« Η θεατρική αγωγή άλλαξε το σχολείο»

Σχολιάστε

Με αφορμή μια παράσταση Αριστοφάνη με προσφυγόπουλα μιλάμε

με τη Μαρία Σκούπα για την αναγκαιότητα της θεατρικής αγωγής και τον ρόλο

των θεατρολόγων

 

Πριν από μερικά χρόνια η ηθοποιός και θεατροπαιδαγωγός Μαρία Σκούπα είχε παρουσιάσει στο θέατρο Βαφείο μια ωραία παράσταση Αριστοφάνη για παιδιά αλλά και για το ενήλικο κοινό, μια σύνθεση πάνω στους Αχαρνής  και τους Όρνιθες  (ΕΠΟΧΗ, 17.12.2012). Φέτος, πιο πολύ με την ιδιότητα της θεατροπαιδαγωγού, επέστρεψε στον Αριστοφάνη εκ νέου.  Αυτή τη φορά πάνω στη σκηνή δεν ήταν επαγγελματίες ηθοποιοί, ήταν παιδιά από τα τρία δημοτικά σχολεία στα οποία δούλεψε (10 Δάφνης, 64ο και 51ο Αθήνας). Τρεις πολύ όμορφες δουλειές από αυτές που βλέπουμε να πληθαίνουν στα σχολειά μας, δίνοντας ένα διαφορετικό νόημα στην παιδεία, δείχνοντας πόσο σημαντική είναι η καλλιτεχνική δημιουργία για την ψυχή και την φαντασία των παιδιών και των εφήβων, τι σπουδαίους δρόμους για άλλες, γονιμότερες προσεγγίσεις της γνώσης μπορούμε να βρούμε.

Από τις τρεις αυτές παραστάσεις, θα σταθούμε σε μία, λόγω μιας ιδιαιτερότητας: πάνω στη σκηνή ανέβηκαν 160 προσφυγάκια και μεταναστάκια του 51ου Δημοτικού Σχολείου Αθήνας που με τα στραμπουλιγμένα ελληνικά τους έφεραν τον κόσμο του Αριστοφάνη κοντά μας. Έδειξαν επίσης το ρόλο του θεάτρου στον πληθυντικό κόσμο μας,  στην ομαλή κοινωνική και γλωσσική ένταξη, την ανάγκη της τέχνης στην εκπαίδευση και –ας μου επιτραπεί, τιμώ όλες τις τέχνες και όλες τις θεωρώ απαραίτητες για την ανάπτυξη νου και ψυχής- ιδιαιτέρως του θεάτρου. Και νιώθω μεγάλο θυμό με την υποβάθμιση των καλλιτεχνικών μαθημάτων στο ελληνικό σχολείο. Εξακολουθούν να θεωρούνται πάρεργο, χαμένος χρόνος, συμπλήρωση ωραρίου –παρόλο που καμαρώνουμε τα αποτελέσματα των ωραίων εργαστηρίων που διευθύνονται από ειδικούς στην καλλιτεχνική αγωγή, με γνώση του αντικειμένου αλλά και γνώση του τρόπου που θα φέρουν τα παιδιά στην τέχνη. Αντί, λοιπόν, το Υπουργείο -όπως ήταν υπεσχημένο στο πρόγραμμα του κυβερνώντος κόμματος-να απλώσει τέτοιες ώρες δημιουργίας και ανάτασης και στα Λύκεια, τις απαλείφει από το πρόγραμμα της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και απομακρύνει τους ειδικούς για την πραγματοποίησή τους (που, ειρήσθω εν παρόδω, δεν αποτελούν δημοσιονομική επιβάρυνση γιατί πληρώνονται από ΕΣΠΑ).  Δεν μπορεί να είναι αυτό του σχολείο του 21ου αιώνα στην Ελλάδα, όποιες κι αν είναι οι μνημονιακές μας υποχρεώσεις.

Αποτέλεσμα εικόνας για μαρία σκούπα

Η Μαρία Σκούπα

Κυρία Σκούπα, ασχολείστε χρόνια με το θέατρο για παιδιά και με το θέατρο με παιδιά, αλλά αυτή η παράσταση είχε μια ιδιαιτερότητα. 160 προσφυγόπουλα και μεταναστόπουλα να παίζουν Αριστοφάνη ήταν πρωτόγνωρο και εξαιρετικά συγκινητικό. Πώς μαζεύτηκαν όλ’αυτά τα παιδιά;

Μαρία Σκούπα: Είναι όλα μαθητές του 51ου Δημοτικού Σχολείου στην Πλατεία Βάθης. Παιδιά από 27 εθνικότητες, το φαντάζεστε; Καθένα με την ιστορία του και με τα βάσανά του… Δεν είναι παιδιά δεύτερης γενιάς, γι’ αυτό και δεν μιλούν καλά ελληνικά. Είναι προσφυγόπουλα που ήρθαν τους τελευταίους μήνες στη Ελλάδα από τη Συρία και αλλού και μένουν σε ξενώνες, σε άσυλα  ή σε σπίτια που τους παρέχουν ΜΚΟ, άλλα έχουν οικογένειες, άλλα ζουν μόνο με τον ένα γονιό γιατί ο άλλος βρίσκεται στο εξωτερικό, άλλα είναι ορφανά και τα φροντίζει κάποιο πρόσωπο συγγενικό ή είναι αυτό που ονομάζουμε «ασυνόδευτα». Δίπλα τους μεταναστόπουλα που ζουν σε  συνθήκες ακραίας φτώχιας ή σε δύσκολα οικογενειακά περιβάλλοντα. Σ’αυτό το σχολείο υπάρχει ένας φωτισμένος διευθυντής, ο Δημήτρης Κρητικός, με ωραίες σπουδές αλλά κυρίως με το γνοιάξιμο του πραγματικού δάσκαλου. Να σκεφτείτε πως βγαίνει εφημερία στα διαλείμματα, παίρνει παιδιά στο γραφείο του και τους κάνει μάθημα, είναι δίπλα στο κάθε παιδί. Το κλίμα είναι πολύ υποστηρικτικό για διδάσκοντες και μαθητές και ανοιχτό σε κάθε είδους δραστηριότητες που θα βοηθήσουν τα παιδιά, Ελληνάκια και ξένα, να αναπτυχθούν διανοητικά και ψυχικά.

Δεν φοβηθήκατε πως θα ήταν δύσκολος ο Αριστοφάνης;

Μ.Σ. Όχι…  Δεν είναι η πρώτη φορά που κάνω Αριστοφάνη με παιδιά και κάθε φορά βλέπω με τι φαντασία και ευρηματικότητα τον αντιμετωπίζουν.  Ακούω πολλές φορές τα παράπονα για το γλωσσικό επίπεδο των παιδιών κι όμως η γλωσσική ανάπτυξη έχει να κάνει και με τον τρόπο που προσεγγίζεις την γλώσσα. Έχω ανεβάσει «Οδύσσεια» με παιδιά των πρώτων τάξεων του δημοτικού στην οποία έχω εντάξει στίχους από το πρωτότυπο που τους δουλέψαμε και τα παιδιά έμαθαν να  τους καταλαβαίνουν, «Ερωτόκριτο» στο πρωτότυπο, δραματοποιήσαμε Παπαδιαμάντη, «Το μοιρολόι της φώκιας»… Δεν σας λέω ότι υα παιδιά αυτά μπορούσαν πια να κατανοούν την αρχαία γλώσσα ή την καθαρεύουσα αλλά σκεφτείτε ότι όταν την ξαναδούν δεν θα την πλησιάσουν με φόβο ή με εξαρχής απόρριψη, χώρια που έμαθαν να ψάχνουν τη γλώσσα… Για να ολοκληρώσω, όμως, ήταν μια φοβερή εμπειρία για όλους μας. Η παράσταση λέγεται «Αριστοφάνης Junior»και ήταν σύνθεση από τους «Όρνιθες», τον «Πλούτο» και τους «Αχαρνής» σε διασκευή δική μου και μουσική του Νίκου Χατζηελευθερίου. Δουλέψαμε, αρχικά, με θεατρικές ασκήσεις που δεν στηρίζονται στο λόγο, μέχρι να αποκτήσουν τα παιδιά αυτοπεποίθηση, να νιώσουν ότι μπορούν. Καλλιεργήθηκε ένα κλίμα εμπιστοσύνης και αγάπης που βοήθησε να μάθουν τα λόγια και να ανεβούν στη σκηνή. Βελτιώθηκαν δε σε όλα τα μαθήματα.

Βέβαια, πρέπει να σας πω, ότι την παράσταση την ανέβασα και στα τρία σχολεία που δούλεψα φέτος με τα ίδια αποτελέσματα και οφείλω να ευχαριστήσω τους συναδέλφους δασκάλους και τους διευθυντές τους για την συμπαράστασή τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για μαρία σκούπα εφημερίδα των συντακτών

(η φωτογραφία από την Εφημερίδα των Συντακτών)

Έχουμε δει τα τελευταία χρόνια πολύ ωραίες δουλειές στην υποχρεωτική εκπαίδευση απότοκες της θεατρικής αγωγής, δεν θα πω του μαθήματος της θεατρικής αγωγής, γιατί πρόκειται για κάτι τελείως διαφορετικό, χρήσιμο, απαραίτητο και δημιουργικό…

Μ.Σ.: Αχ, γιατί βάζετε τώρα το μαχαίρι στην πληγή… Είμαι δασκάλα θεατρικής αγωγής. Φέτος δούλεψα σε τρία σχολεία: 1ο Δαφνης, 64ο Αθήνας στον Βοτανικό και 51ο Αθήνας στη Βάθης.  Όλο αυτό,  για το οποίο μιλήσαμε και πολλές άλλες δραστηριότητες σε άλλα σχολεία εδώ και χρόνια για τις οποίες ο κόσμο μιλά με θαυμασμό και τα αποτελέσματα στα παιδιά είναι  άμεσα ορατά στο οικογενειακό τους περιβάλλον,  έγινε στα πλαίσια της θεατρικής αγωγής.

Είναι ένα μάθημα που υπάρχει σε όλα τα σχολεία της υποχρεωτικής εκπαίδευσης;

Μ.Σ.: Ξέρουμε όλοι πια την αλλαγή που έκανε ο Φίλης: κατάργηση  των σχολείων διευρυμένου ωραρίου και όλα τα σχολεία ενιαία. Αυτό είναι καλό γενικά, όμως έβγαλε από την Πέμπτη και την έκτη δημοτικού τη θεατρική αγωγή , την οποία άφησε στις άλλες τάξεις.  Δεν ξέρω με τι παιδαγωγικά ή δημοσιονομικά κριτήρια το έκανε. Θέλω να διευκρινίσω κάτι: ακούω συχνά από εκπαιδευτικούς, γονείς, πολιτικούς τη φράση «θεατρικό παιχνίδι» και εκνευρίζομαι. Δεν λέμε «μουσικό παιχνίδι», «εικαστικό παιχνίδι»… Το θέατρο είναι παιχνίδι από μόνο του. Ό, τι έχει να κάνει με μικρά παιδιά πρέπει να είναι μια διαδικασία ευχάριστη και διασκεδαστική. Πρόκειται για θέατρο, λοιπόν, τόσο απλά. Βέβαια, τρία σχολεία ταυτόχρονα, σου βγαίνει η ψυχή.

Είπατε όμως ότι στις δυο τελευταίες τάξεις του δημοτικού η δραστηριότητα αυτή κόπηκε φέτος…

Μ.Σ.  Ναι, και το θεωρώ απαράδεκτο που κόπηκε σε μια τόσο ευαίσθητη ηλικία όσο η προεφηβεία.  Επίσης υπάρχει άλλο ένα σοβαρό ζήτημα: με εγκύκλιο περί το Πάσχα πέρυσι δίνει το μάθημα στους δασκάλους για συμπλήρωση ωραρίου.

Ήταν στα πλαίσια αυτού που ο Φίλης ως υπουργός παιδείας είπε «να αποφύγουμε την γυμνασιοποίηση του δημοτικού» και μείωσε τις ειδικότητες;

Μ.Σ.: Οι ειδικότητες είναι στα δημοτικά εδώ και 20 περίπου χρόνια με λαμπρά αποτελέσματα συνήθως. Αν δούμε τα καλλιτεχνικά μαθήματα ως ζήτημα συμπλήρωσης ωραρίου, δημιουργείται μεγάλος κίνδυνος. Οι δάσκαλοι –και ξέρετε εγώ είμαι δασκαλοπαίδι και αγαπώ και τιμώ ιδιαίτερα τον δάσκαλο και τη δουλειά του- αλλά δεν έχουν την απαραίτητη εκπαίδευση. Σαφώς και θα υπάρξουν φωτισμένοι και δημιουργικοί δάσκαλοι, όμως θα υπάρξουν και πάρα πολλοί που θα χρησιμοποιούν ήδη την ώρα για να κάνουν αριθμητική και γλώσσα ή που βγάζουν τα παιδιά στην αυλή για ομαδικά παιχνίδια. Το χειρότερο είναι ότι κάνουν πράγματα –καλοπροαίρετα, δεν λέω-  που οδηγούν τα παιδιά να μισήσουν το θέατρο, π.χ. ορθοφωνία. Επίσης το θέατρο έχει μια δυσκολία, να βρεις τρόπο να εντάξεις όλα τα παιδιά, και αυτά που ντρέπονται και αυτά που δεν μιλάνε και τα άλλα που θέλουν να προβάλλονται και να τους διδάξεις συνεργασία και συνέπεια…

Αποτέλεσμα εικόνας για μαρία σκούπα εφημερίδα των συντακτών

(από την Εφημερίδα των Συντακτών)

Εσείς δουλεύετε με όλη την τάξη;

Μ.Σ. Οφείλω… πρέπει να βρίσκουμε τρόπους να εντάξουμε όλα τα παιδιά, αυτό είναι το διακύβευμα.  Για να επιστρέψω στο προηγούμενο θέμα, μην θεωρήσετε ότι κόπτομαι –κι εγώ και οι συνάδελφοί μου- απλώς για να μη χαθούν θέσεις θεατρολόγων. Με ενοχλεί ότι 20 χρόνια κανείς επίσημος φορέας δεν έλεγξε, δεν αξιολόγησε, για να χρησιμοποιήσω τον όρο που ακούμε συνέχεια, τη δουλειά που γίνεται στα σχολεία, τι κέρδισε το σχολείο από τη θεατρική αγωγή. Ξέρω πολύ καλά ότι η ΔΟΕ θα στηρίξει τους δασκάλους που πρέπει να συμπληρώσουν ωράριο, όμως να θυμηθούμε όλοι την άριστη συνεργασία που είχαμε τόσα χρόνια και πόσο άλλαξε το σχολείο και οι σχέσεις μέσα σ’ αυτό με την παρουσία της θεατρικής αγωγής. Δεν είμαστε πολυτέλεια μέσα στην κρίση. Να μην ξεχνάμε ότι τα παιδιά έχουν και συναισθηματική μνήμη.

ΕΠΟΧΗ, 2.7.2017

Advertisements

Ο Γύρος του Κόμπου: Σικελική Τραγωδία του Δημήτρη Δημητριάδη από τη Λευκή Σκηνή

Σχολιάστε

          Τρίτος Δημητριάδης για φέτος, αν δεν κάνω λάθος. Αυτή τη φορά το αδημοσίευτο «Ο γύρος του κόμπου: Σικελική τραγωδία» από την «Λευκή Σκηνή», δημιούργημα δυο πολύ νέων ανθρώπων –με ενδιαφέροντα ήδη δείγματα γραφής- τον σκηνοθέτη και ηθοποιό Γιώργο Δούλο και την θεατρολόγο Νίκη Σκριβάνου, που επιμελήθηκε με τον σκηνοθέτη την δραματουργική επεξεργασία.  Διά στόματος του σκηνοθέτη η ομάδα δηλώνει πως  σε ό,τι αφορά την ελληνική δραματουργία, θα ασχοληθεί αποκλειστικά με το έργο του Δημητριάδη και επιλέγει μάλιστα τούτο το άπαιχτο έργο του για αρχή.

Ο άρχοντας Λορέντζο Λαλίνι της Σικελίας καλεί τον αθηναίο φιλόσοφο Αρίσταρχο Ερμίδη για δεύτερη φορά στο νησί του ζητώντας του και πάλι βοήθεια. Την πρώτη φορά ο φιλόσοφος προσπάθησε μάταια να αποτρέψει μια αδελφοκτονία, μια αδελφοκτονία καλείται να αποτρέψει ξανά σε τούτο το δεύτερο ταξίδι του: με διαθήκη ο τυραννικός ηγεμόνας αφήνει όλη του την περιουσία στο νόθο γιο του, με τον οποίο τον δένει ερωτικό πάθος, πράξη που τον φέρνει αντιμέτωπο έως θανάτου με την υπόλοιπη οικογένειά του και οδηγεί τα μέλη της –καθένα σύμβολο μιας ανθρώπινης κατάστασης καθόλου άμοιρης της κοινωνικής του θέσης, όσο και αυτής στο οικογενειακό σύμπαν αλλά και φορέας εύπλαστων και σε διαρκή ροή αξιακών συστημάτων- να αποφασίσουν πάση θυσία τη δολοφονία του νέου.

Αποτέλεσμα εικόνας για ο γύρος του κόμπου δούλος

          Η αναφορά στον Πλάτωνα είναι προφανής. Από τον τίτλο ήδη –η Σικελία ήταν μια τραγική εμπειρία για τον Πλάτωνα, τρία ταξίδια στα οποία προσπάθησε να εφαρμόσει τη θεωρία του για τον φιλόσοφο βασιλιά που ξεδιπλώνει στην Πολιτεία, το ένα πιο αποτυχημένο από το άλλο, όπως μαθαίνουμε κυρίως από την (ψευδο)πλατωνική 7η Επιστολή.  Δούλος κινδύνευσε να πουληθεί σε ένα από αυτά. Αλλά και από το όνομα του φιλοσόφου: Αριστοκλής, το πραγματικό  όνομα του Πλάτωνα. Στο οικογενειακό Ερμίδης θα κρύψει ο συγγραφέας το συγκλονιστικό τέλος:  σαν τον ψυχοπομπό Ερμή, ο Αρίσταρχος θα οδηγήσει το παλάτι του Λαλίνι στο θάνατο. Ο κληθείς ως σωτήρας θα μεταβληθεί στο τέλος σε άγγελο θανάτου. Τα βασικά θέματα του Δημητριάδη ανοίγονται σαν βεντάλια: το φως και το σκοτάδι και όλα όσα συστοιχούνται πίσω από το καθένα τους, δίκαιο και άδικο, γενναίο και πρόστυχο, αλήθεια και ψέμα.

Τα ξεκάθαρα πρόσημα που φαντάζεται αρχικά ο φιλόσοφος σκοτεινιάζουν λίγο-λίγο και η αλήθεια κρύβεται κάτω από  τις ματωμένες γάζες ψέματος και μίσους. Ο φιλόσοφος πρέπει να βρει την αλήθεια μέσα από τις αθλιότητες, τις μικροπρέπειες και τις μηχανορραφίες, που την κρύβουν όλο και πιο βαθιά. Πού θα την αναζητήσει; Στον εκτός ορίων, απαιτητικό και καταβροχθιστικό έρωτα, την άβυσσο της σάρκας, στο οργασμικό σκάνδαλο που τυλίγει στο τέλος όλους και τους οδηγεί στο θάνατο, ένα θάνατο σκληρό, ματωμένο, ανθρωποφαγικό και καθόλου λυτρωτικό. Αυτός θα το προκαλέσει και αυτός θα είναι  θύτης και  θύμα. Ο φονιάς των άλλων και ο φονιάς του εαυτού του.

Είναι αυτό η λύση; Όχι, γιατί στη «Σικελική Τραγωδία» λύση δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο το χέρι που ξανά και ξανά επιχειρεί να λύσει τον κόμπο αλλά τελικά τον δένει, τον σφίγγει όλο και πιο πολύ.  Κανένα ερμηνευτικό σχήμα δεν μπορεί να εξηγήσει τον κόσμο και τον άνθρωπο, μοιάζει να λέει ο Δημητριάδης, πολύ περισσότερο άσαρκος ιδεαλισμός. Τα κοινωνικά σχήματα –και ειδικά η οικογένεια- περισσεύουν, αφήνουν αδικαίωτες τις ερμηνείες και εκπλήττουν. Αυτή η έκπληξη –η γυμνή ειρωνεία της αλήθειας- απογυμνώνει τον άνθρωπο από τα φτιασίδια της ιδεολογίας και τον υποχρεώνει να κοιτάξει τον τρομερό καθρέφτη της  αλήθειας  του σώματος –πάσχον και ορίζον, πεπερασμένο, αδύναμο και κραταιό (την είχε καταλάβει τόσο καλά την αγωνία της σάρκας, το μαρτύριο του ανέφικτου της απόλυτης ηδονής ο Μπατάιγ).

Αποτέλεσμα εικόνας για ο γύρος του κόμπου δούλος

Ο Γιώργος Δούλος  ως νέος άνθρωπος με καλές σπουδές στο θέατρο χρησιμοποίησε τις γνώσεις του από τα νεότερα ρεύματα του ευρωπαϊκού θεάτρου αλλά το τελικό όχημα που διάλεξε προσιδίαζε σε αυτό της αρχαίας τραγωδίας –η συνεκφορά του λόγου στα πιο δυνατά και επικίνδυνα σημεία του έργου οδηγούσε στην  ιδέα ενός ανεστραμμένου χορού: δεν είναι η φωνή της πόλης αλλά των τυράννων που προσπαθούν να της επιβληθούν. Εστίασε ιδιαιτέρως πάνω στο δίπολο φως-σκοτάδι και σ’ αυτό είχε την πολύ καλή στήριξη της Χριστίνας Θανασούλα που «έπαιξε» δημιουργικά με τους φωτισμούς της πάνω στο μοτίβο αυτό. Ο σκηνοθέτης επιμελήθηκε και το σκηνικό: σάκοι γεμάτοι γραμμένα, τσαλακωμένα χαρτιά που αδειάζουν σιγά-σιγά πάνω στη σκηνή –ο κόσμος των ιδεών- φυλακίζουν τον Αρίσταρχο και χάνουν τελικά τη δύναμή τους μπροστά στη δύναμη των παθών και στο αίμα.

Ο Γιάννης Σιαμσιάρης  ξεκίνησε αναποφάσιστος –αμήχανα βλέμματα και σιωπές- αλλά γρήγορα βρήκε το ρυθμό του, κατέβηκε μέσα στον ήρωά του, τον έψαξε  και απέδωσε πλούσιες συναισθηματικές αποχρώσεις και τις εξάρσεις τους. Οι νεότεροι ηθοποιοί ήταν μια πολύ καλή και δεμένη υποκριτική ομάδα, που ισορροπούσαν αποτελεσματικά την ατομική έρευνα και ερμηνεία με την αποζητούμενη ομαδικότητα: Μαρία Αποστολακέα, Αλκινόη Ζαχαρόγιωργα, Ηρώ Κισσανδράκη, Απόστολος Μαλεμπιτζής, Νικόλας Παπαευθυμίου και Κωνσταντίνος Παράσης.

 

ΕΠΟΧΗ, 11.6.2017

Αξιομνημόνευτες ερμηνείες

Σχολιάστε

 

Η Μάνια Παπαδημητρίου στη «Γυάλα» και

Η Δέσποινα Σαραφείδου στο «Serengeti»

 

Σήμερα, φίλοι αναγνώστες, θα αφιερώσω τη σελίδα του θεάτρου της ΕΠΟΧΗΣ μας όχι σε κάποια παράσταση αλλά σε δυο ηθοποιούς, τη Μάνια Παπαδημητρίου και την Δέσποινα Σαραφείδου. Το έχω πει πολλές φορές και θα συνεχίσω, κουραστικά, να το λέω: ο ηθοποιός είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του θεάτρου. Η καλύτερη σκηνοθετική σύλληψη, η αρτιότερη ανάγνωση ενός έργου, η πλέον γόνιμη, πρωτότυπη και δημιουργική καλλιτεχνική πρόταση θα μείνει ατελής, αν δεν καταρρεύσει πλήρως, σε περίπτωση που δεν υποστηριχτεί από ηθοποιούς με ταλέντο και εργατικότητα.

 

Η Λούσυ στη γυάλα

         Η Μάνια Παπαδημητρίου τα τελευταία χρόνια έχει ασχοληθεί αρκετές φορές με το μονόλογο, είδος ιδιαιτέρως  απαιτητικό. Θυμόμαστε τον «Διάδρομο» της Ευσταθίας λίγα χρόνια πριν ή τον περυσινό «Μονόλογο» σε κείμενο της Σιμόν Ντε Μπωβουάρ, και στα δυο ερμηνείες καθηλωτικές. Φέτος ερμηνεύει τη Λούσυ στη «Γυάλα» της Τζένης Δάγλα, που δεν είναι ακριβώς μονόλογος  αλλά έχει τα χαρακτηριστικά του στο μεγαλύτερο μέρος του. Η Λούσυ ζει το μικρό προσωπικό της δράμα, την ερωτική της απογοήτευση, εγκλωβισμένη στον μικρόκοσμό της. Συντροφιά της ένα χρυσόψαρο στη γυάλα, που το έχει ονοματίσει Λούσυ, σαν την ίδια, κολυμπά μέσα στα ασφυκτικά όρια της γυάλινης φυλακής του, όπως η γυναίκα στην δική της. Στον εσωστρεφή, εγω-κεντρικό λόγο της Λούσυ, ο πραγματικός κόσμος εισβάλλει με μικρές παρατηρήσεις για τους απολυμένους του γραφείου της, για την άξενη πόλη που γεμίζει μετανάστες και με την ιστορία του Στέλιου, ενός παλιού συμμαθητή και γείτονα που αυτοκτόνησε από απελπισία στην Αθήνα της κρίσης. Η Άσπα Τομπούλη –επίσης έμπειρη στο είδος (θυμίζουμε την εξαιρετική δουλειά της πέρυσι στον μονόλογο του Μωβινιέ «Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη»)- σκηνοθέτησε το σχετικά  απλό  και περιγραφικό κείμενο της Δάγλα με έμπνευση, δίνοντας ισόρροπα το ψυχολογικό και το πολιτικό μέρος, ενώ η ενδυματολογική επιλογή της Χριστίνας Παπούλια ήταν αποτελεσματική, το φορεματάκι της Λούσυ με το ζακετάκι του φτιάχνουν την κουκλίστικη φυλακή και αποκαλύπτουν την προσδοκία.

Αποτέλεσμα εικόνας για μάνια παπαδημητρίου λούσυ

         Η Παπαδημητρίου κεντά το ρόλο της, αξιοποιώντας όλη την παράδοση του Θεάτρου Τέχνης. Η Λούσυ της είναι μια ματαιωμένη γυναίκα,  αιώνια παιδούλα, αφελής και τρυφερή, εμπαθής και πληγωμένη, εγωίστρια και μοναχική, με μικρά όνειρα και στενούς ορίζοντες,  εγκλωβισμένη στον μικρόκοσμο της ιδιωτικότητάς της.  Συμπαθητικά αντιπαθής. Ήρεμα, χωρίς αναίτιες εξάρσεις, με ιδανικές αποχρώσεις στη φωνή που τις πλουτίζει μια μεγάλη γκάμα λαλούντων χαμόγελων, απεκδύει την ηρωίδα της από την ασυγχώρητη άγνοια, καταλαβαίνει η Λούσυ αλλά ο κόσμος έξω δεν την αγγίζει, ο εαυτός της την απασχολεί.  Ο εαυτός της και οι αυταπάτες της. Αξίζει να την παρακολουθήσει κανείς με πόση ευστοχία απομακρύνει τις στιγμές που έρχεται η πραγματικότητα να την συναντήσει –τόσο η κοινωνική όσο και η αλήθεια της στερημένης ερωτικά ζωής της. Μια επικίνδυνα χαριτωμένη ένοχη μικροαστή.

Δίπλα της σε ένα μικρό διπλό ρόλο ο Ευθύμης Χρήστου αφήνει θετικές εντυπώσεις.

 

Το σπαγγάτο στο σαλόνι

         «Serengeti» λέγεται το έργο στο οποίο πρωταγωνιστεί η Δέσποινα Σαραφείδου, γραμμένο από τον Μεξικανό συγγραφέα Ραμίρο Τόρες δε Μιγκουέλ και παραπέμπει στο περίφημο πάρκο στην Τανζανία, με τεράστιο πληθυσμό άγριων ζώων –ανάμεσά τους τα όμορφα, γρήγορα γκνου και λιοντάρια.  Ένα ταξίδι στην Αφρική, στο πάρκο Serengeti, είναι το όνειρο του νεαρού Δάνη, το πάθος του, όλη του η ζωή τριγυρνά γύρω από αυτό το ταξίδι. Στο διαδίκτυο, σε ένα chat room, γνωρίζει την Άντζι και αποφασίζουν να συναντηθούν. Ωστόσο η Άντζι δεν είναι η κοπελίτσα με την οποία πίστευε πως συνομιλούσε , αλλά μια ώριμη γυναίκα, μπαλαρίνα που γερνά και αφήνει τη σκηνή, στην οποία θα εξομολογηθεί το όνειρό του κι αυτή θα του υποσχεθεί χρήματα για να το πραγματώσει, με τον όρο να γίνει σκλάβος της, να κάνει υπάκουα και αγόγγυστα ό,τι του ζητά κι ανάμεσα σ’αυτά να καταφέρει να κάνει ένα τέλειο σπαγγάτο μέσα σε τρεις εβδομάδες.

Αποτέλεσμα εικόνας για δέσποινα σαραφείδου serengeti

         Ανάμεσά τους δημιουργείται μια σαδομαζοχιστική σχέση που, ως αναμενόμενο  εγκλωβίζει και τους δυο σε μια αρρωστημένη εξάρτηση χωρίς τέλος και φυσικά χωρίς κάθαρση.  Το έργο αξιοποιεί  την σχετική παράδοση της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου και χωρίς να αποφεύγει τα κλισέ, διαγράφει καλά τους χαρακτήρες και την σχέση, τις εντάσεις και τα μυστικά. Σκηνοθετήθηκε γραμμικά από τον συμπατριώτη του Luis Gómezbeck,  που ζει και εργάζεται στην Ελλάδα και η παράσταση είναι πανευρωπαϊκή πρώτη για το πολυβραβευμένο έργο.

Η Δέσποινα Σαραφείδου  είναι ευφυής ηθοποιός, δουλεύει το ρόλο της ως την τελευταία λεπτομέρεια κι έπειτα λιώνει όλη την επεξεργασία σε μια πολύ φυσική ερμηνεία με ελεγμένη ροή (Θυμίζουμε την εκρηκτική  «Κασσάνδρα» της και τις δύσκολες ισορροπίες που κράτησε σε ένα έργο με πικρό χιούμορ που μπορεί να χάσει εύκολα τους χυμούς του, αν η ηθοποιός που το υπηρετεί δεν έχει αυστηρό έλεγχο πάνω του).  Είναι επίσης ηθοποιός που υπηρετεί τη σκηνοθετική οδηγία αλλά, χωρίς να προδώσει την ερμηνευτική γραμμή, ξέρει να  ξεφεύγει δημιουργικά και να οδηγεί το ρόλο σε ενδιαφέροντα μονοπάτια, ρίχνοντας φως σε σκοτεινές και απρόβλεπτες γωνιές.  Το ίδιο έκανε κι εδώ και μάλιστα σε ένα ρόλο που έχει μια βασική δυσκολία:  δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε για τη γυναίκα –τέρας που κλήθηκε να ενσαρκώσει, τίποτε σχεδόν για τη ζωή της, κάποια πληροφορία που να εξηγεί το χαρακτήρα, την βλέπουμε εκεί, τερατώδη, προκλητική, κυρίαρχη, τυραννική, να κυκλώνει τον νεαρό ως προσωποποίηση του κακού. Αλλά είναι μόνο αυτό;

Η κίνηση εκ του ρόλου είναι περιορισμένη, έτσι χρησιμοποιεί κυρίως τις καλά μελετημένες και φορτωμένες συναίσθημα σιωπές, το πρόσωπό της  και το βλέμμα της. Το βλέμμα ειδικά είναι η βάση πάνω στην οποία στήνει το ρόλο: με το βλέμμα παρακολουθεί αδιάκοπα το νεαρό, ζητά να τον γοητεύσει, να τον ειρωνευτεί, να τον καρφώσει χωρίς έλεος αποκαλύπτοντάς του την πρόθεση και την αδυναμία του και τελικά να τον υποτάξει, βλέμμα κυριαρχικής μητέρας προς τον γιο που αποφασιστικά αναλαμβάνει την ζωή του και γυναίκας που εκδικείται στο πρόσωπο του Δάνη τον χρόνο που αμείλικτα της κλέβει ομορφιά και έρωτα.

Δίπλα της  ο πολύ καλός νέος ηθοποιός Χάρης Χιώτης.

ΕΠΟΧΗ, 28.5.2017

 

 

Το μετρήσιμο και η εκπαίδευση.

Σχολιάστε

 

Παρουσίαση του βιβλίου της Χριστίνας Κουτούβελα

«Το πείραμα της εκπαίδευσης. Αποτελεσματικότητα και ποιότητα ως προς τι;»

(εκδ. Γρηγόρη)

(Η εκδήλωση έλαβε χώρα την 17η Φεβρουαρίου 2017)

         Είναι μεγάλη χαρά για μένα σήμερα να βρίσκομαι σ’αυτήν την αίθουσα και τιμή να είμαι ένας από τους ομιλητές –τις ομιλήτριες για να είμαι ακριβέστερη- στην παρουσίαση του βιβλίου της κυρίας Χριστίνας Κουτούβελα «Το πείραμα της εκπαίδευσης. Αποτελεσματικότητα και ποιότητα ως προς τι;».  Γνωρίζω την Χριστίνα αρκετά χρόνια. Παρακολουθούσε τα μαθήματά μου στο μεταφραστικό τμήμα του Γαλλικού Ινστιτούτου. Ένα νεαρό κορίτσι τότε, στα πρώτα πετάγματα της σκέψης και των προβληματισμών της, «ένα παιδί φανατικό για γράμματα» για να χρησιμοποιήσω την γνωστή έκφραση του Θεοτοκά που μ’αρέσει πολύ.  Σήμερα, το κορίτσι είναι μια νέα γυναίκα, ένας ώριμος άνθρωπος, που μας έχει χαρίσει ήδη την πρώτη και  πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη της στον ιδιαίτερο επιστημονικό της τομέα, τα παιδαγωγικά και μάλιστα με ένα θέμα που απασχολεί πολύ την εκπαιδευτική κοινότητα και δείχνει επίσης πως για την Χριστίνα Κουτούβελα η πολιτική διάσταση των παιδαγωγικών είναι ίσως και η σημαντικότερη: μιλώ για τις έννοιες του μετρήσιμου και της αποτελεσματικότητας όπως λέει ο τίτλος του έργου της.

         Δεν έχω την επιστημονική επάρκεια να μιλήσω όπως αξίζει στο βιβλίο, που, ακόμα και μια πρώτη ανάγνωση, αποκαλύπτει την επιστημονική εμβρίθεια, την κοπιώδη βιβλιογραφική έρευνα, την εξαιρετική σύνδεση των πορισμάτων της διεθνούς και εντόπιας έρευνας ώστε να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα που μπορούν να βοηθήσουν όσους ασχολούνται με την εκπαίδευση να δουν και να κατανοήσουν το εκπαιδευτικό φαινόμενο καλύτερα και επαρκέστερα. Υπ’ αυτήν την έννοια, το πρώτο που έχω να πω για το βιβλίο είναι πως πρόκειται για ένα χρήσιμο σύγγραμμα, που έχει λόγο ύπαρξης και προοιωνίζεται μια σημαντική συνέχεια.

         Είπα ότι δεν έχω την επιστημονική επάρκεια για μια πραγματική ανάλυση, είμαι ιστορικός της Ύστερης αρχαιότητας, θα μιλήσω όμως για την δουλειά της Χριστίνας με την ιδιότητα της εκπαιδευτικού, 27 χρόνια μάχιμη στις σχολικές αίθουσες. Γι’   αυτό  το βιβλίο της με αφορά και νιώθω μάλιστα ότι μου απευθύνεται και με βοηθά να αναστοχαστώ.

          Δουλεύω σε μια γειτονιά του Πειραιά με μεγάλη ανεργία, χαμηλό πνευματικό επίπεδο, στην οποία βρήκαν καταφύγιο αρκετοί μετανάστες. Λίγοι γονείς καταλαβαίνουν την πραγματική αξία του σχολείου και λιγότερα παιδιά βλέπουν σ’ αυτό μια ευκαιρία πνευματικής ωρίμανσης. Το πρώτο δεν είναι άμοιρο του δεύτερου. Μεγαλώνουμε παιδιά που παίρνουν από νωρίς το μήνυμα ότι το σχολείο είναι ένα «πικρό ποτήρι» που πρέπει να το πιουν με επιτυχία για να εξασφαλίσουν το πολυπόθητο «χαρτί». Το «χαρτί» έχει μια σημασία μάλλον μαγική. Δεν έχει ουσιαστικά περιεχόμενο.  Ασαφές περιεχόμενο έχει και η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο και η φοίτηση εκεί, και εκεί ένα χαρτί αναζητείται για επαγγελματική αποκατάσταση. Έτσι που σιγά-σιγά όλος ο κόσμος του σχολείου, όλες οι βαθμίδες της εκπαίδευσης, δεν σχετίζονται με την πνευματική ανέλιξη, με την διεύρυνση των οριζόντων, την κριτική σκέψη, την φαντασία, την δημιουργικότητα.

         Παράλληλα, μέχρι τις μεσαίες βαθμίδες του, το σχολείο έχασε μέρος των δυνατοτήτων του να κοινωνικοποιεί, να δημιουργεί όχι απλώς πνεύμα αλλά και δυνατότητες συνεργασίας, έχασε την έννοια της μετάδοσης, που όσο κι αν ακούγεται ως έννοια συντηρητική, βοηθούσε στην συγκρότηση ταυτότητας, συνέχειας, σχέσης με την ιστορία.  Κι όσο κι αν φαίνεται αντιφατικό, βοηθούσε στον σχηματισμό των προϋποθέσεων για την αμφισβήτησή του και την ανατροπή.

        Το σχολείο είχε ένα ρόλο. Συντηρητικό; Ναι, και πολλά άλλα,  όμως ένα ρόλο.  Σήμερα  ο ρόλος είναι ασαφής, δυσδιάκριτος, καταρρέων. Την ίδια στιγμή το εκπαιδευτικό σύστημα λούζεται πανευτυχές μέσα σε μια απαράδεκτη, αντιδημοκρατική υποκρισία, ένα λαϊκισμό που χτυπά αλύπητα κυρίως τα παιδιά των χαμηλών οικονομικά τάξεων, τα παιδιά του κατώτερου θεού.  Ας δώσω ένα παράδειγμα,  η γνωστική παντοδυναμία του διαδικτύου που τους υποβάλλεται  -το Google στο μυαλό των εφήβων είναι μια μαγική δύναμη που μπορεί να τους λύσει όλα τα προβλήματα, ό,τι δεν υπάρχει εκεί, απλώς δεν υπάρχει. Ξαναγυρίσαμε δηλαδή στην πιο στυγνή θεοκρατική αντίληψη της γνώσης, μόνο που φορέας της δεν είναι πια ο Θεός και οι εκπρόσωποί του επί γης.  Και το σχολείο Γιατί ο νεαρός μαθητής, όταν κάνει εργασία, δεν έχει βέβαια πρόσβαση στις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες αλλά αρύεται το υλικό της δουλειάς του από όπου τον πρωτοβγάλει η λέξη κλειδί που θα χρησιμοποιήσει. Η νεαρή μου μαθήτρια με αμφισβήτησε πριν μερικά χρόνια: είχα ζητήσει να γράψουν μια παράγραφο για την θρησκεία των Περσών και έφερε πληροφορίες για το Ισλάμ. «αγάπη μου», της εξήγησα, «εμείς τόσο καιρό μιλάμε για 1000 χρόνια πριν τη γέννηση του Χριστού και το Ισλάμ γεννήθηκε πολύ μετά από τον Χριστιανισμό». «Αυτό μου έβγαλε το Ίντερνετ» μου απάντησε αφοπλιστικά «έβαλα θρησκεία Πέρσες και έβγαλε αυτό. Καλά δεν ξέρει τώρα το Ιντερνετ;». Σας φαίνεται υπερβολικό; Δεν είναι καθόλου. Η τεχνολογία είναι απαραίτητη αλλά πρέπει το παιδί να μπορεί να την χειριστεί. Όμως την ίδια στιγμή, οι εργασίες που παράγονται με αυτόν τον τρόπο μετρώνται, ποσοτικοποιούνται, γίνονται δείγμα ποιότητας και βάση αξιολόγησης.

Γιατί σας κουράζω με αυτά και τι σχέση έχουν με το βιβλίο της Χριστίνας; Αυτά ΕΙΝΑΙ το βιβλίο της Χριστίνας και απέναντί τους μπορεί να σταθεί ως όπλο. Οτιδήποτε στο σχολείο υπόκειται ήδη ή προσπαθεί να υπαχθεί στην έννοια του μετρήσιμου. Όλα γίνονται αριθμοί. Κι όπως στην οικονομία όλα προσκυνούν τα ποσοστά. Όπως όμως πίσω από τους αριθμούς της κρίσης βρίσκονται άνθρωποι, έτσι και πίσω από τους αριθμούς της εκπαίδευσης κρύβονται ψυχές. Και γι’ αυτές έχουμε πάψει να μιλάμε. Εννοώ ουσιαστικά.  Οι άνθρωποι που προτείνουν τα σχολικά προγράμματα μάλλον έχουν χρόνια να μπουν σε τάξη και να δουν αληθινά παιδιά. Η απάντηση στις παραδοξότητες του προγράμματος, που όλο και αλαφραίνει αλλά κάθε φορά γίνεται βαρύτερο και πολυπλοκότερο χωρίς να λαμβάνει υπόψη του ιδιαιτερότητες, δυνατότητες, ακόμα-ακόμα τις πρακτικές συνθήκες μέσα στις οποίες υλοποιείται αυτό το πρόγραμμα, είναι μια απελπισμένη, κατανοητή αλλά  και λαϊκίστικη πρακτική: οι εκπαιδευτικοί, πιεσμένοι συναισθηματικά και πολιτικά, μειώνουμε τις απαιτήσεις ώστε το παιδί «να περνάει» την τάξη. Αλλά είναι αυτό λύση; Πιέζεται έτσι ένας επανασχεδιασμός; Ξεκινάει μια σοβαρή συζήτηση;

Η Ελλάδα έχει ένα τεράστιο ποσοστό αριστούχων. Μεγάλο μέρος τους είναι αγράμματα παιδιά, που ξέχασαν το παπαγαλισμένο μάθημα το επόμενο λεπτό που βγήκαν από την αίθουσα της εξέτασης τον Ιούνιο, αν το είχαν μάθει ποτέ. Η γενική γνώση δεν ενδιαφέρει κανένα. Μετρούν το κόστος, τα μόρια, τα ποσοστά. Το αποτελεσματικό και το ποιοτικό δεν έχουν αναφορά σε καμιά πραγματικότητα αλλά στο αποτύπωμά τους στην οικονομία. Και ναι, το σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα είναι απολύτως συγχρονισμένο με τον τύπο πολίτη που θέλει να παραγάγει: ένα πολίτη play mobil: απασχολήσιμο, σιωπηλό και μόνο. Καθείς για τον εαυτό του.

 

Τι μετράμε λοιπόν; Πώς μετράμε την άγνοια και το λειτουργικό αναλφαβητισμό; Πώς μετράμε την αδυναμία να συνδεθούν πληροφορίες ώστε να γίνουν γνώση; Πώς μετράμε την ανυπαρξία κριτικής ικανότητας; Πώς συνδέουμε με ποσοστά το χαμηλότατο δείκτη αναγνωσιμότητας του Έλληνα με το σχολείο και την υποβάθμιση της λογοτεχνίας; Πώς μετράμε την αδυναμία συνειδητοποίησης των κοινωνικών προεκτάσεων των επιστημονικών θεωριών και την θεοποίηση μιας επιστήμης χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αναγκαιότητα ηθικών ερεισμάτων; Κι ακόμη πώς μετράμε τις ουσιαστικές απώλειες ανθρώπων στο δρόμο; Κι αυτό, μολονότι τα ποσοστά μαθητικής διαρροής δείχνουν πτωτικές τάσεις, αλλά πτωτικές σε σχέση με τι; Αναφέρομαι επίσης και στις απώλειες ενός δυναμικού που δεν θα μάθουμε ποτέ πόσο σημαντικό ήταν, γιατί οι ιδιαιτερότητές του δεν του επέτρεψαν να ολοκληρώσει το σχολείο ή το ολοκλήρωσε κακήν κακώς και αφήσαμε αξεδίπλωτα τα ταλέντα του. Όλ’αυτά αποτελούν και ερωτήματα του βιβλίου με εκτεταμένες αναφορές σε σύγχρονες έρευνας και κριτική τοποθέτηση πάνω στα συμπεράσματά τους και τις θεωρίες που αυτά στηρίζουν.

«Βασικό ερώτημα της εκπαιδευτικής πολιτικής»,  παρατηρεί και η Χριστίνα ήδη από την πυκνή και ουσιαστική εισαγωγή της «είναι εκείνο που βρίσκει τις αναφορές του στην κοινωνία που επιθυμούμε να οικοδομηθεί, αφού εντός του πρέπει να περιλαμβάνονται θεμελιώδεις ηθικές αποφάσεις οι οποίες θα λειτουργούν ως ασφαλή κριτήρια για την ποιότητα της ζωής». Τέλος του παραθέματος.

Όμως αυτό που θα έπρεπε να είναι ο βασικός γνώμονας κάθε εκπαιδευτικού σχεδιασμού, υποχωρεί ατάκτως μπροστά στην μεγάλη κυρία της σύγχρονης κοινωνίας, την οικονομία και μάλιστα την οικονομία των αγορών. Αυτήν δηλαδή που έχει ως βασικό εργαλείο το κόστος και μοναδικό ενδιαφέρον την μείωση των δημοσιονομικών δαπανών. Η εκπαίδευση είναι μια προσοδοφόρα βιομηχανία κέρδους και αυτό το συνειδητοποίησε η αγορά ήδη από την δεκαετία του ’60.

Η μεταμοντερνικότητα έφερε πειραματισμούς στην εκπαίδευση  και συνύπαρξη αλληλοσυγκρουόμενων μοντέλων που πολλές φορές αποτελούν απλώς ασκήσεις επί χάρτου και δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις πραγματικές συνθήκες και τις πραγματικές ανάγκες. Επίσης εφαρμόζονται και μένουν για πολλά χρόνια χωρίς, και παρά την κριτική που δέχονται, να αλλάζουν ουσιωδώς, αναπαράγοντας για χρόνια προβλήματα και αποτυχία. Ο πειραματισμός στην εκπαίδευση δεν είναι απλώς καλοδεχούμενος, είναι αναγκαίος αλλά δυστυχώς αυτός συνήθως συνδέεται υπόγεια με την σύνδεση της εκπαίδευσης με την οικονομία της αγοράς. Γι’αυτό κεντρικό ερώτημα στο βιβλίο είναι (το διατυπώνω με τα λόγια της Χριστίνας Κουτούβελα): «Αντέχει άλλους πειραματισμούς η εκπαίδευση στο όνομα της σύνδεσής της με την κοινωνία της οικονομίας;» και γι’ αυτό επίσης ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια του βιβλίου της είναι αυτό που επιγράφεται «Η κουλτούρα της αξιολόγησης της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας στην εκπαίδευση» στο οποίο μας θυμίζει την τρομακτική είσοδο στον εκπαιδευτικό χώρο εννοιών όπως το μάνατζμεντ της σχολικής μονάδας ή ο μαθητής ως πελάτης. «[… ] σε ό,τι επιδιώκεται να οριοθετηθεί ως «ποιότητα στην εκπαίδευση», γράφει, « κεντρική θέση κατέχουν  δείκτες ποιότητας όπως ο αριθμός μαθητών ανά υπολογιστή, η σύνδεση της πανεπιστημιακής φοίτησης, και επομένως μόρφωσης, με τις ανάγκες της αγοράς, ή η διεύρυνση των Φυσικών Επιστημών ως επιχειρηματικής και βιομηχανικής βάσης» σ.  143

Μέσα σ’αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο ο ρόλος του δασκάλου –συγχωρείστε με, μ’ αρέσει πιο πολύ η λέξη δάσκαλος από εκπαιδευτικός-  ο ρόλος του δασκάλου συρρικνώνεται σε ένα εξηγητή ύλης και μια μηχανή αριθμητικής αξιολόγησης  -το πιο ανόητο και αναξιόπιστο σύστημα αξιολόγησης- που με τη σειρά του θα αξιολογηθεί από τα αποτελέσματα όσων έχει προαξιολογήσει, ώστε μέρος των μαθητών και μέρος των εκπαιδευτικών να πέσει στον Καιάδα, αλαφραίνοντας το δημοσιονομικό κόστος της εκπαίδευσης.

Η ανθρωποκεντρική παιδεία έχει ποιότητα με βραδυφλεγή αποτελέσματα αλλά σταθερά και σημαντικά για το άτομο και την κοινωνία, αλλά ποιον ενδιαφέρουν; σίγουρα όχι τον ΟΟΣΑ, το ΔΝΤ και άλλα παρόμοια ευαγή ιδρύματα, που «διατάσσουν» μια παιδεία βαθιά ταξική.  Γι’ αυτό και οι πειραματισμοί –ειδικά των τελευταίων χρόνων-θολώνουν το τοπίο, δυσχεραίνουν την κατάσταση, δημιουργούν περισσότερα προβλήματα από όσα πάνε να λύσουν. Ένα απλό παράδειγμα: έλεγξε κανείς –με την αγαπημένη μέθοδο της ποσοτικοποίησης έστω-πόσοι μαθητές της Γ΄ λυκείου των Γενικών λυκείων μας δεν μπορούν να διαβάσουν με άνεση; Συνάρθρωσε τα ποσοστά με τον τρόπο εκμάθησης της ανάγνωσης, σύγκρινε με την τρομερή αύξηση μαθησιακών προβλημάτων και κυρίως διαφόρων τύπων δυσλεξίας; Με τα λόγια της Χριστίνας «προϋποτίθεται η κριτική θεώρηση του προβαλλομένου ως καινούριου στην εκπαίδευση, καθώς το καινοτόμο δεν συνεπάγεται απαραίτητα την βελτιωτική αλλαγή»σ. 144

 

Για ολ’ αυτά και πολλά άλλα η μελέτη της Χριστίνας Κουτούβελα είναι ενδιαφέρουσα και σημαντική. Με ψυχραιμία και διεισδυτικότητα παρουσιάζει όλες τις πτυχές του κυρίως θέματος και των υποθεμάτων που ανοίγονται. Ενώ δεν είναι καθόλου δευτερεύον το δώρο μιας εξαντλητικής σχεδόν βιβλιογραφίας των θεμάτων που συζητά και στα οποία μπορεί επίσης να προστρέξει ο αναγνώστης για να σκεφτεί περαιτέρω και να μάθει. Καλή συνέχεια, Χριστίνα.

 

 

 

Στο Ακαπούλκο, αδέρφια μου, στο Ακαπούλκο…

Σχολιάστε

«Θερισμός» του Δημήτρη Δημητριάδη στο Εθνικό

 

           Για λόγους που δεν μπορώ και η ίδια να καταλάβω, όσο περνούν τα χρόνια,  αγαπώ όλο και περισσότερο το έργο του Δημήτρη Δημητριάδη. Ίσως ευθύνεται το γεγονός πως μεγαλώνοντας οι άνθρωποι συναντιούνται σε θεμελιώδη ερωτήματα και αντέχουν τις απόπειρες απαντήσεών τους. Ίσως μάλιστα εκεί, σ’ αυτές τις απόπειρες απαντήσεων εννοώ, να συναντιούνται πιο πολύ και πιο τραγικά οι άνθρωποι –με το τραγικό όμως έτσι όπως το επανακαθόρισε στους καιρούς μας ο Μπέκετ.

          Παρακολουθώντας τον «Θερισμό» έκανα μια σκέψη ξανά, μάλλον όχι πρωτότυπη: αυτός ο κοσμοπολίτης συγγραφέας, που αναγνωρίστηκε πρώτα στην Εσπερία και μετά στον τόπο του, είναι ο πιο έλληνας συγγραφέας των καιρών μας. Γι’ αυτό και μου ‘ρθε στο νου ο στίχος του Σεφέρη, ποιητή με εντελώς άλλη ματιά πάνω στην ιστορία και την παράδοση, «όπου και να ταξιδέψω, η Ελλάδα με πληγώνει», γυμνός ωστόσο και μόνος.

Αποτέλεσμα εικόνας για θερισμός δημητριαδής εθνικό

Δημήτρης Δημητριάδης (από την Popaganda)

             Τι είναι, λοιπόν,  ο «Θερισμός»; Το έργο γράφεται το 2010-11, το τέλος δηλαδή της περιόδου της πλαστής ευμάρειας, πριν σαφώς συνειδητοποιηθεί καλά αυτό που ακόμα ονομάζουμε λανθασμένα  κρίση. Η ίδια αυτή περίοδος είναι και περίοδος μιας αυταπάτης πολιτισμού, μιας διαστρέβλωσης της τέχνης: το  κοινό διαβάζει κατά κόρον τα λεγόμενα ευπώλητα –εύπεπτα και συνήθως άθλιας ποιότητας- ογκώδη μυθιστορήματα και βλέπει τις αντίστοιχες κινηματογραφικές ταινίες, συνήθως κωμωδίες. Ο «Θερισμός» αντιστρέφει αυτόν τον κόσμο: τον κόσμο του νεόπλουτου μικροαστισμού που ταξιδεύει σε ακριβούς προορισμούς για λίγες μέρες και μιμείται τους ήρωες από τις σαπουνόπερες, εξαρτά την κοινωνική του εικόνα από το κινητό, αναμασά χωρίς να πολυκαταλαβαίνει φιλοσοφίες της μόδας και ονόματα από κόσμους σκέψης εξωτικούς, μιλά με εκφράσεις από το γλωσσικό σύμπαν της διαφήμισης, παθιάζεται με την εμφάνισή του, αναζητά την εναλλακτικότητα χωρίς συνείδηση του τι ακριβώς αναζητά και που μπορεί να τον φέρει. Ένας κόσμος που θυμίζει  τους φουστανελλοφόρους του 19ου αι. που έβαζαν το φράκο πάνω από τις πιέτες της παράδοσης. Ούτε από ‘δω τελικά ούτε από ‘κει.

Κοινωνικό και οντολογικό

           Το έργο έχει την χαρακτηριστική ακινησία του Δημητριάδη, ολόκληρο συμβαίνει  σε μια βεράντα ξενοδοχείου στο Ακαπούλκο, όπου παραθερίζουν δύο ζευγάρια και μια φίλη τους μόνη, για δέκα μέρες. Το ξενοδοχείο είναι 57αστερο –και η φράση αυτή που επαναλαμβάνεται τονίζει το ταξικό πρόσημο της παρέας- και λέγεται El globo (ο κόσμος) για να σημάνει τα ποιοτικά όρια της παγκοσμιοποίησης της φτήνιας.

           Όρος της παρέας να αφήσουν πίσω τα προβλήματά τους, αλλά είναι το μόνο που δεν κάνουν, καθώς «η πόλις ακολουθεί». Με το κινητό στο χέρι, διατηρούν με πάθος τη σχέση με την ζωή που τους περιμένει πίσω και τα προβλήματά της, και αυτή η συσκευή κρατά την ψευδή επικοινωνία τους με την πραγματική, τραυματική, σακάτισσα ζωή τους. Το κινητό χτυπά ασταμάτητα για να μας πληροφορήσει για την άθλια οικογενειακή κατάσταση των ζευγαριών (η κρίση του θεσμού της οικογένειας απασχολεί τον συγγραφέα σχεδόν σε όλο του το έργο), τα παιδιά τους αυτοκτονούν πραγματικά ή συμβολικά και η μόνη γυναίκα παρακολουθεί την ερωτική ζωή του εραστή της με τρόμο πάλι από το κινητό. Αυτοί οι πέντε φοβούνται, φοβούνται πολύ, τη μοναξιά και την ανεπάρκειά τους κι αναζητούν το θάνατο –για να τον ενδυθούν ή να τον ξορκίσουν, που στο τέλος είναι η ίδια παράδοση στη φθορά και το τίποτα, που περνιέται για κάτι.  Έτσι η κοινωνική κριτική δίνει τη θέση της στην (ασυνειδητοποίητη) υπαρξιακή αγωνία,  το Ακαπούλκο και το El Globo  δίνουν μια οντολογική συνθήκη εγκλωβιστική και εφιαλτική.

               Ο Δημητριάδης ανατέμνει την ελληνική κοινωνία χωρίς κραυγές, χρησιμοποιώντας το υλικό των μπεστ σέλλερ που δήθεν την περιέγραψαν. Εκούσια –πιστεύω- βάζει με τον «Θερισμό» τελεία στο  είδος του θεάτρου που ανέπτυξαν σπουδαίοι δημιουργοί την μεταπολιτευτική περίοδο  αλλά και πολλοί φλύαροι μιμητές τους. Οι χαρακτήρες του έχουν μια γελοιότητα που θα θυμίσει ελαφρά την τσεχωφική διαμαρτυρία και χωρίς προσπάθεια, σχεδόν αυτονόητα,  διαγράφονται με λεπτομέρειες, ανοίγονται μπροστά μας από πρόταση σε πρόταση από κίνηση σε κίνηση.

Αποτέλεσμα εικόνας για θερισμός δημητριαδής εθνικό

Η παράσταση

            Ο Δημήτρης Τάρλοου ασχολείται για δεύτερη φορά με το έργο του Δημητριάδη (η πρώτη ήταν πριν από τέσσερα χρόνια με τη «Λήθη» (πολύ ενδιαφέρουσα σκηνοθετικά και με μια συγκλονιστική  ερμηνεία του Δημοσθένη Παπαδόπουλου). Ψύχραιμος και προσεκτικός, ακολούθησε το ρυθμό του κειμένου και κρατήθηκε μακριά από ανούσιες εντάσεις. Η ερμηνευτική γραμμή  ανέδειξε επιτυχώς το τραγικωμικό στοιχείο, μολονότι  άνοιξε γρήγορα τα χαρτιά της και έφερε στο φως σχεδόν το σύνολο των θεμάτων –και των ευρημάτων με τα οποία αυτά αποδίδονται. Όμως κράτησε και μερικές εκπλήξεις για το τέλος, όπως η περίπου ραπ εκφορά του λόγου στην τελευταία σκηνή. Το ενδιαφέρον δεν ήταν η επιλογή καθαυτή όσο ο κουρασμένος τρόπος με τον οποίο το κάνει η ερμηνευτική ομάδα: άνθρωποι που ουσιαστικά δεν καταλαβαίνουν ούτε το ρυθμό ούτε το πολιτικό μήνυμα της μαύρης μουσικής και την υποτάσσουν στο απελπισμένο σύμπαν τους. Μια τελευταία επιβεβαίωση της υποκρισίας και της άγνοιας που τους διαποτίζει σε όλο το έργα.

          Τα σκηνικά της Ελένης Μανωλοπούλου  έδωσαν όλο το κιτς του πλαστού παράδεισου –η οργιώδης βλάστηση, οι σεζ λόνγκ, οι καναπέδες παρέπεμπαν σε υποκατάστατο πολυτέλειας, ακριβώς σ’ αυτό που πρόσφεραν και προσφέρουν τα τουριστικά γραφεία ως διακοπές, ένα βιομηχανοποιημένο τουρισμό που σε κάνει να πιστέψεις πως ζεις το όνειρο που δεν υπάρχει.  Αντίθετα τα κοστούμια χρειάζονταν περισσότερη φαντασία. Ιδιαίτερα εύσημα στην Κορίνα Κόκαλη για την διδασκαλία της κίνησης, η παραπομπή στον τρόπο κίνησης των προσώπων σε σαπουνόπερες ήταν έξυπνος και αποτελεσματικός.

Αποτέλεσμα εικόνας για θερισμός δημητριαδής εθνικό

            Η υποκριτική ομάδα δούλεψε καλά πάνω σε ένα καμβά ηρώων που δεν έχουν τίποτε το συμπαθητικό. Η Αλεξία Καλτσίκη,  –μολονότι αρκετές στιγμές επένδυσε σε στερεότυπα της δεκαετίας του ‘90– δημιούργησε μια γνώριμη υστερική φιγούρα μικροαστής με σαφείς πινελιές αβεβαιότητας και  αυτοαμφισβήτησης, απαραίτητες στον ρόλο. Η Μάρω Παπαδοπούλου απέδωσε με αξιοπρέπεια, αν και κάπως στρογγυλεμένα και αναμενόμενα, την εγκαταλειμμένη ερωμένη. Η Άννα Μάσχα ξεδίπλωσε αργά το ρόλο κρατώντας δυνάμεις για το σπαραχτικό κρεσέντο όταν ζητά επιτακτικά, επαναλαμβανόμενα, βυθιζόμενη στην τρέλα, να σκοτώσουν την κόρη της που την εκδικείται υποχρεώνοντάς την να ακούει τις σεξουαλικές της δραστηριότητες από το κινητό. Ο Νίκος Ψαράς ευθύβολα βαριεστημένος και απόμακρος. Άφησα για το τέλος τον Περικλή Μουστάκη,  τον οποίο θεωρώ ιδανικό ερμηνευτή του Δημητριάδη (ο «πατέρας» στον Φαέθοντα ήταν ερμηνεία αναφοράς και υπόδειγμα για διδασκαλία). Εδώ, με έξοχη ισορροπία ανάμεσα στο γελοίο και το τραγικό,  περιφέρει ένα πρόσωπο ρημαγμένο,  στα όρια μιας αυτογνωσίας που δεν θα αποκτήσει όμως ποτέ, αναποφάσιστος, έρημος, ματαιωμένος και υπεύθυνος.

ΕΠΟΧΗ, 21.5.2017

 

 

Παρουσίαση του βιβλίου της Μαρίας Τζαρδή «Εξορία είναι η επιστροφή»

1 σχόλιο

 

Φίλες και φίλοι,

Μου φαίνεται πολύ όμορφη ετούτη η βραδιά. Παρουσιάζουμε το πρώτο βιβλίο της φίλης μας Μαρίας Τζαρδή, ενός από τους πιο αγαπημένους μου ανθρώπους, ένα κορίτσι γλυκό και δυναμικό, με κρυστάλλινο γέλιο και ψυχική γενναιοδωρία, Ένας πολύ ψαγμένος και πολύ ενδιαφέρον άνθρωπος. Το βιβλίο της είναι μια συλλογή διηγημάτων με τον πειραστικό τίτλο «Εξορία είναι η επιστροφή».  Παρόλο που είναι το πρώτο της εκδομένο βιβλίο, δεν είναι καινούρια στη γραφή. Ασχολείται πολλά χρόνια και ειδικά με το διήγημα –μάλιστα μου έχει κάνει την τιμή να με κάνει κοινωνό κάποιων από αυτά και στο παρελθόν. Ήμουν από τους ανθρώπους που την είχαν προτρέψει να εκδώσει.

          Η Μαρία Τζαρδή έχει ένα ιδιαίτερο πεδίο δουλειάς, ένα συγκεκριμένο προσανατολισμό που υπηρετεί με αφοσίωση: τον χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας προσφάτως και της επιστημονικής φαντασίας. Σε ό,τι αφορά τον κόσμο της αστυνομικής λογοτεχνίας έχει χρόνια δράση σε ομάδες ανάγνωσης και δημιουργίας –είναι από τους πιο ενημερωμένους αναγνώστες και φανατική βιβλιοφάγος. Αυτά τα δυο πεδία καθορίζουν εν πολλοίς και τα εννέα διηγήματα της συλλογής.

 

Είναι δύσκολο πάντως να κατατάξεις τα κείμενα αυτής της συλλογής σε συγκεκριμένο είδος.  Ακροβατούν ανάμεσα στο σήμερα και ένα απροσδιόριστο μέλλον. Ο κόσμος τους είναι γεμάτος μηχανές, μηχανές που μιλούν, κινούνται σαν άνθρωποι, παίρνουν την θέση των ανθρώπων. Οι ταυτότητες διαλύονται, χάνονται σιγά-σιγά, οι  γραμμές ανάμεσα στα είδη και τις πραγματικότητες καταρρέουν, αλλά χωρίς θόρυβο. Οι άνθρωποι δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν,  η φαντασία ελέγχεται. Η Μαρία δημιουργεί ένα εύτακτο κόσμο, γεμάτο μοναξιά, πλήξη και φόβο, από τον οποίο η έξοδος είναι δύσκολη, οι δρόμοι κλειστοί, τα ανθρώπινα πλάσματα εγκλωβισμένα σε πραγματικές ή νοητικές φυλακές, από τις οποίες δυσκολεύονται ή δεν αποφασίζουν να βγουν.  Η ελευθερία θέλει τόλμη, θέλει ρίσκο, πρέπει να αντέχει να είναι κανείς ελεύθερος ενώ συχνά οι ήρωες της Μαρίας μοιάζουν με τα κατοικίδια πουλιά: έχουν τόσο συνηθίσεις το κλουβί τους, που ακόμα κι αν τους προσφερθεί ο καθαρός αέρας, οι ανοιχτοί ορίζοντες που λαχταρούν, δεν θα τολμήσουν και θα επιστρέψουν πίσω, στα γνωστά, στα τετριμμένα και τα σίγουρα. Έτσι όταν η κατάδικος βρίσκει τρόπο να βγει από τη φυλακή, θα γυρίσει πίσω ηττημένη. Διαβάζω από το πρώτο διήγημα της συλλογής, «Το κρασί της συμπάθειας»:

      «Άνοιξε σιγά την κλειδαριά του κελιού της. Το ροχαλητό του ακουγόταν ασταμάτητο. Βγήκε. Περπάτησε μέχρι το γραφείο και είδε την εξώπορτα ανοιχτή. Στάθηκε και κοίταξε έξω. Όλα ήταν έρημα. Το πλάτωμα που φαινόταν δεν ήταν σχεδόν καθόλου φωτισμένο αλλά ακόμα κι έτσι ο όγκος των απέναντι κτιρίων της έμοιαζε τεράστιος. Ψυχή δεν υπήρχε. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι έπιασε με το χέρι της το κεφάλι της. Μια τούφα μαλλιά έμεινε μέσα στα δάχτυλά της. Τα μάτια της ήταν στεγνά και τα χείλη της σφιγμένα. Είχε καταφέρει και δεν είχε βουρκώσει. Έκανε μεταβολή και μπήκε πάλι προς τα μέσα κλείνοντας την εξώπορτα. Στο δωματιάκι του άφησε τα κλειδιά στο παντελόνι του και κοιτάζοντας τα δύο άδεια μπουκάλια αναρωτήθηκε αν υπήρχαν άλλα για την επόμενη μέρα. Μπήκε στο κελί της και τράβηξε την πόρτα. Κόντευε πια να ξημερώσει. Ξάπλωσε πάλι στο κρεβάτι της με το πρόσωπο προς τον τοίχο. Μπορούσε πολύ καλά να ονομάσει την αρρώστια της. Ήταν η ήττα».

         Συχνά λοιπόν αναδεικνύει στα κείμενα της τα αποτελέσματα των μηχανισμών που κάνουν τους ανθρώπους υποτακτικούς στα συστήματα, όταν μάλιστα ξέρουν πού καλά ότι αυτό ακριβώς είναι: υποτακτικοί σε ένα σύστημα. Η κοπέλα εδώ μου έφερε στο νου εκείνο τον ήρωα της ταινίας «Τελευταία έξοδος Ρίτα Χέηγουωρθ». Όταν βγαίνει από την φυλακή, περνάει μια μέρα έξω στον κόσμο και… αυτοκτονεί, γιατί δεν ξέρει τι να κάνει τη ζωή του.

Μαρία Τζαρδή

         Είναι όμως αδύνατη η φυγή, είναι αδύνατη η ανατροπή; Όσο περιχαρακωμένος και μοναχικός αν  είναι ο κόσμος αυτών των διηγημάτων, η συγγραφέας επιτρέπει την ελπίδα και αφήνει την δυνατότητα της διαφυγής. «Ας πετάξει κάποιος μια πέτρα να το κάνει να σταματήσει» φωνάζει αποκαμωμένη και απελπισμένη η ηρωίδα του διηγήματος «Η αυλή με τα περιστέρια». Μιλά για μια αενάως επαναλαμβανόμενη διαφήμιση για ταξίδια που της τρυπά τα αυτιά, καλώντας την να ζήσει ένα παράδεισο που ξέρει καλά πως είναι το ακριβώς αντίθετο.  Και έχει τη λύση, αλλά δεν έχει ακόμα το κουράγιο να την πραγματώσει μόνη της. «Ο επόμενος παράνομος ας πετάξει μία πέτρα».

Χρησιμοποιώντας τεχνικές από το αστυνομικό και το φιλμ νουάρ, η συγγραφέας μπερδεύει γοητευτικά τα υποκείμενα και προκαλεί τον αναγνώστη να ξεδιαλύνει το κουβάρι των σχέσεων και να αποκαλύψει κάτω από τις δήθεν αδιάφορες κουβέντες και καταστάσεις δύσκολες αλήθειες. Εκπλήττει με ιδιότυπες ανατροπές, όταν ο αναγνώστης ή απορεί ή είναι σίγουρος ότι έχει καταλάβει, πλην όμως…  Όπως συμβαίνει σε δύο συμβαίνει σε δύο από τα μικρότερα σε έκταση διηγήματα της συλλογής, την «Αθανασία» και το «Thodd». Και στα δυο υπάρχει έντονη η παρουσία του θανάτου. Στο πρώτο η συγγραφέας με ειρωνική ματιά παίζει με τον προαιώνιο φόβο του ανθρώπου για το θάνατο και το απελπισμένο και κάποτε αστείο πόθο της αθανασίας. Αν ο θάνατος είναι μέρος της ανθρώπινης ταυτότητας, η αθανασία δεν μπορεί παρά να διαλύει αυτήν την ταυτότητα, να μετατρέπει τον άνθρωπο σε άλλο, ένα άλλο που μπορεί να είναι γλοιώδες και αηδιαστικό και στο οποίο να εγκλωβιστεί η ύπαρξη αιωνίως και χωρίς πιθανότητα σωτηρίας. Όταν βγήκε στις οθόνες ο «Αστακός» του Λάνθιμου, θυμήθηκα το διήγημα της Μαρίας, γιατί έχουν την ίδια βασική ιδέα, της απώλειας δηλαδή της ανθρώπινης ταυτότητας. Στο «ΘΩΔ», και στον τίτλο ήδη βρίσκουμε ενδιαφέρουσες υποδηλώσεις, αφού ακούμε μια λέξη που θυμίζει την γερμανική λέξη για τον θάνατο αλλά και , κατά μια προφορά του ονόματός του, τον θεό των Αιγυπτίων που χαρίζει στους ανθρώπους τη γραφή: εδώ ένα πλάσμα δολοφονεί τον δημιουργό του. Το δημιούργημα, ο ήρωας από λέξεις τον συγγραφέα του. Μια ιδιότυπη πατροκτονία.

Με αντίστοιχες ανατροπές, με τεχνικές αγωνίας που συναντάμε στην αστυνομική λογοτεχνία αλλά και με τον τρόπο που η επιστημονική φαντασία του τύπου που γνωρίζουμε από τις φουτουριστικές δυστοπίες του 20ου αι. , Χάξλεϋ και Όργουελ, το διήγημα «Η κλώστρια Jenny». Εδώ επανέρχεται σε ένα  αγαπημένο της θέμα, τη σχέση δημιουργού και δημιουργήματος, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει ένα κόσμο όπου οι άνθρωποι καλωδιωμένοι με την virtual reality, υποταγμένοι στην ψηφιακή πραγματικότητα, εξαρτημένοι από αυτήν, αρνούνται τον πραγματικό κόσμο, αρνούνται να βγουν στην περιπέτεια των συναισθημάτων, γίνονται έρμαια στην χειραγώγηση και μπερδεύουν την πραγματικότητα με την φαντασία – ζητήματα που απασχολούν την συγγραφέα μας σε διάφορα διηγήματα της συλλογής, όπως στο «Ιντερνετ Καφέ» ή το «Προετοιμασία γα φόνο», με το τελευταίο να αφήνει πάνω μας τα επώδυνα ίχνη των διαφόρων ολοένα εξελισσόμενων Γκουαντάναμο που μας περιβάλλουν.

Άφησα για το τέλος το αγαπημένο μου της συλλογής «Ο ήχος του βιολιού», που εμπεριέχει μια έμμεση αναφορά σε ένα συγγραφέα που λατρεύω, τον Μπόρχες. Ένα Βιβλίο με το Β κεφαλαίο. Οι άνθρωποι δανείζονται με σειρά προτεραιότητας και για λίγες μέρες ένα Βιβλίο από το οποίο θα μάθουν ό,τι τους ενδιαφέρει, κυρίως την ιστορία τους, το παρελθόν τους, θα εξηγήσουν τη ζωή τους. Στο Βιβλίο βρίσκει κανείς ό,τι αναζητά αρκεί να μπορεί να βρει την σελίδα που τον αφορά. Ευθεία αναφορά στην αναζήτηση του Θεού, με την κυριολεκτική ή την συμβολική του σημασία, του Θεού  –φορέα της αλήθειας. Όμως αυτό το Βιβλίο που δυσκολεύει την ηρωίδα του διηγήματος θα πρέπει να κοντραριστεί με τον ήχο ενός βιολιού που την απασχολεί και την αποδιοργανώνει στην έρευνά της. Αν το Βιβλίο συναιρεί την ιστορία της ανθρωπότητας και απαντά στα  οδυνηρά ερωτήματα για την αρχή της ζωής, ερωτήματα εν πολλοίς αναπάντητα, που αξίζουν ακριβώς για να τεθούν και να βάλουν σε λειτουργία την σκέψη, ο ήχος του βιολιού μπορεί να είναι ο αντιπερισπασμός της ζωής και η μόνη απάντηση σε τέτοια ερωτήματα το παυσίλιπον  της τέχνης

Τελειώνοντας, θα επιστρέψω στην αρχή, στον τίτλος. Εξορία είναι η επιστροφή, αντιφατικός από μια πρώτη ανάγνωση.  Ωστόσο όχι. Το μέλλον που περιγράφει η Μαρία, το στειρωμένο, λευκό, γυάλινο, παγωμένο μέλλον, με τις προδιαγεγραμμένες σχέσεις, την διαγραφή της φαντασίας και τα ελεγχόμενα συναισθήματα είναι ο κόσμος μας και ο κόσμος που μας περιμένει. Δεν πάμε μπροστά, τρέχουμε προς τα πίσω. Η ζωή που θα θέλαμε εκδικείται γιατί δεν την επιλέγουμε και μας εξορίζει σε μια αέναη επιστροφή σε όσα νομίζαμε ότι αφήσαμε πίσω μας. Στην πραγματικότητα, αφήσαμε πίσω μας ό,τι μας κάνει ανθρώπους.

 

 

(Το κείμενο γράφτηκε για την πρώτη παρουσίαση του βιβλίου

της Μαρίας Τζαρδή, στο Underflow, στις 20 Απριλίου  2016. Μια

παραλλαγή του διαβάστηκε σε εκδήλωση για το βιβλίο στα γραφεία

των εκδόσεων ΕΥΜΑΡΟΣ στις 3.4.2017 )

«Τρωάς» του Δημήτρη Δημητριάδη. Από την ομάδα «Σημείο Μηδέν»

Σχολιάστε

«πόλεμος δεν τελειώνει ποτέ»

 

Η ομάδα «Σημείο Μηδέν» έχει ήδη πίσω της μια αρκετά μακριά και κυρίως μια δύσκολη πορεία, κατά την οποία απέφυγε τους συμβιβασμούς και έμεινε πιστή στο αρχικό όραμά της, το οποίο εξελίσσει από παράσταση σε παράσταση.  Ο σκηνοθέτης Σάββας Στρούμπος είχε από την αρχή μια ξεκάθαρη αντίληψη τόσο για την θεατρική φόρμα όσο και για τις επιλογές συγγραφέων πάνω στους οποίους θα δούλευε. Πιστός στις αρχές του σωματικού θεάτρου, άξιος μαθητής του Θόδωρου Τερζόπουλου, γνωρίζει πολύ καλά τη μέθοδο του δασκάλου, ωστόσο αφορμάται και δεν προσκολλάται σ’αυτήν. Αντιθέτως, ειδικά στις τελευταίες του δουλειές -το εντυπωσιακό «Εμείς» του Ζαμιάτιν και την εξαιρετική «Αποστολή» του Μύλλερ και κυρίως τώρα στην «Τρωάδα»–  προχωράει σε γενναίους αλλά προσεκτικούς πειραματισμούς, παγιώνει το ιδιαίτερο στίγμα του, δυναμώνει την πρότασή του. Συνομιλεί διακριτικά και οριακά με το ρεαλισμό, χορογραφεί τις ερμηνείες των ηθοποιών: η κίνηση έχει ένταση, δύναμη και καθαρότητα, αλλά η έκταση της χειρονομίας μικραίνει  και η ερμηνεία κερδίζει σε εσωτερικότητα. Ενώ στις προηγούμενες δουλειές του κυριαρχούσε η γωνία, στην τελευταία το προτιμώμενο γεωμετρικό σχήμα είναι ο κύκλος. Ίσως γιατί το καλεί και το έργο που διάλεξε, για την δεύτερη φετινή δουλειά της ομάδας, η «Τρωάς» του Δημήτρη Δημητριάδη.

Image result for τρωάς μαλτέζε

         Ο Δημήτρης Δημητριάδης είναι πρωτίστως ποιητής. Και στο θέατρο του επίσης ποιητής είναι πάνω απ’ όλα,  «μεταγράφει ποιητικά την πραγματικότητα», όπως είχε πει κάποτε ο ίδιος. Σ’ ό,τι ονομάζουμε «ευρύ κοινό» -μια έννοια που δεν καταλαβαίνω πολύ καλά, ομολογώ, πώς ορίζεται και σε τι αντιπαρατίθεται- είναι αρκετά άγνωστος. Και με αυτό εννοώ δυο πράγματα: ένα, πως δύσκολα κάποιος θα παρέθετε το όνομά του σε μια λίστα σύγχρονων θεατρικών συγγραφέων και δύο, πως από όσους τον έχουν παρακολουθήσει ή τον παρακολουθούν, πολλοί δυσκολεύονται να καταλάβουν το έργο του που ακροβατεί ανάμεσα στην ποίηση, τη φιλοσοφία και την ψυχανάλυση, έργο δύσκολο, σκληρό και προκλητικό, με γοητευτική και σοφή αυθάδεια. Για του λόγου το αληθές, ας ξαναδιαβάσουμε προσεκτικά όχι τόσο το «Πεθαίνω σα χώρα» όσο τη «Λήθη», τον «Κυκλισμό του Τετραγώνου», κι ακόμα πιο πολύ τον «Φαέθωντα».

«Τρωάς», λοιπόν, κατά το «Ιλιάς», και δεν ξέρω αν η επιλογή της τριτόκλιτης, κατά την αρχαίαν,  μορφής της λέξης οφείλεται στις ενδιαφέρουσες ηχητικές συνυποδηλώσεις της λέξης: το σκληρό «τρ» που οδηγεί στο «τρώγω», αλλά και στο «τραύμα», την χασμωδία που προκύπτει από την συνάντηση των δυο πλατιών φωνηέντων (ω, α) που μας πηγαίνει στην κραυγή η οποία εξέρχεται θηριωδώς από το χαίνον στόμα την ώρα της επίθεσης ή του θανάτου και το τελικό «ς» που την ανακόπτει ξαφνικά και ανατριχιαστικά με τον σερνάμενο, θανατερό συριγμό του.

Image result for τρωάς μαλτέζε

        Η «Τρωάς» ξεκινά μετά την πτώση της Τροίας, όταν όλα έχουν τελειώσει, η Τροία έχει ξεθεμελιωθεί και οι τρεις άντρες που εκπροσωπούν τον βασιλικό θρόνο, ο γέροντας Πρίαμος, ο γιος του Έκτωρ, ο πιο λαμπερός ήρωας της «Ιλιάδας» και διάδοχος στο θρόνο και ο δικός του γιος, ο μικρός Αστυάνακτας, είναι όλοι νεκροί. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της πόλης υποταγμένα στο θάνατο. Ο Δημητριάδης δεν κρατά την διασωθείσα από την παράδοση εικόνα για τους ήρωες αυτούς. Ο δικός του Πρίαμος είναι ένας γέρος που λατρεύει τον πόλεμο, θλίβεται γιατί ο πόλεμος τέλειωσε, ελπίζει ότι ο πόλεμος δεν τελειώνει ποτέ: «Αλλά ο πόλεμος /με ξέκανε κι εμένα/Δεν ξέκανε όμως/την λύπη/Έτσι τελειώνει ο πόλεμος/Με λύπη /ότι τελείωσε/Γι’ αυτό /δεν τελειώνει ποτέ/Ο πόλεμος ποτέ /δεν ξεκάνει/τον πόλεμο/Παίρνει ό,τι παίρνει/και ξαναρχίζει /για να ξαναπάρει». Η σκέψη του Δημητριάδη δεν βρίσκεται κοντά στο περίφημο απόσπασμα του Ηρακλείτου «πόλεμος πατήρ πάντων», αλλά στη σκέψη του Πλάτωνα πως ο πόλεμος είναι μέρος της πολιτικής, κι εδώ έγκειται το αντιπολεμικό (αλλά και μισάνθρωπο) μήνυμα του έργου: όταν αυτό που μας μαθαίνει ο πόλεμος είναι να θέλουμε τον πόλεμο», το Αιγαίο θα γεμίζει κουφάρια και ο θάνατος θα είναι ο μόνος νικητής.

Έχοντας προφανώς κατά νου τους δισταγμούς του Έκτορα πριν από τη μονομαχία με τον Αχιλλέα, μια στιγμή δειλίας πράγματι, μας παρουσιάζει τον πολεμιστή σε ένα παραληρηματικό μονόλογο γύρω από την έννοια του άντρα και της ανδρείας, την σχέση του άντρα και του πολέμου. Ο πόλεμος, κραταιός εραστής του άντρα, ζητάει το σώμα του κι αυτός το δίνει: «Τού έδωσα /το καλύτερο /και ομορφότερο/Κι έγινε δικό του/Και γίναμε  ένα με τον πόλεμο/Εγώ κι αυτός /αγκαλιαστήκαμε/Κι αγαπηθήκαμε [… ] Και με πήρε /Και δεν με άφησε /σε κανέναν άλλον /και για κανέναν άλλον. Τέλος ο μικρός Αστυάναξ, το θύμα της σκληρότητας των Ελλήνων, ο πιθανός διεκδικητής του θρόνου και ο εκδικητής της καταστροφής, που τον πέταξαν από τα τείχη δέκα χρόνων μοναχά, είναι ένα αγοράκι που θέλει να γίνει άντρας μόνο για χάρη του πολέμου «Δεν πολέμησα/Δεν πρόλαβα/Δεν θα πολεμήσω ποτέ/Αν έχω λύπη/είναι μόνο γι’ αυτό/Δεν κράτησα όπλο/Αληθινό.

Image result for τρωάς μαλτέζε

        Στο «Τρωάς» οι τρεις γενιές συμφύρονται σε ένα λόγο θαυμαστικό του πολέμου, παρόν-παρελθόν-και μέλλον του παραδίνονται, τον επιβάλουν, κανείς δεν έχει γλιτωμό από τον παραλογισμό, από την βία. Ακόμα κι όταν ντύνεται την ποίηση, ο πόλεμος είναι το αντίθετό της, δηλαδή καταστροφή.

Ο Στρούμπος, ως αναμενόμενο,  απέφυγε τις εύκολες αναφορές στην επικαιρότητα. Είδε το έργο ως μια στιβαρή ποιητική αναζήτηση της οντολογικής διάστασης του πολέμου, του πολέμου ως οδού αυτογνωσίας, που αρνείται ο άνθρωπος, γι’αυτό διαιωνίζει τον πόλεμο. Και σκηνοθέτησε λιτά αλλά υποβλητικά, αναδεικνύοντας την οικουμενικότητα και την διαχρονικότητα του ζητήματος και μεταφέροντας έμμεσα στην σκηνή το μόνο ερώτημα: ποιος είναι ο άνθρωπος και ποιο το νόημα;

Ευτύχησε να έχει συνεργάτη στο όραμά του, ένα ακάματο και λεπτολόγο ηθοποιό, τον Δαβίδ Μαλτέζε.   Γεωργιανός στην καταγωγή, ζει και εργάζεται εδώ και πολλά χρόνια στην Ελλάδα, με άψογα, αξιοζήλευτα ελληνικά, έχει ο ίδιος βιώσει την δύσκολη εμπειρία των πολέμων και της μετανάστευσης. Ηθοποιός με στέρεη γνώση του σωματικού θεάτρου, συνεργάτης από καιρό του Στρούμπου, απόλυτα κυρίαρχος του σώματός του,  συναίρεσε την προσωπική εμπειρία με τα απαιτούμενα από το κείμενο και μετέτρεψε επί σκηνής το σώμα του σε πεδίο της Ιστορίας. Τα τρία πρόσωπα που ερμηνεύει υλοποιούνται μπροστά στα μάτια μας διακριτά στο πρώτο μέρος, ενώ στο δεύτερο, όταν το κείμενο οδηγεί στο να «διαβάζει» το ένα το άλλο, καταλήγει σε ένα ερμηνευτικό στρόβιλο, που μοιάζει το σώμα του από τη μια να κόβεται στα τρία και την ίδια στιγμή το ένα και ίδιο σώμα να γεννά τα άλλα δύο, ξανά και ξανά. Πραγματικά ένας ερμηνευτικός άθλος που απαιτεί απόλυτη συγκέντρωση και τρομερή ενέργεια. Θεωρώ πως είναι μια ερμηνεία αναφοράς.

Image result for τρωάς μαλτέζε

           Το σκηνικό, το οποίο όπως και τα κοστούμια, είναι δουλειά του σκηνοθέτη, είναι γεμάτο μικροπράγματα που θυμίζουν διάλυση και καταστροφή: πεταμένα χαρτιά, μια γραφομηχανή, ένας σπασμένος καθρέφτης, ένα ζευγάρι παπούτσια. Ένα πιάνο «πειραγμένο», ανοιχτό, γεμίζει ήχους την σκηνή, ήχους στριγκούς ή απαλούς, ωραίες αναγνωρίσιμες μουσικές ή νότες που στροβιλίζονται έκπληκτες και τρομαγμένες. Η Έλλη Ιγγλίζ, που επιμελήθηκε τη μουσική επένδυση με πραγματική γνώση, συνέπεια και τόλμη, βρίσκεται όλην την ώρα πάνω στη σκηνή, δεν σταματά λεπτό να παράγει ήχους. Και να τραγουδά. Ριζίτικα τραγούδια. Η ανατολή εισβάλλει μυστηριώδης και γενναία στο δυτικό μουσικό σύμπαν, τονίζοντας το πανανθρώπινο του θέματος. Η ερμηνεία του Μαλτέζε πλουτίζει από την παρουσία της Ιγγλίζ.  Ο Κώστας Μπεθάνης φώτισε με κίτρινους τόνους και αναδεικνύοντας τον σπαραγμό και την αναζήτηση.

ΕΠΟΧΗ, 21.3.2017

 

Older Entries