Στο Ακαπούλκο, αδέρφια μου, στο Ακαπούλκο…

Σχολιάστε

«Θερισμός» του Δημήτρη Δημητριάδη στο Εθνικό

 

           Για λόγους που δεν μπορώ και η ίδια να καταλάβω, όσο περνούν τα χρόνια,  αγαπώ όλο και περισσότερο το έργο του Δημήτρη Δημητριάδη. Ίσως ευθύνεται το γεγονός πως μεγαλώνοντας οι άνθρωποι συναντιούνται σε θεμελιώδη ερωτήματα και αντέχουν τις απόπειρες απαντήσεών τους. Ίσως μάλιστα εκεί, σ’ αυτές τις απόπειρες απαντήσεων εννοώ, να συναντιούνται πιο πολύ και πιο τραγικά οι άνθρωποι –με το τραγικό όμως έτσι όπως το επανακαθόρισε στους καιρούς μας ο Μπέκετ.

          Παρακολουθώντας τον «Θερισμό» έκανα μια σκέψη ξανά, μάλλον όχι πρωτότυπη: αυτός ο κοσμοπολίτης συγγραφέας, που αναγνωρίστηκε πρώτα στην Εσπερία και μετά στον τόπο του, είναι ο πιο έλληνας συγγραφέας των καιρών μας. Γι’ αυτό και μου ‘ρθε στο νου ο στίχος του Σεφέρη, ποιητή με εντελώς άλλη ματιά πάνω στην ιστορία και την παράδοση, «όπου και να ταξιδέψω, η Ελλάδα με πληγώνει», γυμνός ωστόσο και μόνος.

Αποτέλεσμα εικόνας για θερισμός δημητριαδής εθνικό

Δημήτρης Δημητριάδης (από την Popaganda)

             Τι είναι, λοιπόν,  ο «Θερισμός»; Το έργο γράφεται το 2010-11, το τέλος δηλαδή της περιόδου της πλαστής ευμάρειας, πριν σαφώς συνειδητοποιηθεί καλά αυτό που ακόμα ονομάζουμε λανθασμένα  κρίση. Η ίδια αυτή περίοδος είναι και περίοδος μιας αυταπάτης πολιτισμού, μιας διαστρέβλωσης της τέχνης: το  κοινό διαβάζει κατά κόρον τα λεγόμενα ευπώλητα –εύπεπτα και συνήθως άθλιας ποιότητας- ογκώδη μυθιστορήματα και βλέπει τις αντίστοιχες κινηματογραφικές ταινίες, συνήθως κωμωδίες. Ο «Θερισμός» αντιστρέφει αυτόν τον κόσμο: τον κόσμο του νεόπλουτου μικροαστισμού που ταξιδεύει σε ακριβούς προορισμούς για λίγες μέρες και μιμείται τους ήρωες από τις σαπουνόπερες, εξαρτά την κοινωνική του εικόνα από το κινητό, αναμασά χωρίς να πολυκαταλαβαίνει φιλοσοφίες της μόδας και ονόματα από κόσμους σκέψης εξωτικούς, μιλά με εκφράσεις από το γλωσσικό σύμπαν της διαφήμισης, παθιάζεται με την εμφάνισή του, αναζητά την εναλλακτικότητα χωρίς συνείδηση του τι ακριβώς αναζητά και που μπορεί να τον φέρει. Ένας κόσμος που θυμίζει  τους φουστανελλοφόρους του 19ου αι. που έβαζαν το φράκο πάνω από τις πιέτες της παράδοσης. Ούτε από ‘δω τελικά ούτε από ‘κει.

Κοινωνικό και οντολογικό

           Το έργο έχει την χαρακτηριστική ακινησία του Δημητριάδη, ολόκληρο συμβαίνει  σε μια βεράντα ξενοδοχείου στο Ακαπούλκο, όπου παραθερίζουν δύο ζευγάρια και μια φίλη τους μόνη, για δέκα μέρες. Το ξενοδοχείο είναι 57αστερο –και η φράση αυτή που επαναλαμβάνεται τονίζει το ταξικό πρόσημο της παρέας- και λέγεται El globo (ο κόσμος) για να σημάνει τα ποιοτικά όρια της παγκοσμιοποίησης της φτήνιας.

           Όρος της παρέας να αφήσουν πίσω τα προβλήματά τους, αλλά είναι το μόνο που δεν κάνουν, καθώς «η πόλις ακολουθεί». Με το κινητό στο χέρι, διατηρούν με πάθος τη σχέση με την ζωή που τους περιμένει πίσω και τα προβλήματά της, και αυτή η συσκευή κρατά την ψευδή επικοινωνία τους με την πραγματική, τραυματική, σακάτισσα ζωή τους. Το κινητό χτυπά ασταμάτητα για να μας πληροφορήσει για την άθλια οικογενειακή κατάσταση των ζευγαριών (η κρίση του θεσμού της οικογένειας απασχολεί τον συγγραφέα σχεδόν σε όλο του το έργο), τα παιδιά τους αυτοκτονούν πραγματικά ή συμβολικά και η μόνη γυναίκα παρακολουθεί την ερωτική ζωή του εραστή της με τρόμο πάλι από το κινητό. Αυτοί οι πέντε φοβούνται, φοβούνται πολύ, τη μοναξιά και την ανεπάρκειά τους κι αναζητούν το θάνατο –για να τον ενδυθούν ή να τον ξορκίσουν, που στο τέλος είναι η ίδια παράδοση στη φθορά και το τίποτα, που περνιέται για κάτι.  Έτσι η κοινωνική κριτική δίνει τη θέση της στην (ασυνειδητοποίητη) υπαρξιακή αγωνία,  το Ακαπούλκο και το El Globo  δίνουν μια οντολογική συνθήκη εγκλωβιστική και εφιαλτική.

               Ο Δημητριάδης ανατέμνει την ελληνική κοινωνία χωρίς κραυγές, χρησιμοποιώντας το υλικό των μπεστ σέλλερ που δήθεν την περιέγραψαν. Εκούσια –πιστεύω- βάζει με τον «Θερισμό» τελεία στο  είδος του θεάτρου που ανέπτυξαν σπουδαίοι δημιουργοί την μεταπολιτευτική περίοδο  αλλά και πολλοί φλύαροι μιμητές τους. Οι χαρακτήρες του έχουν μια γελοιότητα που θα θυμίσει ελαφρά την τσεχωφική διαμαρτυρία και χωρίς προσπάθεια, σχεδόν αυτονόητα,  διαγράφονται με λεπτομέρειες, ανοίγονται μπροστά μας από πρόταση σε πρόταση από κίνηση σε κίνηση.

Αποτέλεσμα εικόνας για θερισμός δημητριαδής εθνικό

Η παράσταση

            Ο Δημήτρης Τάρλοου ασχολείται για δεύτερη φορά με το έργο του Δημητριάδη (η πρώτη ήταν πριν από τέσσερα χρόνια με τη «Λήθη» (πολύ ενδιαφέρουσα σκηνοθετικά και με μια συγκλονιστική  ερμηνεία του Δημοσθένη Παπαδόπουλου). Ψύχραιμος και προσεκτικός, ακολούθησε το ρυθμό του κειμένου και κρατήθηκε μακριά από ανούσιες εντάσεις. Η ερμηνευτική γραμμή  ανέδειξε επιτυχώς το τραγικωμικό στοιχείο, μολονότι  άνοιξε γρήγορα τα χαρτιά της και έφερε στο φως σχεδόν το σύνολο των θεμάτων –και των ευρημάτων με τα οποία αυτά αποδίδονται. Όμως κράτησε και μερικές εκπλήξεις για το τέλος, όπως η περίπου ραπ εκφορά του λόγου στην τελευταία σκηνή. Το ενδιαφέρον δεν ήταν η επιλογή καθαυτή όσο ο κουρασμένος τρόπος με τον οποίο το κάνει η ερμηνευτική ομάδα: άνθρωποι που ουσιαστικά δεν καταλαβαίνουν ούτε το ρυθμό ούτε το πολιτικό μήνυμα της μαύρης μουσικής και την υποτάσσουν στο απελπισμένο σύμπαν τους. Μια τελευταία επιβεβαίωση της υποκρισίας και της άγνοιας που τους διαποτίζει σε όλο το έργα.

          Τα σκηνικά της Ελένης Μανωλοπούλου  έδωσαν όλο το κιτς του πλαστού παράδεισου –η οργιώδης βλάστηση, οι σεζ λόνγκ, οι καναπέδες παρέπεμπαν σε υποκατάστατο πολυτέλειας, ακριβώς σ’ αυτό που πρόσφεραν και προσφέρουν τα τουριστικά γραφεία ως διακοπές, ένα βιομηχανοποιημένο τουρισμό που σε κάνει να πιστέψεις πως ζεις το όνειρο που δεν υπάρχει.  Αντίθετα τα κοστούμια χρειάζονταν περισσότερη φαντασία. Ιδιαίτερα εύσημα στην Κορίνα Κόκαλη για την διδασκαλία της κίνησης, η παραπομπή στον τρόπο κίνησης των προσώπων σε σαπουνόπερες ήταν έξυπνος και αποτελεσματικός.

Αποτέλεσμα εικόνας για θερισμός δημητριαδής εθνικό

            Η υποκριτική ομάδα δούλεψε καλά πάνω σε ένα καμβά ηρώων που δεν έχουν τίποτε το συμπαθητικό. Η Αλεξία Καλτσίκη,  –μολονότι αρκετές στιγμές επένδυσε σε στερεότυπα της δεκαετίας του ‘90– δημιούργησε μια γνώριμη υστερική φιγούρα μικροαστής με σαφείς πινελιές αβεβαιότητας και  αυτοαμφισβήτησης, απαραίτητες στον ρόλο. Η Μάρω Παπαδοπούλου απέδωσε με αξιοπρέπεια, αν και κάπως στρογγυλεμένα και αναμενόμενα, την εγκαταλειμμένη ερωμένη. Η Άννα Μάσχα ξεδίπλωσε αργά το ρόλο κρατώντας δυνάμεις για το σπαραχτικό κρεσέντο όταν ζητά επιτακτικά, επαναλαμβανόμενα, βυθιζόμενη στην τρέλα, να σκοτώσουν την κόρη της που την εκδικείται υποχρεώνοντάς την να ακούει τις σεξουαλικές της δραστηριότητες από το κινητό. Ο Νίκος Ψαράς ευθύβολα βαριεστημένος και απόμακρος. Άφησα για το τέλος τον Περικλή Μουστάκη,  τον οποίο θεωρώ ιδανικό ερμηνευτή του Δημητριάδη (ο «πατέρας» στον Φαέθοντα ήταν ερμηνεία αναφοράς και υπόδειγμα για διδασκαλία). Εδώ, με έξοχη ισορροπία ανάμεσα στο γελοίο και το τραγικό,  περιφέρει ένα πρόσωπο ρημαγμένο,  στα όρια μιας αυτογνωσίας που δεν θα αποκτήσει όμως ποτέ, αναποφάσιστος, έρημος, ματαιωμένος και υπεύθυνος.

ΕΠΟΧΗ, 21.5.2017

 

 

Ηλία Καπετανάκη «Γενικός Γραμματέας»

Σχολιάστε

 

Από τους ΑΤΟΝΑΛ και τη  Σοφία Μαραθάκη

(Πειραματική Σκηνή του Εθνικού)

 

Λίγα χρόνια μετά την εξαιρετική μεταφορά των «Χαλασοχώρηδων» του Παπαδιαμάντη στην ευφάνταστη σκηνοθεσία του Κώστα Παπακωνσταντίνου, η  Σοφία Μαραθάκη σκηνοθετεί ένα έργο επίσης του τέλους του 19ου που εμφανίζει πολλά από τα θέματα της παπαδιαμάντειας κριτικής στην άσκηση της πολιτικής εκείνη την περίοδο . Πρόκειται για την τρίπρακτη κωμωδία του Ηλία Καπετανάκη Ο Γενικός Γραμματέας, στην οποία ο συγγραφέας καταδικάζει την πολιτική διαφθορά, το πελατειακό κράτος,  την αμορφωσιά, την ξενομανία, τον επαρχιωτισμό.

Ο Καπετανάκης γνώριζε πολύ καλά την δημόσια διοίκηση και τον  τρόπο με τον οποίο ασκείται η πολιτική στην Ελλάδα του τέλους του 19ου, αφού και ο ίδιος υπήρξε υπουργικός γραμματέας για χρόνια. Γι’ αυτό και, παρά τις υπερβολές και τις σχηματοποιήσεις, που αποτελούν συμβάσεις του είδους της κωμωδίας, το έργο αποτελεί πιστή αναπαράσταση της ελληνικής κοινωνίας της περιόδου. Έτσι η κωμωδία του μετατρέπεται σε σκληρή σάτιρα ηθών και στάσεων ζωής, ανθρώπινων τύπων που εκείνη την περίοδο γεννιούνται για να ριζώσουν στην ελληνική κοινωνία και να ορίζουν μέχρι σήμερα πολιτικές και κοινωνικές λειτουργίες.

Image result for γενικός γραμματέας μαραθάκη

         Η ιστορία είναι απλή αλλά «ζουμερή»: Ένας πλούσιος επαρχιώτης ονειρεύεται αξιώματα και ζωή στην πρωτεύουσα. Τον προτρέπει πιεστικά σ’ αυτό η φιλόδοξη σύζυγός του. Για να το πετύχουν εμπλέκονται στα γρανάζια μιας σχέσης με ένα πολιτικάντη που προσφέρει στον Λάμπρο μια θέση Γενικού Γραμματέα –θέση που απαιτεί ιδιαίτερα προσόντα τα οποία αυτός ουδόλως έχει-  με αντάλλαγμα τις πολύτιμες ψήφους που παραδίδουν σ’ αυτόν οι επαρχιώτες φίλοι του και οι σ’ αυτόν εργαζόμενοι. Όταν θα έρθουν στην Αθήνα θα μεταλλαχθούν  γρήγορα και απότομα σε άθλια κακέκτυπα της αθηναϊκής αριστοκρατίας, θα πελαγώσουν μέσα σε οικονομικές ίντριγκες  που τους ξεπερνούν, θα εμπλακούν σε ατέλειωτα ρουσφέτια και σκάνδαλα, θα χαθούν σε σχέσεις υποκρισίας που τους γελοιοποιούν αναδεικνύοντας το βάθος της άγνοιας και της αφέλειάς τους αλλά και την αθλιότητα των πολιτικών ηθών και την φαυλότητα της αριστοκρατίας-και στο τέλος θα καταστραφούν ολοσχερώς –μια κατάρρευση ολοκληρωτική, που οδηγεί σε ηθική και υπαρξιακή πτώση, αφού περάσει μέσα από τη νομική παραβατικότητα. Σημαντικό: ο θεατής –και ο τότε θεατής επίσης- δεν νιώθει μήτε συμπάθεια για τον πεπτωκότα μήτε ανακούφιση από την πτώση. Κι όλ’ αυτά σκιαγραφημένα με μεράκι, με δηκτικότητα, χιούμορ, ζωντάνια στην παρουσίαση καλοδομημένων ανθρώπινων τύπων που πολλές φορές, ξεφεύγοντας από την σχηματικότητα του τύπου, παρουσιάζουν στοιχεία ολοκληρωμένου χαρακτήρα.

Δυστυχώς στον Γενικο Γραμματέα η ελληνική κοινωνία ακόμη αναγνωρίζει τον εαυτό της και γι’ αυτό ακόμη προκαλεί αβίαστο γέλιο και παραπέμπει σε σύγχρονα οικεία κακά, θέτοντας με ανάλαφρο τρόπο ερωτήματα για την ταυτότητα του νεοέλληνα.

Επίκαιρη επιλογή

           Υπ’ αυτή την έννοια, η Σοφία Μαραθάκη και οι ΑΤΟΝΑΛ ορθά έπραξαν και το επέλεξαν και ακόμα ορθότερα άνοιξε το Εθνικό τις πύλες του για  να παρουσιάσει τη δουλειά τους και τους προβληματισμούς τους.  Παρά την διαχρονικότητα των προβλημάτων που θίγει,  οι θεατρικοί κώδικες στους οποίους υπακούει το έργο είναι  πολύ μακριά από την αισθητική του σύγχρονου θεατή και για να φτάσει όπως πρέπει στο σύγχρονο κοινό χρειάστηκε μια γενναία επέμβαση της σκηνοθέτριας και η υποκριτική στήριξη της ομάδας, που μας έχει συνηθίσει σε εξαιρετικές δουλειές συνόλου .

Το έργο, λοιπόν, περικόπηκε πρώτ’ απ’ όλα σημαντικά, αλλά όχι τόσο αρκετά όσο χρειαζόταν. Η Μαραθάκη –που αγαπά γενικά τις μεταμορφώσεις και δουλεύει τέτοια μοτίβα στις σκηνοθεσίες της- μετέτρεψε το έργο σε κωμειδύλιο με στοιχεία οπερέτας (σε οπερέτα τον Γενικό Γραμματέα  τον έχουμε ξαναδεί το 2003 σε σκηνοθεσία Ρεμούνδου). Και τα δύο αυτά είδη είναι δρώντα και παραγωγικά την εποχή της συγγραφής του έργου, ενώ υπήρξε πρόσφατα αναβίωσή τους με θετικά αποτελέσματα τις περισσότερες φορές (π.χ. η Γκόλφω σε σκηνοθεσία Καραθάνου).  Χρησιμοποίησε επίσης το Θέατρο Σκιών σαν έμπνευση για το στήσιμο κυρίως των δευτερευόντων ηρώων (χαρακτηριστική η σκηνή λίγο πριν το τέλος, όταν όλοι οι ρουσφετοαπαιτούντες μαζεύοντα γύρω από τον Λάμπρο). Τα στοιχεία αυτά ξεκίνησαν να «σπρώχνουν» την παράσταση να αναδείξει τη διαχρονικότητα των καρκινωμάτων που περιγράφει ο Καπετανάκης και εν πολλοίς το κατάφεραν, όμως έλειπε η αιχμηρότητα.

Image result for γενικός γραμματέας μαραθάκη

         Καταλυτικός ήταν ο ρόλος της μουσικής: ο Χαραλαμπος  Γωγιός έκανε εξαιρετική δουλειά, ευφάνταστη, ευφρόσυνη, με ποικιλία ρυθμών και ήχων, διακριτικά εμβαπτισμένη στο μαύρο χιούμορ. Την υπαινικτική αναφορά στην σύγχρονη Ελλάδα, την προσπάθησε σε όλη την παράσταση η σκηνοθέτρια. Ωστόσο υπήρξαν στιγμές πού αστόχησε στην έκταση και την ένταση. Χαρακτηριστική η εισαγωγή, κατά την οποία η ωραία καρναβαλική παρέλαση  τραγουδά με κωμική περιπάθεια τα τόσο ταυτισμένα με τις προεκλογικές εμφανίσεις του Ανδρέα Παπανδρέου Carmina Burana. Μέχρι εκεί ήταν αρκετό.  Η χρονική έκταση της σκηνής και οι λεπτομέρειες (π.χ. τα ψηφοδέλτια με το ενωμένο σήμα του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ) έδιναν στον θεατή «μασημένη τροφή» που δεν έχει ανάγκη. Στα χρόνια του δικομματισμού θέριεψαν όσα ο Καπετανάκης καταγγέλλει στ έργο του.  Όμως, δυστυχώς, η διληματικότητα και η οργάνωση της κοινωνίας πάνω σε δίπολα που φέρνουν αμηχανία, διανοητικό μούδιασμα και απραξία δεν είναι κάτι από το οποίο έχουμε πια απαλλαχθεί. Ωστόσο πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι γλωσσικοί συμφυρμοί της συνθηματολογίας του δικομματισμού ήταν απολαυστικοί και η «αλλασυντή» (αλλαγή-συντήρηση) εγγράφεται στην ιστορία της ομάδας.

Σκηνικά και κοστούμια με θέση

         Κυριαρχικό ρόλο στην παράσταση παίζουν τα σκηνικά και τα κοστούμια, και τα δύο από τακτικούς συνεργάτες της Μαραθάκη: ο Κωνσταντίνος Ζαμάνης με απλά υλικά «έγραψε» την νεοελληνική ιστορία σε λίγα τετραγωνικά μέτρα, με διάθεση όχι απλώς ειρωνική αλλά κατεδαφιστική. Εκείνο το «σύνθετο» στο βάθος της σκηνής, με τα σύμβολα της νεοελληνικής κακομοιριάς και τσαλακωμένης περηφάνιας, η συνάντηση του επαρχιωτισμού και του μικροαστισμού, ήταν ευφυής επιλογή. Από κοντά και τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα που εξιστορούσαν την αναφομοίωτη σχέση παράδοσης και αστικού χώρου-φορέα νέας κουλτούρας και ηθών.

Image result for γενικός γραμματέας μαραθάκη

         Οι ΑΤΟΝΑΛ χαρακτηρίζονται  για το συλλογικό πνεύμα τους και  τον συγχρονισμό τους.  Να προσθέσουμε και το μεγάλο κέφι: ερμηνείες δουλεμένες λεπτομερειακά και με ένα εντυπωσιακό μέτρο. Συνέβαλε και η ωραία κίνηση που δίδαξε η συνεργάτιδα και από άλλες δουλειές της ομάδας, η Βρισηίδα Σολωμού. Το βασικό ζευγάρι (Πηνελόπη-Λάμπρος) απέδωσαν αποτελεσματικά η Ρένα Κυπριώτη και ο Λεονάρδος Μπατής. Η Σοφία Μαραθάκη ήταν μια απολαυστική Θεώνη (η γεροντοκόρη αδελφή του ΓΓ),  ο Κων/νος Παπαθεοδώρου έπλασε ένα εξαιρετικό πολιτικάντη, η Λήδα Κουτσοδιδασκάλου ήταν πολύ καλή στο ρόλο της «ψωνισμένης» κόρης. Γεμάτοι ενέργεια  η Φωτεινή Παπαχριστοπούλου, ο Γιώργος Σύρμας, ο Δημήτρης Τσιγκριμάνης και  Νικόλας Χανακούλας. Ιδιαίτερα εύσημα στον Μιχάλη Βαλασόγλου, χάρμα ο κωμικοτραγικός παρατημένος φουστανελοφόρος εραστής Μίχος και τυπάτος ο μποστικός διεφθαρμενος Καλπίδης του.

ΕΠΟΧΗ, 19.2.2017

 

 

 

 

«Ο βίος του Γαλιλαίου» του Μπρεχτ στο Εθνικό

Σχολιάστε

 

«Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε.

Απ’ αυτό βγάζω το συμπέρασμα

πως είσαστε εκατομμυριούχοι»

Μπρεχτ  [1]

      Διάβασα πρώτη φορά τον «Βίο του Γαλιλαίου» στη Β΄ Γυμνασίου. Κατά λάθος. Τον δανείστηκα από την σχολική βιβλιοθήκη, Κύριος οίδε πώς βρέθηκε εκεί. Το όνομα Μπρεχτ μου ανακαλούσε κάτι θετικό. Δεν κατάλαβα περίπου τίποτε, ούτε καν την υπόθεση καλά-καλά. Έτσι κι αλλιώς ο ήρωάς μου ήταν πάντα ο Τζιορντάνο Μπρούνο. Έτσι τους ήθελα τους επιστήμονες. Ανυποχώρητους και ωραίους. Τον επόμενο χρόνο έπεσαν στα χέρια μου οι αρχαίοι Λυρικοί, εκείνος ο Αρχίλοχος με το απύλωτο στόμα. Και διάβασα το ποίημα που επιγράφεται «ο Ρίψασπις». Φυσικά και δεν έκανα την σύνδεση αμέσως. Μου πήρε χρόνια να χρησιμοποιήσω τον Αρχίλοχο για να καταλάβω κάποια σημεία από τον Γαλιλαίο του Μπρεχτ. Θυμήθηκα τούτα τα διαβάσματα του παιδιού που υπήρξα, παρακολουθώντας την παράσταση του έργου του Μπρεχτ στο Εθνικό, σκηνοθετημένη από τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο.

γαλ 3

      Τα ερωτήματα για τα όρια της επιστήμης είναι από τα πιο καυτά της εποχής μας. Η ηθική της επιστήμης είναι ίσως ο κλάδος εκείνος της φιλοσοφίας που παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον και τις μεγαλύτερες δυσκολίες. Το μοντέλο που σχεδόν επιβάλλεται μετά τον Διαφωτισμό είναι θεολογικό. Η επιστήμη προοδεύει γραμμικά και τείνει προς την αλήθεια, μέρη της οποίας αποκαλύπτει συνεχώς και έτσι κάποτε θα αποκαλύψει την ίδια ολόκληρη. Στο σχολείο, ας πούμε, ουδέποτε (έστω σχεδόν ποτέ γιατί ευτυχώς υπάρχουν φωτισμένοι δάσκαλοι) ο μαθητής πληροφορείται για συνυπάρχουσες αντικρουόμενες θεωρίες, για τις περιόδους σύγκρουσης θεωριών και τις ταραχές που ξεσήκωναν στην επιστημονική κοινότητα, το ιδεολογικό υπόβαθρο των διαφόρων επιστημονικών θεωριών, το ρόλο του παρατηρητή στο πείραμα και άρα στα συμπεράσματά του και πάει λέγοντας. Έτσι, θα μάθει, αν μάθει χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο πως η βασική δογματική διαφορά των δύο εκκλησιών, ορθόδοξης και καθολικής είναι το filioque, αλλά ποια η σχέση του με το φεουδαρχικό σύστημα και τη θέση του βασιλιά, δεν θα την πληροφορηθεί ποτέ. Ούτε θα μπει στον κόπο κανείς να του δείξει –του μαθητή που μετά θα γίνει πολίτης- πώς καίγονταν τα σώματα πριν ο Λαβουαζιέ ανακαλύψει το οξυγόνο και ποιες θεωρίες καταρρίφθηκαν και με πόσο κόπο –για να θυμηθώ το παράδειγμα που δίνει εύστοχα ο Κουν στ «Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων». Ναι, τα περί την επιστήμη ερωτήματα είναι πολύ καυτά, γιατί τα όρια ανάμεσα στην ελευθερία της έρευνας και την ανεξέλεγκτη και ενάντια στον άνθρωπο επιστήμη είναι εξαιρετικά λεπτά. Είναι επίσης βαθύτατα ταξικά τα ερωτήματα.

γαλ 2

      Το έργο γράφτηκε το 1938 αλλά ο Μπρεχτ το διασκεύασε και το παρουσίασε μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπό το φως της ατομικής βόμβας. Στον «Γαλιλαίο» ερευνά, μεταξύ άλλων, δυο σημαντικά ερωτήματα: Το πρώτο αφορά την σχέση εξουσίας και επιστήμης και τον έλεγχο της θεωρίας και του παραγομένου από αυτήν προϊόντος από τις κυρίαρχες τάξεις. Για να επιτευχθεί αυτό όμως, υποστηρίζει ο Μπρεχτ, πρέπει ο επιστήμονας να έχει στην συνείδησή του την επιστήμη του ως κάτι απογυμνωμένο από κοινωνικοπολιτικές προσλαμβάνουσες. Τότε αυτός πιστεύει ότι κάνει μια καθαρή έρευνα ενώ η κυρίαρχη τάξη, η αστική εν προκειμένω που ήταν στο στόχαστρο του συγγραφέα, εκμεταλλεύεται το προϊόν των ερευνών προς ίδιον οικονομικό, πολιτικό και συμβολικό όφελος. Και επειδή για την έρευνα προϋποτίθενται υλικοί όροι που δημιουργούν εξαρτήσεις της επιστήμης από τις κυρίαρχες τάξεις, αυτές ως αντάλλαγμα μπορεί να ζητήσουν ακόμα και στρέβλωση της θεωρίας ώστε να χωρέσει το κέρδος από ένα επικίνδυνο πχ προϊόν. Η θεωρία του Γαλιλαίου θα έκανε το θρόνο του Θεού, και άρα του Πάπα, να μετακινηθεί, την εκκλησία να ξανασκεφτεί τους τρόπους ύπαρξής της, θα ανέτρεπε δεδομένες από αιώνες αντιλήψεις, δίνοντας τη δυνατότητα στους ανθρώπους να σκεφτούν την ίδια την ανατροπή. Γι’αυτό έπρεπε να σιωπήσει. Η πυρά θα έκαιγε αυτόν και όποιον σκεφτόταν να σκεφτεί σαν αυτόν. Προληπτικά. Ο Γαλιλαίος δεν τους κάνει το χατίρι. Για να ολοκληρώσει το έργο του πρέπει να το προδώσει.

       Το δεύτερο ερώτημα όμως μοιάζει να αναιρεί το παραπάνω συμπέρασμα: αν οι θεωρίες του Γαλιλαίου αφορούν την αυγή ενός νέου κόσμου, τότε μήπως μια τέτοια στάση ανακόψει την επιστημονική παρρησία και κάνει τους επιστήμονες να κλειστούν στον μικρόκοσμό τους; Το ερώτημα του Μπρεχτ προχωρά κι άλλο: θα μπορέσει η επιστημονική σκέψη να σπάσει τα στεγανά των εργαστηρίων και των συνεδρίων και να φτάσει πραγματικά στον κόσμο; Απομαγευμένη και απομαγεύουσα;

γαλ

      Δεν ήταν νοσταλγικά ενθυμήματα τα όσα είπα στην αρχή για τα νεανικά μου διαβάσματα. Μου τα έφερε στο νου η σκηνοθετική γραμμή του Θεοδωρόπουλου, που έστησε μια παράσταση απευθυνόμενη σε μια μεγάλη γκάμα κοινού, μεταξύ των οποίων και κάποιοι που δεν είναι εξοικειωμένοι με τον Μπρεχτ και τους προβληματισμούς του, και έχοντας στο νου πιο πολύ ένα κοινό νεανικό, που έχει ανάγκη, φως, τραγούδι και χιούμορ. Προσπάθησε να φέρει το έργο πιο κοντά στα πολιτικά διακυβεύματα των ημερών μας –το μνημόνιο και η ανυπακοή ήταν συχνά παρόντα στο λόγο των ηρώων. Για να το πετύχει αυτό, μετατόπισε τα ερωτήματα προς μια άλλη κατεύθυνση: πώς επιβιώνει κανείς μέσα σε ασφυκτικές συνθήκες –ιδεολογικές, πολιτικές, οικονομικές, θρησκευτικές… Αυτό τον οδήγησε και στην τελική επιλογή του πρωταγωνιστή. Ο Χρήστος Στέργιογλου αλάφρυνε το ρόλο, αριστοφάνισε τον Γαλιλαίο, τον παράστησε αθώο μαζί και πονηρό, εγωιστή και χαμένο στον κόσμο του, έναν άνθρωπο που αγαπά τη ζωή και θέλει να ζήσει και να κάνει τη δουλειά του, στην οποία πιστεύει θερμά. Η ερμηνεία του εκκινούσε και σκιαγραφούσε μια φράση που ακούγεται προς το τέλος : «Αλίμονο στις χώρες που έχουν ανάγκη από ήρωες». Και οι υπόλοιποι ηθοποιοί κινήθηκαν σε πάνω –κάτω ίδιους τόνους. Η Μαίρη Σαουσοπούλου εξελλήνισε την κυρία Σάρτι και η Αμαλία Αρσένη φόρεσε στην Βιργινία της ένα οπερετίστικο ταμπεραμέντο. Ο Σταύρος Σβήγκος βρήκε σωστά πατήματα για τον Αντρέα του, τον μαθητή του Γαλιλαίου, το ίδιο και ο Κώστας Γαλανάκης και στους τρεις ρόλους που ερμήνευσε. Ευφάνταστα κοστούμια από την Κλαιρ Μπρέισγουελ και ενδιαφέρον σκηνικό από την Έλλη Παπαγεωργακοπούλου.

ΕΠΟΧΗ, 3.10.2016