθεν πολιτική ανάγνωση του Αριστοφάνη κατέφευγε στις χείριστες ευκολίες που συχνά πρόσβαλλαν ακόμα και τον πιο καλοπροαίρετο θεατή και διαστρέβλωναν το έργο του ποιητή στις συνειδήσεις των θεατών –που δεν γνωρίζουν όπως και όσο πρέπει ούτε τον ποιητή ούτε την περίοδο που εξέφρασε. Οι παραστάσεις του Κουν έμειναν αξεπέραστες και ελάχιστες φορές κάποιοι σκηνοθέτες έδειξαν στο κοινό κάτι αξιόλογο, μια πρόταση, έστω και ασαφή,  προσέγγισαν τον Αριστοφάνη με γνώση και θάρρος.

Η παράσταση του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη είχε την εντιμότητα να δηλώσει ευθύς εξαρχής πως πρόκειται για διασκευή του αριστοφανικού έργου, μια διασκευή που ανέλαβε ένας πολύ νέος αλλά ιδιαιτέρως ταλαντούχος συγγραφέας, ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, καλός γνώστης της ελληνικής γλώσσας αλλά και της παράδοσης.  Και πράγματι έδωσε ένα κείμενο (ας αφήσουμε κατά μέρος τους χαρακτηρισμούς «όπερα» και «λιμπρέτο», σηκώνουν μεγάλη συζήτηση) που παρουσίασε σε γενικές γραμμές την ιστορία της «Ειρήνης», προσπαθώντας δύο σημαντικά πράγματα: να ξεφύγει από την βωμολοχική ευκολία και να ψάξει έξυπνα λογοπαίγνια που να θυμίζουν όχι εκείνα του ποιητή μας (μάστορης σε τέτοια γλωσσικά παίγνια) αλλά την τεχνική του και, δεύτερον, να αφήσει λυρικές νότες που υπενθύμιζαν πως ο συγγραφέας στον οποίο αναφερόμαστε ήταν, πριν απ’ όλα,  σπουδαίος ποιητής. Δεν εξέπληξε όμως  το κείμενο, δεν έκανε την διαφορά, παρόλο που ήταν καλογραμμένο και ευφάνταστο, ευχάριστο.

 

Αναποφάσιστη προσέγγιση

         Ο σκηνοθέτης, Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης, στάθηκε αναποφάσιστος απέναντι στο υλικό του. Σε όλη την διάρκεια της παράστασης υπήρχε μια διάχυτη αίσθηση ότι δοκίμαζε είδη και τρόπους αλλά δεν είχε αποφασίσει τους τελικούς συνδυασμούς. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο θεατής γρήγορα «μπούχτιζε» από τον καταιγισμό ευρημάτων, που όμως δεν εξηγούνταν η παρουσία τους, δεν έπειθαν πως είχαν ρόλο και αιτία άλλα από το να γεμίσουν το κενό μιας απορίας. Αν έκοβε κανείς την παράσταση σε ολιγόλεπτα «μέρη», θα έβρισκε πολλά γοητευτικά σημεία, σα σύνολο όμως ο θεατής ένιωθε  μια κούραση και μια αμηχανία.

Αποτέλεσμα εικόνας για ειρήνη αριστοφάνης εθνικό πανούσης

          Τα σκηνοθετικά «μαλάματα», για να θυμηθούμε τον άγιο λόγο του Σεφέρη, που όλο και συχνότερα στο θέατρο έχουμε αιτίες  να ανακαλούμε, ακολούθησε και η μουσική του Νίκου Κυπουργού, μουσικού με γνώση και ευαισθησία. Συνεχείς εναλλαγές ειδών, παραλλαγές γνωστών τραγουδιών από κάθε είδος που μπορεί να φανταστεί κανείς, μια προσπάθεια να συνδεθούν μουσικές παραδόσεις, σαν να επρόκειτο για μια επιτομή της μουσικής ιστορίας του τόπου (πράγμα που φάνηκε ιδιαίτερα στην ομολογουμένως συγκινητική και τρυφερή σκηνή που αντικατέστησε τις δύο παραβάσεις: την αναφορά σε μερικούς δημιουργούς από εκείνους που άφησαν ανεξίτηλη σφραγίδα στην σύγχρονη ελληνική μουσική: τον Αττίκ, τον Χατζηδάκι, τον Βαμβακάρη, τον Τσιτσάνη…). Ερμηνευμένη έξοχα από την Καμεράτα, ωστόσο από μια στιγμή και μετά μια τέτοια ποικιλία ήχων δεν άφηνε τον θεατή να προσέξει ούτε το κείμενο ούτε την μουσική του επένδυση. Η Σεσίλ Μικρούτσικου έκανε φιλότιμη προσπάθεια να κινήσει τόσο τον Χορό όσο και γενικά τους υποκριτές με χάρη και πέτυχε να δώσει ενότητα συνόλου και αρμονίας. Πρωτότυπη και εντυπωσιακή η εικονική σκηνογραφία -ήταν η πρόταση της παράστασης- που επιμελήθηκε ο Στάθης Μήτσιος, ανακαλώντας την Eurovision, τις μεγάλες πίστες των νυχτερινών κέντρων, τα ντοκιμαντέρ του Ευγενίδειου Ιδρύματος και άλλα πολλά. Χρώματα, σχήματα, συνέχειες είχαν φαντασία και χιούμορ και συνομιλούσαν προκλητικά με τον αρχαίο περίγυρο.

Η Εύη Μανωλοπούλου προτίμησε το λευκό χρώμα και η επιλογή της ήταν επιτυχής, όπως επιτυχής ήταν και οι νοσταλγικές αναφορές σε κοστούμια παλιότερων παραστάσεων. Τα κοστούμια ήταν ομολογουμένως εντυπωσιακά, φλερτάριζαν με την κωμικότητα αλλά είχαν το αέρινο στοιχείο που ταίριαζε στο λυρισμό της παράστασης.

Αντιθέτως δεν ήταν επιτυχής η επιλογή του Τζίμη Πανούση στο ρόλο του Τρυγαίου. Ο Πανούσης προέρχεται από το είδος της stand up  comedy και το υπηρετεί καλά, ανεξαρτήτως αν σε κάποιους αρέσει ή όχι.  Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να μεταπηδήσει εύκολα σε ένα είδος απαιτητικό, όπως είναι το αριστοφανικό θέατρο, που έχει ανάγκη από  λεπτές ισορροπίες και  καλοδουλεμένους υποκριτικούς τρόπους -αλλιώς έχουμε τα αποτελέσματα που περιγράψαμε παραπάνω, όταν τηλεοπτικές περσόνες μεταφέρουν τον τηλεοπτικό εαυτό τους στην Επίδαυρο θεωρώντας ότι οι ακκισμοί και οι κακοφωνίες προκαλούν γέλιο. Δεν ήταν έτοιμος να γίνει Τρυγαίος. Προσπάθησε φιλότιμα μέσα από την παράδοση που υπηρετεί να βρει τρόπους και να σταθεί στα αρχαία θέατρα, να αποδώσει τον αριστοφανικό ήρωα, που με τον τρόπο του δημιουργεί μια ουτοπία, αλλά δεν τα κατάφερε. Άτονος, αμήχανος και διόλου πειστικός, με αυτοσυγκράτηση πάντως που του την προσγράφουμε θετικά.

Ο Ερμής διδάχτηκε μακριά από τους συνηθισμένους τρόπους παρουσίασής του, στιβαρός και δυναμικός,  και υπηρετήθηκε καλά από τον Τάση Χριστογιαννόπουλο. Με κωμική προσήλωση ερμήνευσαν τον Δούλο, την Τροφό και τον Ιεροκλή οι Νίκος Καρδώνης, Ευαγγελία Καρακατσάνη και ο Γιάννης Κλίνης αντίστοιχα.  Παράσταση συνόλου πάντως, υπηρετήθηκε με αξιοπρέπεια και αρμονία από το σύνολο των συμμετεχόντων.

Εποχή, 10.9.2017

Advertisements

Oι οικείες ιστορίες ως βάση της συνεννόησής μας

Σχολιάστε

Ο σκηνοθέτης Κώστας Παπακωνσταντίνου μιλά για την τάση του θεάτρου να χρησιμοποιεί λογοτεχνικά κείμενα

 

 

Τις τελευταίες δυο τουλάχιστον δεκαετίες αυξάνει συνεχώς η τάση της χρήσης λογοτεχνικών κειμένων στο θέατρο, στη χώρα μας αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στο ελληνικό θέατρο διαπιστώνεται μια κατά κόρον καταφυγή σε λογοτεχνικά κείμενα, την ίδια στιγμή που, ομολογουμένως, υπάρχει μια ύφεση στην παραγωγή θεατρικών κειμένων αλλά και μια ύφεση στην ποιότητα του δραματικού λόγου, με λαμπρές πάντως εξαιρέσεις. Στο φετινό Φεστιβάλ Αθήνας, για παράδειγμα, σχεδόν όλες οι θεατρικές παραστάσεις στηρίζονται σε λογοτεχνικά κείμενα, μερικά εκ των οποίων αποτελούν έκπληξη ακόμα και για τους πιο μυημένους θεατές. Στις 27 Ιουνίου η «Ελληνική Ένωση  Κριτικών Θεάτρου και  Παραστατικών Τεχνών» διοργάνωσε ημερίδα στο πλαίσιο του Φεστιβάλ με θέμα ακριβώς το φαινόμενο της διασκευής λογοτεχνικών κειμένων στη σύγχρονη σκηνή, στην οποία έλαβαν μέρος θεατρολόγοι και σκηνοθέτες, οι οποίοι παρουσίασαν πολλές και ενδιαφέρουσες πτυχές του θέματος. Ανάμεσά τους, ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Κώστας Παπακωνσταντίνου, που είχε κάνει μια εντυπωσιακή και πολύ πρωτότυπη πρόταση με τους «Χαλασοχώρηδες» του Παπαδιαμάντη πριν από λίγα χρόνια και ο οποίος συνέχισε τη δουλειά του με Εφταλιώτη και Μητσάκη. Η ΕΠΟΧΗ του ζήτησε να μιλήσει για την τάση αυτή και να παρουσιάσει την δουλειά του.

 

Αποτέλεσμα εικόνας για Κώστας Παπακωνσταντίνου σκηνοθέτης

 

 Κύριε Παπακωνσταντίνου, εδώ και καιρό εξελίσσεται μια  συζήτηση σχετικά με τη χρήση της λογοτεχνίας ως υλικού θεατρικών παραστάσεων –μέρος της οποίας ήταν και η συζήτηση που διοργάνωσαν στο Φεστιβάλ Αθηνών η Ένωση  Κριτικών Θεάτρου και  Παραστατικών Τεχνών. Είστε από τους καλλιτέχνες που έχουν ασχοληθεί –και επιτυχώς – με την παράσταση λογοτεχνικών κειμένων. Τι είναι εκείνο που κάνει ένα σκηνοθέτη, μια ομάδα να προτιμήσει να δουλέψει με λογοτεχνικά κείμενα;

 

 Καταρχάς, να πω ένα μεγάλο μπράβο στην  Ένωση  Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών για την πρωτοβουλία τους να οργανώσουν εκδήλωση με θέμα τη «Λογοτεχνία στο θέατρο». Θεωρώ ότι το συγκεκριμένο θέμα αξίζει και πρέπει κάποια στιγμή να αποτελέσει αντικείμενο ενός συνεδρίου, όπου θα συμμετέχουν  όχι μόνον θεωρητικοί και πρακτικοί άνθρωποι του θεάτρου αλλά και φιλόλογοι. Στην ερώτησή σας τώρα, η τάση των τελευταίων χρόνων να ανεβαίνουν  μη θεατρικά κείμενα, εκτός από το ότι  άνοιξε μια τεράστια δεξαμενή επιλογής έργων, δημιούργησε και έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα θεατρικό διάλογο για το πώς μπορούν να παρουσιαστούν αυτά τα κείμενα, αφού δεν υπάρχει μια ισχυρή παράδοση από το παρελθόν που να μας δείχνει τον δρόμο.

Σε ό,τι αφορά την ελληνική σκηνή, έπαιξε κάποιο ρόλο η κρίση σε τέτοιες αναζητήσεις;

Με το ξέσπασμα της κρίσης στην Ελλάδα, επικράτησε μεγάλη σύγχυση στην κοινωνία. Πολλές βεβαιότητες κατέρρευσαν και τα κενά της συλλογικής μας ταυτότητας αποκαλύφθηκαν. Προσωπικά, άρχισα να ψάχνω παλιά διηγήματα που θα μπορούσαν να ανέβουν στο θέατρο, με τη σκέψη ότι  οι παλιές, καλές, κοινές μας ιστορίες λειτουργούν σαν τα παραμύθια του παππού και της γιαγιάς. Είναι το πρώτο υλικό για να καταλάβεις τον κόσμο και τον εαυτό σου μέσα σ’ αυτόν. Αναζητούσα λοιπόν, οικείες μας ιστορίες που θα μπορούσαν να είναι η βάση της συνεννόησής μας. Τι μας συνδέει ως κοινωνία; Ποιοι είμαστε και πού θέλουμε να πάμε; Από πού ερχόμαστε; Δικές μας ιστορίες που θα μας βοηθήσουν να συγχρονιστούμε, ώστε να μπορέσουμε μετά να διαφωνήσουμε, ακόμα και να συγκρουστούμε, αλλά συνειδητά και με στόχο.

Έχει ειπωθεί, από  ειδικούς και μερίδα του κοινού, ότι η τάση αυτή μπορεί να λειτουργεί ως ανέξοδη πρωτοπορία, μια δικαιολογία για να μην αναμετρηθεί ένας καλλιτέχνης με τις δυσκολίες έργων που έχουν γραφεί απευθείας πάνω στις συμβάσεις της δραματουργίας και απαιτούν ερμηνευτικές και υποκριτικές ικανότητες οξυμμένες και μεγάλη θεατρική καλλιέργεια. Τι θα απαντούσατε;

Το Θέατρο είναι δύσκολο γενικά. Υπάρχουν περισσότερο ή λιγότερο δύσκολα κείμενα, είτε είναι θεατρικά είτε όχι. Δυστυχώς, υπάρχουν πολλές εύκολες παραστάσεις, ανεξάρτητα με το αν τα κείμενά τους είναι θεατρικά ή όχι. Αν ασχολείσαι σοβαρά, τα κείμενα έχουν απαιτήσεις…

Ποια κείμενα σας απασχόλησαν;

Έχω σκηνοθετήσει 3 διηγήματα στο θέατρο, τους «Χαλασοχώρηδες» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, τη «Μαζώχτρα» του Αργύρη Εφταλιώτη και τον «Αυτόχειρα» του Μιχαήλ Μητσάκη –το τελευταίο μάλιστα δύο φορές, μία στη Πάτρα σε παραγωγή του θεάτρου Act και μία στην Αθήνα σε δική μου παραγωγή. Το αναφέρω γιατί το 2016 συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τον θάνατο του  πολύ σημαντικού πεζογράφου Μιχαήλ Μητσάκη και δεν έγινε το παραμικρό στην Ελλάδα για την επέτειο αυτή.

Αποτέλεσμα εικόνας για Κώστας Παπακωνσταντίνου σκηνοθέτης Μητσάκης

Από τον «Αυτόχειρα» του Μητσάκη

Πρόκειται για έργα των αρχών του 20ου αιώνα…

Ναι, και τα  τρία λογοτεχνικά έργα που ανεβάσαμε μέχρι τώρα με την ομάδα μας είναι διηγήματα γραμμένα γύρω στο 1900.

Υπάρχει κάποιος λόγος για την επιμονή στην περίοδο;

Ναι, από τη μια,  η χρονική απόσταση του τότε με το τώρα δεν είναι ούτε πολύ μεγάλη ώστε να χάνεται η σύνδεση των δύο εποχών ούτε πολύ μικρή  ώστε να συγχέονται μεταξύ τους. Από την άλλη, δεν έχουν δικαιώματα, και, όπως καταλαβαίνετε, οι ανεξάρτητες παραγωγές δεν  έχουν οικονομικές δυνατότητες.

Όλα αυτά τα κείμενα έχουν γλωσσικές ιδιαιτερότητες. Ήταν κίνητρο αυτό για την επιλογή τους;

Η καθαρεύουσα, ως γλώσσα κατασκευασμένη, δεν αφήνει τον θεατή να ταυτιστεί  συναισθηματικά  με τους ρόλους, αλλά να εστιάζει στην ιστορία, ένα είδος δηλαδή αποστασιοποίησης, χωρίς να χρειάζεται γι’ αυτό μια ξεχωριστή σκηνοθετική ή υποκριτική φόρμα. Την ίδια λειτουργία είχε και η μαλλιαρή δημοτική του Εφταλιώτη.  Για εμάς, που ήταν ζητούμενο οι παραστάσεις μας να έχουν πολιτικό χαρακτήρα, και να μας επιτρέπουν να σκεφτούμε και να μιλήσουμε πολιτικά, η λειτουργία αυτή της γλώσσας ήταν ένα ανεκτίμητο εργαλείο

Πόσο προκλητική είναι η διασκευή και πάνω σε ποιες αρχές δουλεύετε;

Η μόνη διασκευή που κάναμε στα κείμενα είναι ότι τα  παρουσιάσαμε στο θέατρο ενώ γράφτηκαν για να διαβαστούν. Κατά τα άλλα τα κείμενα τα κρατήσαμε ατόφια. Τον  «Αυτόχειρα» του Μητσάκη, που είναι γραμμένος σε πρώτο πρόσωπο,  τον παρουσιάσαμε  ως μονόλογο.  Σ’αυτήν την περίπτωση, δηλαδή της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, τα πράγματα ήταν απλούστερα, επειδή ο αφηγητής παίρνει μέρος στην ιστορία. Στην τριτοπρόσωπη αφήγηση όμως, όπου αφηγητής είναι ο συγγραφέας ο οποίος  δεν μετέχει στην ιστορία, χρειάζεται να σκεφτεί κανείς λύσεις. Οι πιο διαδεδομένες πρακτικές είναι είτε η διασκευή του κειμένου είτε η χρήση αφηγητή. Στην πρώτη, το κείμενο αλλοιώνεται, χάνει την αξία του. Στην καλύτερη περίπτωση έχεις ένα καινούριο καλό θεατρικό έργο που απλώς είχε ως αφετηρία ένα λογοτεχνικό κείμενο, αλλιώς έχεις ένα στεγνό κείμενο με δραματουργικά κενά τα οποία τα συμπληρώνει ο θεατής  ξέροντας την ιστορία από το βιβλίο. Η δεύτερη λύση πάλι είναι αντιθεατρική. Το θέατρο είναι κυρίως διάλογος, διαφωνία, σύγκρουση. Αν χρησιμοποιείς  αφηγητή, είτε αυτός είναι ανεξάρτητος ρόλος, είτε είναι κάποιος ρόλος της ιστορίας ο οποίος αφηγείται, είτε χρησιμοποιείς ομαδική αφήγηση από όλους τους ρόλους, μπορεί το αποτέλεσμα να είναι καλό αλλά σίγουρα η παράσταση χάνει σε θεατρικότητα.

Εσείς όμως κάνατε μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση στους «Χαλασοχώρηδες» μακράν των επιλογών που περιγράψατε μόλις…

Στους «Χαλασοχώρηδες», επινοήσαμε κάτι με την ομάδα μας, το οποίο θεωρώ ότι αποτελεί πρόταση πάνω στην δραματοποίηση της λογοτεχνίας. Χωρίς να το πειράξουμε καθόλου, μοιράσαμε το κείμενο στους ρόλους που ήδη υπήρχαν στην ιστορία σαν να ήταν ατάκες θεατρικού έργου. Κρατώντας αυτούσιο το κείμενο, παίζουμε την αφήγηση του διηγήματος ως διάλογο. Ουσιαστικά δημιουργήσαμε μία καινούρια διάλεκτο όπου οι ρόλοι  μιλούν σε τρίτο πρόσωπο. Όταν το δοκιμάσαμε στις πρόβες, λειτούργησε αμέσως. Το κείμενο στάθηκε πολύ φιλικό απέναντί μας. Μετατρέποντας την τριτοπρόσωπη αφήγηση σε ατάκες καταργείται ο πλάγιος λόγος του συγγραφέα και  γίνεται ευθύς λόγος, θεατρικός. Έχουμε λοιπόν διάλογο, δηλαδή θέατρο χωρίς να διασκευάσουμε το κείμενο. Στη  «Μαζώχτρα» του Αργύρη Εφταλιώτη συνεχίσαμε και εξελίξαμε την τεχνική μας.

ΕΠΟΧΗ, 23.7 2017

« Η θεατρική αγωγή άλλαξε το σχολείο»

Σχολιάστε

Με αφορμή μια παράσταση Αριστοφάνη με προσφυγόπουλα μιλάμε

με τη Μαρία Σκούπα για την αναγκαιότητα της θεατρικής αγωγής και τον ρόλο

των θεατρολόγων

 

Πριν από μερικά χρόνια η ηθοποιός και θεατροπαιδαγωγός Μαρία Σκούπα είχε παρουσιάσει στο θέατρο Βαφείο μια ωραία παράσταση Αριστοφάνη για παιδιά αλλά και για το ενήλικο κοινό, μια σύνθεση πάνω στους Αχαρνής  και τους Όρνιθες  (ΕΠΟΧΗ, 17.12.2012). Φέτος, πιο πολύ με την ιδιότητα της θεατροπαιδαγωγού, επέστρεψε στον Αριστοφάνη εκ νέου.  Αυτή τη φορά πάνω στη σκηνή δεν ήταν επαγγελματίες ηθοποιοί, ήταν παιδιά από τα τρία δημοτικά σχολεία στα οποία δούλεψε (10 Δάφνης, 64ο και 51ο Αθήνας). Τρεις πολύ όμορφες δουλειές από αυτές που βλέπουμε να πληθαίνουν στα σχολειά μας, δίνοντας ένα διαφορετικό νόημα στην παιδεία, δείχνοντας πόσο σημαντική είναι η καλλιτεχνική δημιουργία για την ψυχή και την φαντασία των παιδιών και των εφήβων, τι σπουδαίους δρόμους για άλλες, γονιμότερες προσεγγίσεις της γνώσης μπορούμε να βρούμε.

Από τις τρεις αυτές παραστάσεις, θα σταθούμε σε μία, λόγω μιας ιδιαιτερότητας: πάνω στη σκηνή ανέβηκαν 160 προσφυγάκια και μεταναστάκια του 51ου Δημοτικού Σχολείου Αθήνας που με τα στραμπουλιγμένα ελληνικά τους έφεραν τον κόσμο του Αριστοφάνη κοντά μας. Έδειξαν επίσης το ρόλο του θεάτρου στον πληθυντικό κόσμο μας,  στην ομαλή κοινωνική και γλωσσική ένταξη, την ανάγκη της τέχνης στην εκπαίδευση και –ας μου επιτραπεί, τιμώ όλες τις τέχνες και όλες τις θεωρώ απαραίτητες για την ανάπτυξη νου και ψυχής- ιδιαιτέρως του θεάτρου. Και νιώθω μεγάλο θυμό με την υποβάθμιση των καλλιτεχνικών μαθημάτων στο ελληνικό σχολείο. Εξακολουθούν να θεωρούνται πάρεργο, χαμένος χρόνος, συμπλήρωση ωραρίου –παρόλο που καμαρώνουμε τα αποτελέσματα των ωραίων εργαστηρίων που διευθύνονται από ειδικούς στην καλλιτεχνική αγωγή, με γνώση του αντικειμένου αλλά και γνώση του τρόπου που θα φέρουν τα παιδιά στην τέχνη. Αντί, λοιπόν, το Υπουργείο -όπως ήταν υπεσχημένο στο πρόγραμμα του κυβερνώντος κόμματος-να απλώσει τέτοιες ώρες δημιουργίας και ανάτασης και στα Λύκεια, τις απαλείφει από το πρόγραμμα της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και απομακρύνει τους ειδικούς για την πραγματοποίησή τους (που, ειρήσθω εν παρόδω, δεν αποτελούν δημοσιονομική επιβάρυνση γιατί πληρώνονται από ΕΣΠΑ).  Δεν μπορεί να είναι αυτό του σχολείο του 21ου αιώνα στην Ελλάδα, όποιες κι αν είναι οι μνημονιακές μας υποχρεώσεις.

Αποτέλεσμα εικόνας για μαρία σκούπα

Η Μαρία Σκούπα

Κυρία Σκούπα, ασχολείστε χρόνια με το θέατρο για παιδιά και με το θέατρο με παιδιά, αλλά αυτή η παράσταση είχε μια ιδιαιτερότητα. 160 προσφυγόπουλα και μεταναστόπουλα να παίζουν Αριστοφάνη ήταν πρωτόγνωρο και εξαιρετικά συγκινητικό. Πώς μαζεύτηκαν όλ’αυτά τα παιδιά;

Μαρία Σκούπα: Είναι όλα μαθητές του 51ου Δημοτικού Σχολείου στην Πλατεία Βάθης. Παιδιά από 27 εθνικότητες, το φαντάζεστε; Καθένα με την ιστορία του και με τα βάσανά του… Δεν είναι παιδιά δεύτερης γενιάς, γι’ αυτό και δεν μιλούν καλά ελληνικά. Είναι προσφυγόπουλα που ήρθαν τους τελευταίους μήνες στη Ελλάδα από τη Συρία και αλλού και μένουν σε ξενώνες, σε άσυλα  ή σε σπίτια που τους παρέχουν ΜΚΟ, άλλα έχουν οικογένειες, άλλα ζουν μόνο με τον ένα γονιό γιατί ο άλλος βρίσκεται στο εξωτερικό, άλλα είναι ορφανά και τα φροντίζει κάποιο πρόσωπο συγγενικό ή είναι αυτό που ονομάζουμε «ασυνόδευτα». Δίπλα τους μεταναστόπουλα που ζουν σε  συνθήκες ακραίας φτώχιας ή σε δύσκολα οικογενειακά περιβάλλοντα. Σ’αυτό το σχολείο υπάρχει ένας φωτισμένος διευθυντής, ο Δημήτρης Κρητικός, με ωραίες σπουδές αλλά κυρίως με το γνοιάξιμο του πραγματικού δάσκαλου. Να σκεφτείτε πως βγαίνει εφημερία στα διαλείμματα, παίρνει παιδιά στο γραφείο του και τους κάνει μάθημα, είναι δίπλα στο κάθε παιδί. Το κλίμα είναι πολύ υποστηρικτικό για διδάσκοντες και μαθητές και ανοιχτό σε κάθε είδους δραστηριότητες που θα βοηθήσουν τα παιδιά, Ελληνάκια και ξένα, να αναπτυχθούν διανοητικά και ψυχικά.

Δεν φοβηθήκατε πως θα ήταν δύσκολος ο Αριστοφάνης;

Μ.Σ. Όχι…  Δεν είναι η πρώτη φορά που κάνω Αριστοφάνη με παιδιά και κάθε φορά βλέπω με τι φαντασία και ευρηματικότητα τον αντιμετωπίζουν.  Ακούω πολλές φορές τα παράπονα για το γλωσσικό επίπεδο των παιδιών κι όμως η γλωσσική ανάπτυξη έχει να κάνει και με τον τρόπο που προσεγγίζεις την γλώσσα. Έχω ανεβάσει «Οδύσσεια» με παιδιά των πρώτων τάξεων του δημοτικού στην οποία έχω εντάξει στίχους από το πρωτότυπο που τους δουλέψαμε και τα παιδιά έμαθαν να  τους καταλαβαίνουν, «Ερωτόκριτο» στο πρωτότυπο, δραματοποιήσαμε Παπαδιαμάντη, «Το μοιρολόι της φώκιας»… Δεν σας λέω ότι υα παιδιά αυτά μπορούσαν πια να κατανοούν την αρχαία γλώσσα ή την καθαρεύουσα αλλά σκεφτείτε ότι όταν την ξαναδούν δεν θα την πλησιάσουν με φόβο ή με εξαρχής απόρριψη, χώρια που έμαθαν να ψάχνουν τη γλώσσα… Για να ολοκληρώσω, όμως, ήταν μια φοβερή εμπειρία για όλους μας. Η παράσταση λέγεται «Αριστοφάνης Junior»και ήταν σύνθεση από τους «Όρνιθες», τον «Πλούτο» και τους «Αχαρνής» σε διασκευή δική μου και μουσική του Νίκου Χατζηελευθερίου. Δουλέψαμε, αρχικά, με θεατρικές ασκήσεις που δεν στηρίζονται στο λόγο, μέχρι να αποκτήσουν τα παιδιά αυτοπεποίθηση, να νιώσουν ότι μπορούν. Καλλιεργήθηκε ένα κλίμα εμπιστοσύνης και αγάπης που βοήθησε να μάθουν τα λόγια και να ανεβούν στη σκηνή. Βελτιώθηκαν δε σε όλα τα μαθήματα.

Βέβαια, πρέπει να σας πω, ότι την παράσταση την ανέβασα και στα τρία σχολεία που δούλεψα φέτος με τα ίδια αποτελέσματα και οφείλω να ευχαριστήσω τους συναδέλφους δασκάλους και τους διευθυντές τους για την συμπαράστασή τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για μαρία σκούπα εφημερίδα των συντακτών

(η φωτογραφία από την Εφημερίδα των Συντακτών)

Έχουμε δει τα τελευταία χρόνια πολύ ωραίες δουλειές στην υποχρεωτική εκπαίδευση απότοκες της θεατρικής αγωγής, δεν θα πω του μαθήματος της θεατρικής αγωγής, γιατί πρόκειται για κάτι τελείως διαφορετικό, χρήσιμο, απαραίτητο και δημιουργικό…

Μ.Σ.: Αχ, γιατί βάζετε τώρα το μαχαίρι στην πληγή… Είμαι δασκάλα θεατρικής αγωγής. Φέτος δούλεψα σε τρία σχολεία: 1ο Δαφνης, 64ο Αθήνας στον Βοτανικό και 51ο Αθήνας στη Βάθης.  Όλο αυτό,  για το οποίο μιλήσαμε και πολλές άλλες δραστηριότητες σε άλλα σχολεία εδώ και χρόνια για τις οποίες ο κόσμο μιλά με θαυμασμό και τα αποτελέσματα στα παιδιά είναι  άμεσα ορατά στο οικογενειακό τους περιβάλλον,  έγινε στα πλαίσια της θεατρικής αγωγής.

Είναι ένα μάθημα που υπάρχει σε όλα τα σχολεία της υποχρεωτικής εκπαίδευσης;

Μ.Σ.: Ξέρουμε όλοι πια την αλλαγή που έκανε ο Φίλης: κατάργηση  των σχολείων διευρυμένου ωραρίου και όλα τα σχολεία ενιαία. Αυτό είναι καλό γενικά, όμως έβγαλε από την Πέμπτη και την έκτη δημοτικού τη θεατρική αγωγή , την οποία άφησε στις άλλες τάξεις.  Δεν ξέρω με τι παιδαγωγικά ή δημοσιονομικά κριτήρια το έκανε. Θέλω να διευκρινίσω κάτι: ακούω συχνά από εκπαιδευτικούς, γονείς, πολιτικούς τη φράση «θεατρικό παιχνίδι» και εκνευρίζομαι. Δεν λέμε «μουσικό παιχνίδι», «εικαστικό παιχνίδι»… Το θέατρο είναι παιχνίδι από μόνο του. Ό, τι έχει να κάνει με μικρά παιδιά πρέπει να είναι μια διαδικασία ευχάριστη και διασκεδαστική. Πρόκειται για θέατρο, λοιπόν, τόσο απλά. Βέβαια, τρία σχολεία ταυτόχρονα, σου βγαίνει η ψυχή.

Είπατε όμως ότι στις δυο τελευταίες τάξεις του δημοτικού η δραστηριότητα αυτή κόπηκε φέτος…

Μ.Σ.  Ναι, και το θεωρώ απαράδεκτο που κόπηκε σε μια τόσο ευαίσθητη ηλικία όσο η προεφηβεία.  Επίσης υπάρχει άλλο ένα σοβαρό ζήτημα: με εγκύκλιο περί το Πάσχα πέρυσι δίνει το μάθημα στους δασκάλους για συμπλήρωση ωραρίου.

Ήταν στα πλαίσια αυτού που ο Φίλης ως υπουργός παιδείας είπε «να αποφύγουμε την γυμνασιοποίηση του δημοτικού» και μείωσε τις ειδικότητες;

Μ.Σ.: Οι ειδικότητες είναι στα δημοτικά εδώ και 20 περίπου χρόνια με λαμπρά αποτελέσματα συνήθως. Αν δούμε τα καλλιτεχνικά μαθήματα ως ζήτημα συμπλήρωσης ωραρίου, δημιουργείται μεγάλος κίνδυνος. Οι δάσκαλοι –και ξέρετε εγώ είμαι δασκαλοπαίδι και αγαπώ και τιμώ ιδιαίτερα τον δάσκαλο και τη δουλειά του- αλλά δεν έχουν την απαραίτητη εκπαίδευση. Σαφώς και θα υπάρξουν φωτισμένοι και δημιουργικοί δάσκαλοι, όμως θα υπάρξουν και πάρα πολλοί που θα χρησιμοποιούν ήδη την ώρα για να κάνουν αριθμητική και γλώσσα ή που βγάζουν τα παιδιά στην αυλή για ομαδικά παιχνίδια. Το χειρότερο είναι ότι κάνουν πράγματα –καλοπροαίρετα, δεν λέω-  που οδηγούν τα παιδιά να μισήσουν το θέατρο, π.χ. ορθοφωνία. Επίσης το θέατρο έχει μια δυσκολία, να βρεις τρόπο να εντάξεις όλα τα παιδιά, και αυτά που ντρέπονται και αυτά που δεν μιλάνε και τα άλλα που θέλουν να προβάλλονται και να τους διδάξεις συνεργασία και συνέπεια…

Αποτέλεσμα εικόνας για μαρία σκούπα εφημερίδα των συντακτών

(από την Εφημερίδα των Συντακτών)

Εσείς δουλεύετε με όλη την τάξη;

Μ.Σ. Οφείλω… πρέπει να βρίσκουμε τρόπους να εντάξουμε όλα τα παιδιά, αυτό είναι το διακύβευμα.  Για να επιστρέψω στο προηγούμενο θέμα, μην θεωρήσετε ότι κόπτομαι –κι εγώ και οι συνάδελφοί μου- απλώς για να μη χαθούν θέσεις θεατρολόγων. Με ενοχλεί ότι 20 χρόνια κανείς επίσημος φορέας δεν έλεγξε, δεν αξιολόγησε, για να χρησιμοποιήσω τον όρο που ακούμε συνέχεια, τη δουλειά που γίνεται στα σχολεία, τι κέρδισε το σχολείο από τη θεατρική αγωγή. Ξέρω πολύ καλά ότι η ΔΟΕ θα στηρίξει τους δασκάλους που πρέπει να συμπληρώσουν ωράριο, όμως να θυμηθούμε όλοι την άριστη συνεργασία που είχαμε τόσα χρόνια και πόσο άλλαξε το σχολείο και οι σχέσεις μέσα σ’ αυτό με την παρουσία της θεατρικής αγωγής. Δεν είμαστε πολυτέλεια μέσα στην κρίση. Να μην ξεχνάμε ότι τα παιδιά έχουν και συναισθηματική μνήμη.

ΕΠΟΧΗ, 2.7.2017

Ο Γύρος του Κόμπου: Σικελική Τραγωδία του Δημήτρη Δημητριάδη από τη Λευκή Σκηνή

Σχολιάστε

          Τρίτος Δημητριάδης για φέτος, αν δεν κάνω λάθος. Αυτή τη φορά το αδημοσίευτο «Ο γύρος του κόμπου: Σικελική τραγωδία» από την «Λευκή Σκηνή», δημιούργημα δυο πολύ νέων ανθρώπων –με ενδιαφέροντα ήδη δείγματα γραφής- τον σκηνοθέτη και ηθοποιό Γιώργο Δούλο και την θεατρολόγο Νίκη Σκριβάνου, που επιμελήθηκε με τον σκηνοθέτη την δραματουργική επεξεργασία.  Διά στόματος του σκηνοθέτη η ομάδα δηλώνει πως  σε ό,τι αφορά την ελληνική δραματουργία, θα ασχοληθεί αποκλειστικά με το έργο του Δημητριάδη και επιλέγει μάλιστα τούτο το άπαιχτο έργο του για αρχή.

Ο άρχοντας Λορέντζο Λαλίνι της Σικελίας καλεί τον αθηναίο φιλόσοφο Αρίσταρχο Ερμίδη για δεύτερη φορά στο νησί του ζητώντας του και πάλι βοήθεια. Την πρώτη φορά ο φιλόσοφος προσπάθησε μάταια να αποτρέψει μια αδελφοκτονία, μια αδελφοκτονία καλείται να αποτρέψει ξανά σε τούτο το δεύτερο ταξίδι του: με διαθήκη ο τυραννικός ηγεμόνας αφήνει όλη του την περιουσία στο νόθο γιο του, με τον οποίο τον δένει ερωτικό πάθος, πράξη που τον φέρνει αντιμέτωπο έως θανάτου με την υπόλοιπη οικογένειά του και οδηγεί τα μέλη της –καθένα σύμβολο μιας ανθρώπινης κατάστασης καθόλου άμοιρης της κοινωνικής του θέσης, όσο και αυτής στο οικογενειακό σύμπαν αλλά και φορέας εύπλαστων και σε διαρκή ροή αξιακών συστημάτων- να αποφασίσουν πάση θυσία τη δολοφονία του νέου.

Αποτέλεσμα εικόνας για ο γύρος του κόμπου δούλος

          Η αναφορά στον Πλάτωνα είναι προφανής. Από τον τίτλο ήδη –η Σικελία ήταν μια τραγική εμπειρία για τον Πλάτωνα, τρία ταξίδια στα οποία προσπάθησε να εφαρμόσει τη θεωρία του για τον φιλόσοφο βασιλιά που ξεδιπλώνει στην Πολιτεία, το ένα πιο αποτυχημένο από το άλλο, όπως μαθαίνουμε κυρίως από την (ψευδο)πλατωνική 7η Επιστολή.  Δούλος κινδύνευσε να πουληθεί σε ένα από αυτά. Αλλά και από το όνομα του φιλοσόφου: Αριστοκλής, το πραγματικό  όνομα του Πλάτωνα. Στο οικογενειακό Ερμίδης θα κρύψει ο συγγραφέας το συγκλονιστικό τέλος:  σαν τον ψυχοπομπό Ερμή, ο Αρίσταρχος θα οδηγήσει το παλάτι του Λαλίνι στο θάνατο. Ο κληθείς ως σωτήρας θα μεταβληθεί στο τέλος σε άγγελο θανάτου. Τα βασικά θέματα του Δημητριάδη ανοίγονται σαν βεντάλια: το φως και το σκοτάδι και όλα όσα συστοιχούνται πίσω από το καθένα τους, δίκαιο και άδικο, γενναίο και πρόστυχο, αλήθεια και ψέμα.

Τα ξεκάθαρα πρόσημα που φαντάζεται αρχικά ο φιλόσοφος σκοτεινιάζουν λίγο-λίγο και η αλήθεια κρύβεται κάτω από  τις ματωμένες γάζες ψέματος και μίσους. Ο φιλόσοφος πρέπει να βρει την αλήθεια μέσα από τις αθλιότητες, τις μικροπρέπειες και τις μηχανορραφίες, που την κρύβουν όλο και πιο βαθιά. Πού θα την αναζητήσει; Στον εκτός ορίων, απαιτητικό και καταβροχθιστικό έρωτα, την άβυσσο της σάρκας, στο οργασμικό σκάνδαλο που τυλίγει στο τέλος όλους και τους οδηγεί στο θάνατο, ένα θάνατο σκληρό, ματωμένο, ανθρωποφαγικό και καθόλου λυτρωτικό. Αυτός θα το προκαλέσει και αυτός θα είναι  θύτης και  θύμα. Ο φονιάς των άλλων και ο φονιάς του εαυτού του.

Είναι αυτό η λύση; Όχι, γιατί στη «Σικελική Τραγωδία» λύση δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο το χέρι που ξανά και ξανά επιχειρεί να λύσει τον κόμπο αλλά τελικά τον δένει, τον σφίγγει όλο και πιο πολύ.  Κανένα ερμηνευτικό σχήμα δεν μπορεί να εξηγήσει τον κόσμο και τον άνθρωπο, μοιάζει να λέει ο Δημητριάδης, πολύ περισσότερο άσαρκος ιδεαλισμός. Τα κοινωνικά σχήματα –και ειδικά η οικογένεια- περισσεύουν, αφήνουν αδικαίωτες τις ερμηνείες και εκπλήττουν. Αυτή η έκπληξη –η γυμνή ειρωνεία της αλήθειας- απογυμνώνει τον άνθρωπο από τα φτιασίδια της ιδεολογίας και τον υποχρεώνει να κοιτάξει τον τρομερό καθρέφτη της  αλήθειας  του σώματος –πάσχον και ορίζον, πεπερασμένο, αδύναμο και κραταιό (την είχε καταλάβει τόσο καλά την αγωνία της σάρκας, το μαρτύριο του ανέφικτου της απόλυτης ηδονής ο Μπατάιγ).

Αποτέλεσμα εικόνας για ο γύρος του κόμπου δούλος

Ο Γιώργος Δούλος  ως νέος άνθρωπος με καλές σπουδές στο θέατρο χρησιμοποίησε τις γνώσεις του από τα νεότερα ρεύματα του ευρωπαϊκού θεάτρου αλλά το τελικό όχημα που διάλεξε προσιδίαζε σε αυτό της αρχαίας τραγωδίας –η συνεκφορά του λόγου στα πιο δυνατά και επικίνδυνα σημεία του έργου οδηγούσε στην  ιδέα ενός ανεστραμμένου χορού: δεν είναι η φωνή της πόλης αλλά των τυράννων που προσπαθούν να της επιβληθούν. Εστίασε ιδιαιτέρως πάνω στο δίπολο φως-σκοτάδι και σ’ αυτό είχε την πολύ καλή στήριξη της Χριστίνας Θανασούλα που «έπαιξε» δημιουργικά με τους φωτισμούς της πάνω στο μοτίβο αυτό. Ο σκηνοθέτης επιμελήθηκε και το σκηνικό: σάκοι γεμάτοι γραμμένα, τσαλακωμένα χαρτιά που αδειάζουν σιγά-σιγά πάνω στη σκηνή –ο κόσμος των ιδεών- φυλακίζουν τον Αρίσταρχο και χάνουν τελικά τη δύναμή τους μπροστά στη δύναμη των παθών και στο αίμα.

Ο Γιάννης Σιαμσιάρης  ξεκίνησε αναποφάσιστος –αμήχανα βλέμματα και σιωπές- αλλά γρήγορα βρήκε το ρυθμό του, κατέβηκε μέσα στον ήρωά του, τον έψαξε  και απέδωσε πλούσιες συναισθηματικές αποχρώσεις και τις εξάρσεις τους. Οι νεότεροι ηθοποιοί ήταν μια πολύ καλή και δεμένη υποκριτική ομάδα, που ισορροπούσαν αποτελεσματικά την ατομική έρευνα και ερμηνεία με την αποζητούμενη ομαδικότητα: Μαρία Αποστολακέα, Αλκινόη Ζαχαρόγιωργα, Ηρώ Κισσανδράκη, Απόστολος Μαλεμπιτζής, Νικόλας Παπαευθυμίου και Κωνσταντίνος Παράσης.

 

ΕΠΟΧΗ, 11.6.2017

Αξιομνημόνευτες ερμηνείες

Σχολιάστε

 

Η Μάνια Παπαδημητρίου στη «Γυάλα» και

Η Δέσποινα Σαραφείδου στο «Serengeti»

 

Σήμερα, φίλοι αναγνώστες, θα αφιερώσω τη σελίδα του θεάτρου της ΕΠΟΧΗΣ μας όχι σε κάποια παράσταση αλλά σε δυο ηθοποιούς, τη Μάνια Παπαδημητρίου και την Δέσποινα Σαραφείδου. Το έχω πει πολλές φορές και θα συνεχίσω, κουραστικά, να το λέω: ο ηθοποιός είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του θεάτρου. Η καλύτερη σκηνοθετική σύλληψη, η αρτιότερη ανάγνωση ενός έργου, η πλέον γόνιμη, πρωτότυπη και δημιουργική καλλιτεχνική πρόταση θα μείνει ατελής, αν δεν καταρρεύσει πλήρως, σε περίπτωση που δεν υποστηριχτεί από ηθοποιούς με ταλέντο και εργατικότητα.

 

Η Λούσυ στη γυάλα

         Η Μάνια Παπαδημητρίου τα τελευταία χρόνια έχει ασχοληθεί αρκετές φορές με το μονόλογο, είδος ιδιαιτέρως  απαιτητικό. Θυμόμαστε τον «Διάδρομο» της Ευσταθίας λίγα χρόνια πριν ή τον περυσινό «Μονόλογο» σε κείμενο της Σιμόν Ντε Μπωβουάρ, και στα δυο ερμηνείες καθηλωτικές. Φέτος ερμηνεύει τη Λούσυ στη «Γυάλα» της Τζένης Δάγλα, που δεν είναι ακριβώς μονόλογος  αλλά έχει τα χαρακτηριστικά του στο μεγαλύτερο μέρος του. Η Λούσυ ζει το μικρό προσωπικό της δράμα, την ερωτική της απογοήτευση, εγκλωβισμένη στον μικρόκοσμό της. Συντροφιά της ένα χρυσόψαρο στη γυάλα, που το έχει ονοματίσει Λούσυ, σαν την ίδια, κολυμπά μέσα στα ασφυκτικά όρια της γυάλινης φυλακής του, όπως η γυναίκα στην δική της. Στον εσωστρεφή, εγω-κεντρικό λόγο της Λούσυ, ο πραγματικός κόσμος εισβάλλει με μικρές παρατηρήσεις για τους απολυμένους του γραφείου της, για την άξενη πόλη που γεμίζει μετανάστες και με την ιστορία του Στέλιου, ενός παλιού συμμαθητή και γείτονα που αυτοκτόνησε από απελπισία στην Αθήνα της κρίσης. Η Άσπα Τομπούλη –επίσης έμπειρη στο είδος (θυμίζουμε την εξαιρετική δουλειά της πέρυσι στον μονόλογο του Μωβινιέ «Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη»)- σκηνοθέτησε το σχετικά  απλό  και περιγραφικό κείμενο της Δάγλα με έμπνευση, δίνοντας ισόρροπα το ψυχολογικό και το πολιτικό μέρος, ενώ η ενδυματολογική επιλογή της Χριστίνας Παπούλια ήταν αποτελεσματική, το φορεματάκι της Λούσυ με το ζακετάκι του φτιάχνουν την κουκλίστικη φυλακή και αποκαλύπτουν την προσδοκία.

Αποτέλεσμα εικόνας για μάνια παπαδημητρίου λούσυ

         Η Παπαδημητρίου κεντά το ρόλο της, αξιοποιώντας όλη την παράδοση του Θεάτρου Τέχνης. Η Λούσυ της είναι μια ματαιωμένη γυναίκα,  αιώνια παιδούλα, αφελής και τρυφερή, εμπαθής και πληγωμένη, εγωίστρια και μοναχική, με μικρά όνειρα και στενούς ορίζοντες,  εγκλωβισμένη στον μικρόκοσμο της ιδιωτικότητάς της.  Συμπαθητικά αντιπαθής. Ήρεμα, χωρίς αναίτιες εξάρσεις, με ιδανικές αποχρώσεις στη φωνή που τις πλουτίζει μια μεγάλη γκάμα λαλούντων χαμόγελων, απεκδύει την ηρωίδα της από την ασυγχώρητη άγνοια, καταλαβαίνει η Λούσυ αλλά ο κόσμος έξω δεν την αγγίζει, ο εαυτός της την απασχολεί.  Ο εαυτός της και οι αυταπάτες της. Αξίζει να την παρακολουθήσει κανείς με πόση ευστοχία απομακρύνει τις στιγμές που έρχεται η πραγματικότητα να την συναντήσει –τόσο η κοινωνική όσο και η αλήθεια της στερημένης ερωτικά ζωής της. Μια επικίνδυνα χαριτωμένη ένοχη μικροαστή.

Δίπλα της σε ένα μικρό διπλό ρόλο ο Ευθύμης Χρήστου αφήνει θετικές εντυπώσεις.

 

Το σπαγγάτο στο σαλόνι

         «Serengeti» λέγεται το έργο στο οποίο πρωταγωνιστεί η Δέσποινα Σαραφείδου, γραμμένο από τον Μεξικανό συγγραφέα Ραμίρο Τόρες δε Μιγκουέλ και παραπέμπει στο περίφημο πάρκο στην Τανζανία, με τεράστιο πληθυσμό άγριων ζώων –ανάμεσά τους τα όμορφα, γρήγορα γκνου και λιοντάρια.  Ένα ταξίδι στην Αφρική, στο πάρκο Serengeti, είναι το όνειρο του νεαρού Δάνη, το πάθος του, όλη του η ζωή τριγυρνά γύρω από αυτό το ταξίδι. Στο διαδίκτυο, σε ένα chat room, γνωρίζει την Άντζι και αποφασίζουν να συναντηθούν. Ωστόσο η Άντζι δεν είναι η κοπελίτσα με την οποία πίστευε πως συνομιλούσε , αλλά μια ώριμη γυναίκα, μπαλαρίνα που γερνά και αφήνει τη σκηνή, στην οποία θα εξομολογηθεί το όνειρό του κι αυτή θα του υποσχεθεί χρήματα για να το πραγματώσει, με τον όρο να γίνει σκλάβος της, να κάνει υπάκουα και αγόγγυστα ό,τι του ζητά κι ανάμεσα σ’αυτά να καταφέρει να κάνει ένα τέλειο σπαγγάτο μέσα σε τρεις εβδομάδες.

Αποτέλεσμα εικόνας για δέσποινα σαραφείδου serengeti

         Ανάμεσά τους δημιουργείται μια σαδομαζοχιστική σχέση που, ως αναμενόμενο  εγκλωβίζει και τους δυο σε μια αρρωστημένη εξάρτηση χωρίς τέλος και φυσικά χωρίς κάθαρση.  Το έργο αξιοποιεί  την σχετική παράδοση της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου και χωρίς να αποφεύγει τα κλισέ, διαγράφει καλά τους χαρακτήρες και την σχέση, τις εντάσεις και τα μυστικά. Σκηνοθετήθηκε γραμμικά από τον συμπατριώτη του Luis Gómezbeck,  που ζει και εργάζεται στην Ελλάδα και η παράσταση είναι πανευρωπαϊκή πρώτη για το πολυβραβευμένο έργο.

Η Δέσποινα Σαραφείδου  είναι ευφυής ηθοποιός, δουλεύει το ρόλο της ως την τελευταία λεπτομέρεια κι έπειτα λιώνει όλη την επεξεργασία σε μια πολύ φυσική ερμηνεία με ελεγμένη ροή (Θυμίζουμε την εκρηκτική  «Κασσάνδρα» της και τις δύσκολες ισορροπίες που κράτησε σε ένα έργο με πικρό χιούμορ που μπορεί να χάσει εύκολα τους χυμούς του, αν η ηθοποιός που το υπηρετεί δεν έχει αυστηρό έλεγχο πάνω του).  Είναι επίσης ηθοποιός που υπηρετεί τη σκηνοθετική οδηγία αλλά, χωρίς να προδώσει την ερμηνευτική γραμμή, ξέρει να  ξεφεύγει δημιουργικά και να οδηγεί το ρόλο σε ενδιαφέροντα μονοπάτια, ρίχνοντας φως σε σκοτεινές και απρόβλεπτες γωνιές.  Το ίδιο έκανε κι εδώ και μάλιστα σε ένα ρόλο που έχει μια βασική δυσκολία:  δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε για τη γυναίκα –τέρας που κλήθηκε να ενσαρκώσει, τίποτε σχεδόν για τη ζωή της, κάποια πληροφορία που να εξηγεί το χαρακτήρα, την βλέπουμε εκεί, τερατώδη, προκλητική, κυρίαρχη, τυραννική, να κυκλώνει τον νεαρό ως προσωποποίηση του κακού. Αλλά είναι μόνο αυτό;

Η κίνηση εκ του ρόλου είναι περιορισμένη, έτσι χρησιμοποιεί κυρίως τις καλά μελετημένες και φορτωμένες συναίσθημα σιωπές, το πρόσωπό της  και το βλέμμα της. Το βλέμμα ειδικά είναι η βάση πάνω στην οποία στήνει το ρόλο: με το βλέμμα παρακολουθεί αδιάκοπα το νεαρό, ζητά να τον γοητεύσει, να τον ειρωνευτεί, να τον καρφώσει χωρίς έλεος αποκαλύπτοντάς του την πρόθεση και την αδυναμία του και τελικά να τον υποτάξει, βλέμμα κυριαρχικής μητέρας προς τον γιο που αποφασιστικά αναλαμβάνει την ζωή του και γυναίκας που εκδικείται στο πρόσωπο του Δάνη τον χρόνο που αμείλικτα της κλέβει ομορφιά και έρωτα.

Δίπλα της  ο πολύ καλός νέος ηθοποιός Χάρης Χιώτης.

ΕΠΟΧΗ, 28.5.2017

 

 

Το μετρήσιμο και η εκπαίδευση.

Σχολιάστε

 

Παρουσίαση του βιβλίου της Χριστίνας Κουτούβελα

«Το πείραμα της εκπαίδευσης. Αποτελεσματικότητα και ποιότητα ως προς τι;»

(εκδ. Γρηγόρη)

(Η εκδήλωση έλαβε χώρα την 17η Φεβρουαρίου 2017)

         Είναι μεγάλη χαρά για μένα σήμερα να βρίσκομαι σ’αυτήν την αίθουσα και τιμή να είμαι ένας από τους ομιλητές –τις ομιλήτριες για να είμαι ακριβέστερη- στην παρουσίαση του βιβλίου της κυρίας Χριστίνας Κουτούβελα «Το πείραμα της εκπαίδευσης. Αποτελεσματικότητα και ποιότητα ως προς τι;».  Γνωρίζω την Χριστίνα αρκετά χρόνια. Παρακολουθούσε τα μαθήματά μου στο μεταφραστικό τμήμα του Γαλλικού Ινστιτούτου. Ένα νεαρό κορίτσι τότε, στα πρώτα πετάγματα της σκέψης και των προβληματισμών της, «ένα παιδί φανατικό για γράμματα» για να χρησιμοποιήσω την γνωστή έκφραση του Θεοτοκά που μ’αρέσει πολύ.  Σήμερα, το κορίτσι είναι μια νέα γυναίκα, ένας ώριμος άνθρωπος, που μας έχει χαρίσει ήδη την πρώτη και  πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη της στον ιδιαίτερο επιστημονικό της τομέα, τα παιδαγωγικά και μάλιστα με ένα θέμα που απασχολεί πολύ την εκπαιδευτική κοινότητα και δείχνει επίσης πως για την Χριστίνα Κουτούβελα η πολιτική διάσταση των παιδαγωγικών είναι ίσως και η σημαντικότερη: μιλώ για τις έννοιες του μετρήσιμου και της αποτελεσματικότητας όπως λέει ο τίτλος του έργου της.

         Δεν έχω την επιστημονική επάρκεια να μιλήσω όπως αξίζει στο βιβλίο, που, ακόμα και μια πρώτη ανάγνωση, αποκαλύπτει την επιστημονική εμβρίθεια, την κοπιώδη βιβλιογραφική έρευνα, την εξαιρετική σύνδεση των πορισμάτων της διεθνούς και εντόπιας έρευνας ώστε να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα που μπορούν να βοηθήσουν όσους ασχολούνται με την εκπαίδευση να δουν και να κατανοήσουν το εκπαιδευτικό φαινόμενο καλύτερα και επαρκέστερα. Υπ’ αυτήν την έννοια, το πρώτο που έχω να πω για το βιβλίο είναι πως πρόκειται για ένα χρήσιμο σύγγραμμα, που έχει λόγο ύπαρξης και προοιωνίζεται μια σημαντική συνέχεια.

         Είπα ότι δεν έχω την επιστημονική επάρκεια για μια πραγματική ανάλυση, είμαι ιστορικός της Ύστερης αρχαιότητας, θα μιλήσω όμως για την δουλειά της Χριστίνας με την ιδιότητα της εκπαιδευτικού, 27 χρόνια μάχιμη στις σχολικές αίθουσες. Γι’   αυτό  το βιβλίο της με αφορά και νιώθω μάλιστα ότι μου απευθύνεται και με βοηθά να αναστοχαστώ.

          Δουλεύω σε μια γειτονιά του Πειραιά με μεγάλη ανεργία, χαμηλό πνευματικό επίπεδο, στην οποία βρήκαν καταφύγιο αρκετοί μετανάστες. Λίγοι γονείς καταλαβαίνουν την πραγματική αξία του σχολείου και λιγότερα παιδιά βλέπουν σ’ αυτό μια ευκαιρία πνευματικής ωρίμανσης. Το πρώτο δεν είναι άμοιρο του δεύτερου. Μεγαλώνουμε παιδιά που παίρνουν από νωρίς το μήνυμα ότι το σχολείο είναι ένα «πικρό ποτήρι» που πρέπει να το πιουν με επιτυχία για να εξασφαλίσουν το πολυπόθητο «χαρτί». Το «χαρτί» έχει μια σημασία μάλλον μαγική. Δεν έχει ουσιαστικά περιεχόμενο.  Ασαφές περιεχόμενο έχει και η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο και η φοίτηση εκεί, και εκεί ένα χαρτί αναζητείται για επαγγελματική αποκατάσταση. Έτσι που σιγά-σιγά όλος ο κόσμος του σχολείου, όλες οι βαθμίδες της εκπαίδευσης, δεν σχετίζονται με την πνευματική ανέλιξη, με την διεύρυνση των οριζόντων, την κριτική σκέψη, την φαντασία, την δημιουργικότητα.

         Παράλληλα, μέχρι τις μεσαίες βαθμίδες του, το σχολείο έχασε μέρος των δυνατοτήτων του να κοινωνικοποιεί, να δημιουργεί όχι απλώς πνεύμα αλλά και δυνατότητες συνεργασίας, έχασε την έννοια της μετάδοσης, που όσο κι αν ακούγεται ως έννοια συντηρητική, βοηθούσε στην συγκρότηση ταυτότητας, συνέχειας, σχέσης με την ιστορία.  Κι όσο κι αν φαίνεται αντιφατικό, βοηθούσε στον σχηματισμό των προϋποθέσεων για την αμφισβήτησή του και την ανατροπή.

        Το σχολείο είχε ένα ρόλο. Συντηρητικό; Ναι, και πολλά άλλα,  όμως ένα ρόλο.  Σήμερα  ο ρόλος είναι ασαφής, δυσδιάκριτος, καταρρέων. Την ίδια στιγμή το εκπαιδευτικό σύστημα λούζεται πανευτυχές μέσα σε μια απαράδεκτη, αντιδημοκρατική υποκρισία, ένα λαϊκισμό που χτυπά αλύπητα κυρίως τα παιδιά των χαμηλών οικονομικά τάξεων, τα παιδιά του κατώτερου θεού.  Ας δώσω ένα παράδειγμα,  η γνωστική παντοδυναμία του διαδικτύου που τους υποβάλλεται  -το Google στο μυαλό των εφήβων είναι μια μαγική δύναμη που μπορεί να τους λύσει όλα τα προβλήματα, ό,τι δεν υπάρχει εκεί, απλώς δεν υπάρχει. Ξαναγυρίσαμε δηλαδή στην πιο στυγνή θεοκρατική αντίληψη της γνώσης, μόνο που φορέας της δεν είναι πια ο Θεός και οι εκπρόσωποί του επί γης.  Και το σχολείο Γιατί ο νεαρός μαθητής, όταν κάνει εργασία, δεν έχει βέβαια πρόσβαση στις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες αλλά αρύεται το υλικό της δουλειάς του από όπου τον πρωτοβγάλει η λέξη κλειδί που θα χρησιμοποιήσει. Η νεαρή μου μαθήτρια με αμφισβήτησε πριν μερικά χρόνια: είχα ζητήσει να γράψουν μια παράγραφο για την θρησκεία των Περσών και έφερε πληροφορίες για το Ισλάμ. «αγάπη μου», της εξήγησα, «εμείς τόσο καιρό μιλάμε για 1000 χρόνια πριν τη γέννηση του Χριστού και το Ισλάμ γεννήθηκε πολύ μετά από τον Χριστιανισμό». «Αυτό μου έβγαλε το Ίντερνετ» μου απάντησε αφοπλιστικά «έβαλα θρησκεία Πέρσες και έβγαλε αυτό. Καλά δεν ξέρει τώρα το Ιντερνετ;». Σας φαίνεται υπερβολικό; Δεν είναι καθόλου. Η τεχνολογία είναι απαραίτητη αλλά πρέπει το παιδί να μπορεί να την χειριστεί. Όμως την ίδια στιγμή, οι εργασίες που παράγονται με αυτόν τον τρόπο μετρώνται, ποσοτικοποιούνται, γίνονται δείγμα ποιότητας και βάση αξιολόγησης.

Γιατί σας κουράζω με αυτά και τι σχέση έχουν με το βιβλίο της Χριστίνας; Αυτά ΕΙΝΑΙ το βιβλίο της Χριστίνας και απέναντί τους μπορεί να σταθεί ως όπλο. Οτιδήποτε στο σχολείο υπόκειται ήδη ή προσπαθεί να υπαχθεί στην έννοια του μετρήσιμου. Όλα γίνονται αριθμοί. Κι όπως στην οικονομία όλα προσκυνούν τα ποσοστά. Όπως όμως πίσω από τους αριθμούς της κρίσης βρίσκονται άνθρωποι, έτσι και πίσω από τους αριθμούς της εκπαίδευσης κρύβονται ψυχές. Και γι’ αυτές έχουμε πάψει να μιλάμε. Εννοώ ουσιαστικά.  Οι άνθρωποι που προτείνουν τα σχολικά προγράμματα μάλλον έχουν χρόνια να μπουν σε τάξη και να δουν αληθινά παιδιά. Η απάντηση στις παραδοξότητες του προγράμματος, που όλο και αλαφραίνει αλλά κάθε φορά γίνεται βαρύτερο και πολυπλοκότερο χωρίς να λαμβάνει υπόψη του ιδιαιτερότητες, δυνατότητες, ακόμα-ακόμα τις πρακτικές συνθήκες μέσα στις οποίες υλοποιείται αυτό το πρόγραμμα, είναι μια απελπισμένη, κατανοητή αλλά  και λαϊκίστικη πρακτική: οι εκπαιδευτικοί, πιεσμένοι συναισθηματικά και πολιτικά, μειώνουμε τις απαιτήσεις ώστε το παιδί «να περνάει» την τάξη. Αλλά είναι αυτό λύση; Πιέζεται έτσι ένας επανασχεδιασμός; Ξεκινάει μια σοβαρή συζήτηση;

Η Ελλάδα έχει ένα τεράστιο ποσοστό αριστούχων. Μεγάλο μέρος τους είναι αγράμματα παιδιά, που ξέχασαν το παπαγαλισμένο μάθημα το επόμενο λεπτό που βγήκαν από την αίθουσα της εξέτασης τον Ιούνιο, αν το είχαν μάθει ποτέ. Η γενική γνώση δεν ενδιαφέρει κανένα. Μετρούν το κόστος, τα μόρια, τα ποσοστά. Το αποτελεσματικό και το ποιοτικό δεν έχουν αναφορά σε καμιά πραγματικότητα αλλά στο αποτύπωμά τους στην οικονομία. Και ναι, το σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα είναι απολύτως συγχρονισμένο με τον τύπο πολίτη που θέλει να παραγάγει: ένα πολίτη play mobil: απασχολήσιμο, σιωπηλό και μόνο. Καθείς για τον εαυτό του.

 

Τι μετράμε λοιπόν; Πώς μετράμε την άγνοια και το λειτουργικό αναλφαβητισμό; Πώς μετράμε την αδυναμία να συνδεθούν πληροφορίες ώστε να γίνουν γνώση; Πώς μετράμε την ανυπαρξία κριτικής ικανότητας; Πώς συνδέουμε με ποσοστά το χαμηλότατο δείκτη αναγνωσιμότητας του Έλληνα με το σχολείο και την υποβάθμιση της λογοτεχνίας; Πώς μετράμε την αδυναμία συνειδητοποίησης των κοινωνικών προεκτάσεων των επιστημονικών θεωριών και την θεοποίηση μιας επιστήμης χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αναγκαιότητα ηθικών ερεισμάτων; Κι ακόμη πώς μετράμε τις ουσιαστικές απώλειες ανθρώπων στο δρόμο; Κι αυτό, μολονότι τα ποσοστά μαθητικής διαρροής δείχνουν πτωτικές τάσεις, αλλά πτωτικές σε σχέση με τι; Αναφέρομαι επίσης και στις απώλειες ενός δυναμικού που δεν θα μάθουμε ποτέ πόσο σημαντικό ήταν, γιατί οι ιδιαιτερότητές του δεν του επέτρεψαν να ολοκληρώσει το σχολείο ή το ολοκλήρωσε κακήν κακώς και αφήσαμε αξεδίπλωτα τα ταλέντα του. Όλ’αυτά αποτελούν και ερωτήματα του βιβλίου με εκτεταμένες αναφορές σε σύγχρονες έρευνας και κριτική τοποθέτηση πάνω στα συμπεράσματά τους και τις θεωρίες που αυτά στηρίζουν.

«Βασικό ερώτημα της εκπαιδευτικής πολιτικής»,  παρατηρεί και η Χριστίνα ήδη από την πυκνή και ουσιαστική εισαγωγή της «είναι εκείνο που βρίσκει τις αναφορές του στην κοινωνία που επιθυμούμε να οικοδομηθεί, αφού εντός του πρέπει να περιλαμβάνονται θεμελιώδεις ηθικές αποφάσεις οι οποίες θα λειτουργούν ως ασφαλή κριτήρια για την ποιότητα της ζωής». Τέλος του παραθέματος.

Όμως αυτό που θα έπρεπε να είναι ο βασικός γνώμονας κάθε εκπαιδευτικού σχεδιασμού, υποχωρεί ατάκτως μπροστά στην μεγάλη κυρία της σύγχρονης κοινωνίας, την οικονομία και μάλιστα την οικονομία των αγορών. Αυτήν δηλαδή που έχει ως βασικό εργαλείο το κόστος και μοναδικό ενδιαφέρον την μείωση των δημοσιονομικών δαπανών. Η εκπαίδευση είναι μια προσοδοφόρα βιομηχανία κέρδους και αυτό το συνειδητοποίησε η αγορά ήδη από την δεκαετία του ’60.

Η μεταμοντερνικότητα έφερε πειραματισμούς στην εκπαίδευση  και συνύπαρξη αλληλοσυγκρουόμενων μοντέλων που πολλές φορές αποτελούν απλώς ασκήσεις επί χάρτου και δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις πραγματικές συνθήκες και τις πραγματικές ανάγκες. Επίσης εφαρμόζονται και μένουν για πολλά χρόνια χωρίς, και παρά την κριτική που δέχονται, να αλλάζουν ουσιωδώς, αναπαράγοντας για χρόνια προβλήματα και αποτυχία. Ο πειραματισμός στην εκπαίδευση δεν είναι απλώς καλοδεχούμενος, είναι αναγκαίος αλλά δυστυχώς αυτός συνήθως συνδέεται υπόγεια με την σύνδεση της εκπαίδευσης με την οικονομία της αγοράς. Γι’αυτό κεντρικό ερώτημα στο βιβλίο είναι (το διατυπώνω με τα λόγια της Χριστίνας Κουτούβελα): «Αντέχει άλλους πειραματισμούς η εκπαίδευση στο όνομα της σύνδεσής της με την κοινωνία της οικονομίας;» και γι’ αυτό επίσης ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια του βιβλίου της είναι αυτό που επιγράφεται «Η κουλτούρα της αξιολόγησης της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας στην εκπαίδευση» στο οποίο μας θυμίζει την τρομακτική είσοδο στον εκπαιδευτικό χώρο εννοιών όπως το μάνατζμεντ της σχολικής μονάδας ή ο μαθητής ως πελάτης. «[… ] σε ό,τι επιδιώκεται να οριοθετηθεί ως «ποιότητα στην εκπαίδευση», γράφει, « κεντρική θέση κατέχουν  δείκτες ποιότητας όπως ο αριθμός μαθητών ανά υπολογιστή, η σύνδεση της πανεπιστημιακής φοίτησης, και επομένως μόρφωσης, με τις ανάγκες της αγοράς, ή η διεύρυνση των Φυσικών Επιστημών ως επιχειρηματικής και βιομηχανικής βάσης» σ.  143

Μέσα σ’αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο ο ρόλος του δασκάλου –συγχωρείστε με, μ’ αρέσει πιο πολύ η λέξη δάσκαλος από εκπαιδευτικός-  ο ρόλος του δασκάλου συρρικνώνεται σε ένα εξηγητή ύλης και μια μηχανή αριθμητικής αξιολόγησης  -το πιο ανόητο και αναξιόπιστο σύστημα αξιολόγησης- που με τη σειρά του θα αξιολογηθεί από τα αποτελέσματα όσων έχει προαξιολογήσει, ώστε μέρος των μαθητών και μέρος των εκπαιδευτικών να πέσει στον Καιάδα, αλαφραίνοντας το δημοσιονομικό κόστος της εκπαίδευσης.

Η ανθρωποκεντρική παιδεία έχει ποιότητα με βραδυφλεγή αποτελέσματα αλλά σταθερά και σημαντικά για το άτομο και την κοινωνία, αλλά ποιον ενδιαφέρουν; σίγουρα όχι τον ΟΟΣΑ, το ΔΝΤ και άλλα παρόμοια ευαγή ιδρύματα, που «διατάσσουν» μια παιδεία βαθιά ταξική.  Γι’ αυτό και οι πειραματισμοί –ειδικά των τελευταίων χρόνων-θολώνουν το τοπίο, δυσχεραίνουν την κατάσταση, δημιουργούν περισσότερα προβλήματα από όσα πάνε να λύσουν. Ένα απλό παράδειγμα: έλεγξε κανείς –με την αγαπημένη μέθοδο της ποσοτικοποίησης έστω-πόσοι μαθητές της Γ΄ λυκείου των Γενικών λυκείων μας δεν μπορούν να διαβάσουν με άνεση; Συνάρθρωσε τα ποσοστά με τον τρόπο εκμάθησης της ανάγνωσης, σύγκρινε με την τρομερή αύξηση μαθησιακών προβλημάτων και κυρίως διαφόρων τύπων δυσλεξίας; Με τα λόγια της Χριστίνας «προϋποτίθεται η κριτική θεώρηση του προβαλλομένου ως καινούριου στην εκπαίδευση, καθώς το καινοτόμο δεν συνεπάγεται απαραίτητα την βελτιωτική αλλαγή»σ. 144

 

Για ολ’ αυτά και πολλά άλλα η μελέτη της Χριστίνας Κουτούβελα είναι ενδιαφέρουσα και σημαντική. Με ψυχραιμία και διεισδυτικότητα παρουσιάζει όλες τις πτυχές του κυρίως θέματος και των υποθεμάτων που ανοίγονται. Ενώ δεν είναι καθόλου δευτερεύον το δώρο μιας εξαντλητικής σχεδόν βιβλιογραφίας των θεμάτων που συζητά και στα οποία μπορεί επίσης να προστρέξει ο αναγνώστης για να σκεφτεί περαιτέρω και να μάθει. Καλή συνέχεια, Χριστίνα.

 

 

 

Στο Ακαπούλκο, αδέρφια μου, στο Ακαπούλκο…

Σχολιάστε

«Θερισμός» του Δημήτρη Δημητριάδη στο Εθνικό

 

           Για λόγους που δεν μπορώ και η ίδια να καταλάβω, όσο περνούν τα χρόνια,  αγαπώ όλο και περισσότερο το έργο του Δημήτρη Δημητριάδη. Ίσως ευθύνεται το γεγονός πως μεγαλώνοντας οι άνθρωποι συναντιούνται σε θεμελιώδη ερωτήματα και αντέχουν τις απόπειρες απαντήσεών τους. Ίσως μάλιστα εκεί, σ’ αυτές τις απόπειρες απαντήσεων εννοώ, να συναντιούνται πιο πολύ και πιο τραγικά οι άνθρωποι –με το τραγικό όμως έτσι όπως το επανακαθόρισε στους καιρούς μας ο Μπέκετ.

          Παρακολουθώντας τον «Θερισμό» έκανα μια σκέψη ξανά, μάλλον όχι πρωτότυπη: αυτός ο κοσμοπολίτης συγγραφέας, που αναγνωρίστηκε πρώτα στην Εσπερία και μετά στον τόπο του, είναι ο πιο έλληνας συγγραφέας των καιρών μας. Γι’ αυτό και μου ‘ρθε στο νου ο στίχος του Σεφέρη, ποιητή με εντελώς άλλη ματιά πάνω στην ιστορία και την παράδοση, «όπου και να ταξιδέψω, η Ελλάδα με πληγώνει», γυμνός ωστόσο και μόνος.

Αποτέλεσμα εικόνας για θερισμός δημητριαδής εθνικό

Δημήτρης Δημητριάδης (από την Popaganda)

             Τι είναι, λοιπόν,  ο «Θερισμός»; Το έργο γράφεται το 2010-11, το τέλος δηλαδή της περιόδου της πλαστής ευμάρειας, πριν σαφώς συνειδητοποιηθεί καλά αυτό που ακόμα ονομάζουμε λανθασμένα  κρίση. Η ίδια αυτή περίοδος είναι και περίοδος μιας αυταπάτης πολιτισμού, μιας διαστρέβλωσης της τέχνης: το  κοινό διαβάζει κατά κόρον τα λεγόμενα ευπώλητα –εύπεπτα και συνήθως άθλιας ποιότητας- ογκώδη μυθιστορήματα και βλέπει τις αντίστοιχες κινηματογραφικές ταινίες, συνήθως κωμωδίες. Ο «Θερισμός» αντιστρέφει αυτόν τον κόσμο: τον κόσμο του νεόπλουτου μικροαστισμού που ταξιδεύει σε ακριβούς προορισμούς για λίγες μέρες και μιμείται τους ήρωες από τις σαπουνόπερες, εξαρτά την κοινωνική του εικόνα από το κινητό, αναμασά χωρίς να πολυκαταλαβαίνει φιλοσοφίες της μόδας και ονόματα από κόσμους σκέψης εξωτικούς, μιλά με εκφράσεις από το γλωσσικό σύμπαν της διαφήμισης, παθιάζεται με την εμφάνισή του, αναζητά την εναλλακτικότητα χωρίς συνείδηση του τι ακριβώς αναζητά και που μπορεί να τον φέρει. Ένας κόσμος που θυμίζει  τους φουστανελλοφόρους του 19ου αι. που έβαζαν το φράκο πάνω από τις πιέτες της παράδοσης. Ούτε από ‘δω τελικά ούτε από ‘κει.

Κοινωνικό και οντολογικό

           Το έργο έχει την χαρακτηριστική ακινησία του Δημητριάδη, ολόκληρο συμβαίνει  σε μια βεράντα ξενοδοχείου στο Ακαπούλκο, όπου παραθερίζουν δύο ζευγάρια και μια φίλη τους μόνη, για δέκα μέρες. Το ξενοδοχείο είναι 57αστερο –και η φράση αυτή που επαναλαμβάνεται τονίζει το ταξικό πρόσημο της παρέας- και λέγεται El globo (ο κόσμος) για να σημάνει τα ποιοτικά όρια της παγκοσμιοποίησης της φτήνιας.

           Όρος της παρέας να αφήσουν πίσω τα προβλήματά τους, αλλά είναι το μόνο που δεν κάνουν, καθώς «η πόλις ακολουθεί». Με το κινητό στο χέρι, διατηρούν με πάθος τη σχέση με την ζωή που τους περιμένει πίσω και τα προβλήματά της, και αυτή η συσκευή κρατά την ψευδή επικοινωνία τους με την πραγματική, τραυματική, σακάτισσα ζωή τους. Το κινητό χτυπά ασταμάτητα για να μας πληροφορήσει για την άθλια οικογενειακή κατάσταση των ζευγαριών (η κρίση του θεσμού της οικογένειας απασχολεί τον συγγραφέα σχεδόν σε όλο του το έργο), τα παιδιά τους αυτοκτονούν πραγματικά ή συμβολικά και η μόνη γυναίκα παρακολουθεί την ερωτική ζωή του εραστή της με τρόμο πάλι από το κινητό. Αυτοί οι πέντε φοβούνται, φοβούνται πολύ, τη μοναξιά και την ανεπάρκειά τους κι αναζητούν το θάνατο –για να τον ενδυθούν ή να τον ξορκίσουν, που στο τέλος είναι η ίδια παράδοση στη φθορά και το τίποτα, που περνιέται για κάτι.  Έτσι η κοινωνική κριτική δίνει τη θέση της στην (ασυνειδητοποίητη) υπαρξιακή αγωνία,  το Ακαπούλκο και το El Globo  δίνουν μια οντολογική συνθήκη εγκλωβιστική και εφιαλτική.

               Ο Δημητριάδης ανατέμνει την ελληνική κοινωνία χωρίς κραυγές, χρησιμοποιώντας το υλικό των μπεστ σέλλερ που δήθεν την περιέγραψαν. Εκούσια –πιστεύω- βάζει με τον «Θερισμό» τελεία στο  είδος του θεάτρου που ανέπτυξαν σπουδαίοι δημιουργοί την μεταπολιτευτική περίοδο  αλλά και πολλοί φλύαροι μιμητές τους. Οι χαρακτήρες του έχουν μια γελοιότητα που θα θυμίσει ελαφρά την τσεχωφική διαμαρτυρία και χωρίς προσπάθεια, σχεδόν αυτονόητα,  διαγράφονται με λεπτομέρειες, ανοίγονται μπροστά μας από πρόταση σε πρόταση από κίνηση σε κίνηση.

Αποτέλεσμα εικόνας για θερισμός δημητριαδής εθνικό

Η παράσταση

            Ο Δημήτρης Τάρλοου ασχολείται για δεύτερη φορά με το έργο του Δημητριάδη (η πρώτη ήταν πριν από τέσσερα χρόνια με τη «Λήθη» (πολύ ενδιαφέρουσα σκηνοθετικά και με μια συγκλονιστική  ερμηνεία του Δημοσθένη Παπαδόπουλου). Ψύχραιμος και προσεκτικός, ακολούθησε το ρυθμό του κειμένου και κρατήθηκε μακριά από ανούσιες εντάσεις. Η ερμηνευτική γραμμή  ανέδειξε επιτυχώς το τραγικωμικό στοιχείο, μολονότι  άνοιξε γρήγορα τα χαρτιά της και έφερε στο φως σχεδόν το σύνολο των θεμάτων –και των ευρημάτων με τα οποία αυτά αποδίδονται. Όμως κράτησε και μερικές εκπλήξεις για το τέλος, όπως η περίπου ραπ εκφορά του λόγου στην τελευταία σκηνή. Το ενδιαφέρον δεν ήταν η επιλογή καθαυτή όσο ο κουρασμένος τρόπος με τον οποίο το κάνει η ερμηνευτική ομάδα: άνθρωποι που ουσιαστικά δεν καταλαβαίνουν ούτε το ρυθμό ούτε το πολιτικό μήνυμα της μαύρης μουσικής και την υποτάσσουν στο απελπισμένο σύμπαν τους. Μια τελευταία επιβεβαίωση της υποκρισίας και της άγνοιας που τους διαποτίζει σε όλο το έργα.

          Τα σκηνικά της Ελένης Μανωλοπούλου  έδωσαν όλο το κιτς του πλαστού παράδεισου –η οργιώδης βλάστηση, οι σεζ λόνγκ, οι καναπέδες παρέπεμπαν σε υποκατάστατο πολυτέλειας, ακριβώς σ’ αυτό που πρόσφεραν και προσφέρουν τα τουριστικά γραφεία ως διακοπές, ένα βιομηχανοποιημένο τουρισμό που σε κάνει να πιστέψεις πως ζεις το όνειρο που δεν υπάρχει.  Αντίθετα τα κοστούμια χρειάζονταν περισσότερη φαντασία. Ιδιαίτερα εύσημα στην Κορίνα Κόκαλη για την διδασκαλία της κίνησης, η παραπομπή στον τρόπο κίνησης των προσώπων σε σαπουνόπερες ήταν έξυπνος και αποτελεσματικός.

Αποτέλεσμα εικόνας για θερισμός δημητριαδής εθνικό

            Η υποκριτική ομάδα δούλεψε καλά πάνω σε ένα καμβά ηρώων που δεν έχουν τίποτε το συμπαθητικό. Η Αλεξία Καλτσίκη,  –μολονότι αρκετές στιγμές επένδυσε σε στερεότυπα της δεκαετίας του ‘90– δημιούργησε μια γνώριμη υστερική φιγούρα μικροαστής με σαφείς πινελιές αβεβαιότητας και  αυτοαμφισβήτησης, απαραίτητες στον ρόλο. Η Μάρω Παπαδοπούλου απέδωσε με αξιοπρέπεια, αν και κάπως στρογγυλεμένα και αναμενόμενα, την εγκαταλειμμένη ερωμένη. Η Άννα Μάσχα ξεδίπλωσε αργά το ρόλο κρατώντας δυνάμεις για το σπαραχτικό κρεσέντο όταν ζητά επιτακτικά, επαναλαμβανόμενα, βυθιζόμενη στην τρέλα, να σκοτώσουν την κόρη της που την εκδικείται υποχρεώνοντάς την να ακούει τις σεξουαλικές της δραστηριότητες από το κινητό. Ο Νίκος Ψαράς ευθύβολα βαριεστημένος και απόμακρος. Άφησα για το τέλος τον Περικλή Μουστάκη,  τον οποίο θεωρώ ιδανικό ερμηνευτή του Δημητριάδη (ο «πατέρας» στον Φαέθοντα ήταν ερμηνεία αναφοράς και υπόδειγμα για διδασκαλία). Εδώ, με έξοχη ισορροπία ανάμεσα στο γελοίο και το τραγικό,  περιφέρει ένα πρόσωπο ρημαγμένο,  στα όρια μιας αυτογνωσίας που δεν θα αποκτήσει όμως ποτέ, αναποφάσιστος, έρημος, ματαιωμένος και υπεύθυνος.

ΕΠΟΧΗ, 21.5.2017

 

 

Older Entries