Πρόλογος στο βιβλίο του Λ. Πολενάκη «Της γραφής και της σκηνής. Θεατρικές κριτικές 2013-2015» (εκδ. Εύμαρος)

Σχολιάστε

Αποτέλεσμα εικόνας για της γραφής και της σκηνης

       Ο τόμος που κρατάτε στα χέρια σας περιέχει μερικές από τις κριτικές του Λέανδρου Πολενάκη που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Αυγή» τα τελευταία τρία (3) περίπου χρόνια και αφορούν  όλα τα είδη του θεάτρου και  όλες τις εποχές του. Έχει σημασία άραγε να έχουμε τέτοιες συλλογές θεατρικών κριτικών; Ας πάρουμε το ερώτημα από την ανάποδη. Έχει σημασία η θεατρική κριτική; Ακόμα πιο πολύ, έχει σημασία η θεατρική κριτική σήμερα;

Τα ερωτήματα δεν είναι ρητορικά, είναι ουσιαστικά. Λίγο-λίγο οι τακτικές στήλες θεατρικής κριτικής στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο σβήνουν, οι ιδιοκτήτες τους δεν βρίσκουν λόγο να πληρώνουν έναν ειδικό για τέτοια θέματα. Οι πολιτιστικοί συντάκτες αναλαμβάνουν και αυτό το έργο, που περιορίζεται, όμως, πια σε απλή παρουσίαση μιας παράστασης στην καλύτερη περίπτωση. Πολύ συχνά πάντως δεν είναι καν αυτό, αλλά μια ανάπτυξη του δελτίου τύπου που στέλνουν τα γραφεία, μερικές φορές συνοδευμένη από μια τυπική και ανέμπνευστη συνέντευξη ενός εκ των συντελεστών –φυσικά του γνωστότερου. Υπάρχουν και λαμπρές εξαιρέσεις, αλλά δεν παύουν να είναι εξαιρέσεις. Συχνότερα  είναι συντάκτες που, χωρίς να  ξεφεύγουν από τον κανόνα,  κάνουν τουλάχιστον πολύ καλά τη δουλειά τους. Όμως δεν μπορούμε να μιλάμε για κριτική θεάτρου. Λίγες εφημερίδες διατηρούν, πια, τέτοιες στήλες κι ακόμα λιγότερες πληρώνουν τον κριτικό για τη δουλειά του. Στον περιοδικό τύπο η εικόνα είναι κάπως καλύτερη, αλλά το παραδοσιακό περιοδικό γίνεται όλο και σπανιότερο –τα εγχειρήματα μετράνε λίγα τεύχη και έπειτα χάνονται μέσα στις αμείλικτες τεχνολογικές εξελίξεις.

Τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα, αν πάμε στον κόσμο του Διαδικτύου ή θα έπρεπε καλύτερα να πούμε στον κόσμο, όπου η κριτική αντικαθίσταται από τα «αστεράκια» και μερικά ευφυολογήματα, που δεν είναι καθόλου σπάνιο να κρύβουν απλώς την άγνοια του συντάκτη για το θέμα του. Φυσικά, υπάρχουν και κάποιες ιστοσελίδες, όπου λαμπροί επώνυμοι και λιγότερο γνωστοί, της παλιότερης γενιάς ή νεότεροι, λάτρεις και γνώστες του θεάτρου καταθέτουν με γνώση και ευθύνη απόψεις. Φοβούμαι, όμως, πως όσο περνούν τα χρόνια –εκτός των ειδικών- όλο και λιγότεροι είναι αυτοί που έχουν την κουλτούρα και την υπομονή να διαβάσουν πραγματικά μια τέτοια κριτική, που, επειδή δεν έχει και τον περιορισμό των λέξεων της εφημερίδας, απλώνεται και λίγο παραπάνω, προσπαθώντας να εξηγήσει και να προτείνει.

Έχει, λοιπόν, λόγο ύπαρξης η θεατρική κριτική σήμερα; Απολύτως θα πούμε και θα είμαστε κατηγορηματικοί. Γιατί η θεατρική κριτική έχει δυο βασικές δουλειές να κάνει: η πρώτη, είναι ο παραδοσιακός σκοπός της ύπαρξής της –να κρίνει ένα καλλιτεχνικό έργο- και η δεύτερη, να συνδράμει μαχητικά στην ελευθερία του θεάτρου και να στηρίξει την ανεξαρτησία του δημιουργού, να τον βοηθήσει να βρει χώρο για τη δουλειά του, κοινό για τη δουλειά του και να γίνει αποτελεσματικότερος σ’ αυτό που κάνει και προτείνει.

Το πρώτο σημαίνει να προσεγγίσει με τόλμη και αγάπη μια παράσταση: να μιλήσει για το έργο, να το τοποθετήσει ιστορικά, να το εντάξει σε καλλιτεχνικά ρεύματα, να παρουσιάσει το συγγραφέα και το σύνολο της δουλειάς του κι έπειτα να παρουσιάσει την παράσταση, τον τρόπο που το διάβασε ο σκηνοθέτης, την υποκριτική αποτελεσματικότητα, τη μουσική, τα σκηνικά, τους φωτισμούς. Όλα αυτά προϋποθέτουν κάτι βασικό, εκτός της γνώσης και της εμπειρίας. Προϋποθέτουν την ικανότητα να ανιχνευθούν οι προθέσεις των δημιουργών και με βάση αυτές να κριθεί το αποτέλεσμα της δουλειάς. Φυσικά, όλα αυτά είναι πολύ γενικές σκέψεις, γιατί η μεν σκηνική τέχνη εξελίσσεται ραγδαία, παύει δε όλο και περισσότερο να είναι κειμενοκεντρική, νέες μορφές παραστατικής τέχνης γεννιούνται, που ο κριτικός ψάχνει ασταμάτητα να καταλάβει και να αναδείξει. Νομίζω ότι ο κριτικός και ο δάσκαλος έχουν ένα κοινό: νιώθουν την ανάγκη να μεταλαμπαδεύσουν γνώση και ευαισθησία, να ανοίξουν διάλογο με τον άλλον, με καλλιτέχνες και κοινό, να βάλουν ερωτήματα.

Το δεύτερο, δηλαδή η ουσιαστική συνδρομή στην ελευθερία του θεάτρου, είναι πραγματικά σημαντική. Καθώς το θέατρο και οι όμορες Τέχνες του περνούν ολοένα και περισσότερο στα χέρια εταιρειών και ιδρυμάτων, που θα μπορούν να ελέγχουν (αν δεν το κάνουν ήδη) τι λέγεται και πώς λέγεται, ορίζοντας κομψά, αλλά χωρίς περιθώρια διαφυγής, ακόμη και την έννοια του αντισυμβατικού τη βοηθεία των ΜΜΕ και του Διαδικτύου, η ελευθερόφρονη και ασυμβίβαστη θεατρική κριτική είναι ίσως η τελευταία διέξοδος για τους πραγματικά ανυπότακτους καλλιτέχνες. Ο θεατρικός κριτικός οφείλει να ψάξει, να βρει και να παρουσιάσει τις μικρές ομάδες, τους μεμονωμένους καλλιτέχνες που αγωνίζονται να πραγματώσουν το όραμά τους και να το προτείνουν στο κοινό. Και οφείλει να είναι μαζί τους αυστηρός και απαιτητικός. Πολύ απαιτητικός.

       Ο Λέανδρος Πολενάκης διακονεί τη θεατρική κριτική πολλά χρόνια, μολονότι το βιογραφικό του είναι γεμάτο και από άλλες δραστηριότητες, σπουδαία θέση μεταξύ των οποίων έχει και η λογοτεχνική του δουλειά. Όσοι τον παρακολουθούμε εδώ και χρόνια, διακρίνουμε σ’ αυτόν ευθύτητα και παρρησία, είναι κριτικός με θέση και άποψη. Αιτιολογεί την κριτική του, δεν είναι απόλυτος και δίνει χώρο στη διαφωνία. Δεν βιάζεται, ακόμη και στις πολύ σύντομες κριτικές του, όταν νιώθει την ανάγκη να συγκατοικήσουν στο ίδιο κείμενο δυο, καμιά φορά, και τρεις παραστάσεις, γιατί θέλει να προλάβει να μιλήσει για όσα περισσότερα μπορεί από εκείνα που τον έθελξαν και του κίνησαν το ενδιαφέρον. Είναι από τους τελευταίους κειμενοκεντρικούς κριτικούς μας: ξεκινά, σχεδόν πάντα, από το κείμενο και παρακολουθεί την παράσταση με βασικό γνώμονα αυτό. Έχει βαθιά γνώση των ειδών και των ρευμάτων και βλέπει θέατρο. Στην τελευταία φράση, το βάρος πέφτει στο ρήμα «βλέπω». Οι μεγάλοι κριτικοί βλέπουν θέατρο. Οι λέξεις που έχουν παραδειγματική γλωσσική σχέση με την έννοια του «οράν» ενέχουν, επίσης, την έννοια της γνώσης, γι’ αυτό το «βλέπω», σημαίνει και καταλαβαίνω ή γνωρίζω. Ο κριτικός βλέπει θέατρο με όλες του τις αισθήσεις, με τεντωμένο νου, είναι εκεί και την ίδια στιγμή έχει την απαραίτητη απόσταση από το θεώμενο αντικείμενο, ώστε να κατανοήσει ακριβώς τι γίνεται πάνω στη σκηνή, ποια νοητική διεργασία το προετοίμασε, πώς και πόσο έχει δουλευτεί.

Παρότι, για την παρούσα συλλογή, ο Λέανδρος Πολενάκης ξεχώρισε και ενέταξε κριτικές με μεγάλη ισορροπία εποχών και ειδών, δεν μπορεί κανείς να μη σταθεί ιδιαιτέρως στις κριτικές που αφορούν στο Αρχαίο Δράμα, στην Τραγωδία ειδικότερα. Στηρίζει τις προσεγγίσεις του στη γαλλική σχολή έρευνας και ανάλυσης του αρχαίου κόσμου, την προσέγγιση που μας έμαθε ο Λουί Ζερνέ και κυρίως ο Πιερ Βερνάν, αλλά όχι μόνο, ανθρωπολογική προσέγγιση που απαιτεί πολύ καλή γνώση του μυθικού και θρησκευτικού υπόβαθρου της τραγωδίας. Τον ενδιαφέρει γι’ αυτό το μέγεθος των ηρώων, η ανάδειξη της τελετουργίας και η σαφής οριοθέτηση των ερωτημάτων από τα οποία θα προκύψει η παράσταση. Ανοιχτός σε νέες αναγνώσεις, όμως δεν παγιδεύεται από την πρωτοτυπία, υποδεικνύει στους καλλιτέχνες την αναγκαιότητα της σαφήνειας σκηνοθετικά και ερμηνευτικά.

Διαβάζοντας τις κριτικές που περιέχονται σ’ αυτήν τη συλλογή έχει κανείς, επίσης, και μια καλή εικόνα των θεατρικών δρώμενων στην Ελλάδα, την περίοδο 2013-2015. Μια περίοδο που, παρά την κρίση, ίσως θα λέγαμε και εξαιτίας της, ήταν πλούσια θεατρικά και σε ποσότητα και σε ποιότητα.

(Μάρτιος 2017)

Advertisements

Σχολιάστε

Την Δευτέρα, 11 του Δεκέμβρη, στο αγαπημένο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης παρουσιάστηκε το βιβλίο του θεατρικού κριτικού της «Αυγής» και συγγραφέα Λέανδρου Πολενάκη, «Της σκηνής και της γραφής» (εκδ. Εύμαρος), στο οποίο συγκεντρώνονται θεατρικές κριτικές του των τελευταίων χρόνων. Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά για τον αγαπητό και άξιο κριτικό, που διακονεί την θεατρική κριτική με συνέπεια, αγάπη και αντικειμενικότητα, με γνώση. Είναι δεδομένος ο σεβασμός και η εκτίμηση του «Θεατή». Για τον συγγραφέα μίλησαν ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Γιώργος Κιμούλης, η θεατρολόγος καθηγήτρια του Παν. Κύπρου Ελένη Γκίνη,  ο συγγραφέας Βασίλης Κατσικονούρης και η ιστορικός του πολιτισμού και διευθύντρια του Φεστιβάλ «Αναλόγιο» Σίσσυ Παπαθανασίου. Εκ μέρους της «Αυγής» χαιρέτησε η Πόλυ Κρημνιώτη. Συντόνισε ο δικός μας Αντώνης Μποσκοΐτης. Στο βιβλίο είχα τη χαρά και την τιμή να γράψω ένα σύντομο πρόλογο και στην εκδήλωση να απευθύνω ένα σύντομο χαιρετισμό. Τον παραθέτω με συγκίνηση και αγάπη. Ο Λέανδρος Πολενάκης είναι ένας από τους δασκάλους μου στο δύσκολο και κοπιώδες έργο της θεατρικής κριτικής.

« Ο Λέανδρος Πολενάκης είναι ο Νέστορας της θεατρικής μας κριτικής. Τον παρακολουθούμε σταθερά, οι συνάδελφοί του και ο καλλιτεχνικός κόσμος, επειδή ξέρουμε ότι από την σκέψη του θα ωφεληθούμε: θα κερδίσουμε γνώσεις και σημαντικές οπτικές τόσο για συγκεκριμένες παραστάσεις όσο και σε θεωρητικά ζητήματα της τέχνης του θεάτρου. Ο Λέανδρος γνωρίζει το θέατρο, αγαπά το θέατρο και αυτή η αγάπη μαζί με σοφά μελετημένη αυστηρότητα διαπερνά τις κριτικές του. Ξέρει καλά την ιστορία του θεάτρου, τα ρεύματα, τις τάσεις και τα κείμενα. Τονίζω τα κείμενα, γιατί τελευταία, μέσα στην μεταμοντέρνα σούπα, υπάρχει μια τάση της κριτικής που θεωρεί τα κείμενα δευτερεύοντα ή «πατσαβούρια» που μπορεί κανείς να τα χρησιμοποιεί όπου και όπως θέλει. Ο Λέανδρος δεν καταδέχεται τις ευκολίες, δεν μπήκε ποτέ στη λογική των υπερθετικών και των αστεριών –από 1 μέχρι 5. Γι’ αυτόν η κριτική δεν είναι μόνο ένα επάγγελμα, είναι ένα λειτούργημα, μια παρέμβαση στην τέχνη, μια πολιτική πράξη.

Καλόδρομο το βιβλίο σου, Λέανδρε, και να ‘ναι το πρώτο όσων θα ακολουθήσουν στα οποία θα συμπεριληφθούν οι κριτικές που θα γράψεις στα επόμενα πολλά χρόνια.»

 

ΕΠΟΧΗ, 17.12.2017

«Υγρασία στους τοίχους». Συζήτηση με τον συγγραφέα Αναστάση Πινακουλάκη και τον ηθοποιό Στέφανο Παπατρέχα

Σχολιάστε

 

Πριν από λίγο καιρό ασχοληθήκαμε με το «Mall» πρώτο μέρος μιας τριλογίας που παρουσιάζεται σταδιακά στο θέατρο Επί Κολωνώ με θέμα το νεοφασισμό, που έχει γράψει ο νέος ταλαντούχος θεατρικός συγγραφέας Αναστάσης Πινακουλάκης. Σήμερα δημοσιεύουμε μια συζήτηση με τον συγγραφέα σχετικά με το δεύτερο μέρος αυτής της τριλογίας, με τίτλο «Υγρασία στους τοίχους», που εμπνέεται από την υπόθεση Μπρέβικ. Εδώ ο συγγραφέας μελετά με προσοχή και πολιτική σκέψη και θέση τους μηχανισμούς –εσωτερικούς και εξωτερικούς- που συμβάλλουν στη μετατροπή ενός νέου ανθρώπου σε  δολοφονική μηχανή που εμφορείται από ακραίες φασιστικές αντιλήψεις. Στην συζήτηση συμμετέχει και ο ηθοποιός που ενσαρκώνει τον ήρωα της «Υγρασίας», ο Στέφανος Παπατρέχας-μια ερμηνεία καλά μελετημένη στις λεπτομέρειές της και η οποία αναδεικνύει το  προσωπικό έρεβος και την πολιτική διάσταση του ήρωα.

 

Δεύτερο μέρος της τριλογίας για τον φασισμό, η «Υγρασία στους τοίχους», κύριε Πινακουλάκη και όπως έχετε πει η έμπνευσή σας είναι η υπόθεση Μπρέβικ. Ποιος είναι ο λόγος που επιλέξατε το συγκεκριμένο περιστατικό; Έπαιξε ρόλο ο αριθμός των θυμάτων; Ο χώρος της επίθεσης; Η ψυχρότητα της αιτιολόγησης από πλευράς Μπρέβικ; Το πολιτικό περιεχόμενο της πράξης;

 

Ο Μπρέβικ είναι μία συνταρακτική ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης και κάτι που τάραξε την Κοινή Γνώμη πολύ πριν την έξαρση της ισλαμοφοβίας λόγω των τρομοκρατικών επιθέσεων της ISIS. Καταρχάς, αντί για έναν «ξένο κίνδυνο», στην περίπτωση του Μπρέβικ έχουμε έναν Νορβηγό εναντίον Νορβηγών, δηλαδή ένα «οικείο κακό» σε μία χώρα όπου υπάρχει το μεγαλύτερο ποσοστό ευτυχίας σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία. Τίποτα στη νορβηγική κοινωνία δε θα μπορούσε να προβλέψει μία τρομοκρατική επίθεση. Δεν είναι απλώς ένας φονιάς, αλλά ένας εγκληματίας με πολύ οργανωμένο τρόπο σκέψης. Αντί να βλάψει τους μετανάστες, φόνευσε τα μέλη της νεολαίας του Εργατικού Κόμματος που θα ψήφιζαν υπέρ της αποδοχής των μεταναστών. Τέλος, να πούμε πως ο Μπρέβικ έκανε αίτηση και το κατάφερε να συνεχίσει τις σπουδές του παρά την κράτησή του στη φυλακή. Σπουδάζει μάλιστα Πολιτικές Επιστήμες. Δεν είναι οξύμωρο;

-Πώς μεταγρἀφεται η υπόθεση στην ελληνική πραγματικότητα;

Στο δικό μας έργο, ο μακελάρης είναι πολύ νεώτερος στην ηλικία και σπουδάζει Πολιτικές Επιστήμες στη Νομική Αθηνών. Για την σύνθεση του έργου, μελέτησα την δικογραφία του Μπρέβικ και τις ομολογίες του όπως τις διαβάσαμε σε άρθρα που κυκλοφόρησαν. Οι «προϊδεασμένοι» θεατές θ’ αναγνωρίσουν στο έργο μου, διακείμενα από σχετικές του δηλώσεις. Αντίστοιχα λοιπόν, ο * στην Υγρασία, φονεύει μ’ έκρηξη που προκάλεσε στη Νομική, συμφοιτητές του-εκπροσώπους των κομματικών παρατάξεων για να καταδείξει την παρουσία τους στη Σχολή και στην ανικανότητα της ελληνικής Κυβέρνησης ν’ ανανεώσει το εκπαιδευτικό σύστημα. Να ξεκαθαρίσουμε, πως ούτε εγώ ούτε κανένας από τους συνεργάτες μου δεν ενστερνιζόμαστε την ιδεολογία του ήρωα και δεν δικαιολογούμε την βιαιότητα της εκδήλωσής της.

Είστε πολύ νέος άνθρωπος, φοιτητής ακόμα νομίζω, φαντάζομαι όμως πως δεν διαλέξατε το εκπαιδευτικό σύστημα γι’αυτό τον λόγο. Ποιες είναι οι παθογένειες του εκπαιδευτικού συστήματος εδώ και αλλού, κατά τη γνώμη σας, και πόσο συμβάλει αυτό αν όχι στη δημιουργία φασιστικών αντιλήψεων, τουλάχιστον στην ανεπιτυχή αντιμετώπισή τους;

Ναι, είμαι απόφοιτος Παιδαγωγικού Δημοτικής Εκπαίδευσης και στο τέλος των σπουδών μου στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών, οπότε μάλλον η φοιτητική μου ιδιότητα υπήρξε αμφίρροπη δύναμη στην ανάγνωση του Μπρέβικ για την συγγραφή της Υγρασίας. Παράλληλα, με τον Μπρέβικ ανακαλώ στη μνήμη μου κι έναν καθηγητή που είχα στο ΠΤΔΕ και είχε παρόμοιες απόψεις μ’ εκείνον. Δε θα ξεχάσω ποτέ μου, πως όταν μία συμφοιτήτριά μου ζήτησε μία διευκόλυνση λόγω της αναπηρίας της στο πρόγραμμα του εργαστηρίου που ήταν υποχρεωτικό για την κτήση του πτυχίου.  Ο καθηγητής γύρισε και της είπε «δε σου φταίω εγώ που είσαι ανάπηρη. Έχουμε ισότητα.» Κάθομαι και σκέφτομαι: τι σημαίνει τελικά ισότητα;Το εκπαιδευτικό σύστημα, όπως λέει κι ο *, πρέπει ν’ αλλάξει εκ θεμελίων. Χρειαζόμαστε ν’ απορροφηθούν οι εκπαιδευτικοί και οι ειδικοί παιδαγωγοί βάσει ενός συστήματος ουσιαστικής αξιολόγησης, να καταργηθεί το ενιαίο πρόγραμμα σπουδών και ν’ αποδυναμωθεί το γνωσιοκεντρικό μοντέλο. Πιστεύω περισσότερο σε μία νέα εκπαίδευση που εξελίσσει τα παιδιά μέσω βιωματικών εμπειριών και μίας σφαιρικότερης καλλιέργειας των ενδιαφερόντων τους. Λυπάμαι πολύ που δίνουν ακόμα Πανελλήνιες τα παιδιά αντί να δίνουν εξετάσεις απευθείας στο Πανεπιστήμιο που επιθυμούν. Πιστεύω επίσης, πως είμαστε το εκπαιδευτικό μας σύστημα, είμαστε η Παιδεία μας, είμαστε οι παραστάσεις που είδαμε παιδιά, είμαστε τα βιβλία που διαβάζουμε, είμαστε οι δρόμοι που περπατάμε καθημερινά.

Αποτέλεσμα εικόνας για υγρασία στους τοίχους του αναστάση πινακουλάκη

Κύριε Παπατρέχα, πόσο δύσκολο ήταν να μεταφέρετε τον ήρωα αυτό στη σκηνή; Ποια σημεία του χαρακτήρα δουλέψατε και προβάλατε ιδιαίτερα;

 

Κατ’αρχάς είναι ένας ρόλος που διαφέρει σε πολύ μεγάλο βαθμό από τον τρόπο που εγώ σκέφτομαι, μιλάω και ενεργώ. Αυτό από τη μία πλευρά έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και γοητεία, είναι ωστόσο πολύ απαιτητικό και δύσκολο. Ο * είναι απόλυτος σε ό,τι πιστεύει, ξέρει να επιβάλει τις απόψεις του και είναι ακραίος τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη. Κάναμε με τον Αναστάση Πινακουλάκη και τον Λάζαρο Βαρτάνη μεγάλη έρευνα γύρω από θέματα όπως ο φασισμός, η δημαγωγία, ο λαϊκισμός, η εκπαίδευση στην Ελλάδα και ειδικότερα στα ΑΕΙ και φυσικά πάνω στην ναρκισσιστική διαταραχή, με την οποία έχει διαγνωστεί ο χαρακτήρας που υποδύομαι. Σε αυτό βοήθησαν πολύ και οι σπουδές μου στην Ψυχολογία. Ήταν μια πρόκληση, που δε θα είχα καταφέρει να αντιμετωπίσω εύκολα χωρίς τον Αναστάση και το Λάζαρο. Έγινε πολλή και καλή πιστεύω δουλειά. Δώσαμε μεγάλη έμφαση στην επίκληση που κάνει στο συναίσθημα των ακροατών του ο ήρωας, στην πιο ανθρώπινη πλευρά που προβάλει. Σαφώς είναι δύσκολο να μπεις στη θέση κάποιου που έκαψε 56 ανθρώπους, πόσο μάλλον όταν παραμένει αμετανόητος, αλλά το πήγαμε βήμα-βήμα αρχίζοντας από όσα φαίνονται λογικά μέχρι να φτάσουμε στην ακρότητά του

 

Θα θέλατε επίσης να σχολιάσετε το πολιτικό υπόβαθρο του ήρωα που ερμηνεύετε;

 

Ο * συμφωνεί σε πολλά με τα δεξιά και ακροδεξιά κόμματα. Είναι εθνικιστής. Ωστόσο δεν εντάσσεται σε κανένα κόμμα. Θεωρεί την πράξη του προσωπική υπόθεση, παρότι έχει έντονο πολιτικό υπόβαθρο. Εναντιώνεται π.χ. όχι στους πρόσφυγες, αλλά σε αυτούς που τους επιτρέπουν να έρχονται και -κατά τη γνώμη του- να συμβάλουν στην παρακμή της χώρας του. Για εκείνον, μέσω της εγκληματικής του πράξης –ο ίδιος δεν την βρίσκει εγκληματική- ειδωλοποιείται και θ’ αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση. Πιστεύει επίσης, πως ευθύνη έχουν όλοι όσοι δέχονται και συμβιβάζονται με όλα αυτά και με όσους βολεύονται στις καταστάσεις ημιμάθειας, προχειρότητας και ρουσφετιών για μία θεσούλα και ένα σταθερό μισθό. Το σημαντικό, παρόλ’ αυτά είναι ο τρόπος που διεκδικεί το δίκιο του, ο τρόπος που επιλέγει να αντιδράσει σε όλα αυτά. Γιατί εν τέλει οι επιλογές μας είναι αυτές που καθορίζουν το ποιοι είμαστε και η ιδεολογία του καθενός φαίνεται στην πράξη.

 

Γράφετε κι εσείς. Θα ήθελα τη γνώμη σας για την σύγχρονη ελληνική δραματουργία

 

Ισχύει πως έχω ασχοληθεί με το γράψιμο, αλλά δεν το κάνω συστηματικά ώστε να αισθάνομαι θεατρικός συγγραφέας, σε αντίθεση με τον Αναστάση, που είναι πολυγραφότατος και παθιασμένος με αυτό. Γνωρίζοντας τον καλύτερα χαίρομαι όλο και περισσότερο που ένας τόσο νέος άνθρωπος έχει τόση έμπνευση, προβληματισμούς και ασχολείται πολύ βαθιά και με έξυπνο τρόπο με καίρια ζητήματα. Είναι γεγονός πως η σύγχρονη ελληνική δραματουργία παρουσιάζει τρομερό ενδιαφέρον. Νομίζω δε πως η περίοδος που διανύουμε με τα τεράστια προβλήματά της, τροφοδοτεί την έμπνευση πολλών νέων ανθρώπων.

 

 

Για το βιβλίο της Χριστίνας Κουτούβελα «Η νοημοσύνη του ηλίανθου» (εκδ. Γρηγόρη)

Σχολιάστε

 

Κυρίες και κύριοι, φίλες και φίλοι,  καλησπέρα!

Είναι μεγάλη χαρά η συμμετοχή μου στην σημερινή παρουσίαση του βιβλίου της Χριστίνας Κουτούβελα, «Η νοημοσύνη του ηλίανθου». Δεν είναι πολύς καιρός, που εδώ στην ίδια αίθουσα, παρουσιάσαμε το βιβλίο που προέκυψε από την διδακτορική της διατριβή, «Το πείραμα της εκπαίδευσης. Αποτελεσματικότητα και ποιότητα ως προς τι;», μια ενδιαφέρουσα μελέτη που προέκυψε από μακροχρόνιες έρευνες και μεγάλη βιβλιογραφική ενημέρωση και μας έδωσε σημαντικά συμπεράσματα, πολύ χρήσιμα για το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Σήμερα, ήρθαμε εδώ για να γιορτάσουμε την έκδοση του καινούριου της βιβλίου και να το  συζητήσουμε. Και αυτή τη φορά ένα βιβλίο με λογοτεχνικά της κείμενα.

Φίλες και φίλοι, θα ήθελα να κάνω τη Χριστίνα να κοκκινίσει. Γιατί είναι πολύ όμορφη όταν κοκκινίζει και επειδή είναι ένας σεμνός άνθρωπος, κάθε φορά που ακούει να την επαινούν, κοκκινίζει. Η Χριστίνα είναι, λοιπόν, εργατική, πεισματάρα, δημιουργική. Είναι δυναμική και ευαίσθητη, διαβάζει πολύ και σκέφτεται πολύ. Και όλα αυτά φαίνονται στο βιβλίο της.

«Η νοημοσύνη του ηλίανθου» είναι μια συλλογή που αποτελείται 28 μικρά κείμενα –κανένα τους δεν ξεπερνά τις 6 σελίδες και πολλά από αυτά καλύπτουν μετά βίας μια σελίδα- απαρτίζουν την συλλογή κειμένων με την οποία η Χριστίνα Κουτούβελα κάνει την είσοδό της στη λογοτεχνία.  Βεβαίως αρκετά από αυτά έχουν ήδη δημοσιευτεί σε έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά και έχουν προκαλέσει την προσοχή κοινού και ομοτέχνων της.

Θα προσέξατε ίσως ότι χρησιμοποίησα τον ουδέτερα όρο κείμενα. Δεν μίλησα για το είδος αυτών των κειμένων χαρακτηρίζοντάς τα διηγήματα ή μικροδιηγήματα –μπονζάι, κατά τον επιτυχή κατά τη γνώμη μου όρο που εισήγαγαν ο Γιάννης Πατίλης και η Ηρώ Νικοπούλου , δημιουργώντας και το ομώνυμο ιστολόγιο. Παρότι μάλιστα η Χριστίνα έχει συνειδητά ονομάσει μερικά της κείμενα μικροδιηγήματα και τα φιλοξένησαν ειδικές για το είδος ιστοσελίδες. Τα κείμενα του τόμου υπό τον πολύ ενδιαφέροντα και πολύσημο τίτλο «Η νοημοσύνη του ηλίανθου και άλλα εκπαιδευτικά κείμενα» μοιάζουν, σε κάποιες περιπτώσεις,  με πεζογραφικές αναδιατυπώσεις ποιημάτων ή, σε άλλες με αναπτύξεις φιλοσοφικών στοχασμών είτε ψυχολογικών παρατηρήσεων. Μας θυμίζουν δηλαδή πως η συγγραφέας μας διακονεί με ευαισθησία και προσοχή έναν άλλον τομέα της γραφής: την ποίηση. Άλλωστε και η ίδια παίζει γλυκά μαζί μας, όταν ονοματίζει τα κείμενα αυτά: εκπαιδευτικά κείμενα και μας μπερδεύει λίγο, ειδικά όσους γνωρίζουμε την επιστημονική της ιδιότητα, δηλαδή της διδακτορούχου των παιδαγωγικών επιστημών.

Αποτέλεσμα εικόνας για η νοημοσύνη του ηλίανθου

      Ας  δούμε τα κείμενα αυτά από πιο κοντά.

Δύο βασικά χαρακτηριστικά μπορεί να διακρίνει από την πρώτη ανάγνωση: την συμβολική γραφή, την αλληγορία  και τη δραματικότητα. Τα περισσότερα είναι γραμμένα σαν αλληγορικά παραμύθια με τον τρόπο που μας συνήθισε ο Μπόρχες –μολονότι δεν ακούγεται άλλως πως η φωνή του. Το ομώνυμο της συλλογής, παράδειγμα: ο απλός όμορφος ηλίανθος  έχει την ιδιοτυπία να παρακολουθεί όλη μέρα την πορεία του ήλιου. Το λουλούδι γίνεται δάσκαλος ζωής, οδοδείχτης στο ταξίδι μας, δείχνει προς τα πού πρέπει να ‘ναι στραμμένο το βλέμμα, κι αν κάποιοι ακολουθήσουν τη δύση, λέει η Χριστίνα, αυτοί δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ότι δεν ήξεραν. Ποιοι είναι οι ηλίανθοι της ζωής μας; Άνθρωποι που εκτιμήσαμε, συγγραφείς που αγαπήσαμε, δάσκαλοι που επέμειναν να μας μάθουν γράμματα και να μας δείξουν το σημείο του ορίζοντα από όπου πηγάζει το φως. Η επιλογή δική μας. Όσο για την προαναφερθείσα δραματικότητα, αρκεί, νομίζω, να διαβάσει κανείς δυνατά τα κείμενα για να διαπιστώσει τη θεατρικότητα του λόγου, που τα μετατρέπει εύκολα και γρήγορα σε μικρούς θεατρικούς μονολόγους ή διαλόγους.

Τα κείμενα δεν διηγούνται ιστορίες. Η αφήγηση είναι αναμενόμενη αλλά όχι παρούσα. Τα κείμενα του ηλίανθου διηγούνται το ψυχικό αποτύπωμα γεγονότων, εικόνων ακόμα και φράσεων που γίνεται λέξεις και υπόσχεται μια ιστορία. Αποτυπώνουν τη στιγμή, διερευνούν μια ψυχική κατάσταση, ισορροπούν με χάρη ανάμεσα στο πραγματικό και το ονειρικό, ανάμεσα στον ρεαλισμό και την ποιητικότητα. Φτιάχνουν το πλαίσιο μιας ιστορίας και ζυμώνουν έννοιες, θυμίζοντας γραφές που έρχονται από το παρελθόν, πένες που ένιωθαν την ανάγκη να καταγράψουν και να μοιραστούν τακτικά με το κοινό τους εν είδει χρονογραφήματος ή  σύντομου βιωματικού δοκιμίου την εσωτερική περιπέτεια του νου. Ας δούμε, για παράδειγμα, ένα απόσπασμα από το χαρακτηριστικό κείμενο με τον τίτλο «Παραλήρημα» στο οποίο βάζει τον εαυτό της να διαλέξει ανάμεσα σε λογική και συναίσθημα, για να μην διαλέξει τελικά κανένα από τα δύο:

«Μεταξύ λογικής και συναισθήματος βρέθηκα να παραληρώ. Πιο  να διαλέξεις και κυρίως πώς. Η λογική λέγεται ότι σε προστατεύει, ότι σε διαφυλά, ότι καθοδηγεί κάθε  βήμα σου προνοητικά. Ένα κι ένα κάνουν  δύο και το δύο είναι καλύτερο τους ενός. Τόσο μοναχικό, οπωσδήποτε πρέπει να του προσθέσεις άλλο ένα,  ώστε να το καταργήσεις τόσο ως μοναδικότητα, όσο και ως μοναξιά. Τι συλλογικό αυτό το άθροισμα. Να  που πάλι παρασύρθηκα. Ορμητικό ποτάμι τα συναισθήματα και αόριστο.

 Δύσκολο εγχείρημα να ακολουθεί τη λογική. Θαρρείς πως μερικές φορές δεν την συναντάς ούτε ως   δυνατότητα. Θαρρείς πως δεν σε αφορά ακόμα κι η υπόθεση της ύπαρξής της. Ή πάλι έτσι θέλεις να  πιστεύεις. Αν και πάντα ανασφαλής, προτιμάς να αποφεύγεις όσα εκείνη σου υπόσχεται. Δεν θες τις  υποσχέσεις της, ούτε τα ελπιδοφόρα συναισθήματα που σου γεννά εν αναμονή εκπλήρωσης των εγγυήσεών της. Είναι κι εκείνος  αστάθμητος παράγοντας βλέπεις… Φοβάσαι μήπως σε προδώσει κι εκείνη κι έπειτα πού  απομένει ν΄απευθυνθείς. Επιλέγεις, έτσι, να μην την ακολουθείς, αυτονομείσαι, κι όμως σαν άσσο στο  μανίκι την κρατάς, έτσι για ώρα ανάγκης. Μακριά από μας.»

Paul Klee

       Άλλωστε μας δίνει η ίδια το κλειδί για να καταλάβουμε την τέχνη της. Και μάλιστα σε ένα από τα πρώτα κείμενα της συλλογής, την «περιπλανώμενη ιστορία»:  «Κι οι σελίδες της πλήθαιναν και γέμιζαν, τόσες περιγραφές κι όμως καμιά αφήγηση. Προορισμός της όχι ο χώρος μα τα πρόσωπα –ο πρωταγωνιστής που θα κλείδωνε το χρόνο στις γραμμές της έτσι που να μην καμπυλώνουν μέσα στις τόσες περιγραφές. Πόσο θα ήθελε να ζήσει στη γη ρουφώντας τη ζωή του θύματός της! Και τα κατάφερε.»

 

Η γραφή είναι συνήθως πρωτοπρόσωπη , ελάχιστα ωστόσο εξομολογητική πολύ περισσότερο ομφαλοσκοπική, περισσότερο σαν  αποφασιστική ανακοίνωση. Άλλες φορές, όπως στο απόσπασμα που μόλις παραθέσαμε,   καταφεύγει στο  β΄πρόσωπο, συχνότερα πάντως απατά το αποφασιστικό πρώτο πρόσωπο με γραφή  τριτοπρόσωπη όχι σαν παντοδύναμος θεός παντογνώστης αλλά προσεκτικά παρούσα, επιλέγει την εικόνα και ψάχνει στο πίσω μέρος του καθρέφτη την έννοια ή τις έννοιες, εμπλέκοντας αξεδιάλυτα την παρατήρηση με το σχόλιο. Δίνω ένα ενδεικτικό παράδειγμα, ένα απόσπασμα από τα «Δεσμά Ελευθερίας» :

«Εναλλαγή με την εναλλαγή, η μέρα άρχισε να μαραζώνει, να μικραίνει –οι άνθρωποι σκυθρωποί κι                               ανυποψίαστοι εξακολουθούσαν να περιφέρονται δίχως σκοπό με το κεφάλι σκυμμένο και με το βλέμμα τόσο               χαμηλωμένο, θαρρείς πως ήταν κατασκευασμένοι για να κοιτούν πάντοτε προς τα κάτω. Όμως, κάθε άλλο,                   ήταν άνθρωποι όπως εμείς, με δυο μάτια ψηλά  στο πρόσωπο με τα οποία μπορούσαν να κερδίσουν τον                         ορίζοντα όποτε το επιθυμούσαν»

Στα κείμενα του ηλίανθου την απασχολούν πολλά ζητήματα αλλά τo θέμα του χρόνου έρχεται ξανά και ξανά. Την απασχολεί ως ροή και ως διάρκεια, ως φιλοσοφική  αλλά και ως ψυχολογική έννοια. Φτάνει σ’ αυτόν ακόμη και μέσα από μικρές καταστάσεις της ζωής που δεν περιμένει κανείς να τον συμπεριλάβουν , όπως το τραύμα στο «Δαχτυλίδια-επίδεσμοι», που μετατρέπει τον επίδεσμο σε σύμβολο αναμονής της θεραπείας των ψυχικών τραυμάτων και της οδύνης τους.  Επικαλείται τον Αργύρη Χιόνη –ποιητή στον οποίο αποδίδει τιμή όχι μόνο στο αφιερωμένο σ’ αυτόν κείμενο «τυχαίες συναντήσεις» αλλά που υπάρχει ως έμμεση αναφορά σε πολλά κείμενά της.

Ανάμεσα στα δάχτυλά μου
και στη σάρκα σου,
όσο σφιχτά κι αν σε κρατώ,
τρυπώνει ο χρόνος.

       Αλλά η έγνοια του χρόνου παίρνει πιο χειροπιαστές μορφές επίσης, όπως στον ερχομό των γηρατειών και στο χάσμα που δημιουργείται ανάμεσα στις ηλικίες και τις γενιές, στο «κερδίζοντας τη νιότη», ή σαν την τρομακτική δύναμη που επηρεάζει ανελέητα την συμπεριφορά των ανθρώπων σε ένα από τα καλύτερα κείμενα της συλλογής το «Ημιτελής».

Την απασχολεί επίσης η ευθύνη, η αποφασιστικότητα, φυσικά η μνήμη, ενώ δεν απουσιάζει καθόλου, αντιθέτως είναι σαφώς παρούσα μια έγνοια για τα κοινωνικά προβλήματα με αποκορύφωμα το προσφυγικό ζήτημα που παρουσιάζει στο «Άνθρωποι κι εισιτήρια»

Δεν θέλω να σας κουράσω περισσότερο. Θα σας μιλήσουν τα  κείμενα της Χριστίνας, μόλις αφεθείτε στη γοητεία τους. Κι επειδή ξέρω πόσο αγαπά την ποίηση, θα κλείσω με λίγους στίχους του αγαπημένου της  Αργύρη Χιόνη

Με μια σταγόνα νερό μες στην παλάμη μου

πρέπει να προλάβω πριν εξατμιστεί

ν’ αναπαραστήσω τις πηγές του ποταμού

τον καταρράχτη και τον ποταμό τον ίδιο

και τη θάλασσα και τη βροχή με μια σταγόνα ελάχιστη

που τρέμει κι εξατμίζεται μες στην παλάμη μου

(Διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στις 15 Δεκεμβρίου 2017)

Αποτέλεσμα εικόνας για sunflower

«Η τέχνη είναι πεδίο μάχης»

Σχολιάστε

Η Κάτια Γέρου μιλά για την ταινία USSAK

Ussak είναι ο μουσικός δρόμος της θλίψης, που όμως μπορεί να μετατραπεί σε χαρά. Είναι ο τίτλος που διάλεξαν ο Κυριάκος Κατζουράκης και η Κάτια Γέρου για την νέα τους ταινία, που μόλις βγήκε στις αίθουσες. Η ταινία είναι μια δυστοπία με  αισιόδοξο τέλος, που αναδεικνύει τη δυνατότητα να υπάρξει ένας άλλος κόσμος μέσα από την συλλογική δράση και το όραμα.  Βαθιά πολιτική και  ανθρώπινη, καταφέρνει μέσα από σκληρές, πολύ δυνατές εικαστικά,  εικόνες να αναδείξει τα βασικά προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας, αυτής που ονομάζουμε κοινωνία της κρίσης. Τολμά να αγγίξει θέματα που δεν έχουν ακόμη απασχολήσει την τέχνη των καιρών μας όσο θα ‘πρεπε, όπως το θέμα του ελέγχου της τροφής από μεγάλες εταιρείες και συμφέροντα, ενώ  φέρνει σαφώς στο προσκήνιο το ζήτημα της ανάγκης να αποκτήσει το κίνημα ιστορική συνείδηση και διάσταση. Η Κάτια Γέρου, ηθοποιός με εντελώς ιδιαίτερο ερμηνευτικό στίγμα και ποιότητα  και άνθρωπος με υψηλή πνευματικότητα,  μιλά για την ταινία και τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε από μέρος της κριτικής.

 

 -Κυρία Γέρου, η πολυαναμενόμενη από πολλούς ταινία “USSAK” , σε σκηνοθεσία Κυριάκου Κατζουράκη, στην οποία όχι μόνο πρωταγωνιστείτε αλλά συνυπογράφετε και το σενάριο, βγήκε πριν από λίγες μέρες σε μια μόνο (!) κινηματογραφική αίθουσα. Η υποδοχή από τύπο δεν ήταν καλή. Τι ενόχλησε την κριτική, κατά τη γνώμη σας;

Και στο «Δρόμο προς τη Δύση» είχαμε παρόμοια εμπειρία. Όμως εκεί δεν υπήρξε ομαδική κατεδάφιση όπως για το “USSAK”.  Μόνο εκκωφαντική σιωπή! Εκτός από ένα θερμό κείμενο που μας χαροποίησε, όχι βέβαια για ναρκισσιστικούς λόγους, αλλά για το περίφημο feed back. Δηλαδή ο καλλιτέχνης έχει κάτι στο μυαλό του, δεν ξέρει αν κατάφερε να το αφηγηθεί καθαρά, και κάποιος το είδε, το κατάλαβε, το αγάπησε, κάποιος που δεν μας ήξερε προσωπικά. Εννοώ όχι κάποιος φίλος που έβαλε πλάτη –που στο κάτω-κάτω δεν είναι  καθόλου αθέμιτο πότε-πότε μέσα στην εμπόλεμη ζώνη της τέχνης, την οποία επανειλημμένα ο Κυριάκος κι εγώ έχουμε βιώσει. Τέλος πάντων.

Η ταινία, εννοώ η προηγούμενη, ο «Δρόμος», παίχτηκε σε μεγάλα φεστιβάλ, σε συλλογικότητες, σε Πανεπιστήμια, στα πλαίσια των δικών για το trafficking κτλ. Και πήρε διακρίσεις. Ο μονόλογος της Μάρως Δούκα, που συνόδευε το συνολικό project , ταξίδεψε μετά σ’ όλη την Ελλάδα. Εμείς δεν κάναμε τίποτε για την προώθησή του. Είχαμε νιώσει ηττημένοι από την εντυπωσιακή απουσία κοινού στην Αθήνα. Λειτούργησε όμως το «από στόμα σε στόμα» . Μέχρι σήμερα, μετά από 16 χρόνια, ταξιδεύει ακόμη. Και εκεί  υπήρξε η γκρίνια του τύπου: «Πολύ μαυρίλα, πώς σας ήρθε αυτό το θέμα κτλ». Και μιλάμε για το προσφυγικό! Αλλά το 2001 -παραμονές των Ολυμπιακών αγώνων, στην ισχυρή Ελλάδα- δεν ήταν ακόμη «in» και «trendy» -για να χρησιμοποιήσω κι εγώ μια «μοντέρνα» γλώσσα μπας και μας αφήσουν ήσυχους, εμάς τους «απλοϊκούς διδακτικούς, παρωχημένης αισθητικής και γκροτέσκους» -σταχυολογώ, ξέρετε, δειγματοληπτικά κάποιες από τις φράσεις που διάβασα για την καινούρια μας ταινία. Και συγγνώμη δηλαδή για την αφελή απορία, αλλά από πότε το γκροτέσκο ως τρόπος έκφρασης έγινε απαγορευτικό; Εγώ τουλάχιστον δεν είχα ενημέρωση, ώστε να ενημερώσω με την σειρά μου και τον Κυριάκο για να το αποφύγουμε.

Τι είναι αλήθεια το γκροτέσκο; Το γκροτέσκο παίζει με στερεότυπα, λέει μπαναλιτέ και κοροϊδεύει.  Π.χ. η φράση που ακούγεται στην ταινία «το χρέος είναι καύλα» σίγουρα δεν είναι φράση της φιλοσοφικής σχολής της Φραγκφούρτης… εννοείται. Είπαμε, υλικό του γκροτέσκο είναι τα στερεότυπα. Πολλές φορές έχουμε δει από μεγάλους μάστορες του σινεμά πολύ πιο extreme  χρήσεις του γκροτέσκο. Έχουμε δει, π.χ., καρδινάλιους να παρελαύνουν σε πασαρέλα. Φαντάζεστε να γινόταν εδώ κάτι αντίστοιχο; Για σκεφτείτε το για λίγο, σας παρακαλώ.  Πλανήτη θα ‘πρεπε να αλλάξει ο δημιουργός, όχι μόνο χώρα ή επάγγελμα. Και για να τελειώσω, από πού ως πού, όταν μιλάει κάποιος για αγρότες και μεταλλαγμένους σπόρους γίνεται διδακτικός; Απ’ όσο γνωρίζω, η ανάγκη της τροφής δεν έχει καταργηθεί ακόμη. Μέχρι να ‘ρθει η ώρα που θα μασουλάμε μόνο USB και MP3 και φλασάκια ένας δημιουργός μπορεί να αγγίξει και αυτό το θέμα, όσο αντιλάιφ στάιλ κι αν είναι.

Σίγουρα όταν κάποιος δουλεύει με δύσκολα, «άσχημα» υλικά και με θέματα τζιζ!, όπως το χρέος ή η εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, είναι πιθανόν σε στιγμές να του ξεφεύγει η δοσολογία. Ο εντοπισμός αυτών των στιγμών θα ήταν σεβαστός και γόνιμος. Για διάλογο διψούν οι καλλιτέχνες. Στην περίπτωσή μας, μόνο αυτό δεν συνέβη.

Το κοινό πώς αντιδρά;

Ο μόνος αντίλογος μέχρι τώρα σ’ αυτήν την «εθνική συμφιλίωση» της κριτικής γύρω από το USSAK πλην κάποιων ελάχιστων εξαιρέσεων -ευτυχώς υπήρξαν και κάποιες φωνές που μπήκαν στον κόπο να αφουγκραστούν τη δουλειά μας και την τίμησαν με την προσοχή τους-  είναι τα βουρκωμένα μάτια των θεατών στις δυο προβολές, της Θεσσαλονίκης και στην πρεμιέρα της Αλκυονίδας. Αλλά αυτό δεν καταγράφεται, δεν αποδεικνύεται. Άρα δεν μπορεί να είναι αντεπιχείρημα σ’ ένα δημόσιο διάλογο. Το προϊόν της εργασίας μας είναι επομένως απολύτως ευάλωτο και ήδη τραυματισμένο. Τι να κάνουμε; C’ est la vie. Εν ολίγοις, η τέχνη, όταν δεν είναι κοσμική μάζωξη, αρκετά συχνά, όχι πάντα ευτυχώς, γίνεται πεδίο μάχης: σύγκρουση αισθητικών επιλογών, άρα και σύγκρουση ιδεολογίας. Το ξέρω, ναι, αλλά όταν σου συμβαίνει, δεν είναι και το καλύτερο.

Ποιες ακριβώς ήταν οι ενστάσεις της κριτικής για την ταινία σας;

Ενστάσεις… πολύ ευγενικά το είπατε… Ναι, φυσικά.  Ακούσαμε ότι η ταινία έχει «βαριά σκηνογραφία». Φαντάζομαι ότι ο άνθρωπος που το γράφει, εννοεί τους εγκαταλελειμμένους βιομηχανικούς χώρους, γιατί όλα τ’ άλλα ένα βουνό και κάτι δωμάτια είναι. Μα δεν τους στήσαμε εμείς. Υπάρχουν. Δεν τους ερημώσαμε εμείς. Η κρίση τους ερήμωσε. Δεν έπρεπε να τους φιλμάρουμε; Γιατί; Θα πάθει ζημιά ο τουρισμός;

Είπαν ακόμη ότι στο “USSAK” «το σεξ δεν είναι ποτέ χαρά». Μα τόσο άπλετο, χαρούμενο σεξ υπάρχει παντού. Πάνω του πέφτεις διαρκώς! Μέσα στην κατακριτέα ατέλειά μας θεωρήσαμε ότι είναι ήδη τόσο δικαιωμένο και καταγεγραμμένο που δεν χρειάζεται έξτρα αρωγή από εμάς. Έτσι λοιπόν ασχοληθήκαμε με το άλλο σεξ, το λυπημένο και το βίαιο. Υπάρχει και αυτό, ξέρετε. Επίσης ότι «υπάρχουν άστεγοι που απαγγέλλουν Καρούζο». Ο άνθρωπος που το έγραψε αυτό δηλαδή σκέφτεται κάτι σαν: «άστεγος είσαι, σούρσου μέσα στο χαρτόκουτό σου και σώπα. Πού το βρήκες το βιβλίο, το laptop για να σερφάρεις και να βρίσκεις ποιήματα; Προφανώς άστεγος γεννήθηκες και μη μας ζαλίζεις. Ώχου!».

Αποτέλεσμα εικόνας για ussak

Διάβασα επίσης ότι παρουσιάζεται «μια κοινωνία που έχει χάσει εκτός από χρήματα και κάθε … ηθική». Στην αρχή θεώρησα ότι οι τελείες είναι τυπογραφικό λάθος. Μετά είπα μέσα μου, μπα, ειρωνεία είναι. Όποιος δηλαδή χάνει τα χρήματά του, χάνει και την ηθική του; Δεν θα θυμίσω εδώ πως έχουν γραφτεί τόμοι πάνω στο θέμα από τον Μπρεχτ και τόσους άλλους, ων ουκ έστιν αριθμός. Θα μπορούσε επίσης να εννοεί κάτι σαν: πού τη θυμηθήκατε τη λέξη; Απ’ την πλειστόκαινο περίοδο έχει να χρησιμοποιηθεί. Ή ποιος ξέρει τι άλλο, πού να πάει το φτωχό μου το μυαλό. Πάλι καλά, λέω, που δεν μπήκαν τα αποσιωπητικά πριν από τη λέξη «χρήματα». Όμως εκεί θα ήταν τουλάχιστον ευκολότερη η ερμηνεία τους: αφού τώρα έχουμε κάρτες!

Στην ταινία, είπαν, «είναι όλα βαριά, από το περπάτημα μέχρι τις ανάσες». Φαντάζεται κανείς μετά από αυτό τους έρμους τους ηθοποιούς να εισπνέουν και να εκπνέουν, να λαχανιάζουν και να αγκομαχούν, εν είδει επιθανάτιου ρόγχου, και να κάνουν διασκελισμούς ως Κινγκ Κονγκ που ισοπεδώνει τη Νέα Υόρκη, συνοδεία υπόκρουσης από ντραμς.  Και για να τελειώνω, για την δουλειά μου ως ηθοποιού, κέρδισα τη φράση «υποκριτικός θάνατος». Φλερτάρω με την ιδέα μάλιστα μήπως από ‘δω και πέρα τη βάλω στο βιογραφικό μου. Βεβαίως γι’ αυτό το παράσημο, το ‘βαλα κι εγώ το χεράκι μου, αλλά η γενναιοδωρία, γενναιοδωρία. Το σωστό να λέγεται. Πέρα από το χιούμορ, επιτρέψτε μου όμως, εγώ που είμαι συχνά ο αυστηρότερος κριτής της δουλειάς μου, να γίνω υπερόπτης, και να πω: εύχομαι μέχρι τη στιγμή του βιολογικού μου θανάτου, να μου ξανασυμβεί ένας τέτοιος «υποκριτικός θάνατος».

Αποτέλεσμα εικόνας για ussak γέρου

Όλο αυτό τα καλαμπούρι, δεν μου ‘ρχεται άλλη λέξη, επειδή δεν υιοθετήθηκε το στυλ: «Είναι κεφάτοι, γυρίζουν απ’ του Βερόπουλου», προφανώς για να επιδοθούν κατόπιν στο happy sex! Βιβλίο θα μπορούσε να γραφτεί, όχι με την δυσαρέσκεια και την απαξίωση της κριτικής, δικαίωμά της είναι, αλλά με τον τρόπο έκφρασης και τα επιχειρήματα αυτής της απαξίωσης και της δυσαρέσκειας.

Παρόλο  που η χώρα μας βρίσκεται σε βαθιά κρίση, δεν υπάρχει κανένα περιθώριο να εκφραστεί αισθητική, συνεπώς και άλλη ιδεολογία, πέραν της γενικώς αποδεκτής, δηλαδή της «διαρκούς ανάπτυξης και του success story». Δεν «επιτρέπεται» η ποικιλία της έκφρασης που είναι το όπλο και η δύναμη και η ομορφιά της τέχνης. Κι όποιος δεν το κατάλαβε, κάποια στιγμή θα το καταλάβει στο πετσί του.

 

Πιστεύετε ότι τελικά η ταινία θα βρει το δρόμο της; Θα ακολουθήσει δηλαδή μια παρόμοια  πορεία με την δύσκολη αλλά τελικά γόνιμη πορεία του «Δρόμου για την Δύση», μιας και αναφερθήκατε εκτεταμένα σ’ αυτήν συγκριτικά στην αρχή της συζήτησής μας;

Ναι, υπάρχει ήδη ενδιαφέρον. Δεκάδες τηλεφωνήματα για το ταξίδι της ταινίας. Αυτό το «από στόμα σε στόμα» που έλεγα πριν. Την επόμενη σεζόν αποφάσισα να μη δουλέψω στο θέατρο, ώστε να μπορώ να συνοδεύω την ταινία μαζί με τον Κυριάκο και να συζητάμε κατόπιν με το κοινό.  Είχαμε σκεφτεί ένα ντοκιμαντέρ με θέμα την περιφέρεια στα χρόνια της κρίσης. Ίσως κάνουμε την αρχή συνδυάζοντάς το με το ταξίδι του USSAK. Θα είναι δύσκολο και κοπιαστικό και δεν θα έχει χρηματική απολαβή –όπως δεν είχε και η ταινία για μας. Όμως αυτό αποφασίσαμε. Και ξέρετε γιατί; Για λόγους ιδιοτελείς: ψυχανεμιζόμαστε ότι εκεί θα πάρουμε χαρά κι έτσι θα πληρωθούμε».

Αποτέλεσμα εικόνας για ussak

Αποτέλεσμα εικόνας για ussak

 

 Ποια είναι η κυρίαρχη πολιτική ιδέα που βγαίνει μέσα από την ταινία σας;

Η ταινία είναι βαθιά υπαρξιακή, κατά τη γνώμη μου, πριν από πολιτική, καταγγελτική κ.τ.λ. Λέει ότι όσο κι αν αγριέψουν οι συνθήκες, πάντα θα υπάρχει ελπίδα. Πάντα κάποιοι θα κινητοποιούν τον παλιό καλό τους εαυτό και θα μνημονεύουν τη χώρα τους «τη γεμάτη καρπούς και ιστορία», έστω κι αν χρειάστηκε να την εγκαταλείψουν για να επιβιώσουν. Πάντα κάποιοι θα διεκδικούν μια πιο φιλόξενη ζωή για όλους.  Εν ολίγοις, ως καλλιτέχνες και πολίτες προβάλλουμε στο μέλλον τους φόβους και τις ελπίδες μας. Αυτό μόνον. Το λέει όμορφα ο Ρόντγκερτ Μπρέγκμαν: «Με ενθαρρύνει η δυσαρέσκειά μας, γιατί η δυσαρέσκεια απέχει έναν ολόκληρο κόσμο από την αδιαφορία».

Αποτέλεσμα εικόνας για ussak

ΕΠΟΧΗ, 10.12.2017

«Στο σύμπαν της παραπληροφόρησης το αντίβαρο είναι η τέχνη»

Σχολιάστε

 

Ο Φώτης Μακρής μιλά για την «Χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ»

που ανέβηκε πρόσφατα στο StudioΜαυρομιχάλη

 

      Μετά (αλλά και παράλληλα με το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου), ο Φώτης Μακρής σκηνοθέτησε τη θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος του Μπελ  «Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ». Έργο εμβληματικό της δεκαετίας του ’70, χαρακτηριστικό του πολιτικού ήθους και της διορατικότητας του Μπελ, αποτελεί μια καταγγελία τόσο για την δημιουργία ενόχων από τα ΜΜΕ, όσο και για την χωλή, την διάτρητη λειτουργία του αστυνομικού και δικαστικού συστήματος. Η Καταρίνα του ’70, η Ηριάννα της εποχής μας… Σκηνοθετημένη με χιούμορ και γρήγορους ρυθμούς η παράσταση, από το θέμα της κατασκευής ενόχων περνά σε σπουδαία κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, ὀπως τα πολιτικά δικαιώματα, την ευάλωτη θέση της γυναίκας, την ποινικοποίηση της ερωτικής επιλογής, την οργή του πολίτη.

 

Μολονότι είναι τα 100χρονα από την γέννηση του Μπελ, ωστόσο μήπως η Καταρίνα Μπλουμ αποτελεί μια συνέχεια του Κιβωτίου; Αυτό το άδειο κιβώτιο του Αλεξάνδρου πόσο ευθύνεται για τον κόσμο της Κ.Μ.;

Φώτης Μακρής:Μου αρέσει πολύ η ερώτηση και ομολογώ ότι είναι κάτι που δεν το είχα σκεφτεί. Τώρα όμως που μου θέσατε αυτή την ερώτηση, ανακαλύπτω όντως μια σχέση ανάμεσα στα δύο έργα. Όταν ένας κόσμος στερείται νοήματος, όπως αυτός που κατά την γνώμη μου περιγράφει ο Αλεξάνδρου μέσα από την αλληγορία του άδειου Κιβωτίου, ένας κόσμος όπου οι ιδεολογίες δείχνουν ανίκανες να στηρίξουν ένα σύστημα δικαιοσύνης, ισότητας και κοινωνικής ευαισθησίας,  αυτός ο κόσμος είναι έτοιμος να δημιουργήσει φαινόμενα όπως αυτά που περιγράφει ο Μπελ στην Καταρίνα Μπλουμ. Ένας τέτοιος κόσμος είναι έτοιμος να «ανακαλύψει» τον φασισμό, να συνθλίψει το άτομο, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα που έχει στη κατοχή του: Τις δυνάμεις καταστολής, την δικαιοσύνη και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Και έτσι φτάνουμε στο κόσμο της Καταρίνα Μπλουμ, στο κόσμο του Χάινριχ Μπελ. Και κάπου εκεί συναντώνται δυο από τα εμβληματικότερα μυθιστορήματα του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα.Με αυτή την έννοια λοιπόν,  τα δύο έργα δείχνουν να έχουν μια υπόγεια όσο όμως και ακούσια συνέχεια. Διότι μην ξεχνάμε ότι εκδόθηκαν την ίδια χρονιά, το 1974 και επομένως ο ένας δεν γνώριζε το έργο του άλλου.

Το έργο γράφτηκε μεν το 1974 ωστόσο θα μπορούσε να έχει γραφτεί χτες (αν και οι μέθοδοι του κιτρινισμού έχουν προχωρήσει πολύ περισσότερο από ό,τι φαντάστηκε ο Μπελ). Σ’αυτό το σύμπαν της παραπληροφόρησης -που οδηγεί σε φασιστικές συμπεριφορές-έχει κάποιο λόγο η τέχνη και μάλιστα μια στρατευμενη τέχνη, όπως αυτή εδώ;

Εδώ, θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι δεν θεωρώ στρατευμένη τέχνη το βιβλίο του Μπελ. Εκτός αν με τον όρο στρατευμένη εννοούμε το έργο τέχνης που εκθέτει και στηλιτεύει  καταστάσεις με χειρουργική ακρίβεια όπως κάνει ο Μπελ στη Καταρίνα Μπλουμ. Αν εννοούμε αυτό ως στρατευμένη τέχνη, τότε όχι απλώς έχει λόγο ύπαρξης, αλλά μου είναι αδύνατο να σκεφτώ έναν κόσμο χωρίς αυτή την μικρή έστω αντίσταση που μπορεί να προσφέρει η τέχνη. Θα έλεγα μάλιστα, ότι σε αυτό το σύμπαν της παραπληροφόρησης όπως λέτε, η τέχνη λειτουργεί ως αντίβαρο. Και ας θυμηθούμε και λίγο το Νίτσε, που έλεγε ότι δεν υπάρχουν γεγονότα, μόνο ερμηνείες. Έρχεται λοιπόν η Τέχνη να ερμηνεύσει τα γεγονότα, τα γεγονότα που χρησιμοποιούνται από τους κρατούντες κατά το δοκούν, για να πετύχουν τους σκοπούς τους.  Η τέχνη λοιπόν, ανοίγει ένα μικρό έστω παράθυρο σε αυτό τον καταιγισμό πληροφόρησης, «πληροφόρησης» και παραπληροφόρησης και μας δίνει τη δυνατότητα να αντιληφθούμε λίγο πιο καθαρά την ακριβή διάσταση των όσων συμβαίνουν γύρω μας.

 Επιμένετε, κ. Μακρή, στο πολιτικό θέατρο, ενώ δηλώνετε απογοητευμένος από την πολιτική. Γιατί;

Γιατί όσο και να απογοητευτούμε από τον έρωτα, πάλι έτοιμοι να ερωτευτούμε είμαστε! Το ίδιο συμβαίνει και με τη πολιτική. Η πολιτική είναι ένας τρόπος που εφηύραν οι άνθρωποι για να μπορέσουμε να ζήσουμε μαζί και με αρμονία. Δεν μπορείς λοιπόν να μην ασχοληθείς με αυτήν. Τώρα, αν ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζετε πετυχαίνει τα εντελώς αντίθετα αποτελέσματα, αυτό είναι άλλο θέμα. Όπως έλεγε και ο Άρης Αλεξάνδρου, εάν η θεωρία του κομμουνισμού πετύχει στην Τουρκία, θα είμαι τούρκος. Αν πετύχει στην Ινδία, θα είμαι Ινδός. Δεν θεωρούσε την ιδεολογία του κομμουνισμού αποτυχημένη, αλλά τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκε.  Επομένως, είμαι απογοητευμένος με τον τρόπο που η πολιτική εξασκείται προς όφελος των ολίγων και όχι για το γενικό καλό. Κάνοντας πολιτικό θέατρο, ουσιαστικά εκφράζω την αγωνία μου για το πως μπορεί να εφαρμοστεί ένας τρόπος συνεννόησης των ανθρώπων, πάνω σε βάσεις ισότητας, δικαιοσύνης και  αλληλοκατανόησης.

 Σκηνοθετήσατε την παράσταση με έντονο χιούμορ -θα έλεγα με εμμονή στην ανάδειξη του γελοίου και της τραγικότητάς του. Θα θέλατε να εξηγήσετε την επιλογή σας;

Αυτή είναι η τελείως προσωπική μου οπτική στα πράγματα. Πάντα, όταν βλέπω κάποιον να παίρνει πολύ σοβαρά τον εαυτό του και την «αποστολή του», εγώ αμέσως βλέπω τη γελοία πλευρά του. Μου φανερώνετε αμέσως και αυτόματα. Και δεν μπορώ να μην την εντάξω στην οπτική μου σε μια παράσταση που σκηνοθετώ.  Έτσι σοβαρά παίρνουν το ρόλο τους στην Καταρίνα Μπλουμ οι δυνάμεις καταστολείς, οι λειτουργοί της δικαιοσύνης, οι κατέχοντες υψηλά αξιώματα και θέσεις και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και γι’ αυτό μου φαίνονται τόσο γελοίοι.  Αντιθέτως, τραγική είναι η κατάσταση των ανθρώπων που επηρεάζεται η ζωή τους από αυτούς τους «γελοίους». Αυτός είναι ο τρόπος που «διάβασα» την ιστορία του Μπελ και νομίζω ότι κάπως έτσι ήταν και η οπτική του ίδιου του Μπελ. Καθώς, το μυθιστόρημα διακρίνεται από μια ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ, με την ειρωνεία να παραμονεύει σε κάθε «σοβαρή» περιγραφή του Μπελ.

Το έργο αυτό είχε αποτελέσει κινηματογραφική επιτυχία στη 10ετία του 70. Μολονότι είναι φανερό πως δεν επηρεαστήκατε από την αισθητική της ταινίας, έπαιξε ρόλο στην επιλογή σας η ύπαρξή της; και κάτι πιο γενικό που σχετίζεται και με το Κιβώτιο: θα θέλατε να σχολιάσετε την τάση του ελληνικού θεάτρου (είναι και ευρωπαϊκή πρακτική αλλά στην Ελλάδα το φαινόμενο έχει πάρει μεγάλη έκταση) να χρησιμοποιεί λογοτεχνικά έργα και προσφάτως κινηματογραφικά;

Όχι, η ταινία δεν έπαιξε κανέναν ρόλο στην επιλογή μου. Μάλιστα, ενώ την είχα δει πολύ παλιά, τώρα αρνήθηκα να την ξαναδώ και τη είδα, αφού ανεβάσαμε τη παράσταση.Ως προς τη τάση που λέτε να χρησιμοποιεί το θέατρο λογοτεχνικά και κινηματογραφικά έργα, είναι υπαρκτή, παγκόσμια και κατά τη γνώμη μου αναμενόμενη και λογική. Το θέατρο έχει την μεγάλη πολυτέλεια να μπορεί  χρησιμοποιεί όποιο υλικό του είναι απαραίτητο για να γίνει πιο σαφές, πιο καίριο και πιο αποτελεσματικό. Επομένως, «νομιμοποιείται» να χρησιμοποιεί τα πάντα. Όλα, εκ του αποτελέσματος κρίνονται. Και γι’ αυτό το λόγο δεν συμμερίζομαι καθόλου όλη αυτή τη συζήτηση που έχει ξεκινήσει αν πρέπει να μεταφέρεται η λογοτεχνία ή τα κινηματογραφικά έργα στο θέατρο.

Όταν ένας δημιουργός θέλει να εκφράσει αυτό που τον «βασανίζει», μπορεί να χρησιμοποιήσει ότι θέλει! Και φυσικά, θέτει το δημιούργημά του υπό κρίση.

Τι σημαίνει «διασκευή όλος ο θίασος»; Πώς δουλέψατε;

Δουλέψαμε έχοντας ως υλικό το μυθιστόρημα. Δεν προηγήθηκε καμία διασκευή από κανέναν. Μέσα από αυτοσχεδιασμούς, συζητήσεις και δοκιμές, απομονώναμε τα κομμάτια που μας ενδιέφεραν και σιγά σιγά , μετά από περίπου 3 μήνες, προέκυψε το κείμενο του θεατρικού έργου. Ακολούθησαν άλλοι 3 μήνες πρόβα, όπου πολλά πράματα άλλαξαν, κάποια κομμάτια αφαιρέθηκαν, κάποια προστέθηκαν και κάποια άλλαξαν σειρά στη δομή της παράστασης. Σε αυτό το διάστημα των 6 μηνών, όλοι είχαμε λόγο στη διασκευή του κειμένου και απλώς, κάποια στιγμή εγώ ως σκηνοθέτης έπαιρνα τη τελικά απόφαση. Θα έλεγα ότι ήταν μια άκρως δημοκρατική διαδικασία, μέχρι κάποιου βαθμού φυσικά, αφού όπως γνωρίζετε το θέατρο και η δημοκρατία δεν τα πάνε και πολύ καλά μεταξύ τους… ( εδώ ακολουθούν γέλια όπως γράφουν στις συνεντεύξεις…).

Πάντως, πραγματικά η συμβολή των τεσσάρων ηθοποιών στη διασκευή που έγινε στο μυθιστόρημα, είναι τεράστια και θα ήθελα να τους ευχαριστήσω μέσα από τη καρδιά μου.

 

ΕΠΟΧΗ, 26.11.2017

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«Δουλειά του συγγραφέα είναι να τους ξυπνάει όλους»

Σχολιάστε

Μα συζήτηση με τον Βασίλη Κατσικονούρη

Ο Βασίλης Κατσικονούρης είναι συγγραφέας πολύ αγαπητός στο ελληνικό κοινό και έχει δει πολλά έργα του να παίζονται ξανά και ξανά –σε ευτυχή συνήθως ανεβάσματα-στις ελληνικές σκηνές. Τα έργα του παρουσιάζουν εικόνες της παθογένειας της σύγχρονης Ελλάδας, πολιτικά ζητήματα που παρίστανται μέσα από τις καθημερινές σχέσεις ανθρώπων που συχνά ξεφεύγουν από το μέσο όρο, έχουν κάτι ονειρικό, κάτι «φευγάτο», αναζητούν δρόμους φυγής και ευτυχίας για να βρεθούν ξανά αντιμέτωποι με την αλήθεια που οφείλουν να δεχτούν και να παλέψουν. Την ώρα της συνέντευξης παίζονταν δυο έργα του στις αθηναϊκές σκηνές, τώρα ανέβηκε και ένα τρίτο. Έτσι έχουμε: Καλλιφόρνια Ντρίμιν από την Ομάδα Αχ στο θέατρο Επί Κολωνώ σε σκηνοθεσία Θ. Χαλκιά, το «Καμ Μπακ» στο Ίδρυμα Κακογιάννη, σε σκηνοθεσία Πέτρου Φιλιππίδη και το «Μπουφάν της Χάρλεϋ» με την Άννα Αδριανού σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Σταύρου. Στη συζήτησή μας με πολύ χιούμορ και δηκτικότητα όρισε σωκρατικά τον συγγραφέα ως αυτόν που ξυπνά συνειδήσεις, σχολίασε με πικρία το ρόλο του δασκάλου στα σχολειά μας, αλλά και την ανυπαρξία πολιτικής σε ό,τι αφορά το θέατρο και δη από πλευράς συγγραφέων.

 

Κύριε Κατσικονούρη, ήδη παίζεται το Καλιφόρνια Ντρίμιν και ετοιμάζεται να ανέβει και νέο έργο σας στη σκηνή.  Δεν είναι συνηθισμένο για Έλληνα συγγραφέα να βλέπει να παίζονται πάνω από ένα έργα του ταυτόχρονα. Πώς αισθάνεσθε γι’αυτό;

Χαίρομαι όταν ξαναπαίζεται ένα παλιό μου έργο, πιο πολύ ίσως κι από την πρώτη φορά όταν ανεβαίνει. Ό,τι γράφεις μένει, λένε, αλλά για να μείνει πρέπει να διαβάζεται ή να ακούγεται ξανά. Κάποια έργα μου, όπως το Καλιφόρνια ντρίμιν, έχουν την τύχη αυτή, να παίζονται τακτικά. Το συγκεκριμένο, ειδικά εφέτος, είναι ακόμα πιο τυχερό στο ανέβασμά του στο Επί Κολωνώ από την ομάδα Αχ.

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν,  με το «Καλιφόρνια Ντρίμιν», ένα έργο που, πράγματι,  ανεβαίνει συχνά στις ελληνικές σκηνές. Τι είναι αυτό που το κάνει αγαπητό, ειδικά σε νεανικούς θιάσους;  Ζούμε ακόμη στην Ελλάδα το αμερικάνικο όνειρο;

Αυτό που κάνει αγαπητό το Καλιφόρνια ντρίμιν στους νέους είναι το «ντρίμιν». Βέβαια για να ονειρεύεται κανείς πρέπει να κοιμάται. Απ` την άλλη, δουλειά του συγγραφέα είναι να κάνει φασαρία και να τους ξυπνάει όλους. Κι ακόμα πιο λεπτοδουλειά, να κρατάει «στα τσίνορα απάνω το φουρφούρισμα απ` το όνειρο που πέταξε».

Οι πηγές έμπνευσής σας φαίνεται να είναι τα κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα της νεοελληνικής κυρίως επικαιρότητας. Ποια είναι τα σημεία που επιλέγετε και τονίζετε; Τι σας οδηγεί στην επιλογή αυτή;  Πόσο μπορεί να εμπνεύσει η σύγχρονη πολιτική και κοινωνική κατάσταση της χώρας ένα δημιουργό;

Οι πολιτικοκοινωνικές καταστάσεις είναι εκφάνσεις και επιφαινόμενα της μόνιμης, αναπότρεπτης και ακατανόητης ανθρώπινης συνθήκης. Προς τα εκεί έχω την τάση να σκαλίζω. Τα ευρήματα ανακοινώνονται με τη μορφή θεατρικών έργων.

Θα ήθελα να σχολιάσουμε λίγο τους χαρακτήρες των έργων σας. Έχουν, νομίζω, κάτι «φευγάτο», σαν να ψάχνουν μια ταυτότητα… Και δράττομαι της ευκαιρίας να προσθέσω, παρότι εκπαιδευτικός με μακροχρόνια θητεία στη δημόσια εκπαίδευση, πώς δεν σας απασχόλησε η παιδεία/εκπαίδευση/σχολείο ως θέμα σε κάποιο έργο σας;

Είναι πρόσωπα που αγωνιούν για την ιδιοπροσωπία τους. Και γι’ αυτό μοναχικά και ανυπεράσπιστα. Κάποιος πρέπει να κάνει το δράμα τους παράσταση. Έτσι, για συμπαράσταση. Όσον αφορά τη θητεία μου στα σχολεία, αυτή αντανακλάται σε κάποια έργα. Τα παιδιά στο «Καλιφόρνια ντρίμιν» είναι παιδιά που έχω δει σε υποβαθμισμένα σχολεία να προετοιμάζονται για να είναι οι αυριανοί losers, ο Λευτέρης στο «Γάλα» πηγαίνει σε ένα νυχτερινό σχολείο – χωματερή προβληματικών μαθητών, και στο τελευταίο μου έργο, το «Καγκουρό», ο πατέρας, ο Δημήτρης, είναι ένας δάσκαλος καρπαζοεισπράκτορας, που παρόλα αυτά, συνεχίζει να παλεύει για να εκπληρώνει μια παράλογη αίσθηση χρέους προς τους μαθητές του. Όσον αφορά τη συμπεριφορά των προϊσταμένων μου προς το πρόσωπό μου, αισθάνομαι μία ταύτιση με το ρόλο αυτό.

Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από το «Γάλα». Ξανακοιτώντας το προσφυγικό, τι έχετε να σχολιάσετε;

Μία ευκαιρία για επαγγελματίες ανθρωπιστές να εφαρμόσουν στην πράξη τις διακηρύξεις τους. Ανθρωπισμό ακούω, επαγγελματισμό δεν βλέπω.

Ακολουθείτε κάποιες προδιαγραφές στο γράψιμό σας; Υπάρχει μια φιλοσοφία, μια αισθητική την οποία υπηρετείτε;

Συνήθως ξεκινάω το γράψιμο ως ένα κομψό κουαρτέτο εγχόρδων για μουσική δωματίου και καταλήγω μία μπάντα ροκ εν ρολ που έχει χάσει τον έλεγχο.

Η ελληνική πολιτεία αδιαφορεί για την εγχώρια δραματουργία. Αν συμφωνείτε, θα θέλατε να  κάνετε κάποιες προτάσεις τόσο για την καλύτερη προβολή του ελληνικού έργου όσο και για την θέσπιση κινήτρων συγγραφής;

Βεβαίως και συμφωνώ και θέλω. Κι έχω μάλιστα κάποιες συγκεκριμένες και ενδιαφέρουσες, πιστεύω, προτάσεις να θέσω υπ` όψιν της αρμόδιας υπηρεσίας του ΥΠ.ΠΟ. για την προβολή και την προώθηση της ελληνικής δραματουργίας. Τι; Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο ούτε κάτι άλλο αντίστοιχο; Δεν το πιστεύω!

 

ΕΠΟΧΗ, 19.11.2017

 

 

 

Older Entries