«Στο σύμπαν της παραπληροφόρησης το αντίβαρο είναι η τέχνη»

Σχολιάστε

 

Ο Φώτης Μακρής μιλά για την «Χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ»

που ανέβηκε πρόσφατα στο StudioΜαυρομιχάλη

 

      Μετά (αλλά και παράλληλα με το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου), ο Φώτης Μακρής σκηνοθέτησε τη θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος του Μπελ  «Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ». Έργο εμβληματικό της δεκαετίας του ’70, χαρακτηριστικό του πολιτικού ήθους και της διορατικότητας του Μπελ, αποτελεί μια καταγγελία τόσο για την δημιουργία ενόχων από τα ΜΜΕ, όσο και για την χωλή, την διάτρητη λειτουργία του αστυνομικού και δικαστικού συστήματος. Η Καταρίνα του ’70, η Ηριάννα της εποχής μας… Σκηνοθετημένη με χιούμορ και γρήγορους ρυθμούς η παράσταση, από το θέμα της κατασκευής ενόχων περνά σε σπουδαία κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, ὀπως τα πολιτικά δικαιώματα, την ευάλωτη θέση της γυναίκας, την ποινικοποίηση της ερωτικής επιλογής, την οργή του πολίτη.

 

Μολονότι είναι τα 100χρονα από την γέννηση του Μπελ, ωστόσο μήπως η Καταρίνα Μπλουμ αποτελεί μια συνέχεια του Κιβωτίου; Αυτό το άδειο κιβώτιο του Αλεξάνδρου πόσο ευθύνεται για τον κόσμο της Κ.Μ.;

Φώτης Μακρής:Μου αρέσει πολύ η ερώτηση και ομολογώ ότι είναι κάτι που δεν το είχα σκεφτεί. Τώρα όμως που μου θέσατε αυτή την ερώτηση, ανακαλύπτω όντως μια σχέση ανάμεσα στα δύο έργα. Όταν ένας κόσμος στερείται νοήματος, όπως αυτός που κατά την γνώμη μου περιγράφει ο Αλεξάνδρου μέσα από την αλληγορία του άδειου Κιβωτίου, ένας κόσμος όπου οι ιδεολογίες δείχνουν ανίκανες να στηρίξουν ένα σύστημα δικαιοσύνης, ισότητας και κοινωνικής ευαισθησίας,  αυτός ο κόσμος είναι έτοιμος να δημιουργήσει φαινόμενα όπως αυτά που περιγράφει ο Μπελ στην Καταρίνα Μπλουμ. Ένας τέτοιος κόσμος είναι έτοιμος να «ανακαλύψει» τον φασισμό, να συνθλίψει το άτομο, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα που έχει στη κατοχή του: Τις δυνάμεις καταστολής, την δικαιοσύνη και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Και έτσι φτάνουμε στο κόσμο της Καταρίνα Μπλουμ, στο κόσμο του Χάινριχ Μπελ. Και κάπου εκεί συναντώνται δυο από τα εμβληματικότερα μυθιστορήματα του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα.Με αυτή την έννοια λοιπόν,  τα δύο έργα δείχνουν να έχουν μια υπόγεια όσο όμως και ακούσια συνέχεια. Διότι μην ξεχνάμε ότι εκδόθηκαν την ίδια χρονιά, το 1974 και επομένως ο ένας δεν γνώριζε το έργο του άλλου.

Το έργο γράφτηκε μεν το 1974 ωστόσο θα μπορούσε να έχει γραφτεί χτες (αν και οι μέθοδοι του κιτρινισμού έχουν προχωρήσει πολύ περισσότερο από ό,τι φαντάστηκε ο Μπελ). Σ’αυτό το σύμπαν της παραπληροφόρησης -που οδηγεί σε φασιστικές συμπεριφορές-έχει κάποιο λόγο η τέχνη και μάλιστα μια στρατευμενη τέχνη, όπως αυτή εδώ;

Εδώ, θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι δεν θεωρώ στρατευμένη τέχνη το βιβλίο του Μπελ. Εκτός αν με τον όρο στρατευμένη εννοούμε το έργο τέχνης που εκθέτει και στηλιτεύει  καταστάσεις με χειρουργική ακρίβεια όπως κάνει ο Μπελ στη Καταρίνα Μπλουμ. Αν εννοούμε αυτό ως στρατευμένη τέχνη, τότε όχι απλώς έχει λόγο ύπαρξης, αλλά μου είναι αδύνατο να σκεφτώ έναν κόσμο χωρίς αυτή την μικρή έστω αντίσταση που μπορεί να προσφέρει η τέχνη. Θα έλεγα μάλιστα, ότι σε αυτό το σύμπαν της παραπληροφόρησης όπως λέτε, η τέχνη λειτουργεί ως αντίβαρο. Και ας θυμηθούμε και λίγο το Νίτσε, που έλεγε ότι δεν υπάρχουν γεγονότα, μόνο ερμηνείες. Έρχεται λοιπόν η Τέχνη να ερμηνεύσει τα γεγονότα, τα γεγονότα που χρησιμοποιούνται από τους κρατούντες κατά το δοκούν, για να πετύχουν τους σκοπούς τους.  Η τέχνη λοιπόν, ανοίγει ένα μικρό έστω παράθυρο σε αυτό τον καταιγισμό πληροφόρησης, «πληροφόρησης» και παραπληροφόρησης και μας δίνει τη δυνατότητα να αντιληφθούμε λίγο πιο καθαρά την ακριβή διάσταση των όσων συμβαίνουν γύρω μας.

 Επιμένετε, κ. Μακρή, στο πολιτικό θέατρο, ενώ δηλώνετε απογοητευμένος από την πολιτική. Γιατί;

Γιατί όσο και να απογοητευτούμε από τον έρωτα, πάλι έτοιμοι να ερωτευτούμε είμαστε! Το ίδιο συμβαίνει και με τη πολιτική. Η πολιτική είναι ένας τρόπος που εφηύραν οι άνθρωποι για να μπορέσουμε να ζήσουμε μαζί και με αρμονία. Δεν μπορείς λοιπόν να μην ασχοληθείς με αυτήν. Τώρα, αν ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζετε πετυχαίνει τα εντελώς αντίθετα αποτελέσματα, αυτό είναι άλλο θέμα. Όπως έλεγε και ο Άρης Αλεξάνδρου, εάν η θεωρία του κομμουνισμού πετύχει στην Τουρκία, θα είμαι τούρκος. Αν πετύχει στην Ινδία, θα είμαι Ινδός. Δεν θεωρούσε την ιδεολογία του κομμουνισμού αποτυχημένη, αλλά τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκε.  Επομένως, είμαι απογοητευμένος με τον τρόπο που η πολιτική εξασκείται προς όφελος των ολίγων και όχι για το γενικό καλό. Κάνοντας πολιτικό θέατρο, ουσιαστικά εκφράζω την αγωνία μου για το πως μπορεί να εφαρμοστεί ένας τρόπος συνεννόησης των ανθρώπων, πάνω σε βάσεις ισότητας, δικαιοσύνης και  αλληλοκατανόησης.

 Σκηνοθετήσατε την παράσταση με έντονο χιούμορ -θα έλεγα με εμμονή στην ανάδειξη του γελοίου και της τραγικότητάς του. Θα θέλατε να εξηγήσετε την επιλογή σας;

Αυτή είναι η τελείως προσωπική μου οπτική στα πράγματα. Πάντα, όταν βλέπω κάποιον να παίρνει πολύ σοβαρά τον εαυτό του και την «αποστολή του», εγώ αμέσως βλέπω τη γελοία πλευρά του. Μου φανερώνετε αμέσως και αυτόματα. Και δεν μπορώ να μην την εντάξω στην οπτική μου σε μια παράσταση που σκηνοθετώ.  Έτσι σοβαρά παίρνουν το ρόλο τους στην Καταρίνα Μπλουμ οι δυνάμεις καταστολείς, οι λειτουργοί της δικαιοσύνης, οι κατέχοντες υψηλά αξιώματα και θέσεις και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και γι’ αυτό μου φαίνονται τόσο γελοίοι.  Αντιθέτως, τραγική είναι η κατάσταση των ανθρώπων που επηρεάζεται η ζωή τους από αυτούς τους «γελοίους». Αυτός είναι ο τρόπος που «διάβασα» την ιστορία του Μπελ και νομίζω ότι κάπως έτσι ήταν και η οπτική του ίδιου του Μπελ. Καθώς, το μυθιστόρημα διακρίνεται από μια ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ, με την ειρωνεία να παραμονεύει σε κάθε «σοβαρή» περιγραφή του Μπελ.

Το έργο αυτό είχε αποτελέσει κινηματογραφική επιτυχία στη 10ετία του 70. Μολονότι είναι φανερό πως δεν επηρεαστήκατε από την αισθητική της ταινίας, έπαιξε ρόλο στην επιλογή σας η ύπαρξή της; και κάτι πιο γενικό που σχετίζεται και με το Κιβώτιο: θα θέλατε να σχολιάσετε την τάση του ελληνικού θεάτρου (είναι και ευρωπαϊκή πρακτική αλλά στην Ελλάδα το φαινόμενο έχει πάρει μεγάλη έκταση) να χρησιμοποιεί λογοτεχνικά έργα και προσφάτως κινηματογραφικά;

Όχι, η ταινία δεν έπαιξε κανέναν ρόλο στην επιλογή μου. Μάλιστα, ενώ την είχα δει πολύ παλιά, τώρα αρνήθηκα να την ξαναδώ και τη είδα, αφού ανεβάσαμε τη παράσταση.Ως προς τη τάση που λέτε να χρησιμοποιεί το θέατρο λογοτεχνικά και κινηματογραφικά έργα, είναι υπαρκτή, παγκόσμια και κατά τη γνώμη μου αναμενόμενη και λογική. Το θέατρο έχει την μεγάλη πολυτέλεια να μπορεί  χρησιμοποιεί όποιο υλικό του είναι απαραίτητο για να γίνει πιο σαφές, πιο καίριο και πιο αποτελεσματικό. Επομένως, «νομιμοποιείται» να χρησιμοποιεί τα πάντα. Όλα, εκ του αποτελέσματος κρίνονται. Και γι’ αυτό το λόγο δεν συμμερίζομαι καθόλου όλη αυτή τη συζήτηση που έχει ξεκινήσει αν πρέπει να μεταφέρεται η λογοτεχνία ή τα κινηματογραφικά έργα στο θέατρο.

Όταν ένας δημιουργός θέλει να εκφράσει αυτό που τον «βασανίζει», μπορεί να χρησιμοποιήσει ότι θέλει! Και φυσικά, θέτει το δημιούργημά του υπό κρίση.

Τι σημαίνει «διασκευή όλος ο θίασος»; Πώς δουλέψατε;

Δουλέψαμε έχοντας ως υλικό το μυθιστόρημα. Δεν προηγήθηκε καμία διασκευή από κανέναν. Μέσα από αυτοσχεδιασμούς, συζητήσεις και δοκιμές, απομονώναμε τα κομμάτια που μας ενδιέφεραν και σιγά σιγά , μετά από περίπου 3 μήνες, προέκυψε το κείμενο του θεατρικού έργου. Ακολούθησαν άλλοι 3 μήνες πρόβα, όπου πολλά πράματα άλλαξαν, κάποια κομμάτια αφαιρέθηκαν, κάποια προστέθηκαν και κάποια άλλαξαν σειρά στη δομή της παράστασης. Σε αυτό το διάστημα των 6 μηνών, όλοι είχαμε λόγο στη διασκευή του κειμένου και απλώς, κάποια στιγμή εγώ ως σκηνοθέτης έπαιρνα τη τελικά απόφαση. Θα έλεγα ότι ήταν μια άκρως δημοκρατική διαδικασία, μέχρι κάποιου βαθμού φυσικά, αφού όπως γνωρίζετε το θέατρο και η δημοκρατία δεν τα πάνε και πολύ καλά μεταξύ τους… ( εδώ ακολουθούν γέλια όπως γράφουν στις συνεντεύξεις…).

Πάντως, πραγματικά η συμβολή των τεσσάρων ηθοποιών στη διασκευή που έγινε στο μυθιστόρημα, είναι τεράστια και θα ήθελα να τους ευχαριστήσω μέσα από τη καρδιά μου.

 

ΕΠΟΧΗ, 26.11.2017

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

«Δουλειά του συγγραφέα είναι να τους ξυπνάει όλους»

Σχολιάστε

Μα συζήτηση με τον Βασίλη Κατσικονούρη

Ο Βασίλης Κατσικονούρης είναι συγγραφέας πολύ αγαπητός στο ελληνικό κοινό και έχει δει πολλά έργα του να παίζονται ξανά και ξανά –σε ευτυχή συνήθως ανεβάσματα-στις ελληνικές σκηνές. Τα έργα του παρουσιάζουν εικόνες της παθογένειας της σύγχρονης Ελλάδας, πολιτικά ζητήματα που παρίστανται μέσα από τις καθημερινές σχέσεις ανθρώπων που συχνά ξεφεύγουν από το μέσο όρο, έχουν κάτι ονειρικό, κάτι «φευγάτο», αναζητούν δρόμους φυγής και ευτυχίας για να βρεθούν ξανά αντιμέτωποι με την αλήθεια που οφείλουν να δεχτούν και να παλέψουν. Την ώρα της συνέντευξης παίζονταν δυο έργα του στις αθηναϊκές σκηνές, τώρα ανέβηκε και ένα τρίτο. Έτσι έχουμε: Καλλιφόρνια Ντρίμιν από την Ομάδα Αχ στο θέατρο Επί Κολωνώ σε σκηνοθεσία Θ. Χαλκιά, το «Καμ Μπακ» στο Ίδρυμα Κακογιάννη, σε σκηνοθεσία Πέτρου Φιλιππίδη και το «Μπουφάν της Χάρλεϋ» με την Άννα Αδριανού σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Σταύρου. Στη συζήτησή μας με πολύ χιούμορ και δηκτικότητα όρισε σωκρατικά τον συγγραφέα ως αυτόν που ξυπνά συνειδήσεις, σχολίασε με πικρία το ρόλο του δασκάλου στα σχολειά μας, αλλά και την ανυπαρξία πολιτικής σε ό,τι αφορά το θέατρο και δη από πλευράς συγγραφέων.

 

Κύριε Κατσικονούρη, ήδη παίζεται το Καλιφόρνια Ντρίμιν και ετοιμάζεται να ανέβει και νέο έργο σας στη σκηνή.  Δεν είναι συνηθισμένο για Έλληνα συγγραφέα να βλέπει να παίζονται πάνω από ένα έργα του ταυτόχρονα. Πώς αισθάνεσθε γι’αυτό;

Χαίρομαι όταν ξαναπαίζεται ένα παλιό μου έργο, πιο πολύ ίσως κι από την πρώτη φορά όταν ανεβαίνει. Ό,τι γράφεις μένει, λένε, αλλά για να μείνει πρέπει να διαβάζεται ή να ακούγεται ξανά. Κάποια έργα μου, όπως το Καλιφόρνια ντρίμιν, έχουν την τύχη αυτή, να παίζονται τακτικά. Το συγκεκριμένο, ειδικά εφέτος, είναι ακόμα πιο τυχερό στο ανέβασμά του στο Επί Κολωνώ από την ομάδα Αχ.

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν,  με το «Καλιφόρνια Ντρίμιν», ένα έργο που, πράγματι,  ανεβαίνει συχνά στις ελληνικές σκηνές. Τι είναι αυτό που το κάνει αγαπητό, ειδικά σε νεανικούς θιάσους;  Ζούμε ακόμη στην Ελλάδα το αμερικάνικο όνειρο;

Αυτό που κάνει αγαπητό το Καλιφόρνια ντρίμιν στους νέους είναι το «ντρίμιν». Βέβαια για να ονειρεύεται κανείς πρέπει να κοιμάται. Απ` την άλλη, δουλειά του συγγραφέα είναι να κάνει φασαρία και να τους ξυπνάει όλους. Κι ακόμα πιο λεπτοδουλειά, να κρατάει «στα τσίνορα απάνω το φουρφούρισμα απ` το όνειρο που πέταξε».

Οι πηγές έμπνευσής σας φαίνεται να είναι τα κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα της νεοελληνικής κυρίως επικαιρότητας. Ποια είναι τα σημεία που επιλέγετε και τονίζετε; Τι σας οδηγεί στην επιλογή αυτή;  Πόσο μπορεί να εμπνεύσει η σύγχρονη πολιτική και κοινωνική κατάσταση της χώρας ένα δημιουργό;

Οι πολιτικοκοινωνικές καταστάσεις είναι εκφάνσεις και επιφαινόμενα της μόνιμης, αναπότρεπτης και ακατανόητης ανθρώπινης συνθήκης. Προς τα εκεί έχω την τάση να σκαλίζω. Τα ευρήματα ανακοινώνονται με τη μορφή θεατρικών έργων.

Θα ήθελα να σχολιάσουμε λίγο τους χαρακτήρες των έργων σας. Έχουν, νομίζω, κάτι «φευγάτο», σαν να ψάχνουν μια ταυτότητα… Και δράττομαι της ευκαιρίας να προσθέσω, παρότι εκπαιδευτικός με μακροχρόνια θητεία στη δημόσια εκπαίδευση, πώς δεν σας απασχόλησε η παιδεία/εκπαίδευση/σχολείο ως θέμα σε κάποιο έργο σας;

Είναι πρόσωπα που αγωνιούν για την ιδιοπροσωπία τους. Και γι’ αυτό μοναχικά και ανυπεράσπιστα. Κάποιος πρέπει να κάνει το δράμα τους παράσταση. Έτσι, για συμπαράσταση. Όσον αφορά τη θητεία μου στα σχολεία, αυτή αντανακλάται σε κάποια έργα. Τα παιδιά στο «Καλιφόρνια ντρίμιν» είναι παιδιά που έχω δει σε υποβαθμισμένα σχολεία να προετοιμάζονται για να είναι οι αυριανοί losers, ο Λευτέρης στο «Γάλα» πηγαίνει σε ένα νυχτερινό σχολείο – χωματερή προβληματικών μαθητών, και στο τελευταίο μου έργο, το «Καγκουρό», ο πατέρας, ο Δημήτρης, είναι ένας δάσκαλος καρπαζοεισπράκτορας, που παρόλα αυτά, συνεχίζει να παλεύει για να εκπληρώνει μια παράλογη αίσθηση χρέους προς τους μαθητές του. Όσον αφορά τη συμπεριφορά των προϊσταμένων μου προς το πρόσωπό μου, αισθάνομαι μία ταύτιση με το ρόλο αυτό.

Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από το «Γάλα». Ξανακοιτώντας το προσφυγικό, τι έχετε να σχολιάσετε;

Μία ευκαιρία για επαγγελματίες ανθρωπιστές να εφαρμόσουν στην πράξη τις διακηρύξεις τους. Ανθρωπισμό ακούω, επαγγελματισμό δεν βλέπω.

Ακολουθείτε κάποιες προδιαγραφές στο γράψιμό σας; Υπάρχει μια φιλοσοφία, μια αισθητική την οποία υπηρετείτε;

Συνήθως ξεκινάω το γράψιμο ως ένα κομψό κουαρτέτο εγχόρδων για μουσική δωματίου και καταλήγω μία μπάντα ροκ εν ρολ που έχει χάσει τον έλεγχο.

Η ελληνική πολιτεία αδιαφορεί για την εγχώρια δραματουργία. Αν συμφωνείτε, θα θέλατε να  κάνετε κάποιες προτάσεις τόσο για την καλύτερη προβολή του ελληνικού έργου όσο και για την θέσπιση κινήτρων συγγραφής;

Βεβαίως και συμφωνώ και θέλω. Κι έχω μάλιστα κάποιες συγκεκριμένες και ενδιαφέρουσες, πιστεύω, προτάσεις να θέσω υπ` όψιν της αρμόδιας υπηρεσίας του ΥΠ.ΠΟ. για την προβολή και την προώθηση της ελληνικής δραματουργίας. Τι; Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο ούτε κάτι άλλο αντίστοιχο; Δεν το πιστεύω!

 

ΕΠΟΧΗ, 19.11.2017

 

 

 

Το παιδί και η ευθύνη. Για το «Mall» του Αναστάση Πινακουλάκη

Σχολιάστε

 

(θ. Επί Κολωνώ)

        Τυπικά  το Mall  του νεαρού συγγραφέα Αναστάση Πινακουλάκη είναι  ένας μονόλογος με θέμα την απαγωγή ενός παιδιού μέσα σε ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο. Στην πραγματικότητα ο συγγραφέας προσπάθησε κάτι σαφώς  περισσότερο φιλόδοξο: να εντάξει μέσα στο κείμενό του μια σειρά ερωτημάτων για τις σχέσεις ενηλίκων και ανηλίκων σε ένα κόσμο που αυτοπροσδιορίζεται ως παιδοκεντρικός αλλά στην πραγματικότητα εφηύρε το «παιδί» για  εμπορευματική πρωτίστως χρήση. Μια τεράστια βιομηχανία κινείται γύρω από τα παιδιά, βιομηχανία πολύ, πάρα πολύ προσοδοφόρα υλικά και συμβολικά:  από την κοστοβόρα εκπαίδευση –πόρρω απέχουσα της παιδείας την οποία αντικατέστησε χωρίς αντίσταση- μέχρι την διατροφή και την ένδυση, την άθληση και την ψυχαγωγία  και άλλους πολλούς τομείς της καθημερινότητας αλλά και ο μεγάλος τομέας της ψυχιατρικοποίησης της παιδικής συμπεριφοράς μέσα από τις κάθε είδους απίθανες «αποκλίσεις».  Μέσα σ’ όλο αυτό εγκλωβίζονται και οι ενήλικες, οι γονείς. Ιδιαίτερα μπερδεμένοι με τις αντιφατικές συχνά παραινέσεις της λεγόμενης αντιαυταρχικής αγωγής, ανώριμοι και οι ίδιοι, μέσα στην ανασφάλεια αλλά και τον εγωισμό, ανίκανοι να συγκεράσουν τις προσωπικές αναμονές και τα όνειρα με τις απαιτήσεις της ανατροφής ενός παιδιού,  δυσκολεύονται να διδάξουν όρια και αξίες, που είναι και για τους ίδιους συχνά ασαφή και ακατανόητα. Δυσκολεύονται να δώσουν ποιοτικό χρόνο στα παιδιά και να συγκροτήσουν και συγκρατήσουν ένα δίκτυο πολιτισμικών και αξιακών αναφορών, που να μη δημιουργεί φοβικά, εγωιστικά πλάσματα, μακριά από έννοιες δημοκρατίας, συλλογικότητας και ουσιαστικής αμφισβήτησης. Αυτόν τον κόσμο του εφησυχασμού και της υποκρισίας, του φόβου, του εγωισμού, της κεκαλυμμένης αδιαφορίας και κυρίως της βίας είχε, νομίζω, κατά νου ο συγγραφέας. Καθόλου τυχαία δεν εντάσσει, λοιπόν, τον συγκεκριμένο μονόλογο σε μια τριλογία με θέμα τον φασισμό, ανοίγοντας την έννοια στο επικίνδυνο πεδίο των καθημερινών σχέσεων.

Photo: Patroklos Skafidas

         Στο μονόλογο, ένας νέος άντρας που δουλεύει σε ένα κατάστημα παιχνιδιών σε εμπορικό κέντρο παραδίδεται στην αστυνομία και ομολογεί πως αυτός απήγαγε τον μικρό Θοδωρή που εξαφανίστηκε ως διά μαγείας από το Mall. Ο λόγος του είναι τα ταραγμένος και αντιφατικός, μέχρι το τέλος δεν έχουμε πειστεί ότι λέει την αλήθεια, πάντως καταφέρνει αυτό που διατείνεται ότι ήταν η πρόθεσή του: να τραβήξει την προσοχή πάνω στις ευθύνες των γονιών για τα παιδιά τους, να καταγγείλει την αμέλεια και την αδιαφορία. Βέβαια για να το πετύχει αυτό θυματοποιεί – ή διατείνεται πως το έκανε-ένα παιδί. Και στις δυο περιπτώσεις το παιδί είναι μια αδύναμη παρουσία που υφίσταται βία.

Ο ήρωάς του έχει ψυχολογικό ενδιαφέρον με τις μεταπτώσεις και τις αντιφάσεις του, την ψυχική του διαταραχή. Μοιάζει με μια ανεστραμμένη εκδοχή των χολιγουντιανών τεράτων, που περιπαίζουν έξυπνα την νοημοσύνη και την τεχνογνωσία της αμερικανικής αστυνομίας. Αυτός είναι ένας άγγελος-εκδικητής, πιστεύει για τον εαυτό του. Αλλά δεν παύει να είναι ο βασανιστής του μικρού Θοδωρή, με τον οποίο ταυτίζεται.

Photo: Patroklos Skafidas

         Ο Πινακουλάκης, παράλληλα με το κεντρικό ζήτημα που τον απασχολεί, αφήνει να παρεισφρήσουν και  ερωτήματα για επί μέρους θέματα πολύ σημαντικά βεβαίως, όπως η δυνατότητα των ομόφυλων ζευγαριών να μεγαλώσουν παιδιά, ένα θέμα που πέρα από τις όποιες κοινωνικές και νομικές προεκτάσεις του, βάζει και από μια άλλη πλευρά τα όρια της έννοιας «γονιός», θέτοντας ευθέως το ερώτημα αν ο τόνος στη γονεϊκή σχέση πέφτει τελικά –και επιτέλους- στην διαδικασία ανατροφής των παιδιών  και στο αποτέλεσμά της. Όπως επίσης ο καταναλωτισμός (δεν είναι τυχαίο που το έργο τιτλοφορείται Mall, αυτός ο ψεύτικος παράδεισος της κατανάλωσης).

Μολονότι σε μερικά σημεία υπάρχει ένας κάποιος διδακτισμός, ενώ το έργο διαπνέεται από την διάθεση του νέου να τα πει όλα και με μιας, πράγμα που κάποιες στιγμές «σκοτεινάζει» τα πράγματα, περιπλέκοντας το υλικό, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πολλά υποσχόμενο συγγραφέα, με φρέσκια ματιά, ικανό να φέρει πολύ σύγχρονα θέματα και προβληματισμούς στην ελληνική δραματουργία. Ικανό επίσης να συγκεράσει τους συγγραφαφείς που αγαπά και στους οποίους αναφέρεται  φωνές από το ελληνικό και ξένο θέατρο (Δημητριάδης, Μαυριτσάκης, ΜακΝτόνα του «Πουπουλένιου» κτλ) και να δημιουργήσει μια γραφή με δικό της στίγμα και (ο χρόνος θα δείξει) αναγνωρισιμότητα.

Ο ίδιος σκηνοθέτησε χωρίς εκπλήξεις την παράσταση, βάζοντας στη θέση του αόρατου ανακριτή το κοινό και σκορπίζοντας  στη σκηνή παιδικά παιχνίδια σε σακκουλάκια –απονεκρωμένα παιδικά παιχνίδια. Ένα τραπέζι ήταν το ανακριτῑκό γραφείο και ταυτόχρονα η πύλη μέσα από την οποία ο ήρωας ταξίδευε στη δική του παιδική ηλικία, στις σκέψεις του και στους φόβους του. Ο Λάζαρος Βαρτάνης έδωσε βάθος στον ήρωα, τιθάσευσε κάποια ίχνη ρητορισμού και έπλασε ένα ολοκληρωμένο χαρακτήρα (παρά τις κάπως απότομες και ίσως μακρύτερες από το αναμενόμενο παύσεις).

ΕΠΟΧΗ, 5.11.2017

 

 

 

 

 

Η δυστοπία της παιχνιδοχώρας

Σχολιάστε

Ο Λάζαρος Βαρτάνης μιλά για το Mall του Αναστάση Πινακουλάκη και τον 

πολύ ιδιαίτερο ήρωα που ερμηνεύει

Έργο ελληνικό με υπόθεση ενδιαφέρουσα, το Mall του Αναστάση Πινακουλάκη, συγγραφέα βραβευμένου με το Βραβείο Θεατρικού Κειμένου στο Free Thinking Zone (Hellenic CircleCultural Association in Brussels), ανεβαίνει σε λίγες μέρες στο θέατρο Επί Κολωνώ. Το έργο γράφτηκε με αφορμή το πραγματικό γεγονός της απόπειρας απαγωγής ενός ανήλικου κοριτσιού από εμπορικό κατάστημα και αποτελεί μέρος μίας τριλογίας μονολόγων με αφορμή την έξαρση της τρομοκρατίας και του νεοφασισμού, που ονομάζεται Η πικρή τριλογία του νεοφασισμού         (“Mall”, “Υγρασία στους Τοίχους”, “Το αγόρι της οδού Αμερικής”). Ζητήσαμε από το πρωταγωνιστή του έργου, Λάζαρο Βαρτάνη, να μας μιλήσει για την παράσταση και τον πολύ ιδιαίτερης ψυχοσύνθεσης και συμπεριφοράς ηρωα που ερμηνεύει.

Αποτέλεσμα εικόνας για λάζαρος βαρτάνης mall

Κύριε Βαρτάνη, το Mall είναι μια παράξενη ιστορία, ηθελημένα θολή. Ένα παιδί εξαφανίζεται ενώ βρίσκεται σε ένα μεγάλο χώρο γεμάτο κόσμο και καταστήματα. Ποια είναι η πρόθεση του συγγραφέα; Μια ιστορία μυστηρίου; Ο φόβος για την ευάλωτη θέση των παιδιών; Ο καταναλωτισμός;

Λάζαρος Βαρτάνης (Λ.Β.)Νομίζω αυτό είναι που το κάνει τόσο ενδιαφέρον. Η υποτιθέμενη θολούρα που έχει. Ξεκινάει και πραγματικά αναρωτιέσαι που το πάει. Δεν θα μπορούσε όμως ένα κείμενο σαν αυτό να είναι «κανονικό». Σχεδόν απαγορευτικό. Αυτός ήταν και ένας από τους βασικούς λόγους που το ερωτεύτηκα από την πρώτη ανάγνωση. Δεν θέλω να αποφασίσω τις προθέσεις του συγγραφέα γιατί θα το αδικήσω. Θα αφήσω τους θεατές να σκεφτούν τι είναι τελικά το «Mall». Το καλοκαίρι στο Off Off Festival – εκεί παρουσιάστηκε για πρώτη φορά – ακούσαμε μετά ενδιαφέρουσες απόψεις για το «τι ήθελε να κάνει» ο ήρωάς μου. Περιμένω με αγωνία να ακούσω και τώρα.

Ποιος είναι ο άνθρωπος που καλείστε να ενσαρκώσετε και ποιος ο ρόλος του στην εξαφάνιση;

Λ.Β.: Ο Χρήστος Λαζάρου είναι υπάλληλος στο κατάστημα παιχνιδιών «Neverland», σε ένα εμπορικό κέντρο. Εκεί έρχεται αντιμέτωπος με την εξής κατάσταση: Οι γονείς ενός μικρού αγοριού – του Θοδωρή – αφήνουν το παιδί τους συστηματικά κάθε Σάββατο μόνο του μπροστά από τα ράφια με τα επιτραπέζια παιχνίδια και εξαφανίζονται για να κάνουν τα ψώνια τους σε άλλα καταστήματα. Η ιστορία κρατάει δυο χρόνια και ο Χρήστος αποφασίζει να αναλάβει δράση. Είναι ένας άνθρωπος με μπερδεμένο παρελθόν και παρόν. Ελάχιστα αφήνει να φανούν και ακόμα και αυτά είναι υπό αμφισβήτηση. Ο ίδιος ισχυρίζεται στην προανάκριση ότι απήγαγε τον μικρό, παρόλο που οι κάμερες ασφαλείας δεν τον κατέγραψαν να φεύγει από το χώρο μαζί του. Το που βρίσκεται ο μικρός και αν ζει δεν θα το αποκαλύψω. Θα σας αφήσω να δείτε και να βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα.

Αποτέλεσμα εικόνας για λάζαρος βαρτάνης mall

Αναστάσης Πινακουλάκης-Λάζαρος Βαρτάνης

Ποιο είναι το προκλητικότερο στοιχείο στην προσωπικότητα του Λαζάρου –του ήρωα που ερμηνεύετε; Ποιες δυσκολίες σας δημιούργησε και ποιες λύσεις βρήκατε γι’ αυτές;

 Λ.Β.:  Για καλή μου τύχη έχω στα χέρια μου ένα ρόλο τόσο πολυεπίπεδο και καλογραμμένο που κάθε ηθοποιός θα σκότωνε για να βρίσκεται στη θέση μου. Τη μια στιγμή λέει κάτι και την άλλη το αναιρεί. Συγκινείται και μετά γελάει νευρικά. Μιλάει για τον Θοδωρή και μπλέκει στην ιστορία τον «Κοντορεβυθούλη». Παίζει με τους ανακριτές του σε βαθμό τρέλας. Είναι ευχάριστος κι επικίνδυνος μαζί. Λέει τα πιο σοβαρά πράγματα με έναν τρόπο τόσο κυνικό που σε  καθηλώνει. Και όλα αυτά χωρίς ίχνος θεατρίλας. Δύσκολος ρόλος αλλά πια δεν με τρομάζει. Έχω ανθρώπους δίπλα μου στις πρόβες που μπορώ να εμπιστευτώ και ν’ αφεθώ στα χέρια τους. Κι ευτυχώς είναι δύσκολος γιατί αλλιώς θα βαριόμουν εύκολα. Η γνώμη μου είναι πως το ψάξιμο δεν τελειώνει στις πρόβες και μετά παρουσιάζω την ωραία μου κονσέρβα. Κάθε μέρα και κάθε παράσταση είναι κάτι άλλο, με άλλο κοινό και ενέργειες. Το μόνο που χρειάζεται σίγουρα να φροντίσω είναι η φωνή μου γιατί αλλιώς δεν βγαίνει το έργο.

 Συνδέεται το έργο με την σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα στον τόπο μας και πώς;

Λ.Β.:  Το «Mall» ανήκει σε μια τριλογία μονολόγων με κύριο τίτλο «Η πικρή τριλογία του Νεοφασισμού». Οι άλλοι δυο – «Υγρασία στους τοίχους» και «Το αγόρι της οδού Αμερικής» – θα παιχτούν επίσης στο Επί Κολωνώ αργότερα μέσα στη σεζόν. Ο Αναστάσης Πινακουλάκης μελέτησε πολύ προσεχτικά και για τους τρείς τη σύγχρονη πραγματικότητα. Στον δικό μου μονόλογο μιλάει για γονείς που αφήνουν τα παιδιά τους σε πάρκα ή παιδότοπους εμπορικών κέντρων και κάθονται παραδίπλα με το κινητό στο χέρι, χωρίς να ασχολούνται μαζί τους. Ήθελα να δω με τα μάτια μου αν ισχύει και η έρευνά μου σε τέτοιους χώρους με άφησε άφωνο. Παιδιά κάτω των πέντε χρονών μαζεμένα όλα μαζί σε κάτι που έμοιαζε με «παιδική χαρά» και οι γονείς εξαφανισμένοι. Τρομαχτικό ομολογώ.

Αποτέλεσμα εικόνας για λάζαρος βαρτάνης mall

Παρόλο που δεν γνωρίζω το έργο, φαντάζομαι ότι ανάμεσα στα θέματα που διαπραγματεύεται είναι και ο φόβος. Είμαστε μια φοβική κοινωνία;

Λ.Β.:  Ναι δυστυχώς. Και δεν καταλαβαίνω γιατί φτάσαμε εδώ. Πως γίνεται να φοβόμαστε ανθρώπους διαφορετικών Εθνικοτήτων και χρωμάτων; Ή να συζητάμε ακόμα για την πιθανή σεξουαλικότητα του καθενός; Ζούμε σε έναν πανέμορφο πλανήτη που – ευτυχώς – ο καθένας από εμάς είναι διαφορετικός και αυτή είναι η χάρη της ζωής.

Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει ένας νέος ηθοποιός όπως εσείς στην θεατρική πραγματικότητα της χώρας;

Λ.Β.:  Πολλά τα θέματα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Τα βασικότερο όλων είναι το οικονομικό. Δεν ζεις πια από αυτή τη δουλειά. Χρειάζεται κι άλλα πράγματα παράλληλα και αυτό φέρνει σωματική κούραση τεράστια. Φανταστείτε ότι δουλεύω σ’ να καφέ και παράλληλα κάνω διπλές πρόβες και όλο αυτό επί 4 χρόνια. Κοινώς, βγαίνει κάνα 18ωρο τη μέρα. Εξαντλητικό.

ΕΠΟΧΗ, 1.10.2017

 

Μια σοβαρή πρόταση για το σατυρικό δράμα

Σχολιάστε

Ο Κύκλωπας του Ευριπίδη

σε σκηνοθεσία Παντελή Δεντάκη

 

«Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,/ τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,/ αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,/ αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου» λέει ο Καβάφης στο γνωστότατο ποίημά του «Ιθάκη»,  και δεν το θυμηθήκαμε επειδή η παράσταση την οποία θα παρουσιάσουμε σήμερα είναι το μοναδικό σχεδόν αρτίως σωζόμενο σατυρικό δράμα, ο «Κύκλωπας» του Ευριπίδη.  Η διαδρομή προς το Ηρώδειο μας το θύμισε, μιας και εκεί την είδαμε την παράσταση του Παντελή Δεντάκη.  Φτάσαμε στο θέατρο με αστυνομική συνοδεία, από το σινεμά «Θησείον»,  όπου μας σταμάτησε ομάδα αστυνομικών που εμπόδιζε την ελεύθερη διέλευση των πολιτών.  Τα αστυνομικά μέτρα για την ασφάλεια του Γάλλου προέδρου βεβαίως, που θύμισαν άλλες κυβερνητικές παραδόσεις, παλιότερες, τις οποίες η νυν κυβέρνηση τότε κατέκρινε –και ορθώς- ως απαράδεκτες  ενδείξεις υποτέλειας. Φευ! Άλλοι καιροί. Και άλλα τα ήθη τότε. Πάντως φτάσαμε τελικώς και την είδαμε την παράσταση και μας αποζημίωσε ευτυχώς, γιατί ήταν δουλειά αξιόλογη, με πρόταση  για το μυστήριο που λέγεται «σατυρικό δράμα».

***

 

Αποτέλεσμα εικόνας για κύκλωπας δεντάκης κριτική

Είναι αλήθεια πως πολύ λίγα πράγματα γνωρίζουμε για το είδος. Αλλά, ακόμα κι αν είχαμε τη χαρά να φτάσουν σπουδαίες και διαφωτιστικές πληροφορίες γι΄αυτό, πάλι θα είχαμε δυσκολία να το καταλάβουμε, πολύ περισσότερο να το παραστήσουμε, γιατί τα στοιχεία που του έδιναν ταυτότητα είναι πολύ μακριά από μας. Τι σημαίνει αίφνης για μας σήμερα ένας χορός Σατύρων;  Εν πάση περιπτώσει, το σατυρικό δράμα συμπλήρωνε την τραγική τριλογία και μάλλον χρησιμοποιούταν ως συναισθηματική τουλάχιστον αποφόρτιση των θεατών, που είχαν νιώσει μεγάλες συγκινήσεις και διανοητικές εντάσεις κατά την παρακολούθησή της. Μετέχει δε, το σατυρικό δράμα, της τραγωδίας και της κωμωδίας: χρησιμοποιεί ως υλικό μύθους που θα μπορούσαν κάλλιστα να γίνουν το υλικό σπουδαίων τραγωδιών αλλά τους χειρίζεται με  χαρίεσσα διάθεση, με σκοπό να τέρψει τον θεατή. Και πάντα υπάρχει ένας χορός Σατύρων, πειραχτήρια δαιμόνια, ακόλουθοι του Διονύσου, ερωτύλοι, παιχνιδιάρηδες, μπαγαπόντηδες, κρασοπότες, ασχημούληδες, τερατόμορφοι και αρκετές φορές επικίνδυνοι αφού εύκολα χάνουν το μέτρο.

Με εξαίρεση μερικά σπαράγματα, το μοναδικό σατυρικό δράμα που έφτασε περίπου ατόφιο ως σήμερα είναι «ο Κύκλωπας» του Ευριπίδη, για το οποίο όμως δεν είμαστε καθόλου σίγουροι πότε παίχτηκε και δεν μπορούμε να το εντάξουμε στην «παρέα» καμιάς γνωστής τριλογίας του μοναδικού Ευριπίδη.

Αποτέλεσμα εικόνας για κύκλωπας δεντάκης κριτική

Το πολιτισμένο και το άγριο

           Παρόλο που συνηθίζουμε να τονίζουμε την ανθρωπομορφία της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, υπάρχουν σ’ αυτήν εξαιρετικά ενδιαφέροντα στοιχεία τερατομορφίας. Ο Κύκλωπας είναι μια ενδιαφέρουσα σύλληψη: δεν σχετίζεται με τους Κύκλωπες, τις θεότητες εκείνες από τα πιο αρχαία στρώματα της θεογονίας, είναι ένα πλάσμα που συμβολίζει το πρωτόγονο, το μακράν του πολιτισμού, το μη-ανθρώπινο εν τέλει. Ο κόσμος των Κυκλώπων είναι το έτερον του πολιτισμού: άγριος, ανθρωποφαγικός, παραδομένος στο ένστικτο.

Ο Ευριπίδης παρουσιάζει το γνωστό  από την  ι ΄ ραψωδία της «Οδύσσειας» επεισόδιο του ξεγελάσματος του Κύκλωπα από τον Οδυσσέα, κατεξοχήν σύμβολο του ανθρώπου της πολιτικής και του πολιτισμού, της ευστροφίας, του ευφυούς τεχνάσματος μα και του δόλου. Ένας χορός Σατύρων, ναυαγών που έγιναν δούλοι του Κύκλωπα, παρακολουθεί τα τεκταινόμενα και συμμετέχει στην εξέλιξη. Κορυφαίος ένας γερο-Σειληνός. Άτακτοι, εγωιστές, φίλαυτοι, αφερέγγυοι οι Σάτυροι, προκαλούν θυμό και γέλιο με την παρουσία τους και τα καμώματά τους. Το δόλωμα του κρασιού, το δώρο του Βάκχου, λειτουργεί ως καταλύτης και διαφοροποιεί τα στάδια της κοινωνικής και πολιτιστικής εξέλιξης που αντιπαρατίθενται στο έργο.

***

Όπως ο Οδυσσέας έχει κάψει μια πόλη, έτσι και η Δύση έχει σκοτώσει, έχει επέμβει, έχει εκμεταλλευτεί χώρες και λαούς. Είμαστε, υποτίθεται, πιο πολιτισμένοι σε σχέση με αυτούς που μπουκάρουν κάπου ζωσμένοι με εκρηκτικά, αλλά κι εμείς έχουμε σφάξει κόσμο. Και ο Ευριπίδης γι' αυτά μιλάει. © Bάσια Αναγνωστοπούλου

       Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Παντελής Δεντάκης  είδε σωστά τη διαλεκτική αυτών των σταδίων αλλά είδε και τον κοινό πυρήνα που έχουν αυτά τα στάδια: ο Κύκλωπας κατασπαράζει τους ανθρώπους αλλά, στην προσπάθειά του να σωθεί, αντίστοιχα άγρια είναι και η συμπεριφορά του Οδυσσέα. Ο σκηνοθέτης έτσι έκανε ένα ενδιαφέρον σχόλιο που  έχει και πολιτική χροιά, σε ένα έργο που ως εκ του είδους του δεν έχει πολιτικές διαστάσεις: το πολιτισμένο και το άγριο βρίσκονται πολύ κοντά, τα χωρίζει μια λεπτή γραμμή, που είναι εύκολο να την διαβεί κανείς. Τα δόντια του Κύκλωπα μπορούν εύκολα να αντικατασταθούν από την ευφυή βία –την πιο επικίνδυνη γιατί στοχεύει στο σώμα όσο και στο νου- του κόσμου των θεσμών και των νόμων. Η βία είναι διάχυτη, ξεχειλίζει από παντού, παίρνει όλες τις πιθανές μορφές. Αυτό ήθελε να δείξει και το σκηνικό της Γεωργίας Μπούρδα, που τοποθέτησε έκκεντρα γι’ αυτό και με έντονη παρουσία, ένα κύβο που θύμιζε το «ξύλο»  του χασάπη για να μετατραπεί ποικιλοτρόπως κατά τη διάρκεια της παράστασης και να γίνει, αυτός ο πάγκος του χασάπη, ακόμα και   πολιτικό βήμα.

Το ξεκάθαρο πολιτικό σχόλιο έβαλε μέσα στο κείμενο εμβόλιμα η μετάφραση του Παντελή  Μπουκάλας, ποιητής ο ίδιος, μπορεί να μεταφέρει ευφάνταστα, με οξυδέρκεια και σεβασμό τον αρχαίο λόγο στο νεοελληνικό ιδίωμα, γι’  αυτό και οι όποιες παρεμβάσεις του είναι μετρημένες και εύστοχες. Δεν αλλοιώνουν το κείμενο, εντάσσουν το υπόγειο σχόλιο του αναγνώστη-ερμηνευτή (που είναι ο μεταφραστής) μέσα στο σώμα του μεταφρασθέντος κειμένου.

Αποτέλεσμα εικόνας για κύκλωπας δεντάκης κριτική

Ένας γυναικείος θίασος

        Ο σκηνοθέτης προτίμησε έναν αμιγώς γυναικείο θίασο. Η επιλογή δεν ήταν πυροτέχνημα αλλά έπαιζε ρόλο στη σκηνοθετική ερμηνεία. Φαλλοφόρες και γυμνόστηθες, οι γυναίκες του χορού ερευνούσαν τα όρια του φύλου τόσο στον κόσμο της μυθολογίας όσο και στις δυνατότητες του ιδιότυπου ερμαφροδιτισμού στην σκηνή. Από τις λίγες φορές που ένα τέτοιο πείραμα αποβαίνει επιτυχές και γόνιμο, ακριβώς γιατί ο στόχος του δεν ήταν ο εντυπωσιασμός και η πρόκληση αλλά  υπηρετούσε σαφή αιτιολογία: να αναγνωστεί ένας αντρικός κόσμος από τη γυναικεία πλευρά. Η Στεφανία Γουλιώτη –που στο παρελθόν έχει δώσει ενδιαφέρουσες ερμηνείες αντρικών ρόλων- έδωσε στον Κύκλωπα τις αποχρώσεις ενός δύστροπου, άγριου και εκδικητικού αφέντη που νομίζει ότι όλα του ανήκουν και επί όλων έχει εξουσία –εκεί παρέπεμπε και το κοστούμι που θυμίζει μεγαλογαιοκτήμονα του περασμένου αιώνα. Ο Οδυσσέας της Άννας Καλαϊτζίδου στηρίχτηκε σε χαμηλούς τόνους. Έδωσε με προσεγμένη ένταση  τις στιγμές της ταλάντευσης, την παράκληση, την έκπληξη την οργή.  Η  Αλεξάνδρα Αϊδίνη είχε τον δύσκολο ρόλο του Σιληνού και τον απέδωσε ισορροπώντας την απορία για το ακριβές πεδίο του προσώπου με γλυκιά κωμικότητα και ένταση. Ο Χορός των Σατύρων – Νεφέλη Μαϊστράλη, Μαρία Μοσχούρη, Αμαλία Νίνου, Μυρτώ Πανάγου, Ελένη Τσιμπρικίδου και η Έφη Ρευματά (Κομπάρσος)- κινήθηκε ως ένα ενιαίο σύνολο με κοινές ανάγκες, μοιράστηκε τον δόλο, την φιλαυτία, την δειλία και την προδοσία αλλά ταυτόχρονα κάθε μια από τις ηθοποιούς κατάφερε να έχει διακριτή παρουσία και αναγνωρισιμότητα χαρακτήρα. Σ’ αυτό βοήθησαν τα έξυπνα κοστούμια της Γεωργίας Μπούρδα και η καλοδιδαγμένη κίνηση του Ερμή Μαλικότση. Στο διονυσιακό κλίμα της παράστασης συνέβαλε η δαιμονική μουσική του Λευτέρη Βενιάδη και οι γωνιαίοι  φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη.

Ο «Κύκλωπας» του Δεντάκη ήταν μια ολοκληρωμένη πρόταση στην παράσταση του σατυρικού δράματος. Ο σκηνοθέτης  κατείχε την φιλολογική παράδοση, αλλά δεν εγκλωβίστηκε σ’ αυτήν. Την χρησιμοποίησε ως εφαλτήριο με σεβασμό για να προχωρήσει σε μια ερμηνεία του έργου που προκαλούσε συναισθηματικά και διανοητικά τον θεατή.  Γι’ αυτό και δεν καταλάβαμε την τελική επιλογή: να προστεθεί ο Κύκλωπας από τα «Ειδύλλια»  του Θεοκρίτου –άλλο είδος μιας άλλης τελείως αισθητικής και λειτουργίας. Μεταφρασμένο με ευαισθησία από τον Μπουκάλα και ερμηνεύμενο σπαρακτικά και με εσωτερικότητα  από την   Γουλιώτη ομολογουμένως, άφηνε με απορία τον θεατή, αν δεν τον εμπόδιζε να βγει ομαλά από τον ευριπίδειο Κύκλωπα.

ΕΠΟΧΗ, 17.9.2017

Η δύσκολη ευθύνη της ελευθερίας

Σχολιάστε

«Ειρήνη» του Αριστοφάνη από το Εθνικό Θέατρο

 

Όταν ο Αριστοφάνης έγραψε την «Ειρήνη» ήταν πολύ νέος, 24-25 χρόνων. Και αυτό είναι σημαντικό. Ήταν το 421 π.Χ.  και  ο εμφύλιος, που αργότερα πήρε το όνομα «Πελοποννησιακός»,  μετρούσε ήδη δέκα χρόνια βίας, καταστροφών και θανάτου. Τη χρονιά που παίχτηκε η «Ειρήνη», οι Αθηναίοι είχαν πιστέψει για λίγο πως τέλειωσε το κακό, γιατί μόλις είχε υπογραφεί η περίφημη Νικίειος Ειρήνη, που θα κρατούσε, λέει, πενήντα χρόνια. Γελάστηκαν. Οι εχθροπραξίες δεν σταμάτησαν ποτέ κι ο πόλεμος  έφερε κάτι πολύ βαρύτερο στην ιστορία των ελληνικών πόλεων: η  Περσία εκμεταλλεύτηκε τον διχασμό για να ορίζει τα ελληνικά πράγματα, το κυριότερο όμως, ο θεσμός της πόλης –κράτους άρχισε να καταρρέει, παίρνοντας μαζί του την αισιόδοξη περηφάνια του πολίτη πως μόνο η συμμετοχή στα κοινά μπορούσε να αλλάξει τα πράγματα, πως η πολιτική –αντίθετα από τις πλατωνικές εμμονές-οφείλει να ασκείται από όλους και όλοι να έχουν μερίδιο ευθύνης στα τεκταινόμενα. Η λήξη του Πελοποννησιακού Πολέμου ήταν η αρχή του τέλους της έννοιας «πολίτης» και η επαναφορά της ανάθεσης. Επίκαιροι οι προβληματισμοί από την μελέτη της περιόδου και σημαντικά τα συμπεράσματα που μπορεί κανείς να βγάλει.

***

         Ας επιστρέψουμε όμως στο 421 π.Χ. και στην «Ειρήνη». Προϊόν και αυτή η κωμωδία των προβληματισμών του ποιητή για την κατάσταση της πόλης του, εμπεριέχει μια επιθετική παρώδηση του (χαμένου) «Βελλερεφόντη» του δημοκρατικού Ευριπίδη –που όμως, από ένα άλλο πολιτικό δρόμο συναντά τον κωμικό ποιητή μας και ζητά κι αυτός στο έργο του να πάψει η σφαγή.

Αποτέλεσμα εικόνας για ειρήνη αριστοφάνης εθνικό πανούσης

          Ο αμπελοκαλλιεργητής Τρυγαίος έχει επιφορτίσει δυο δούλους να ταΐζουν ένα κοπροκάνθαρο, για να τον ιππεύσει και ανέβει στους θεούς να ζητήσει ειρήνη.  Όμως οι θεοί έχουν αποτραβηχτεί αφήνοντας τους ανθρώπους μόνους με την τρέλα του πολέμου. Η Ειρήνη είναι φυλακισμένη και ο Πόλεμος θριαμβεύει. Ο Τρυγαίος υποχρεώνει τον φοβιτσιάρη Ερμή να τον βοηθήσει να απελευθερώσει την Ειρήνη και να την φέρει στην Αθήνα, μαζί με την Οπώρα –τη θεά της καρποφορίας και της γονιμότητας-και την Θεωρία – θεά του πανηγυριού και της γιορτής, για να λήξει η κωμωδία, ύστερα από μια σειρά λεκτικών αντιπαραθέσεων μεταξύ ειρηνόφιλων και πολεμοκάπηλων, με το γάμο του Τρυγαίου και της Οπώρας.

Αναγνώσεις του Αριστοφάνη

          Η κωμωδία αυτή είναι πολύ πλούσια σε πολιτικά, αλλά και ανθρωπολογικά  στοιχεία, μια έξυπνη  χρήση των οποίων θα έδινε ενδιαφέρουσες αναγνώσεις, εμπνεύσεις και λύσεις τόσο της  μεταφραστές (μιλάμε για μεταφράσεις-διασκευές προοριζόμενες να παρασταθούν, όχι της φιλολογικές που  οφείλουν να είναι πιστές στο κείμενο) όσο φυσικά και της σκηνοθέτες. Δυο μονάχα επισημάνσεις: ο Αριστοφάνης είναι συντηρητικών πολιτικών αντιλήψεων, έτσι την πρωτοβουλία για  την ειρήνη  αναλαμβάνει της αγρότης, που εκπροσωπεί της φορείς των παραδοσιακών αξιών αλλά και τον κόσμο εκείνο που έχει ιδιαίτερα πληγεί από της μάχες με καταστροφή των καλλιεργήσιμων γαιών. Το στοιχείο αυτό ενυπάρχει και της παλιότερους «Αχαρνής» (425 π.Χ.), μόνο που εδώ ο Αριστοφάνης προτιμά όχι μια ιδιωτική ειρήνη της αγανάκτησης, αλλά μια πολιτική πρωτοβουλία από τα συντηρητικά πολιτικά στρώματα  ώστε η ειρήνη να απλωθεί σ’ ολόκληρη την πόλη. Παρά την συντηρητική βάση της σκέψης του, έχουμε μια άκρως ενδιαφέρουσα ιδέα που μπορεί να αξιοποιηθεί κατάλληλα για να αναδειχθούν αιτήματα των καιρών της: την ανάγκη πολιτικής πρωτοβουλίας και δράσης των πολιτών , όταν βρισκόμαστε μπροστά σε πολιτικά και οικονομικά αδιέξοδα.

Ένα άλλο στοιχείο σχετίζεται με την λατρεία των θεών: οι Αθηναίοι είχαν μια θρησκεία που, στην επίσημη διάστασή της, ήταν πολιτική και ορθολογική(βλ. Parker, H θρησκεία στην Αρχαία Αθήνα)-μολονότι δεν έλειπαν άλλα στοιχεία, ανορθολογικά, κυρίως στη λαϊκή λατρεία. Της και να ‘χει, υπήρχε ο φόβος των θεών, που η οργή της θα μπορούσε να βλάψει την πόλη ως σύνολο. Η στάση των θεών στην αριστοφανική «Ειρήνη», δείχνει θυμό  για της ανοησίες και την βαρβαρότητα των ανθρώπων. Ο χειρισμός του θέματος από τον ποιητή φανερώνει πικρία για την σιωπή της, παρόλο που του δίνει την ευκαιρία για την απίστευτη κωμική σκηνή του Πολέμου. Της, χωρίς να είναι πρόθεση του Αριστοφάνη φυσικά, της σύγχρονος σκηνοθέτης μπορεί εδώ να δει την ανάγκη ρήξης των δεσμών με μια λογική που εξαρτά τον άνθρωπο και την επίλυση των προβλημάτων του  από θείες δυνάμεις. Να θέσει δηλαδή και από αυτή την πλευρά το θέμα της ανάληψης ευθύνης από την πλευρά των πολιτών, να μιλήσει για την δύσκολη  ευθύνη της ελευθερίας.

Τέλος, δεν είναι μικρότερης σημασίας το ανθρωπολογικό, με σημαντικές πολιτικές υποδηλώσεις, στοιχείο της σημασίας της γιορτής (Θεωρία), ενώ οι σκηνικές δυσκολίες που παρουσιάζει η παράσταση (ο κοπροκάνθαρος, η διαδρομή από τον ουρανό στη γη κ.α.) είναι εξόχως ενδιαφέρουσες για τον σκηνοθέτη και προκλητικές για τον σκηνογράφο.

Αποτέλεσμα εικόνας για ειρήνη αριστοφάνης εθνικό πανούσης

Το πρόβλημα της κωμωδίας

         Η πιο συνηθισμένη προσέγγιση του Αριστοφάνη στη χώρα μας τις τελευταίες τέσσερις τουλάχιστον δεκαετίες, ήταν μια πρόχειρη, αισθητικής Δελφιναρίου, κακόγουστη μεταφορά των υποθέσεων στα κάθε φορά καθ’ ημάς, συνήθως ανεπιτυχής και επίσης συνήθως στηριγμένη στην ευκολία, την βωμολοχία και κάποια λαμπερά ονόματα. Η δήθεν πολιτική ανάγνωση του Αριστοφάνη κατέφευγε στις χείριστες ευκολίες που συχνά πρόσβαλλαν ακόμα και τον πιο καλοπροαίρετο θεατή και διαστρέβλωναν το έργο του ποιητή στις συνειδήσεις των θεατών –που δεν γνωρίζουν όπως και όσο πρέπει ούτε τον ποιητή ούτε την περίοδο που εξέφρασε. Οι παραστάσεις του Κουν έμειναν αξεπέραστες και ελάχιστες φορές κάποιοι σκηνοθέτες έδειξαν στο κοινό κάτι αξιόλογο, μια πρόταση, έστω και ασαφή,  προσέγγισαν τον Αριστοφάνη με γνώση και θάρρος.

Η παράσταση του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη είχε την εντιμότητα να δηλώσει ευθύς εξαρχής πως πρόκειται για διασκευή του αριστοφανικού έργου, μια διασκευή που ανέλαβε ένας πολύ νέος αλλά ιδιαιτέρως ταλαντούχος συγγραφέας, ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, καλός γνώστης της ελληνικής γλώσσας αλλά και της παράδοσης.  Και πράγματι έδωσε ένα κείμενο (ας αφήσουμε κατά μέρος τους χαρακτηρισμούς «όπερα» και «λιμπρέτο», σηκώνουν μεγάλη συζήτηση) που παρουσίασε σε γενικές γραμμές την ιστορία της «Ειρήνης», προσπαθώντας δύο σημαντικά πράγματα: να ξεφύγει από την βωμολοχική ευκολία και να ψάξει έξυπνα λογοπαίγνια που να θυμίζουν όχι εκείνα του ποιητή μας (μάστορης σε τέτοια γλωσσικά παίγνια) αλλά την τεχνική του και, δεύτερον, να αφήσει λυρικές νότες που υπενθύμιζαν πως ο συγγραφέας στον οποίο αναφερόμαστε ήταν, πριν απ’ όλα,  σπουδαίος ποιητής. Δεν εξέπληξε όμως  το κείμενο, δεν έκανε την διαφορά, παρόλο που ήταν καλογραμμένο και ευφάνταστο, ευχάριστο.

 

Αναποφάσιστη προσέγγιση

         Ο σκηνοθέτης, Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης, στάθηκε αναποφάσιστος απέναντι στο υλικό του. Σε όλη την διάρκεια της παράστασης υπήρχε μια διάχυτη αίσθηση ότι δοκίμαζε είδη και τρόπους αλλά δεν είχε αποφασίσει τους τελικούς συνδυασμούς. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο θεατής γρήγορα «μπούχτιζε» από τον καταιγισμό ευρημάτων, που όμως δεν εξηγούνταν η παρουσία τους, δεν έπειθαν πως είχαν ρόλο και αιτία άλλα από το να γεμίσουν το κενό μιας απορίας. Αν έκοβε κανείς την παράσταση σε ολιγόλεπτα «μέρη», θα έβρισκε πολλά γοητευτικά σημεία, σα σύνολο όμως ο θεατής ένιωθε  μια κούραση και μια αμηχανία.

Αποτέλεσμα εικόνας για ειρήνη αριστοφάνης εθνικό πανούσης

          Τα σκηνοθετικά «μαλάματα», για να θυμηθούμε τον άγιο λόγο του Σεφέρη, που όλο και συχνότερα στο θέατρο έχουμε αιτίες  να ανακαλούμε, ακολούθησε και η μουσική του Νίκου Κυπουργού, μουσικού με γνώση και ευαισθησία. Συνεχείς εναλλαγές ειδών, παραλλαγές γνωστών τραγουδιών από κάθε είδος που μπορεί να φανταστεί κανείς, μια προσπάθεια να συνδεθούν μουσικές παραδόσεις, σαν να επρόκειτο για μια επιτομή της μουσικής ιστορίας του τόπου (πράγμα που φάνηκε ιδιαίτερα στην ομολογουμένως συγκινητική και τρυφερή σκηνή που αντικατέστησε τις δύο παραβάσεις: την αναφορά σε μερικούς δημιουργούς από εκείνους που άφησαν ανεξίτηλη σφραγίδα στην σύγχρονη ελληνική μουσική: τον Αττίκ, τον Χατζηδάκι, τον Βαμβακάρη, τον Τσιτσάνη…). Ερμηνευμένη έξοχα από την Καμεράτα, ωστόσο από μια στιγμή και μετά μια τέτοια ποικιλία ήχων δεν άφηνε τον θεατή να προσέξει ούτε το κείμενο ούτε την μουσική του επένδυση. Η Σεσίλ Μικρούτσικου έκανε φιλότιμη προσπάθεια να κινήσει τόσο τον Χορό όσο και γενικά τους υποκριτές με χάρη και πέτυχε να δώσει ενότητα συνόλου και αρμονίας. Πρωτότυπη και εντυπωσιακή η εικονική σκηνογραφία -ήταν η πρόταση της παράστασης- που επιμελήθηκε ο Στάθης Μήτσιος, ανακαλώντας την Eurovision, τις μεγάλες πίστες των νυχτερινών κέντρων, τα ντοκιμαντέρ του Ευγενίδειου Ιδρύματος και άλλα πολλά. Χρώματα, σχήματα, συνέχειες είχαν φαντασία και χιούμορ και συνομιλούσαν προκλητικά με τον αρχαίο περίγυρο.

Η Εύη Μανωλοπούλου προτίμησε το λευκό χρώμα και η επιλογή της ήταν επιτυχής, όπως επιτυχής ήταν και οι νοσταλγικές αναφορές σε κοστούμια παλιότερων παραστάσεων. Τα κοστούμια ήταν ομολογουμένως εντυπωσιακά, φλερτάριζαν με την κωμικότητα αλλά είχαν το αέρινο στοιχείο που ταίριαζε στο λυρισμό της παράστασης.

Αντιθέτως δεν ήταν επιτυχής η επιλογή του Τζίμη Πανούση στο ρόλο του Τρυγαίου. Ο Πανούσης προέρχεται από το είδος της stand up  comedy και το υπηρετεί καλά, ανεξαρτήτως αν σε κάποιους αρέσει ή όχι.  Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να μεταπηδήσει εύκολα σε ένα είδος απαιτητικό, όπως είναι το αριστοφανικό θέατρο, που έχει ανάγκη από  λεπτές ισορροπίες και  καλοδουλεμένους υποκριτικούς τρόπους -αλλιώς έχουμε τα αποτελέσματα που περιγράψαμε παραπάνω, όταν τηλεοπτικές περσόνες μεταφέρουν τον τηλεοπτικό εαυτό τους στην Επίδαυρο θεωρώντας ότι οι ακκισμοί και οι κακοφωνίες προκαλούν γέλιο. Δεν ήταν έτοιμος να γίνει Τρυγαίος. Προσπάθησε φιλότιμα μέσα από την παράδοση που υπηρετεί να βρει τρόπους και να σταθεί στα αρχαία θέατρα, να αποδώσει τον αριστοφανικό ήρωα, που με τον τρόπο του δημιουργεί μια ουτοπία, αλλά δεν τα κατάφερε. Άτονος, αμήχανος και διόλου πειστικός, με αυτοσυγκράτηση πάντως που του την προσγράφουμε θετικά.

Ο Ερμής διδάχτηκε μακριά από τους συνηθισμένους τρόπους παρουσίασής του, στιβαρός και δυναμικός,  και υπηρετήθηκε καλά από τον Τάση Χριστογιαννόπουλο. Με κωμική προσήλωση ερμήνευσαν τον Δούλο, την Τροφό και τον Ιεροκλή οι Νίκος Καρδώνης, Ευαγγελία Καρακατσάνη και ο Γιάννης Κλίνης αντίστοιχα.  Παράσταση συνόλου πάντως, υπηρετήθηκε με αξιοπρέπεια και αρμονία από το σύνολο των συμμετεχόντων.

Εποχή, 10.9.2017

Oι οικείες ιστορίες ως βάση της συνεννόησής μας

Σχολιάστε

Ο σκηνοθέτης Κώστας Παπακωνσταντίνου μιλά για την τάση του θεάτρου να χρησιμοποιεί λογοτεχνικά κείμενα

 

 

Τις τελευταίες δυο τουλάχιστον δεκαετίες αυξάνει συνεχώς η τάση της χρήσης λογοτεχνικών κειμένων στο θέατρο, στη χώρα μας αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στο ελληνικό θέατρο διαπιστώνεται μια κατά κόρον καταφυγή σε λογοτεχνικά κείμενα, την ίδια στιγμή που, ομολογουμένως, υπάρχει μια ύφεση στην παραγωγή θεατρικών κειμένων αλλά και μια ύφεση στην ποιότητα του δραματικού λόγου, με λαμπρές πάντως εξαιρέσεις. Στο φετινό Φεστιβάλ Αθήνας, για παράδειγμα, σχεδόν όλες οι θεατρικές παραστάσεις στηρίζονται σε λογοτεχνικά κείμενα, μερικά εκ των οποίων αποτελούν έκπληξη ακόμα και για τους πιο μυημένους θεατές. Στις 27 Ιουνίου η «Ελληνική Ένωση  Κριτικών Θεάτρου και  Παραστατικών Τεχνών» διοργάνωσε ημερίδα στο πλαίσιο του Φεστιβάλ με θέμα ακριβώς το φαινόμενο της διασκευής λογοτεχνικών κειμένων στη σύγχρονη σκηνή, στην οποία έλαβαν μέρος θεατρολόγοι και σκηνοθέτες, οι οποίοι παρουσίασαν πολλές και ενδιαφέρουσες πτυχές του θέματος. Ανάμεσά τους, ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Κώστας Παπακωνσταντίνου, που είχε κάνει μια εντυπωσιακή και πολύ πρωτότυπη πρόταση με τους «Χαλασοχώρηδες» του Παπαδιαμάντη πριν από λίγα χρόνια και ο οποίος συνέχισε τη δουλειά του με Εφταλιώτη και Μητσάκη. Η ΕΠΟΧΗ του ζήτησε να μιλήσει για την τάση αυτή και να παρουσιάσει την δουλειά του.

 

Αποτέλεσμα εικόνας για Κώστας Παπακωνσταντίνου σκηνοθέτης

 

 Κύριε Παπακωνσταντίνου, εδώ και καιρό εξελίσσεται μια  συζήτηση σχετικά με τη χρήση της λογοτεχνίας ως υλικού θεατρικών παραστάσεων –μέρος της οποίας ήταν και η συζήτηση που διοργάνωσαν στο Φεστιβάλ Αθηνών η Ένωση  Κριτικών Θεάτρου και  Παραστατικών Τεχνών. Είστε από τους καλλιτέχνες που έχουν ασχοληθεί –και επιτυχώς – με την παράσταση λογοτεχνικών κειμένων. Τι είναι εκείνο που κάνει ένα σκηνοθέτη, μια ομάδα να προτιμήσει να δουλέψει με λογοτεχνικά κείμενα;

 

 Καταρχάς, να πω ένα μεγάλο μπράβο στην  Ένωση  Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών για την πρωτοβουλία τους να οργανώσουν εκδήλωση με θέμα τη «Λογοτεχνία στο θέατρο». Θεωρώ ότι το συγκεκριμένο θέμα αξίζει και πρέπει κάποια στιγμή να αποτελέσει αντικείμενο ενός συνεδρίου, όπου θα συμμετέχουν  όχι μόνον θεωρητικοί και πρακτικοί άνθρωποι του θεάτρου αλλά και φιλόλογοι. Στην ερώτησή σας τώρα, η τάση των τελευταίων χρόνων να ανεβαίνουν  μη θεατρικά κείμενα, εκτός από το ότι  άνοιξε μια τεράστια δεξαμενή επιλογής έργων, δημιούργησε και έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα θεατρικό διάλογο για το πώς μπορούν να παρουσιαστούν αυτά τα κείμενα, αφού δεν υπάρχει μια ισχυρή παράδοση από το παρελθόν που να μας δείχνει τον δρόμο.

Σε ό,τι αφορά την ελληνική σκηνή, έπαιξε κάποιο ρόλο η κρίση σε τέτοιες αναζητήσεις;

Με το ξέσπασμα της κρίσης στην Ελλάδα, επικράτησε μεγάλη σύγχυση στην κοινωνία. Πολλές βεβαιότητες κατέρρευσαν και τα κενά της συλλογικής μας ταυτότητας αποκαλύφθηκαν. Προσωπικά, άρχισα να ψάχνω παλιά διηγήματα που θα μπορούσαν να ανέβουν στο θέατρο, με τη σκέψη ότι  οι παλιές, καλές, κοινές μας ιστορίες λειτουργούν σαν τα παραμύθια του παππού και της γιαγιάς. Είναι το πρώτο υλικό για να καταλάβεις τον κόσμο και τον εαυτό σου μέσα σ’ αυτόν. Αναζητούσα λοιπόν, οικείες μας ιστορίες που θα μπορούσαν να είναι η βάση της συνεννόησής μας. Τι μας συνδέει ως κοινωνία; Ποιοι είμαστε και πού θέλουμε να πάμε; Από πού ερχόμαστε; Δικές μας ιστορίες που θα μας βοηθήσουν να συγχρονιστούμε, ώστε να μπορέσουμε μετά να διαφωνήσουμε, ακόμα και να συγκρουστούμε, αλλά συνειδητά και με στόχο.

Έχει ειπωθεί, από  ειδικούς και μερίδα του κοινού, ότι η τάση αυτή μπορεί να λειτουργεί ως ανέξοδη πρωτοπορία, μια δικαιολογία για να μην αναμετρηθεί ένας καλλιτέχνης με τις δυσκολίες έργων που έχουν γραφεί απευθείας πάνω στις συμβάσεις της δραματουργίας και απαιτούν ερμηνευτικές και υποκριτικές ικανότητες οξυμμένες και μεγάλη θεατρική καλλιέργεια. Τι θα απαντούσατε;

Το Θέατρο είναι δύσκολο γενικά. Υπάρχουν περισσότερο ή λιγότερο δύσκολα κείμενα, είτε είναι θεατρικά είτε όχι. Δυστυχώς, υπάρχουν πολλές εύκολες παραστάσεις, ανεξάρτητα με το αν τα κείμενά τους είναι θεατρικά ή όχι. Αν ασχολείσαι σοβαρά, τα κείμενα έχουν απαιτήσεις…

Ποια κείμενα σας απασχόλησαν;

Έχω σκηνοθετήσει 3 διηγήματα στο θέατρο, τους «Χαλασοχώρηδες» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, τη «Μαζώχτρα» του Αργύρη Εφταλιώτη και τον «Αυτόχειρα» του Μιχαήλ Μητσάκη –το τελευταίο μάλιστα δύο φορές, μία στη Πάτρα σε παραγωγή του θεάτρου Act και μία στην Αθήνα σε δική μου παραγωγή. Το αναφέρω γιατί το 2016 συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τον θάνατο του  πολύ σημαντικού πεζογράφου Μιχαήλ Μητσάκη και δεν έγινε το παραμικρό στην Ελλάδα για την επέτειο αυτή.

Αποτέλεσμα εικόνας για Κώστας Παπακωνσταντίνου σκηνοθέτης Μητσάκης

Από τον «Αυτόχειρα» του Μητσάκη

Πρόκειται για έργα των αρχών του 20ου αιώνα…

Ναι, και τα  τρία λογοτεχνικά έργα που ανεβάσαμε μέχρι τώρα με την ομάδα μας είναι διηγήματα γραμμένα γύρω στο 1900.

Υπάρχει κάποιος λόγος για την επιμονή στην περίοδο;

Ναι, από τη μια,  η χρονική απόσταση του τότε με το τώρα δεν είναι ούτε πολύ μεγάλη ώστε να χάνεται η σύνδεση των δύο εποχών ούτε πολύ μικρή  ώστε να συγχέονται μεταξύ τους. Από την άλλη, δεν έχουν δικαιώματα, και, όπως καταλαβαίνετε, οι ανεξάρτητες παραγωγές δεν  έχουν οικονομικές δυνατότητες.

Όλα αυτά τα κείμενα έχουν γλωσσικές ιδιαιτερότητες. Ήταν κίνητρο αυτό για την επιλογή τους;

Η καθαρεύουσα, ως γλώσσα κατασκευασμένη, δεν αφήνει τον θεατή να ταυτιστεί  συναισθηματικά  με τους ρόλους, αλλά να εστιάζει στην ιστορία, ένα είδος δηλαδή αποστασιοποίησης, χωρίς να χρειάζεται γι’ αυτό μια ξεχωριστή σκηνοθετική ή υποκριτική φόρμα. Την ίδια λειτουργία είχε και η μαλλιαρή δημοτική του Εφταλιώτη.  Για εμάς, που ήταν ζητούμενο οι παραστάσεις μας να έχουν πολιτικό χαρακτήρα, και να μας επιτρέπουν να σκεφτούμε και να μιλήσουμε πολιτικά, η λειτουργία αυτή της γλώσσας ήταν ένα ανεκτίμητο εργαλείο

Πόσο προκλητική είναι η διασκευή και πάνω σε ποιες αρχές δουλεύετε;

Η μόνη διασκευή που κάναμε στα κείμενα είναι ότι τα  παρουσιάσαμε στο θέατρο ενώ γράφτηκαν για να διαβαστούν. Κατά τα άλλα τα κείμενα τα κρατήσαμε ατόφια. Τον  «Αυτόχειρα» του Μητσάκη, που είναι γραμμένος σε πρώτο πρόσωπο,  τον παρουσιάσαμε  ως μονόλογο.  Σ’αυτήν την περίπτωση, δηλαδή της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, τα πράγματα ήταν απλούστερα, επειδή ο αφηγητής παίρνει μέρος στην ιστορία. Στην τριτοπρόσωπη αφήγηση όμως, όπου αφηγητής είναι ο συγγραφέας ο οποίος  δεν μετέχει στην ιστορία, χρειάζεται να σκεφτεί κανείς λύσεις. Οι πιο διαδεδομένες πρακτικές είναι είτε η διασκευή του κειμένου είτε η χρήση αφηγητή. Στην πρώτη, το κείμενο αλλοιώνεται, χάνει την αξία του. Στην καλύτερη περίπτωση έχεις ένα καινούριο καλό θεατρικό έργο που απλώς είχε ως αφετηρία ένα λογοτεχνικό κείμενο, αλλιώς έχεις ένα στεγνό κείμενο με δραματουργικά κενά τα οποία τα συμπληρώνει ο θεατής  ξέροντας την ιστορία από το βιβλίο. Η δεύτερη λύση πάλι είναι αντιθεατρική. Το θέατρο είναι κυρίως διάλογος, διαφωνία, σύγκρουση. Αν χρησιμοποιείς  αφηγητή, είτε αυτός είναι ανεξάρτητος ρόλος, είτε είναι κάποιος ρόλος της ιστορίας ο οποίος αφηγείται, είτε χρησιμοποιείς ομαδική αφήγηση από όλους τους ρόλους, μπορεί το αποτέλεσμα να είναι καλό αλλά σίγουρα η παράσταση χάνει σε θεατρικότητα.

Εσείς όμως κάνατε μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση στους «Χαλασοχώρηδες» μακράν των επιλογών που περιγράψατε μόλις…

Στους «Χαλασοχώρηδες», επινοήσαμε κάτι με την ομάδα μας, το οποίο θεωρώ ότι αποτελεί πρόταση πάνω στην δραματοποίηση της λογοτεχνίας. Χωρίς να το πειράξουμε καθόλου, μοιράσαμε το κείμενο στους ρόλους που ήδη υπήρχαν στην ιστορία σαν να ήταν ατάκες θεατρικού έργου. Κρατώντας αυτούσιο το κείμενο, παίζουμε την αφήγηση του διηγήματος ως διάλογο. Ουσιαστικά δημιουργήσαμε μία καινούρια διάλεκτο όπου οι ρόλοι  μιλούν σε τρίτο πρόσωπο. Όταν το δοκιμάσαμε στις πρόβες, λειτούργησε αμέσως. Το κείμενο στάθηκε πολύ φιλικό απέναντί μας. Μετατρέποντας την τριτοπρόσωπη αφήγηση σε ατάκες καταργείται ο πλάγιος λόγος του συγγραφέα και  γίνεται ευθύς λόγος, θεατρικός. Έχουμε λοιπόν διάλογο, δηλαδή θέατρο χωρίς να διασκευάσουμε το κείμενο. Στη  «Μαζώχτρα» του Αργύρη Εφταλιώτη συνεχίσαμε και εξελίξαμε την τεχνική μας.

ΕΠΟΧΗ, 23.7 2017

Older Entries