Στο Ακαπούλκο, αδέρφια μου, στο Ακαπούλκο…

Σχολιάστε

«Θερισμός» του Δημήτρη Δημητριάδη στο Εθνικό

 

           Για λόγους που δεν μπορώ και η ίδια να καταλάβω, όσο περνούν τα χρόνια,  αγαπώ όλο και περισσότερο το έργο του Δημήτρη Δημητριάδη. Ίσως ευθύνεται το γεγονός πως μεγαλώνοντας οι άνθρωποι συναντιούνται σε θεμελιώδη ερωτήματα και αντέχουν τις απόπειρες απαντήσεών τους. Ίσως μάλιστα εκεί, σ’ αυτές τις απόπειρες απαντήσεων εννοώ, να συναντιούνται πιο πολύ και πιο τραγικά οι άνθρωποι –με το τραγικό όμως έτσι όπως το επανακαθόρισε στους καιρούς μας ο Μπέκετ.

          Παρακολουθώντας τον «Θερισμό» έκανα μια σκέψη ξανά, μάλλον όχι πρωτότυπη: αυτός ο κοσμοπολίτης συγγραφέας, που αναγνωρίστηκε πρώτα στην Εσπερία και μετά στον τόπο του, είναι ο πιο έλληνας συγγραφέας των καιρών μας. Γι’ αυτό και μου ‘ρθε στο νου ο στίχος του Σεφέρη, ποιητή με εντελώς άλλη ματιά πάνω στην ιστορία και την παράδοση, «όπου και να ταξιδέψω, η Ελλάδα με πληγώνει», γυμνός ωστόσο και μόνος.

Αποτέλεσμα εικόνας για θερισμός δημητριαδής εθνικό

Δημήτρης Δημητριάδης (από την Popaganda)

             Τι είναι, λοιπόν,  ο «Θερισμός»; Το έργο γράφεται το 2010-11, το τέλος δηλαδή της περιόδου της πλαστής ευμάρειας, πριν σαφώς συνειδητοποιηθεί καλά αυτό που ακόμα ονομάζουμε λανθασμένα  κρίση. Η ίδια αυτή περίοδος είναι και περίοδος μιας αυταπάτης πολιτισμού, μιας διαστρέβλωσης της τέχνης: το  κοινό διαβάζει κατά κόρον τα λεγόμενα ευπώλητα –εύπεπτα και συνήθως άθλιας ποιότητας- ογκώδη μυθιστορήματα και βλέπει τις αντίστοιχες κινηματογραφικές ταινίες, συνήθως κωμωδίες. Ο «Θερισμός» αντιστρέφει αυτόν τον κόσμο: τον κόσμο του νεόπλουτου μικροαστισμού που ταξιδεύει σε ακριβούς προορισμούς για λίγες μέρες και μιμείται τους ήρωες από τις σαπουνόπερες, εξαρτά την κοινωνική του εικόνα από το κινητό, αναμασά χωρίς να πολυκαταλαβαίνει φιλοσοφίες της μόδας και ονόματα από κόσμους σκέψης εξωτικούς, μιλά με εκφράσεις από το γλωσσικό σύμπαν της διαφήμισης, παθιάζεται με την εμφάνισή του, αναζητά την εναλλακτικότητα χωρίς συνείδηση του τι ακριβώς αναζητά και που μπορεί να τον φέρει. Ένας κόσμος που θυμίζει  τους φουστανελλοφόρους του 19ου αι. που έβαζαν το φράκο πάνω από τις πιέτες της παράδοσης. Ούτε από ‘δω τελικά ούτε από ‘κει.

Κοινωνικό και οντολογικό

           Το έργο έχει την χαρακτηριστική ακινησία του Δημητριάδη, ολόκληρο συμβαίνει  σε μια βεράντα ξενοδοχείου στο Ακαπούλκο, όπου παραθερίζουν δύο ζευγάρια και μια φίλη τους μόνη, για δέκα μέρες. Το ξενοδοχείο είναι 57αστερο –και η φράση αυτή που επαναλαμβάνεται τονίζει το ταξικό πρόσημο της παρέας- και λέγεται El globo (ο κόσμος) για να σημάνει τα ποιοτικά όρια της παγκοσμιοποίησης της φτήνιας.

           Όρος της παρέας να αφήσουν πίσω τα προβλήματά τους, αλλά είναι το μόνο που δεν κάνουν, καθώς «η πόλις ακολουθεί». Με το κινητό στο χέρι, διατηρούν με πάθος τη σχέση με την ζωή που τους περιμένει πίσω και τα προβλήματά της, και αυτή η συσκευή κρατά την ψευδή επικοινωνία τους με την πραγματική, τραυματική, σακάτισσα ζωή τους. Το κινητό χτυπά ασταμάτητα για να μας πληροφορήσει για την άθλια οικογενειακή κατάσταση των ζευγαριών (η κρίση του θεσμού της οικογένειας απασχολεί τον συγγραφέα σχεδόν σε όλο του το έργο), τα παιδιά τους αυτοκτονούν πραγματικά ή συμβολικά και η μόνη γυναίκα παρακολουθεί την ερωτική ζωή του εραστή της με τρόμο πάλι από το κινητό. Αυτοί οι πέντε φοβούνται, φοβούνται πολύ, τη μοναξιά και την ανεπάρκειά τους κι αναζητούν το θάνατο –για να τον ενδυθούν ή να τον ξορκίσουν, που στο τέλος είναι η ίδια παράδοση στη φθορά και το τίποτα, που περνιέται για κάτι.  Έτσι η κοινωνική κριτική δίνει τη θέση της στην (ασυνειδητοποίητη) υπαρξιακή αγωνία,  το Ακαπούλκο και το El Globo  δίνουν μια οντολογική συνθήκη εγκλωβιστική και εφιαλτική.

               Ο Δημητριάδης ανατέμνει την ελληνική κοινωνία χωρίς κραυγές, χρησιμοποιώντας το υλικό των μπεστ σέλλερ που δήθεν την περιέγραψαν. Εκούσια –πιστεύω- βάζει με τον «Θερισμό» τελεία στο  είδος του θεάτρου που ανέπτυξαν σπουδαίοι δημιουργοί την μεταπολιτευτική περίοδο  αλλά και πολλοί φλύαροι μιμητές τους. Οι χαρακτήρες του έχουν μια γελοιότητα που θα θυμίσει ελαφρά την τσεχωφική διαμαρτυρία και χωρίς προσπάθεια, σχεδόν αυτονόητα,  διαγράφονται με λεπτομέρειες, ανοίγονται μπροστά μας από πρόταση σε πρόταση από κίνηση σε κίνηση.

Αποτέλεσμα εικόνας για θερισμός δημητριαδής εθνικό

Η παράσταση

            Ο Δημήτρης Τάρλοου ασχολείται για δεύτερη φορά με το έργο του Δημητριάδη (η πρώτη ήταν πριν από τέσσερα χρόνια με τη «Λήθη» (πολύ ενδιαφέρουσα σκηνοθετικά και με μια συγκλονιστική  ερμηνεία του Δημοσθένη Παπαδόπουλου). Ψύχραιμος και προσεκτικός, ακολούθησε το ρυθμό του κειμένου και κρατήθηκε μακριά από ανούσιες εντάσεις. Η ερμηνευτική γραμμή  ανέδειξε επιτυχώς το τραγικωμικό στοιχείο, μολονότι  άνοιξε γρήγορα τα χαρτιά της και έφερε στο φως σχεδόν το σύνολο των θεμάτων –και των ευρημάτων με τα οποία αυτά αποδίδονται. Όμως κράτησε και μερικές εκπλήξεις για το τέλος, όπως η περίπου ραπ εκφορά του λόγου στην τελευταία σκηνή. Το ενδιαφέρον δεν ήταν η επιλογή καθαυτή όσο ο κουρασμένος τρόπος με τον οποίο το κάνει η ερμηνευτική ομάδα: άνθρωποι που ουσιαστικά δεν καταλαβαίνουν ούτε το ρυθμό ούτε το πολιτικό μήνυμα της μαύρης μουσικής και την υποτάσσουν στο απελπισμένο σύμπαν τους. Μια τελευταία επιβεβαίωση της υποκρισίας και της άγνοιας που τους διαποτίζει σε όλο το έργα.

          Τα σκηνικά της Ελένης Μανωλοπούλου  έδωσαν όλο το κιτς του πλαστού παράδεισου –η οργιώδης βλάστηση, οι σεζ λόνγκ, οι καναπέδες παρέπεμπαν σε υποκατάστατο πολυτέλειας, ακριβώς σ’ αυτό που πρόσφεραν και προσφέρουν τα τουριστικά γραφεία ως διακοπές, ένα βιομηχανοποιημένο τουρισμό που σε κάνει να πιστέψεις πως ζεις το όνειρο που δεν υπάρχει.  Αντίθετα τα κοστούμια χρειάζονταν περισσότερη φαντασία. Ιδιαίτερα εύσημα στην Κορίνα Κόκαλη για την διδασκαλία της κίνησης, η παραπομπή στον τρόπο κίνησης των προσώπων σε σαπουνόπερες ήταν έξυπνος και αποτελεσματικός.

Αποτέλεσμα εικόνας για θερισμός δημητριαδής εθνικό

            Η υποκριτική ομάδα δούλεψε καλά πάνω σε ένα καμβά ηρώων που δεν έχουν τίποτε το συμπαθητικό. Η Αλεξία Καλτσίκη,  –μολονότι αρκετές στιγμές επένδυσε σε στερεότυπα της δεκαετίας του ‘90– δημιούργησε μια γνώριμη υστερική φιγούρα μικροαστής με σαφείς πινελιές αβεβαιότητας και  αυτοαμφισβήτησης, απαραίτητες στον ρόλο. Η Μάρω Παπαδοπούλου απέδωσε με αξιοπρέπεια, αν και κάπως στρογγυλεμένα και αναμενόμενα, την εγκαταλειμμένη ερωμένη. Η Άννα Μάσχα ξεδίπλωσε αργά το ρόλο κρατώντας δυνάμεις για το σπαραχτικό κρεσέντο όταν ζητά επιτακτικά, επαναλαμβανόμενα, βυθιζόμενη στην τρέλα, να σκοτώσουν την κόρη της που την εκδικείται υποχρεώνοντάς την να ακούει τις σεξουαλικές της δραστηριότητες από το κινητό. Ο Νίκος Ψαράς ευθύβολα βαριεστημένος και απόμακρος. Άφησα για το τέλος τον Περικλή Μουστάκη,  τον οποίο θεωρώ ιδανικό ερμηνευτή του Δημητριάδη (ο «πατέρας» στον Φαέθοντα ήταν ερμηνεία αναφοράς και υπόδειγμα για διδασκαλία). Εδώ, με έξοχη ισορροπία ανάμεσα στο γελοίο και το τραγικό,  περιφέρει ένα πρόσωπο ρημαγμένο,  στα όρια μιας αυτογνωσίας που δεν θα αποκτήσει όμως ποτέ, αναποφάσιστος, έρημος, ματαιωμένος και υπεύθυνος.

ΕΠΟΧΗ, 21.5.2017

 

 

«Τρωάς» του Δημήτρη Δημητριάδη. Από την ομάδα «Σημείο Μηδέν»

Σχολιάστε

«πόλεμος δεν τελειώνει ποτέ»

 

Η ομάδα «Σημείο Μηδέν» έχει ήδη πίσω της μια αρκετά μακριά και κυρίως μια δύσκολη πορεία, κατά την οποία απέφυγε τους συμβιβασμούς και έμεινε πιστή στο αρχικό όραμά της, το οποίο εξελίσσει από παράσταση σε παράσταση.  Ο σκηνοθέτης Σάββας Στρούμπος είχε από την αρχή μια ξεκάθαρη αντίληψη τόσο για την θεατρική φόρμα όσο και για τις επιλογές συγγραφέων πάνω στους οποίους θα δούλευε. Πιστός στις αρχές του σωματικού θεάτρου, άξιος μαθητής του Θόδωρου Τερζόπουλου, γνωρίζει πολύ καλά τη μέθοδο του δασκάλου, ωστόσο αφορμάται και δεν προσκολλάται σ’αυτήν. Αντιθέτως, ειδικά στις τελευταίες του δουλειές -το εντυπωσιακό «Εμείς» του Ζαμιάτιν και την εξαιρετική «Αποστολή» του Μύλλερ και κυρίως τώρα στην «Τρωάδα»–  προχωράει σε γενναίους αλλά προσεκτικούς πειραματισμούς, παγιώνει το ιδιαίτερο στίγμα του, δυναμώνει την πρότασή του. Συνομιλεί διακριτικά και οριακά με το ρεαλισμό, χορογραφεί τις ερμηνείες των ηθοποιών: η κίνηση έχει ένταση, δύναμη και καθαρότητα, αλλά η έκταση της χειρονομίας μικραίνει  και η ερμηνεία κερδίζει σε εσωτερικότητα. Ενώ στις προηγούμενες δουλειές του κυριαρχούσε η γωνία, στην τελευταία το προτιμώμενο γεωμετρικό σχήμα είναι ο κύκλος. Ίσως γιατί το καλεί και το έργο που διάλεξε, για την δεύτερη φετινή δουλειά της ομάδας, η «Τρωάς» του Δημήτρη Δημητριάδη.

Image result for τρωάς μαλτέζε

         Ο Δημήτρης Δημητριάδης είναι πρωτίστως ποιητής. Και στο θέατρο του επίσης ποιητής είναι πάνω απ’ όλα,  «μεταγράφει ποιητικά την πραγματικότητα», όπως είχε πει κάποτε ο ίδιος. Σ’ ό,τι ονομάζουμε «ευρύ κοινό» -μια έννοια που δεν καταλαβαίνω πολύ καλά, ομολογώ, πώς ορίζεται και σε τι αντιπαρατίθεται- είναι αρκετά άγνωστος. Και με αυτό εννοώ δυο πράγματα: ένα, πως δύσκολα κάποιος θα παρέθετε το όνομά του σε μια λίστα σύγχρονων θεατρικών συγγραφέων και δύο, πως από όσους τον έχουν παρακολουθήσει ή τον παρακολουθούν, πολλοί δυσκολεύονται να καταλάβουν το έργο του που ακροβατεί ανάμεσα στην ποίηση, τη φιλοσοφία και την ψυχανάλυση, έργο δύσκολο, σκληρό και προκλητικό, με γοητευτική και σοφή αυθάδεια. Για του λόγου το αληθές, ας ξαναδιαβάσουμε προσεκτικά όχι τόσο το «Πεθαίνω σα χώρα» όσο τη «Λήθη», τον «Κυκλισμό του Τετραγώνου», κι ακόμα πιο πολύ τον «Φαέθωντα».

«Τρωάς», λοιπόν, κατά το «Ιλιάς», και δεν ξέρω αν η επιλογή της τριτόκλιτης, κατά την αρχαίαν,  μορφής της λέξης οφείλεται στις ενδιαφέρουσες ηχητικές συνυποδηλώσεις της λέξης: το σκληρό «τρ» που οδηγεί στο «τρώγω», αλλά και στο «τραύμα», την χασμωδία που προκύπτει από την συνάντηση των δυο πλατιών φωνηέντων (ω, α) που μας πηγαίνει στην κραυγή η οποία εξέρχεται θηριωδώς από το χαίνον στόμα την ώρα της επίθεσης ή του θανάτου και το τελικό «ς» που την ανακόπτει ξαφνικά και ανατριχιαστικά με τον σερνάμενο, θανατερό συριγμό του.

Image result for τρωάς μαλτέζε

        Η «Τρωάς» ξεκινά μετά την πτώση της Τροίας, όταν όλα έχουν τελειώσει, η Τροία έχει ξεθεμελιωθεί και οι τρεις άντρες που εκπροσωπούν τον βασιλικό θρόνο, ο γέροντας Πρίαμος, ο γιος του Έκτωρ, ο πιο λαμπερός ήρωας της «Ιλιάδας» και διάδοχος στο θρόνο και ο δικός του γιος, ο μικρός Αστυάνακτας, είναι όλοι νεκροί. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της πόλης υποταγμένα στο θάνατο. Ο Δημητριάδης δεν κρατά την διασωθείσα από την παράδοση εικόνα για τους ήρωες αυτούς. Ο δικός του Πρίαμος είναι ένας γέρος που λατρεύει τον πόλεμο, θλίβεται γιατί ο πόλεμος τέλειωσε, ελπίζει ότι ο πόλεμος δεν τελειώνει ποτέ: «Αλλά ο πόλεμος /με ξέκανε κι εμένα/Δεν ξέκανε όμως/την λύπη/Έτσι τελειώνει ο πόλεμος/Με λύπη /ότι τελείωσε/Γι’ αυτό /δεν τελειώνει ποτέ/Ο πόλεμος ποτέ /δεν ξεκάνει/τον πόλεμο/Παίρνει ό,τι παίρνει/και ξαναρχίζει /για να ξαναπάρει». Η σκέψη του Δημητριάδη δεν βρίσκεται κοντά στο περίφημο απόσπασμα του Ηρακλείτου «πόλεμος πατήρ πάντων», αλλά στη σκέψη του Πλάτωνα πως ο πόλεμος είναι μέρος της πολιτικής, κι εδώ έγκειται το αντιπολεμικό (αλλά και μισάνθρωπο) μήνυμα του έργου: όταν αυτό που μας μαθαίνει ο πόλεμος είναι να θέλουμε τον πόλεμο», το Αιγαίο θα γεμίζει κουφάρια και ο θάνατος θα είναι ο μόνος νικητής.

Έχοντας προφανώς κατά νου τους δισταγμούς του Έκτορα πριν από τη μονομαχία με τον Αχιλλέα, μια στιγμή δειλίας πράγματι, μας παρουσιάζει τον πολεμιστή σε ένα παραληρηματικό μονόλογο γύρω από την έννοια του άντρα και της ανδρείας, την σχέση του άντρα και του πολέμου. Ο πόλεμος, κραταιός εραστής του άντρα, ζητάει το σώμα του κι αυτός το δίνει: «Τού έδωσα /το καλύτερο /και ομορφότερο/Κι έγινε δικό του/Και γίναμε  ένα με τον πόλεμο/Εγώ κι αυτός /αγκαλιαστήκαμε/Κι αγαπηθήκαμε [… ] Και με πήρε /Και δεν με άφησε /σε κανέναν άλλον /και για κανέναν άλλον. Τέλος ο μικρός Αστυάναξ, το θύμα της σκληρότητας των Ελλήνων, ο πιθανός διεκδικητής του θρόνου και ο εκδικητής της καταστροφής, που τον πέταξαν από τα τείχη δέκα χρόνων μοναχά, είναι ένα αγοράκι που θέλει να γίνει άντρας μόνο για χάρη του πολέμου «Δεν πολέμησα/Δεν πρόλαβα/Δεν θα πολεμήσω ποτέ/Αν έχω λύπη/είναι μόνο γι’ αυτό/Δεν κράτησα όπλο/Αληθινό.

Image result for τρωάς μαλτέζε

        Στο «Τρωάς» οι τρεις γενιές συμφύρονται σε ένα λόγο θαυμαστικό του πολέμου, παρόν-παρελθόν-και μέλλον του παραδίνονται, τον επιβάλουν, κανείς δεν έχει γλιτωμό από τον παραλογισμό, από την βία. Ακόμα κι όταν ντύνεται την ποίηση, ο πόλεμος είναι το αντίθετό της, δηλαδή καταστροφή.

Ο Στρούμπος, ως αναμενόμενο,  απέφυγε τις εύκολες αναφορές στην επικαιρότητα. Είδε το έργο ως μια στιβαρή ποιητική αναζήτηση της οντολογικής διάστασης του πολέμου, του πολέμου ως οδού αυτογνωσίας, που αρνείται ο άνθρωπος, γι’αυτό διαιωνίζει τον πόλεμο. Και σκηνοθέτησε λιτά αλλά υποβλητικά, αναδεικνύοντας την οικουμενικότητα και την διαχρονικότητα του ζητήματος και μεταφέροντας έμμεσα στην σκηνή το μόνο ερώτημα: ποιος είναι ο άνθρωπος και ποιο το νόημα;

Ευτύχησε να έχει συνεργάτη στο όραμά του, ένα ακάματο και λεπτολόγο ηθοποιό, τον Δαβίδ Μαλτέζε.   Γεωργιανός στην καταγωγή, ζει και εργάζεται εδώ και πολλά χρόνια στην Ελλάδα, με άψογα, αξιοζήλευτα ελληνικά, έχει ο ίδιος βιώσει την δύσκολη εμπειρία των πολέμων και της μετανάστευσης. Ηθοποιός με στέρεη γνώση του σωματικού θεάτρου, συνεργάτης από καιρό του Στρούμπου, απόλυτα κυρίαρχος του σώματός του,  συναίρεσε την προσωπική εμπειρία με τα απαιτούμενα από το κείμενο και μετέτρεψε επί σκηνής το σώμα του σε πεδίο της Ιστορίας. Τα τρία πρόσωπα που ερμηνεύει υλοποιούνται μπροστά στα μάτια μας διακριτά στο πρώτο μέρος, ενώ στο δεύτερο, όταν το κείμενο οδηγεί στο να «διαβάζει» το ένα το άλλο, καταλήγει σε ένα ερμηνευτικό στρόβιλο, που μοιάζει το σώμα του από τη μια να κόβεται στα τρία και την ίδια στιγμή το ένα και ίδιο σώμα να γεννά τα άλλα δύο, ξανά και ξανά. Πραγματικά ένας ερμηνευτικός άθλος που απαιτεί απόλυτη συγκέντρωση και τρομερή ενέργεια. Θεωρώ πως είναι μια ερμηνεία αναφοράς.

Image result for τρωάς μαλτέζε

           Το σκηνικό, το οποίο όπως και τα κοστούμια, είναι δουλειά του σκηνοθέτη, είναι γεμάτο μικροπράγματα που θυμίζουν διάλυση και καταστροφή: πεταμένα χαρτιά, μια γραφομηχανή, ένας σπασμένος καθρέφτης, ένα ζευγάρι παπούτσια. Ένα πιάνο «πειραγμένο», ανοιχτό, γεμίζει ήχους την σκηνή, ήχους στριγκούς ή απαλούς, ωραίες αναγνωρίσιμες μουσικές ή νότες που στροβιλίζονται έκπληκτες και τρομαγμένες. Η Έλλη Ιγγλίζ, που επιμελήθηκε τη μουσική επένδυση με πραγματική γνώση, συνέπεια και τόλμη, βρίσκεται όλην την ώρα πάνω στη σκηνή, δεν σταματά λεπτό να παράγει ήχους. Και να τραγουδά. Ριζίτικα τραγούδια. Η ανατολή εισβάλλει μυστηριώδης και γενναία στο δυτικό μουσικό σύμπαν, τονίζοντας το πανανθρώπινο του θέματος. Η ερμηνεία του Μαλτέζε πλουτίζει από την παρουσία της Ιγγλίζ.  Ο Κώστας Μπεθάνης φώτισε με κίτρινους τόνους και αναδεικνύοντας τον σπαραγμό και την αναζήτηση.

ΕΠΟΧΗ, 21.3.2017

 

«Στους πολέμους χαμένοι είναι όλοι: κι αυτοί που σφάχτηκαν κι αυτοί που σφαχτήκαν»

Σχολιάστε

 

 

Ο Δαυιδ Μαλτέζε και η Έλλη Ιγγλίζ μιλούν για την «Τρωάδα»του Δημήτρη Δημητριάδη

 

«Ο πόλεμος

δεν τελειώνει ποτέ

Με το τέλος του

τελειώνουν όλα

Αυτός

δεν τελειώνει ποτέ»

(από την «Τρωάδα»)

Το νέο έργο του Δημήτρη Δημητριάδη «Τρωάς» ανέβασε η ομάδα Σημείο Μηδέν σε σκηνοθεσία του Σάββα Στρούμπου. Μια στιβαρή ποιητική αναζήτηση της οντολογικής διάστασης του πολέμου, του πολέμου ως οδού αυτογνωσίας, που αρνείται ο άνθρωπος γι’αυτό διαιωνίζει τον πόλεμο. Σε μια παράσταση που σκηνοθέτησε ο Στρούμπος με εσωτερικότητα και πάθος, αποφεύγοντας τις εύκολες αναφορές στην επικαιρότητα και παρουσιάζοντας το έργο ως διαχρονική διερώτηση, ο Δαυίδ Μαλτέζε δίνει μια μοναδική ερμηνεία σε ένα απαιτητικό και εξοντωτικό τριπλό μονόλογο τριών προσώπων-συμβόλων του Τρωικού Πολέμου: Πρίαμος-΄Εκτορας-Αστυάνακτας και η Έλλη Ιγγλίζ δίπλα του δημιουργεί το ηχητικό πεδίο που θωρακίζει αυτήν την ερμηνεία και συμβάλλει ουσιαστικά τραγουδώντας επί σκηνής ριζίτικα μοιρολόγια.

Λίγες μέρες πριν από την παράσταση συζητήσαμε με τους δυο ερμηνευτές.

Δαυίδ Μαλτέζε

«Στον πόλεμο όλοι είναι χαμένοι, κι εκείνοι που σφάχτηκαν κι εκείνοι που έσφαξαν»

Οι γενεαλογίες στα ομηρικά έπη συνήθως  καλύπτουν τρεις  γενιές  , Δηλαδή  τον ήρωα, τον πατέρα του και τον γιο του. Και στην περίπτωση του μονολόγου   ‘’ Τρωάς’’  έχουμε αυτήν την δομή… Τρις διαφορετικές  γενιές –  ο Έκτωρ , ο πατέρας  του ο Πρίαμος  και  ο  γιος  του ο Αστυάναξ –  μας μιλάνε πως βιώσανε τον πόλεμο και τι σημαίνει ο πόλεμος για αυτούς.  Βλέπουμε τον τρωικό πόλεμο από την πλευρά των  ηττημένων , νεκρών  ηρώων  που θέλουν να ακουστούν από τον Άδη, το Βασίλειο του θανάτου. Παρόλο που είναι  τρεις  διαφορετικές  γενιές και τρεις διαφορετικές  φωνές  το κείμενο είναι  ενιαίο και μιλάει για την φρίκη του πολέμου  με μια τρισδιάστατη φωνή   που παίρνει την μορφή του μονολόγου. Η ΤΡΩΑΣ  με αφορμή τον τρωικό πόλεμο μας μιλάει για όλους  τους  πολέμους  που έχουν γίνει  και το μόνο σίγουρο είναι ότι σε αυτούς τους πολέμους  όλοι  είναι  χαμένοι ‘’ και  εκείνοι  που σφάχτηκαν και  εκείνοι  που έσφαξαν ‘’.

Δυστυχώς  όμως το θέμα του πολέμου δεν σταματάει  εκεί στην Τροία  στο ‘’Τότε ‘’  όπως θα έπρεπε να είχε γίνει  , έπρεπε δηλαδή να ήταν ο τελευταίος  πόλεμος στην ιστορία της ανθρωπότητας  και να μάθουμε από αυτό τι δεν πρέπει να ξανασυμβεί ,  αλλά όχι …όπως λέει και ο ίδιος ο Δημητριάδης  : Ο πόλεμος ως ανθρώπινη αλήθεια, θα μπορούσε να γίνει, όπως και η θνητότητά του, ένας καταλυτικός μηχανισμός στα χέρια του ίδιου του ανθρώπου, προκειμένου να μάθει και να καταλάβει, αλλά και να αποδεχθεί, το ποιος όντως είναι. Η αυτογνωσία όμως αυτή όχι μόνο δεν είναι υποφερτή από τον άνθρωπο, αλλά και, εξαιτίας της αδυναμίας του να την αντέξει, έχει ανέκαθεν αποκλειστεί, με την θέσπιση και καθιέρωση ποικίλων ψευδαισθήσεων οι οποίες φρόντισαν να τού εξασφαλίσουν προστατευτικές διεξόδους από την αντιμετώπιση του Ανυπόφορου.  Γι ‘αυτό  μιλάει και η παράταση  μας  για  το ‘’Ανυπόφορο ‘’ του ανθρώπου.  Το κείμενο αυτό είναι ένα μεγάλο δώρο που μου έκανε ο Δημήτρης  Δημητριάδης   και με την ευκαιρία αυτή θέλω να τον ευχαριστήσω δημοσιά  … η ιδέα του μονολόγου αυτού γεννήθηκε το 2007 όταν και  τον γνώρισα  και του  εξέφρασα την επιθυμία  να παίξω  κάποιο από τα κείμενα του. Και ήρθε η ώρα ένα όνειρο να γίνει πραγματικότητα.

 

Έλλη Ιγγλίζ

Μιλώντας για τον πόλεμο χωρίς ωραιοποιήσεις

Κυρία Ιγγλίζ, μετά από τόσους αιώνες, τα σύμβολα του τρωικού πολέμου εξακολουθούν να εκφράζουν όσο λίγα τα αισθήματα των ανθρώπων για τον πόλεμο. Η ΤΡΩΑΣ είναι ένα αντιπολεμικό έργο;

Τα πρόσωπα του έργου που μιλούν : Πρίαμος – Έκτωρ – Αστυάναξ ,είναι οι ηττημένοι του πολέμου.Είναι οι νεκροί που μιλούν για τον πόλεμο, κι αυτό από μόνο του μας δίνει την δυνατότητα σαν δρώντα πρόσωπα, αλλά και σαν θεατές κι ακροατές του έργου μιας απαραίτητης απόστασης που δημιουργεί τον χώρο και τον χρόνο για στοχασμό πάνω στην προβληματική του πολέμου. Ο Πρίαμος νεκρός βασιλιάς της Τροίας, ο Έκτωρ γιος του Πριάμου ,νεκρός πολεμιστής και ήρωας, ο Αστυάναξ γιος του Έκτορα σκοτωμένος απ’ τους Έλληνες στην παιδική του ηλικία. Τα τρία πρόσωπα μιλούν, όπως χαρακτηριστικά λέει ο Πρίαμος, »χωρίς φραγμούς, υπονοούμενα, χωρίς υπεκφυγές, ωραιοποιήσεις» για τον πόλεμο, σε τέτοιο βάθος που αυτό έχει δυο αποτελέσματα…αρχικά μας κάνει να σκεφτούμε τελικά τι σημαίνει πόλεμος, τι διαστάσεις μπορεί να πάρει τόσο εξωτερικά, όσο και μέσα στην ανθρώπινη ψυχή, κάτι που μας οδηγεί στον στοχασμό πάνω στην φύση του ίδιου του ανθρώπου. Το δεύτερο αποτέλεσμα του βάθους του κειμένου, μας οδηγεί και στο δεύτερο μέρος του έργου κι αυτό με την σειρά του στο τρίτο.

Στο δεύτερο μέρος, τα όρια της συγκεκριμένης ταυτότητας των προσώπων, διευρύνονται, μέσα από μια μεταμορφωτική, συμβολική διαδικασία, το ένα μπαίνει μέσα στο άλλο: ο Αστυάναξ γίνεται Πρίαμος ,ο Πρίαμος γίνεται Έκτωρ, ο Έκτωρ Αστυάναξ…ίσως για να συμπληρωθούν, ίσως για να ενωθούν μέσα στις αντιθέσεις τους. Με συμβολικούς όρους η ένωση είναι ένα στοιχείο αντίθετο του διαχωρισμού και της διάσπασης, αντίθετο του πολέμου. Στην παράσταση οι λέξεις του κειμένου ,η ερμηνεία, η φωνή κι ο ήχος του πιάνου είναι αδιάσπαστα στοιχεία σε αυτήν την μεταμορφωτική διαδικασία. Σε αυτήν την μεταστοιχείωση. Εισχωρούν λοιπόν ο ένας μέσα στον άλλον, σε τέτοιον βαθμό που αυτό μας οδηγεί στην ίδια την πόλη »Τρωάς», στο τρίτο μέρος. Πλέον μας μιλά η ίδια η Γη ,το ποτισμένο απ’ το αίμα χώμα της ηττημένης Τροίας, που εμπεριέχει όλους τους νεκρούς, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των προσώπων χάνονται μέσα στον Άνθρωπο.

Γιατί επιλέγει ο συγγραφέας ήρωες τριών διαφορετικών ηλικιών; Ο πόλεμος γίνεται μια πορεία αυτογνωσίας; Κι αν ναι, ποια είναι η απάντηση στο τέλος του δρόμου αν υπάρχει; Πρίαμος – Έκτωρ – Αστυάναξ ,είναι ήρωες τριών ηλικιών, που όμως ο ένας γεννιέται μέσα από τον άλλον. Ο Πρίαμος πατέρας του Έκτορα, ο Έκτωρ πατέρας του Αστυάνακτα. Ο ένας γεννά τον άλλον. Αφαιρετικά οι τρεις είναι ένας. Η πορεία είναι κυκλική τόσο στον λόγο όσο και στον ήχο του πιάνου Το Ναι και το Όχι ενώνονται και δημιουργούν τον κύκλο της Γέννησης ,της Ζωής και του Θανάτου. Του Όχι του Ναι και πάλι του Όχι, αν σκεφτούμε ότι ο Πρίαμος ως νεκρός γέρος βασιλιάς όπως μας λέει και στο έργο ,δεν πολέμησε δεν βρέθηκε μέσα στην μάχη…ο Έκτωρ όμως βρέθηκε : πολέμησε, σκοτώθηκε. Ο Αστυάναξ δεν πρόλαβε να πολεμήσει, σκοτώθηκε δέκα χρονών όπως μας λέει στο κείμενο. Οπότε πηγαίνουμε από την μη δράση στην δράση κι επιστρέφουμε στην μη δράση. Από την μη Ύπαρξη ,στην Ύπαρξη και πάλι στην μη Ύπαρξη. Βλέπουμε την πορεία της αυτογνωσίας στο γεγονός της Ζωής. Ίσως αρχή και τέλος του δρόμου να είναι ένα, όπως λέει ο Ηράκλειτος : »Κοινό σημείο είναι η αρχή και το πέρας στον κύκλο»

 

Ταυτότητα παράστασης

Σκηνοθεσία |Σκηνική εγκατάσταση | Κοστούμια: Σάββας Στρούμπος

Μουσική: Έλλη Ιγγλίζ

Φωτισμοί: Κώστας Μπεθάνης

Ερμηνεύουν οι: Δαυίδ Μαλτέζε και Έλλη Ιγγλίζ

 ΕΠΟΧΗ, 5.3.2017