Το μετρήσιμο και η εκπαίδευση.

Σχολιάστε

 

Παρουσίαση του βιβλίου της Χριστίνας Κουτούβελα

«Το πείραμα της εκπαίδευσης. Αποτελεσματικότητα και ποιότητα ως προς τι;»

(εκδ. Γρηγόρη)

(Η εκδήλωση έλαβε χώρα την 17η Φεβρουαρίου 2017)

         Είναι μεγάλη χαρά για μένα σήμερα να βρίσκομαι σ’αυτήν την αίθουσα και τιμή να είμαι ένας από τους ομιλητές –τις ομιλήτριες για να είμαι ακριβέστερη- στην παρουσίαση του βιβλίου της κυρίας Χριστίνας Κουτούβελα «Το πείραμα της εκπαίδευσης. Αποτελεσματικότητα και ποιότητα ως προς τι;».  Γνωρίζω την Χριστίνα αρκετά χρόνια. Παρακολουθούσε τα μαθήματά μου στο μεταφραστικό τμήμα του Γαλλικού Ινστιτούτου. Ένα νεαρό κορίτσι τότε, στα πρώτα πετάγματα της σκέψης και των προβληματισμών της, «ένα παιδί φανατικό για γράμματα» για να χρησιμοποιήσω την γνωστή έκφραση του Θεοτοκά που μ’αρέσει πολύ.  Σήμερα, το κορίτσι είναι μια νέα γυναίκα, ένας ώριμος άνθρωπος, που μας έχει χαρίσει ήδη την πρώτη και  πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη της στον ιδιαίτερο επιστημονικό της τομέα, τα παιδαγωγικά και μάλιστα με ένα θέμα που απασχολεί πολύ την εκπαιδευτική κοινότητα και δείχνει επίσης πως για την Χριστίνα Κουτούβελα η πολιτική διάσταση των παιδαγωγικών είναι ίσως και η σημαντικότερη: μιλώ για τις έννοιες του μετρήσιμου και της αποτελεσματικότητας όπως λέει ο τίτλος του έργου της.

         Δεν έχω την επιστημονική επάρκεια να μιλήσω όπως αξίζει στο βιβλίο, που, ακόμα και μια πρώτη ανάγνωση, αποκαλύπτει την επιστημονική εμβρίθεια, την κοπιώδη βιβλιογραφική έρευνα, την εξαιρετική σύνδεση των πορισμάτων της διεθνούς και εντόπιας έρευνας ώστε να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα που μπορούν να βοηθήσουν όσους ασχολούνται με την εκπαίδευση να δουν και να κατανοήσουν το εκπαιδευτικό φαινόμενο καλύτερα και επαρκέστερα. Υπ’ αυτήν την έννοια, το πρώτο που έχω να πω για το βιβλίο είναι πως πρόκειται για ένα χρήσιμο σύγγραμμα, που έχει λόγο ύπαρξης και προοιωνίζεται μια σημαντική συνέχεια.

         Είπα ότι δεν έχω την επιστημονική επάρκεια για μια πραγματική ανάλυση, είμαι ιστορικός της Ύστερης αρχαιότητας, θα μιλήσω όμως για την δουλειά της Χριστίνας με την ιδιότητα της εκπαιδευτικού, 27 χρόνια μάχιμη στις σχολικές αίθουσες. Γι’   αυτό  το βιβλίο της με αφορά και νιώθω μάλιστα ότι μου απευθύνεται και με βοηθά να αναστοχαστώ.

          Δουλεύω σε μια γειτονιά του Πειραιά με μεγάλη ανεργία, χαμηλό πνευματικό επίπεδο, στην οποία βρήκαν καταφύγιο αρκετοί μετανάστες. Λίγοι γονείς καταλαβαίνουν την πραγματική αξία του σχολείου και λιγότερα παιδιά βλέπουν σ’ αυτό μια ευκαιρία πνευματικής ωρίμανσης. Το πρώτο δεν είναι άμοιρο του δεύτερου. Μεγαλώνουμε παιδιά που παίρνουν από νωρίς το μήνυμα ότι το σχολείο είναι ένα «πικρό ποτήρι» που πρέπει να το πιουν με επιτυχία για να εξασφαλίσουν το πολυπόθητο «χαρτί». Το «χαρτί» έχει μια σημασία μάλλον μαγική. Δεν έχει ουσιαστικά περιεχόμενο.  Ασαφές περιεχόμενο έχει και η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο και η φοίτηση εκεί, και εκεί ένα χαρτί αναζητείται για επαγγελματική αποκατάσταση. Έτσι που σιγά-σιγά όλος ο κόσμος του σχολείου, όλες οι βαθμίδες της εκπαίδευσης, δεν σχετίζονται με την πνευματική ανέλιξη, με την διεύρυνση των οριζόντων, την κριτική σκέψη, την φαντασία, την δημιουργικότητα.

         Παράλληλα, μέχρι τις μεσαίες βαθμίδες του, το σχολείο έχασε μέρος των δυνατοτήτων του να κοινωνικοποιεί, να δημιουργεί όχι απλώς πνεύμα αλλά και δυνατότητες συνεργασίας, έχασε την έννοια της μετάδοσης, που όσο κι αν ακούγεται ως έννοια συντηρητική, βοηθούσε στην συγκρότηση ταυτότητας, συνέχειας, σχέσης με την ιστορία.  Κι όσο κι αν φαίνεται αντιφατικό, βοηθούσε στον σχηματισμό των προϋποθέσεων για την αμφισβήτησή του και την ανατροπή.

        Το σχολείο είχε ένα ρόλο. Συντηρητικό; Ναι, και πολλά άλλα,  όμως ένα ρόλο.  Σήμερα  ο ρόλος είναι ασαφής, δυσδιάκριτος, καταρρέων. Την ίδια στιγμή το εκπαιδευτικό σύστημα λούζεται πανευτυχές μέσα σε μια απαράδεκτη, αντιδημοκρατική υποκρισία, ένα λαϊκισμό που χτυπά αλύπητα κυρίως τα παιδιά των χαμηλών οικονομικά τάξεων, τα παιδιά του κατώτερου θεού.  Ας δώσω ένα παράδειγμα,  η γνωστική παντοδυναμία του διαδικτύου που τους υποβάλλεται  -το Google στο μυαλό των εφήβων είναι μια μαγική δύναμη που μπορεί να τους λύσει όλα τα προβλήματα, ό,τι δεν υπάρχει εκεί, απλώς δεν υπάρχει. Ξαναγυρίσαμε δηλαδή στην πιο στυγνή θεοκρατική αντίληψη της γνώσης, μόνο που φορέας της δεν είναι πια ο Θεός και οι εκπρόσωποί του επί γης.  Και το σχολείο Γιατί ο νεαρός μαθητής, όταν κάνει εργασία, δεν έχει βέβαια πρόσβαση στις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες αλλά αρύεται το υλικό της δουλειάς του από όπου τον πρωτοβγάλει η λέξη κλειδί που θα χρησιμοποιήσει. Η νεαρή μου μαθήτρια με αμφισβήτησε πριν μερικά χρόνια: είχα ζητήσει να γράψουν μια παράγραφο για την θρησκεία των Περσών και έφερε πληροφορίες για το Ισλάμ. «αγάπη μου», της εξήγησα, «εμείς τόσο καιρό μιλάμε για 1000 χρόνια πριν τη γέννηση του Χριστού και το Ισλάμ γεννήθηκε πολύ μετά από τον Χριστιανισμό». «Αυτό μου έβγαλε το Ίντερνετ» μου απάντησε αφοπλιστικά «έβαλα θρησκεία Πέρσες και έβγαλε αυτό. Καλά δεν ξέρει τώρα το Ιντερνετ;». Σας φαίνεται υπερβολικό; Δεν είναι καθόλου. Η τεχνολογία είναι απαραίτητη αλλά πρέπει το παιδί να μπορεί να την χειριστεί. Όμως την ίδια στιγμή, οι εργασίες που παράγονται με αυτόν τον τρόπο μετρώνται, ποσοτικοποιούνται, γίνονται δείγμα ποιότητας και βάση αξιολόγησης.

Γιατί σας κουράζω με αυτά και τι σχέση έχουν με το βιβλίο της Χριστίνας; Αυτά ΕΙΝΑΙ το βιβλίο της Χριστίνας και απέναντί τους μπορεί να σταθεί ως όπλο. Οτιδήποτε στο σχολείο υπόκειται ήδη ή προσπαθεί να υπαχθεί στην έννοια του μετρήσιμου. Όλα γίνονται αριθμοί. Κι όπως στην οικονομία όλα προσκυνούν τα ποσοστά. Όπως όμως πίσω από τους αριθμούς της κρίσης βρίσκονται άνθρωποι, έτσι και πίσω από τους αριθμούς της εκπαίδευσης κρύβονται ψυχές. Και γι’ αυτές έχουμε πάψει να μιλάμε. Εννοώ ουσιαστικά.  Οι άνθρωποι που προτείνουν τα σχολικά προγράμματα μάλλον έχουν χρόνια να μπουν σε τάξη και να δουν αληθινά παιδιά. Η απάντηση στις παραδοξότητες του προγράμματος, που όλο και αλαφραίνει αλλά κάθε φορά γίνεται βαρύτερο και πολυπλοκότερο χωρίς να λαμβάνει υπόψη του ιδιαιτερότητες, δυνατότητες, ακόμα-ακόμα τις πρακτικές συνθήκες μέσα στις οποίες υλοποιείται αυτό το πρόγραμμα, είναι μια απελπισμένη, κατανοητή αλλά  και λαϊκίστικη πρακτική: οι εκπαιδευτικοί, πιεσμένοι συναισθηματικά και πολιτικά, μειώνουμε τις απαιτήσεις ώστε το παιδί «να περνάει» την τάξη. Αλλά είναι αυτό λύση; Πιέζεται έτσι ένας επανασχεδιασμός; Ξεκινάει μια σοβαρή συζήτηση;

Η Ελλάδα έχει ένα τεράστιο ποσοστό αριστούχων. Μεγάλο μέρος τους είναι αγράμματα παιδιά, που ξέχασαν το παπαγαλισμένο μάθημα το επόμενο λεπτό που βγήκαν από την αίθουσα της εξέτασης τον Ιούνιο, αν το είχαν μάθει ποτέ. Η γενική γνώση δεν ενδιαφέρει κανένα. Μετρούν το κόστος, τα μόρια, τα ποσοστά. Το αποτελεσματικό και το ποιοτικό δεν έχουν αναφορά σε καμιά πραγματικότητα αλλά στο αποτύπωμά τους στην οικονομία. Και ναι, το σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα είναι απολύτως συγχρονισμένο με τον τύπο πολίτη που θέλει να παραγάγει: ένα πολίτη play mobil: απασχολήσιμο, σιωπηλό και μόνο. Καθείς για τον εαυτό του.

 

Τι μετράμε λοιπόν; Πώς μετράμε την άγνοια και το λειτουργικό αναλφαβητισμό; Πώς μετράμε την αδυναμία να συνδεθούν πληροφορίες ώστε να γίνουν γνώση; Πώς μετράμε την ανυπαρξία κριτικής ικανότητας; Πώς συνδέουμε με ποσοστά το χαμηλότατο δείκτη αναγνωσιμότητας του Έλληνα με το σχολείο και την υποβάθμιση της λογοτεχνίας; Πώς μετράμε την αδυναμία συνειδητοποίησης των κοινωνικών προεκτάσεων των επιστημονικών θεωριών και την θεοποίηση μιας επιστήμης χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αναγκαιότητα ηθικών ερεισμάτων; Κι ακόμη πώς μετράμε τις ουσιαστικές απώλειες ανθρώπων στο δρόμο; Κι αυτό, μολονότι τα ποσοστά μαθητικής διαρροής δείχνουν πτωτικές τάσεις, αλλά πτωτικές σε σχέση με τι; Αναφέρομαι επίσης και στις απώλειες ενός δυναμικού που δεν θα μάθουμε ποτέ πόσο σημαντικό ήταν, γιατί οι ιδιαιτερότητές του δεν του επέτρεψαν να ολοκληρώσει το σχολείο ή το ολοκλήρωσε κακήν κακώς και αφήσαμε αξεδίπλωτα τα ταλέντα του. Όλ’αυτά αποτελούν και ερωτήματα του βιβλίου με εκτεταμένες αναφορές σε σύγχρονες έρευνας και κριτική τοποθέτηση πάνω στα συμπεράσματά τους και τις θεωρίες που αυτά στηρίζουν.

«Βασικό ερώτημα της εκπαιδευτικής πολιτικής»,  παρατηρεί και η Χριστίνα ήδη από την πυκνή και ουσιαστική εισαγωγή της «είναι εκείνο που βρίσκει τις αναφορές του στην κοινωνία που επιθυμούμε να οικοδομηθεί, αφού εντός του πρέπει να περιλαμβάνονται θεμελιώδεις ηθικές αποφάσεις οι οποίες θα λειτουργούν ως ασφαλή κριτήρια για την ποιότητα της ζωής». Τέλος του παραθέματος.

Όμως αυτό που θα έπρεπε να είναι ο βασικός γνώμονας κάθε εκπαιδευτικού σχεδιασμού, υποχωρεί ατάκτως μπροστά στην μεγάλη κυρία της σύγχρονης κοινωνίας, την οικονομία και μάλιστα την οικονομία των αγορών. Αυτήν δηλαδή που έχει ως βασικό εργαλείο το κόστος και μοναδικό ενδιαφέρον την μείωση των δημοσιονομικών δαπανών. Η εκπαίδευση είναι μια προσοδοφόρα βιομηχανία κέρδους και αυτό το συνειδητοποίησε η αγορά ήδη από την δεκαετία του ’60.

Η μεταμοντερνικότητα έφερε πειραματισμούς στην εκπαίδευση  και συνύπαρξη αλληλοσυγκρουόμενων μοντέλων που πολλές φορές αποτελούν απλώς ασκήσεις επί χάρτου και δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις πραγματικές συνθήκες και τις πραγματικές ανάγκες. Επίσης εφαρμόζονται και μένουν για πολλά χρόνια χωρίς, και παρά την κριτική που δέχονται, να αλλάζουν ουσιωδώς, αναπαράγοντας για χρόνια προβλήματα και αποτυχία. Ο πειραματισμός στην εκπαίδευση δεν είναι απλώς καλοδεχούμενος, είναι αναγκαίος αλλά δυστυχώς αυτός συνήθως συνδέεται υπόγεια με την σύνδεση της εκπαίδευσης με την οικονομία της αγοράς. Γι’αυτό κεντρικό ερώτημα στο βιβλίο είναι (το διατυπώνω με τα λόγια της Χριστίνας Κουτούβελα): «Αντέχει άλλους πειραματισμούς η εκπαίδευση στο όνομα της σύνδεσής της με την κοινωνία της οικονομίας;» και γι’ αυτό επίσης ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια του βιβλίου της είναι αυτό που επιγράφεται «Η κουλτούρα της αξιολόγησης της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας στην εκπαίδευση» στο οποίο μας θυμίζει την τρομακτική είσοδο στον εκπαιδευτικό χώρο εννοιών όπως το μάνατζμεντ της σχολικής μονάδας ή ο μαθητής ως πελάτης. «[… ] σε ό,τι επιδιώκεται να οριοθετηθεί ως «ποιότητα στην εκπαίδευση», γράφει, « κεντρική θέση κατέχουν  δείκτες ποιότητας όπως ο αριθμός μαθητών ανά υπολογιστή, η σύνδεση της πανεπιστημιακής φοίτησης, και επομένως μόρφωσης, με τις ανάγκες της αγοράς, ή η διεύρυνση των Φυσικών Επιστημών ως επιχειρηματικής και βιομηχανικής βάσης» σ.  143

Μέσα σ’αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο ο ρόλος του δασκάλου –συγχωρείστε με, μ’ αρέσει πιο πολύ η λέξη δάσκαλος από εκπαιδευτικός-  ο ρόλος του δασκάλου συρρικνώνεται σε ένα εξηγητή ύλης και μια μηχανή αριθμητικής αξιολόγησης  -το πιο ανόητο και αναξιόπιστο σύστημα αξιολόγησης- που με τη σειρά του θα αξιολογηθεί από τα αποτελέσματα όσων έχει προαξιολογήσει, ώστε μέρος των μαθητών και μέρος των εκπαιδευτικών να πέσει στον Καιάδα, αλαφραίνοντας το δημοσιονομικό κόστος της εκπαίδευσης.

Η ανθρωποκεντρική παιδεία έχει ποιότητα με βραδυφλεγή αποτελέσματα αλλά σταθερά και σημαντικά για το άτομο και την κοινωνία, αλλά ποιον ενδιαφέρουν; σίγουρα όχι τον ΟΟΣΑ, το ΔΝΤ και άλλα παρόμοια ευαγή ιδρύματα, που «διατάσσουν» μια παιδεία βαθιά ταξική.  Γι’ αυτό και οι πειραματισμοί –ειδικά των τελευταίων χρόνων-θολώνουν το τοπίο, δυσχεραίνουν την κατάσταση, δημιουργούν περισσότερα προβλήματα από όσα πάνε να λύσουν. Ένα απλό παράδειγμα: έλεγξε κανείς –με την αγαπημένη μέθοδο της ποσοτικοποίησης έστω-πόσοι μαθητές της Γ΄ λυκείου των Γενικών λυκείων μας δεν μπορούν να διαβάσουν με άνεση; Συνάρθρωσε τα ποσοστά με τον τρόπο εκμάθησης της ανάγνωσης, σύγκρινε με την τρομερή αύξηση μαθησιακών προβλημάτων και κυρίως διαφόρων τύπων δυσλεξίας; Με τα λόγια της Χριστίνας «προϋποτίθεται η κριτική θεώρηση του προβαλλομένου ως καινούριου στην εκπαίδευση, καθώς το καινοτόμο δεν συνεπάγεται απαραίτητα την βελτιωτική αλλαγή»σ. 144

 

Για ολ’ αυτά και πολλά άλλα η μελέτη της Χριστίνας Κουτούβελα είναι ενδιαφέρουσα και σημαντική. Με ψυχραιμία και διεισδυτικότητα παρουσιάζει όλες τις πτυχές του κυρίως θέματος και των υποθεμάτων που ανοίγονται. Ενώ δεν είναι καθόλου δευτερεύον το δώρο μιας εξαντλητικής σχεδόν βιβλιογραφίας των θεμάτων που συζητά και στα οποία μπορεί επίσης να προστρέξει ο αναγνώστης για να σκεφτεί περαιτέρω και να μάθει. Καλή συνέχεια, Χριστίνα.

 

 

 

Παρουσίαση του βιβλίου του Χάρη Αθανασιάδη «Τα αποσυρθέντα βιβλία. Έθνος και σχολική ιστορία στην Ελλάδα, 1858-2008»

Σχολιάστε

Σε εκδήλωση που διοργάνωσε ο πολιτιστικός χώρος ΕΥΜΑΡΟΣ

στις 4 Δεκεμβρίου 2015

Φίλες και φίλοι καλησπέρα!

Είναι ιδιαίτερη χαρά και τιμή για μένα να παρουσιάζω τον Χάρη Αθανασιάδη και το νέο του βιβλίο «Τα αποσυρθέντα βιβλία. Έθνος και σχολική ιστορία στην Ελλάδα, 1858-2008 ». Όχι μόνο γιατί τον γνωρίζω πάνω από 20 χρόνια και παρακολουθώ όσο μπορώ την πορεία του, την αγωνία του και την προσφορά του στον πολύπαθο χώρο της εκπαίδευσης με μελέτες και έρευνες και πολλά – πολλά άρθρα που προσπαθούν να εισχωρήσουν στα προβλήματα του χώρου και στην ιστορία αυτών των προβλημάτων, αλλά και γιατί αυτό το τελευταίο του βιβλίο ανοίγει ένα σοβαρό και γόνιμο προβληματισμό στην σχολική ιστορία, μακριά από υστερικές φωνές ένθεν κακείθεν που στο βωμό της εκάστοτε επικαιρότητας ή ιδεοληψίας, αφήνουν κατά μέρος το σημαντικότερο: την ενδελεχή, ψύχραιμη και ουσιαστική μελέτη των φαινομένων. Και συνήθως εγκαταλείπουν μόλις κοπάσει ο θόρυβος για να επανέλθουν μένεα πνέοντες την επόμενη φορά που ένα θέμα θα τραβήξει την προσοχή των καναλιών. Ο Αθανασιάδης είναι στον ακριβή αντίποδα αυτής της πρακτικής.

Κανείς ή έστω κανείς έξω από την επιστημονική κοινότητα και κάποιους φωτισμένους διδάσκοντες δεν ασχολείται με το τι γράφεται μέσα στα βιβλία της φυσικής και των μαθηματικών. Με το πώς γράφεται ακόμα πιο πολύ. Εκεί η γνώση είναι στο απυρόβλητο. Ή χειρότερα δεν ενοχλεί. Αν ενόχλησε κάτι από το χώρο των θετικών λεγομένων επιστημών την τελευταία πεντηκονταετία, ας πούμε, ήταν μερικές θεωρίες βιολογίας που ανέτρεπαν τα όσα έπρεπε να πιστεύουν τα ελληνοχριστιανόπουλα για τη γένεση του κόσμου, ακριβώς όπως συνέβη με τις ίδιες θεωρίες και στις ΗΠΑ. Και πάντως το θέμα δεν απασχόλησε ιδιαίτερα. Κανείς δεν ασχολείται με τα αρχαία ελληνικά, παρά μόνο για να τονίσει την ανάγκη διδασκαλίας τους, γιατί αλλιώς δεν θα μάθουν την γλώσσα τους, 5 ‘ωρες αρχαία στην α΄ λυκείου 2 ώρες νεοελληνική γλώσσα. Σε άλλο αναφερόμουν όμως. Πχ σ’ αυτές τις φρικτές γεμάτες λάθη εισαγωγές στην τραγωδία που παρά την έκτασή τους παρουσιάζουν παροιμιώδη αποσπασματικότητα με όλες τις συνέπειες. Ας πούμε, η εισαγωγή στην «Αντιγόνη» που διδάσκεται στη Β΄ Λυκείου, ελέγχθηκε κριτικά σε μερικά άριστα άρθρα που δημοσιεύτηκαν πριν από χρόνια, θυμάμαι αίφνης την τοποθέτηση της ποιήτριας Τασούλας Καραγεωργίου, έμεινα στο στενό κύκλο κάποιων συναδέλφων και ερευνητών. Όταν όμως πρόκειται για την ιστορία, τότε όλοι έχουν λόγο. Θα πρέπει μάλιστα να γίνουμε ακριβέστεροι, όχι γενικά μιλώντας για την ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία αλλά κυρίως για την νεότερη ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία. Γιατί στην συντριπτική τους πλειονότητα οι αντιδράσεις αυτήν αφορούν. Δεν άκουσα κανέναν να διαμαρτύρεται για το κυριολεκτικά άθλιο βιβλίο Βυζαντινής και Μεσαιωνικής Ιστορίας της Β΄ Λυκείου. Δεν άκουσα κανένα να διαμαρτύρεται για την αποσπασματική ύλη όλων των περιόδων. Δεν άκουσα κανέναν να διαμαρτύρεται γιατί την ιστορία, όπως έγραψε χαριτολογώντας στο twitter του ο νεαρός ιστορικός Κώστας Παλούκης, οι μόνοι που αδικούνται και δεν την διδάσκουν είναι οι μαθηματικοί. 24 χρόνια δασκάλα σε πάνω από 10 λύκεια της χώρας, ιστορικός με διδακτορικό στην αρχαία ιστορία, με ειδικότητα την ύστερη αρχαιότητα, έχω διδάξει 5 χρόνια αρχαία ιστορία και τον έναν εξ αυτών μισό, γιατί έφυγα με απόσπαση. Γιατί η ιστορία και δη η αρχαία ιστορία είναι ένα δίωρο προς συμπλήρωση ωραρίου.

Το πρόβλημα της σχολικής ιστορίας δεν είναι τελικά ένα θέμα διδασκαλίας –ή έστω μόνο διδασκαλίας- όπως συνήθως λέγεται. Δεν χωλαίνει η μέθοδος. Το πρόβλημα είναι η στοχοθεσία του μαθήματος, και από κει προκύπτουν και τα μεγαλύτερα προβλήματα στη διδασκαλία. Η αφήγηση του παρελθόντος όπως επιλέχθηκε να διαμορφωθεί για να διαμορφώσει μέσα από αυτήν όχι ιστορική συνείδηση αλλά εθνική συνείδηση. Και η εθνική συνείδηση έχει επιλεκτική μνήμη και αναδημιουργική ικανότητα. Σε τελείως άλλες ιστορικές περιστάσεις και σε μια εντελώς διαφορετική κοινωνία, όταν εγκαινιάζεται το Φλάβιο αμφιθέατρο, το Κολοσσαίο, ο αυτοκράτορας Τίτος παραγγέλνει μια ναυμαχία, ένα υπερθέαμα μίμηση ναυμαχίας μέσα στο πλημμυρισμένο εν είδει λίμνης δάπεδο του αμφιθεάτρου. Θα παρασταθεί η ναυμαχία Αθηναίων και Συρακουσίων το 414 π.Χ. Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα έχουν νικήσει οι Συρακούσιοι. Και η Ρώμη ταυτίζεται με την Αθήνα. Το πρόβλημα επιλύεται πολύ απλά. Αλλάζει το αποτέλεσμα της ναυμαχίας και οι Ρωμαίοι θεατές βλέπουν την νίκη των Αθηνών. Στην εποχή μας βέβαια η αναδιαμόρφωση και η ψευδοανάπλαση του παρελθόντος δεν γίνεται τόσο μπρούτα. Όμως πόσο μακριά είμαστε από τον Τίτο, όταν παρουσιάζουμε μια σειρά δημοσιονομικών μέτρων του αυτοκράτορα Νικηφόρου Α΄ με σκοπό τον δραστικό περιορισμό των μεγαλογαιοκτημόνων και την φορολόγηση της μοναστικής περιουσίας (για το συμφέρον του παλατιού φυσικά) με το όνομα που τους δίνει ο εικονολάτρης Θεοφάνης, «κακώσεις», ενώ τίποτε στο σχετικό κεφάλαιο δεν βοηθά τον μαθητή να συνδέσει την πληροφορία που του δίνεται ξαφνικά με το αμέσως προηγούμενο κεφάλαιο της εικονομαχίας και τίποτε δεν του εξηγεί τον κεντρικό ρόλο που έπαιξαν τα μοναστήρια στην διαμάχη εξαιτίας ακριβώς της μοναστικής περιουσίας. Για να μην πω ότι το βιβλίο αφήνει καταφανώς την εντύπωση ότι όλη η περίοδος λήγει με νίκη της εκκλησίας, παραποιώντας δηλαδή μια τετριμμένη αποδοχή των ιστορικών, ότι στο Βυζάντιο πολύ δυνατή ήταν η εκκλησία, παποκαισαρισμό δεν είχαμε όμως.

Ο Χάρης Αθανασιάδης παίρνει αφορμή από την περίφημη διαμάχη για το βιβλίο της Στ’ Δημοτικού που υπέγραψε η Ρεπούση και η ομάδα της, που οδήγησε στην απόσυρσή του και πηγαίνοντας ένα-ένα βήμα προς τα πίσω μελετά άλλες περιπτώσεις απόσυρσης σχολικών εγχειριδίων ιστορίας στον 20ο αι. –στον 19ο δεν υπάρχουν τέτοια φαινόμενα. Η σχολική ιστορία, μολονότι προσπαθεί να παρακολουθεί στοιχειωδώς τις εξελίξεις στην ιστορική επιστήμη, αναγκάζεται να προσαρμοστεί στα αναλυτικά σχολικά προγράμματα, αποτυπώνοντας την επίσημη και εμφανιζόμενη ως μοναδική άποψη για το παρελθόν της χώρας. Θεωρεί μάλιστα ότι ο τόπος της σχολικής ιστορίας, με δική του διατύπωση, είναι «ο ασαφής χώρος στον οποίο συναντώνται η δημόσια και η ακαδημαϊκή ιστορία». Ωστόσο το ακαδημαϊκό κομμάτι υποχωρεί μπροστά στον βασικό στόχο που βάζει η εκπαίδευση του κάθε εθνικού κράτους: να μορφοποιήσει τη συνείδηση μιας εθνικής ταυτότητας λαμπερής και ελκυστικής. Το βασικό σχήμα πάνω στο οποίο στηρίζεται με παραλλαγές η αφήγηση όλων των σχολικών εγχειριδίων του 20 και 21 αι. με μια-δυο ίσως εξαιρέσεις που δεν ευδοκίμησαν (πχ. Η ιστορία του Καλοκαιρινού) είναι το παπαρρηγοπούλειο ιδεολόγημα της ιστορικής συνέχειας και της ενότητας του ελληνισμού από την αρχαιότητα ως την σύγχρονη εποχή με ενδιάμεσο σταθμό το Βυζάντιο. Να θυμίσω πολύ σύντομα εδώ ότι για χρόνια ο κυκλαδικός και μινωικός πολιτισμός δεν διδάσκονταν ή διδάσκονταν υποβαθμισμένα, γιατί δεν είναι ελληνικοί πολιτισμοί και ακόμα και σήμερα το βιβλίο της Α΄ Λύκειου διαθέτει ένα κακογραμμένο περίπου δισέλιδο που στην πραγματικότητα μπερδεύει τον μαθητή αντί να τον βοηθήσει να καταλάβει τι σημαίνει «κυκλαδικός πολιτισμός». Και όλα’ αυτά παρά το γεγονός, και εδώ επιστρέφω στο βιβλίο του Χάρη, πως στα μεταπολιτευτικά χρόνια έγινε μια προσπάθεια να ενταχτούν κάποιες νέες οπτικές κυρίως για τον αρχαίο κόσμο, αφού έπρεπε το όλον της αφήγησης να ενταχθεί σε μια ευρύτερη αφήγηση της ευρωπαϊκής ιστορίας. Έτσι, και ελπίζω ότι δεν προδίδω το βιβλίο, νομίζω ότι μπορούμε να συμπεράνουμε πως η ιστορία γίνεται ένα μάθημα προπαγάνδας, σε πολλά ομοιάζον με το μάθημα των θρησκευτικών. Τα τελευταία 30 χρόνια, περισσότερο απ’ ό,τι παλιότερα αλλά με τελείως διαφορετική έκφραση από την εθνική συνείδηση προδικτατορικά, και για λόγους που δεν είναι της ώρας να συζητήσουμε, οι ιδεολογικές παρεμβάσεις στη νέα γενιά γίνονται με έναν άλλο πιο επικίνδυνο τρόπο: μια τομή στην ιστορική συνέχεια, μια αλλαγή στην αίσθηση του χρόνου, η παροντοποίηση του χρόνου, και μια απίστευτη αντίφαση: τα παιδιά μισούν την ιστορία, δυσκολεύονται μ’ αυτήν όσο με κανένα άλλο αντικείμενο και την ίδια στιγμή αναπαύονται πάνω στην εύκολη σχηματοποίηση ενός ανύπαρκτου «εμείς», ενός υποτίθεται ενιαιοποιημένου λαού, «είμαστε Έλληνες», χωρίς καμιά ταξικότητα και καθόλου αντιθέσεις (κουβέντες όπως «γιατί έχουμε τόσα κόμματα, ενώ είμαστε όλοι Έλληνες»; κτλ).

Από την εκδήλωση

Το βιβλίο του Χάρη Αθανασιάδη δεν εξαντλεί τις περιπτώσεις των εγχειριδίων που αποσύρθηκαν. Ασχολείται με 6 κυρίως εγχειρίδια που πιάνουν όλο τον 20 αι. και την δεκαπενταετία του τρέχοντος 21ου. Τα ψηλά βουνά του Ζαχαρία Παπαντωνίου, την Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική Ιστορία του Κώστα Καλοκαιρινού, την ιστορία του Γιώργου Κόκκινου, το βιβλίο της ομάδας Ρεπούση, και το μακροβιότερο αναγνωστικό, το «Γερο Στάθη» του Μελά ως κείμενο ελέγχου. Παρακολουθώντας τις περιπτώσεις αυτές, προσφέρει ένα ικανοποιητικό ερμηνευτικό σχήμα των αιτίων που οδήγησαν σ’αυτές τις αποσύρσεις.

Τα αποσυρθέντα εγχειρίδια εγκρίθηκαν σε περιόδους μεταβατικές, πολιτικών αλλαγών μέσα στο σύστημα. Η ένταξή τους προκάλεσε ιδεολογικές διαμάχες που δεν εδράζονταν στην επιστήμη αλλά στην ιδεοληψία της διατήρησης του παπαρρηγοπούλειου σχήματος και της απόρροιάς του ότι το έθνος υφίσταται πόλεμο διότι έχει μια ιδιαιτερότητα, κάτι σαν περιούσιος λαός. Και επούλωνε το τραύμα της μικρής συμμετοχής της Ελλάδας ως φτωχού και τεχνολογικά ασήμαντου χώρου στο παγκόσμιο οικονομικό και πολιτισμικό ΑΕΠ. Αν και είμαστε μικρός λαός έχουμε μεγάλο παρελθόν. Στις διαμάχες αυτές μπαίνει ενεργά ένα πλήθος κόσμου που καμιά σχέση δεν έχει με την επιστήμη της ιστορίας και απαιτεί να διδαχτεί η ιστορία «όπως του την έμαθαν κι εκεινού γονείς και δάσκαλοί του».

Με δεδομένο μάλιστα ότι στην τελευταία περίπτωση της Ρεπούση έχουμε πια ανοιχτά τα κανάλια της ηλεκτρονικής επικοινωνίας, η δημοσιοποίηση χιλιάδων άρθρων και σχολίων προκαλεί λαϊκή πλημμυρίδα. Από την εποχή του γλωσσικού είχε να γίνει κέντρο συζητήσεων στα καφενεία ένα επιστημονικό και παιδαγωγικό θέμα. Ειρήσθω εν παρόδω, και αυτό είναι μια παρατήρηση που βγαίνει από την μελέτη του βιβλίου, επειδή το ιδεολογικό και μόνο βαρύνει, καθόλου δεν απασχολεί τους επικριτές των βιβλίων η παιδαγωγική τους επάρκεια. Ούτε το γεγονός πως η κάθε φουρνιά παιδιών τελειώνει το λύκειο πιο ανιστόρητη από την προηγούμενη και εξαιρετικά περήφανη γι’ αυτό, δηλώνοντας με τόλμη «δεν μ’αρέσει η ιστορία», παπαγαλίζοντας για να περάσει τις εξετάσεις και ξεχνώντας το επόμενο λεπτό της παράδοσης του τελικού γραπτού ό,τι διδάχτηκε όλη τη χρονιά.

Ένα αίτημα των ιστορικών δασκάλων στα σχολεία, που στηρίζει το βιβλίο του Χάρη είναι το παρακάτω: Να περάσει στα σχολεία αυτό που ξέρει η κοινότητα των επιστημόνων με τρόπο εύληπτο, γλαφυρό, απλό, με πλούσιο εικονογραφικό υλικό, να συνδεθεί η γεωγραφία με την ιστορία και να αποτελέσει μέρος της η ιστορία των ιδεών, των επιστημονικών ανακαλύψεων και των θρησκευτικών φαινομένων κάθε εποχής μέσα στην εποχή τους. Δείχνοντας δηλαδή στο νεαρό πολίτη πως η κάθε φορά καθημερινότητά του ορίζεται από μια πολύπλοκη αλυσίδα πολιτικών, διπλωματικών, οικονομικών, κοινωνικών γεγονότων, πως ό,τι ονομάζουμε πολιτισμός και θρησκεία ανήκει σ’ αυτήν την πολύπλοκη αλυσίδα και εξηγείται μέσα απ’ αυτήν. Την έννοια του διαφορετικού –ζητούμενο της πολυπολιτισμικής εποχής μας- μόνο μέσα από την ιστορία και τη λογοτεχνία μπορεί να την πάρει ο νεαρός πολίτης.

 

 

Παρουσίαση του βιβλίου του Θανάση Παπαθανασίου «Η ρήξη με το μηδέν. Σφηνάκια πολιτικής θεολογίας»

Σχολιάστε

 (Πνευματικό Κέντρο Ζεφυρίου, 4 Νοεμβρίου 2014)

 

 

         Φίλες και φίλοι καλησπέρα!

         Ειλικρινά χαίρομαι ιδιαίτερα που ο Θανάσης Παπαθανασίου, με τον οποίο μπορεί να μην βρισκόμαστε συχνά αλλά τον συγκαταλέγω στους εκλεκτούς ανθρώπους της ζωής μου, τους φίλους εκείνους που πρώτους τους σκέφτεσαι όταν έχεις μια αναρώτηση, μια τυραγνική και ανειρήνευτη απορία, συνομιλητής μέσω των άρθρων και των βιβλίων του, χαίρομαι λοιπόν ειλικρινά που μου έκανε την τιμή να πω δημόσια δυο λόγια για το βιβλίο του, εδώ στο Ζεφύρι. Που είναι η πόλη όπου διδάσκει, μια περιοχή που χρειάζεται περισσότερη αγάπη και φιλοτιμία, ζέστα ψυχής και αφοσίωση, τέτοια που ο Θανάσης Παπαθανασίου έχει και δίνει με αφθονία από την καρδιά του.

        Για όσους δεν γνωρίζουν όλες του τις ιδιότητες, θα πω μερικές, μολονότι σίγουρα θα ξεχάσω μερικές του πολυπράγμονα συγγραφέα μας: θεολόγος και διευθυντής του περιοδικού «Σύναξη», ένα από τα συνεπέστερα και πιο ενδιαφέροντα περιοδικά ορθόδοξου στοχασμού, μάχιμος εκπαιδευτικός, δημοτικός σύμβουλος στο Βύρωνα, με ακαδημαϊκό επίσης παρελθόν. Το μέχρι τώρα έργο του είναι πολύ πλούσιο τόσο σε επιστημονικές μελέτες του ιδιαίτερου αντικειμένου του όσο και σε μονογραφίες και άρθρα εκλαϊκευτικά δύσκολων ζητημάτων αλλά και πολιτικής παρέμβασης. Μας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα αυτά τα μικρότερα σε έκταση κείμενα: θα το πω με τα λόγια του αγαπημένου μου δάσκαλου μακαρίτη πλέον φιλόσοφου Θεόφιλου Βέϊκου: πρέπει να ξέρεις τόσο καλά αυτό που λες ώστε να μπορείς να το δώσει να το καταλάβει ακόμη και ένα παιδί. Και αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο. Να εκλαϊκεύσει δηλαδή κανείς και με συντομία και γλαφυρότητα να αποδώσει ένα δύσκολο θέμα. Αυτό ακριβώς καταφέρνει με την αρθρογραφία του ο Θανάσης Παπαθανασίου. Να πει τα πιο περίπλοκα με τρόπο απλό και να ανοίξει για όλους ατραπούς σκέψης και προβληματισμών, χώρους γόνιμων πνευματικών συναντήσεων. Όπως πρέπει να κάνει πάντα ένας δάσκαλος, όπως είναι ο ρόλος του πνευματικού ανθρώπου που κατά νου έχει πρωτίστως την ανάταση της κοινωνίας.

       Το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα ανήκει σ’ αυτήν ακριβώς την κατηγορία. Πρόκειται για τη συλλογή σχετικά ολιγοσέλιδων άρθρων και κειμένων πολιτικού και θεολογικού προβληματισμού με τον εύγλωττο τίτλο «Η ρήξη με το μηδέν. Σφηνάκια πολιτικής θεολογίας». Ήδη ο τίτλος έχει πολλά αποκαλύψει για το περιεχόμενο. Ας τον δούμε από πιο κοντά. Αρχικά δημιουργείται στον αναγνώστη η αίσθηση ότι ανάμεσα στα δυο μέρη υπάρχει μια αντίφαση: το πρώτο έχει φιλοσοφική χροιά: Η ρήξη με το μηδέν. Και εδώ προφανώς θα εννοήσουμε το μηδέν ως την έλλειψη νοήματος, και ως ρήξη την αναζήτηση της κρίσιμης κοινότητας που θα διασφαλίσει τον δρόμο προς την πραγματική ελευθερία και ολοκλήρωση. Θα το εννοήσουμε ως τις δυνάμεις του μίσους αλλά και της αδιαφορίας που ζητούν να οπισθοδρομήσουν τον κόσμο σε προκοινωνικά στάδια, όπου θα επικρατεί η βία και ο εγωισμός (που ο Παπαθανασίου θεωρεί ως την πρώτη αλλά ασφαλώς απορριπτέα ιθαγένεια του ανθρώπου).

        Το δεύτερο είναι περισσότερο δημοσιογραφικό, ίσως και κάπως παιγνιώδες. Στην πραγματικότητα ο τίτλος απηχεί   τον συγκερασμό που επιχειρείται στα κείμενα που απαρτίζουν το σώμα του βιβλίου: μια θεολογική ματιά πάνω στην κοινωνική και πολιτική καθημερινότητα. κείμενα ή μικρές πραγματείες εύληπτα, γραμμένα σε ζωντανή γλώσσα χωρίς πολλή ορολογία, με σκοπό να ανοίξουν συζητήσεις, να παρέμβουν σε συζητήσεις και να συζητηθούν τα ίδια. Κείμενα σαν σφηνάκια, αναζωογονητικές δηλαδή γουλιές ποτού που προκαλούν ευχάριστη και ξαφνική διέγερση στο νου και την καρδιά αλλά και μικρές σφήνες στο εσωτερικό μιας συζήτησης που ήδη διεξάγεται και ο συγγραφέας μας αποτελεί μέρος της, ως πομπός ιδεών αλλά και ως αντικείμενό της. Θα την ονομάσουμε την συζήτηση αμέσως μετά.

        Κατηγοριοποιημένα σε τέσσερις ενότητες –θα αναφέρω τους τίτλους γιατί είναι ενδεικτικοί- («Εορτολόγιο πολιτευόμενο», «Στον ανοιχτό αέρα της πλατείας», «Άνθρωποι με σάρκα και όνειρα», «Ευθύνη, της αγάπης αυτάδελφος») καλύπτουν μια περίοδο από περίπου από το 2007 ως το 2015. Πρόκειται δηλαδή για κείμενα που καλύπτουν το τέλος της προηγούμενης περιόδου και φυσικά αγγίζουν όλη την περίοδο της κρίσης. Είναι δημοσιευμένα σε περιοδικά και εφημερίδες, έντυπα ή ηλεκτρονικά, μερικά είναι αναρτήσεις στην προσωπική του σελίδα στο Facebook, τολμηρό και ενδιαφέρον εγχείρημα, σύνηθες στο εξωτερικό, το οποίο αρχίζει και στην Ελλάδα να αποδίδει καλούς καρπούς.

               Σ’ αυτά τα κείμενα ο συγγραφέας συγκερνά αγαστά την χριστιανική πίστη και τον πολιτικό προβληματισμό, προτείνει το μοντέλο ενός χριστιανού πολίτη, που χρησιμοποιεί τα ερμηνευτικά εργαλεία της θρησκείας του για να καταλάβει και να αλλάξει τον κόσμο. Ο άνθρωπος που διαγράφεται σ’ αυτά τα κείμενα μετέχει στην κοινωνία με πολύ ουσιαστικό τρόπο, αγωνίζεται, δεν αρνείται να ενεργοποιηθεί πολιτικά και να πάρει θέση σε ελληνικά και διεθνή ζητήματα. «Μήπως η χριστιανική συμμετοχή σε ένα παγκόσμιο κίνημα διαγραφής των καταχρηστικών και τοκογλυφικών χρεών δεν είναι τίποτε παραπάνω από απαίτηση του ίδιου του μυστηρίου της πίστης;» αναρωτιέται ρητορικά σε ένα κείμενο του 2011, που επιγράφεται «Χριστούγεννα των ρήξεων και της απελευθέρωσης». Στα κείμενά του λοιπόν, σχηματίζει αργά μια χριστιανική ανθρωπολογία. Ο χριστιανισμός για τους πιστούς του, υποστηρίζει, αποτελεί αφεαυτού μια ρήξη και μια επανανοηματοδότηση του κόσμου, άρα φέρει εντός του το πολιτικό στοιχείο: «Ο χριστιανισμός, λέει ο Παπαθανασίου, έφερε μιαν επανάσταση: αναγνώρισε την δυνατότητα του υποκειμένου (δηλαδή του κάθε ανθρώπου) να επιλέξει μιαν άλλη αλήθεια από την πατρογονική, να μετασχηματίσει τον πολιτισμό του, ακόμα και να έρθει σε ρήξη με τα πατρογονικά του χάριν της αληθείας που το ίδιο επέλεξε. Για τον χριστιανισμό η αλήθεια έρχεται απέξω. Είναι ο ερχόμενος Θεός. Κι έτσι αληθεύω όταν ανταμώνω τον ριζικά άλλον –όχι τα ίδια μου τα σωθικά! Ο χριστιανισμός συνεπώς δώρισε στην ίδια την ανθρωπότητα, την απάντηση στο αδιέξοδο που είχε έξοχα καταγράψει η αρχαιοελληνική τραγωδία. Δώρισε το άλμα στην ελευθερία: την δυνατότητα του ανθρώπου να επιλέξει την ελευθερία χωρίς να δεσμεύεται από το αίμα του και το παρελθόν του.» (σ.135-136).

         Αυτή είναι λοιπόν η συζήτηση στην οποία μας καλεί –και με αυτό το βιβλίο και με άλλες προηγούμενες δουλειές του ο Θανάσης Παπαθανασίου: να μελετήσουμε τους τόπους συνάντησης των θρησκευόμενων χριστιανών με την πολιτική. Γιατί, και δεν θα καταφύγω στο κοινότοπο και αυτονόητο πλέον, την πολιτική διάσταση της θρησκείας, αλλά θα υποβάλω ένα ρητορικό ερώτημα: μπορεί ένας πνευματικός άνθρωπος όπως είναι ο εν εκκλησία χριστιανός να εγκαταλείψει τον κόσμο, να μην ζητήσει να γονιμοποιήσει την πολιτική με την διάσταση του δικού του λόγου, του δικού του τρόπου σκέψης και κυρίως δράσης; Και μάλιστα σε εποχές σαν τη δική μας που η κρίση, οικονομική μαζί και ηθική, επέτρεψε το ξύπνημα των δυνάμεων του μίσους, των δυνάμεων του φασισμού και του ναζισμού;   Αυτό που με είχε εντυπωσιάσει στο παλιό αλλά ακόμα χρήσιμο βιβλίο του Γιοχάνες Βάις «Ο αρχέγονος χριστιανισμός» ήταν η πολιτική διάσταση του Παύλου, πώς δηλαδή ο Παύλος έβλεπε τις ανάγκες των νεοϊδρυμένων χριστιανικών κοινοτήτων, την πάλη των ιδεών και τις σχέσεις μεταξύ των ομάδων της κοινότητας πολλές φορές ομάδων συγκρουόμενων, αλλά και της κοινότητας με την ρωμαϊκή εξουσία και πώς ενέτασσε όλα αυτά μέσα στη θεωρία προσπαθώντας να προσφέρει λύσεις. Για να το πούμε πιο απλά, αν υπάρχει για τον χριστιανό ένα πρότυπο, θα πρέπει να το αναζητήσει τόσο παλιά όσο τα πρώτα αποστολικά χρόνια και στο πρόσωπο του Παύλου.

Ο Θανάσης Παπαθανασίου

         Η ρήξη με το μηδέν συνίσταται τελικά στην αποκατάσταση μιας ισότιμης σχέσης μεταξύ των ανθρώπων, της αποκατάστασης της δικαιοσύνης και της ισότητας, όπως την προτρέπει μια ανάγνωση του ευαγγελίου. Το νόημα που βρίσκεται στη σχέση του χριστιανού με το Θεό, με την αποδοχή της θεότητας του Ιησού και της πίστης στο γεγονός της σάρκωσης του Θεού για την σωτηρία του κόσμου, έχει μια ακόμη διάσταση: ο χριστιανός υπηρετεί τον άνθρωπο μέσα από την πολιτική του δραστηριότητα, τον πλησίον της παραβολής, αυτόν που ο Θεός τον προτρέπει να αγαπά ως σεαυτόν. Και η ενασχόληση του χριστιανού με την πολιτική αναδεικνύεται σε πράξη γνωριμίας και αγάπης. Άλλωστε η λέξη πολιτική έχει μέσα της το επίρρημα πέλας που σημαίνει κοντά.

        Με τα κείμενά του ανοίγει ευθεία συζήτηση με την αριστερά. Για τους προαναφερθέντες λόγους, η αριστερά πρέπει να οριοθετήσει εκ νέου τις σχέσεις της με τους σκεπτόμενους χριστιανούς και να δει την ανάγκη του διαλόγου και της σύμπραξης με τους πολιτικοποιημένους πιστούς. Για να το πω με απλά λόγια, η ταύτιση του χριστιανού με ακραία συντηρητικά μορφώματα σπρώχνει ομάδες του θρησκευόμενου λαού ακριβώς σε αυτούς τους πολιτικούς χώρους, επιτρέπει σε ταγούς της εκκλησίας με λόγο που παρασάγγας απέχει από το ευαγγέλιο της αγάπης να σπείρουν αυτές τις ιδέες σε νόες νέων ανθρώπων και βοηθά στον παραγκωνισμό ιεραρχών με δημοκρατικό ήθος που θα έπρεπε να είναι στην πρώτη γραμμή των αγώνων, αλλά και του παραδείγματος. Η θεολογία της απελευθέρωσης και οι ιερείς της Λατινικής Αμερικής που συνέδεσαν την δράση τους με την επανάσταση ας έρθουν αρωγοί των παραπάνω. Μάλλον το λέει καλύτερα ο ίδιος ο Θανάσης Παπαθανασίου, όταν μιλώντας για την ανθρωπολογία των Τριών Ιεραρχών γράφει: «η μοναδικότητα του κάθε προσώπου δεν σημαίνει άτομο περίκλειστο, αλλά υποκείμενο που αληθεύει μόνο στο βαθμό που αγαπητικά ανοίγεται στον άλλον».

        Όσοι παρακολουθούν το έργο του, θα δουν στα κείμενα αυτά μερικά από τα αγαπημένα του θέματα, όπως ο χωρισμός της Εκκλησίας από το κράτος, που τίθεται από την πλευρά του χριστιανού διανοητή και πιστού: η Εκκλησία πρέπει να ανακτήσει την πνευματικότητά της και το ρόλο της ως οδηγού αυτών που έχουν αποδεχτεί πραγματικά την χριστιανική πίστη. «Η Εκκλησία αποτελεί όραμα αλλιώτικης ζωής, όχι μηχανισμό επιβολής του», γράφει σε ένα κείμενο του 2009 με τίτλο «Ποια θρησκεία και ποια πολιτική;». Προστατεύει με αυτόν τον τρόπο την πνευματικότητα της Εκκλησίας και την προφυλάσσει από λάθη για τα οποία όλοι μας, πιστοί είτε όχι, αισθανόμαστε το λιγότερο άβολα. Ο συγγραφέας μας δεν αρνείται την πολιτική στράτευση στους ιερωμένους, όμως κάθε πολιτική δραστηριότητα οφείλει να υπόκειται στις ευαγγελικές προτροπές. Για τον Παπαθανασίου, η θρησκεία δεν μπορεί να ασκεί κρατική εξουσία, αλλά οφείλει να βρίσκεται στο δημόσιο χώρο, ο οποίος νοείται ως «forum διαλόγου και αναμέτρησης», όπου διαφαίνεται [παραθέτω] «τι απειλεί την ανθρώπινη ζωή και την αξιοπρέπεια ή, αντιθέτως, τι συνιστά την ελπίδα». Εξ αυτών πηγάζουν οι θέσεις του για τον θρησκευτικό όρκο, τον πολιτικό γάμο και άλλα τέτοια θέματα. Για να αποδώσει άσπιλη την πνευματικότητα της εκκλησίας, της ζητά να μην εμπλέκεται σε κοσμικές εκδηλώσεις. Με αυστηρότητα απαιτεί εκεί που υπάρχει ο κίνδυνος να χρησιμοποιηθούν τα ιερά και τα όσια καθ’ υποχρέωσιν, κάνοντας ανθρώπους που δεν πιστεύουν και δεν μετέχουν των μυστηρίων της εκκλησίας να υποκριθούν, δηλαδή οδηγώντας ανθρώπους στο ψέμα, απαιτεί να υπάρξει απόλυτη διάκριση και ελευθερία. Ελευθερία συνείδησης, αυτό το μέγιστο οικουμενικό ιδανικό που τόσο εύκολα καταστρατηγείται ακόμα και στο ίδιο του το όνομα.

        Το μεταναστευτικό –το προσφυγικό πλέον- ζήτημα είναι κεντρικό στη σκέψη του και τον απασχολεί σε πολλά κείμενα. Εδώ θα μου επιτρέψετε μια απλή αναφορά σε ένα άλλο βιβλίο του που αγαπώ ιδιαίτερα στο Ο Θεός μου ο αλλοδαπός, όπου με απλότητα και παρρησία καλεί την εκκλησία να σταθεί δίπλα στους μετανάστες, θυμίζοντας την συγκλονιστική φράση του Ιωσήφ εξ Αριμαθείας, όταν ζητά να του επιτρέψουν να κατεβάσει το σώμα του Ιησού από το σταυρό για να του προσφέρει την αναγκαία ταφή: δος μοι τούτον τον ξένον –τον παράξενο και τον ξενομερίτη, τον άλλο και τον διαφορετικό, αυτόν που δεν καταλαβαίνω αλλά που σ’ αυτόν δοκιμάζεται η αληθινή αγάπη. Και ομολογουμένως τούτη η εποχή, με τα κύματα των απελπισμένων προσφύγων, έδειξε πόσο εύκολα είναι τα μεγάλα λόγια και πόσο δύσκολες οι πράξεις. Πόσο ευκαιρία δίνει ο πόνος των ανθρώπων για εκμετάλλευση και δημιουργία εύκολων στόχων. Στα κείμενά του εδώ, στο νέο του βιβλίο, που αφορούν το θέμα και είναι κάμποσα, όσο χαίρεται τις προσπάθειες κάποιων ιερέων, άλλες τόσες εγκαλεί την χριστιανική κοινότητα και την Εκκλησία άλλοτε για αδιαφορία κι άλλοτε για μια ύποπτη ανοχή, που δεν εδράζεται στην αγάπη και την αλληλεγγύη («Ο ξένος που δέχομαι, ο ξένος που γίνομαι»).


Από την εκδήλωση

        Τον απασχολούν ακόμη θέματα όπως η οικονομική κρίση, η Ε.Ε., τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο φονταμενταλισμός –πολιτικά και θρησκευτικά- η άνοδος της ακροδεξιάς και του ναζισμού. Το τελευταίο θέμα τον απασχολεί πολύ, αφιερώθηκε μάλιστα διπλό τεύχος της Σύναξης σ’ αυτό και δεν είναι τυχαίο που θεολόγοι με σπουδαία σκευή (Ζουμπουλάκης, Αργυρόπουλος κ.ά) επανέρχονται ξανά και ξανά: όταν υψηλόβαθμα στελέχη στην ιεραρχία της εκκλησίας χαϊδεύουν και δημόσια την Χρυσή Αυγή, κρίνεται απολύτως απαραίτητο. Σε μια του ομιλία μάλιστα που συνδιοργάνωσε το Αντιφασιστικό Μέτωπο Γιαννιτσών, η μητρόπολη της Έδεσσας και οι τοπικές οργανώσεις δασκάλων και καθηγητών –ο συνδυασμός των συνδιοργανωτών έχει από μόνος του μια σημασία, στον αντιφασιστικό αγώνα καμιά δύναμη δεν είναι περιττή και ο ακτιβισμός του κινήματος πρέπει να συναντήσει τους δασκάλους που μεταλαμπαδεύουν στα όρια που η απαξίωση της παιδείας επιτρέπει ιδέες δημοκρατίας και δικαιοσύνης και τους χριστιανούς πιστούς που εφαρμόζουν την προτροπή από την προς Γαλάτας επιστολή «πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» με το παράδειγμα της ζωής τους- σ’ αυτήν την ομιλία ο Παπαθανασίου το λέει ξεκάθαρα: οι άνθρωποι που ασπάζονται τέτοιες ιδεολογίες δεν ανήκουν στο χριστιανισμό, δεν έχουν θέση στην εκκλησία (ελπίζω να μην προδίδω κάτι απ’ τις ιδέες του με την παράφραση)

         Δύο τέλος σημεία που αξίζει να προσέξουμε ιδιαίτερα στη σκέψη του: είναι η σημαντική θέση που κατέχει στους προβληματισμούς του η έννοια του συμβολισμού και της τελετουργίας. Στη χώρα μας, ίσως και αλλού, οι τελετουργίες συρρικνώνονται και αποχυμώνονται. Μένουμε σιγά-σιγά χωρίς τελετουργίες, χωρίς πραγματικές γιορτές, που δηλώνουν την ίδια στιγμή επιβεβαίωση της κυκλικής χρονικότητας όσο και διάρρηξη της συνέχειας του χρόνου. Η ρουτίνα σπάει για την επανεύρεση του αρχέγονου κοινωνικού και την ανασύνταξη δυνάμεων. Όπως μόνο στο δημόσιο χώρο μπορεί να συμβεί. Γιατί στην ιδωτικότητα των σύγχρονων εορτών πρέπει να αντιπαραβάλουμε τον δημόσιο χαρακτήρα τους σε παλιότερους καιρούς. Ο συγγραφέας μας λοιπόν Τονίζει την αναγκαιότητα της γιορτής σε συνάρτηση με την έννοια του δημόσιου χώρου για να βρεθούν οι άνθρωποι σε ρέουσες και ουσιαστικές συναντήσεις. Να ξανανακαλυφθεί η τελετουργία που συνενώνει τους ανθρώπους και τους πηγαίνει σε μύχιες ρίζες ενότητας.

         Τέλος, σημαντικό μέρος των κειμένων καταλαμβάνει η αγωνία για την τύχη των ανθρωπιστικών επιστημών στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο των μετρήσιμων μεγεθών και των κερδών, εννοώντας ως ανθρωπιστική κάθε επιστήμη που στο κέντρο της έχει «τη διερώτηση περί του νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης», άρα τεντώνοντας την κατηγορία ακόμα και σε ό,τι ανήκει στην τεχνογνωσία, αν κέντρο του είναι ο άνθρωπος και μάλιστα ο άνθρωπος πάνω από τα υλικά κέρδη. Στο κείμενο «Το μπουζί και το Νταχάου», όπου συζητείται μια χριστιανική επιστημολογία, διαβάζουμε: «Ανθρωπιστική είναι η επιστήμη που δεν ασκείται πατερναλιστικά, δηλαδή για να υπαγορεύσει στους νέους ανθρώπους τι να σκεφτούν αλλά διακονικά, δηλαδή για να αναδείξει την ικανότητά τους να σκέφτονται και να διακρίνουν».

         Με όλα αυτά, αιτιολογείται, λοιπόν,   η ανάγκη να παρεμβαίνει ο χριστιανός πολίτης στην πολιτική και με τις δύο αυτές ιδιότητες. Η πολιτική θεολογία την οποία προτείνει αρύεται από το μεγάλο κίνημα της θεολογίας της απελευθέρωσης (Καμίλο Τόρες και Όσκαρ Ρομέρο). Με αναγνώριση της ταξικής διάστασης της αδικίας, το κίνημα προσπάθησε να δείξει στους πιστούς καθολικούς λαούς της Λατινικής Αμερικής ότι η ταξικότητα και η εκμετάλλευση δεν είναι θέλημα Θεού, αντιθέτως ο Θεός ευλογεί τους αγώνες για την ισότητα και την ελευθερία, άρα είναι «ευαγγελικό καθήκον και αποστολή της Εκκλησίας η καταπολέμηση των κοινωνικών δομών που παράγουν αδικία και εξαθλίωση.

        Τελειώνοντας «Αλλαγή του κόσμου στη χριστιανική οπτική» γράφει σημαίνει απελευθέρωση από κάθε θάνατο κυριολεκτικό και μεταφορικό: από κάθε τι που νεκρώνει την ανθρωπιά και βάζει ημερομηνία λήξης στην αγάπη, που διακόπτει τον έρωτα και κολοβώνει το δίκιο». Ακριβώς έτσι θα το έλεγε και ένας άνθρωπος που δεν είναι πιστός, δεν πιστεύει στο θεό, δεν δέχεται την σάρκωση του θεού και τη σωτηριολογική διάστασή της, αλλά σκύβει με ευλάβεια και δέος μπροστά στο σταυρωμένο Ιησού βλέποντας σ’αυτόν ένα σύμβολο του αγωνιζόμενου ανθρώπου. Σ’ αυτό το σημείο συναντιούνται οι άνθρωποι που έχουν βρει την αγάπη και δεν την διαπραγματεύονται, που διακονούν την δικαιοσύνη ή υπουργεύουν τον άνθρωπο, ας διαλέξουμε το ρήμα. Και αυτή η συνάντηση είναι σημαντική και αναγκαία.

       Η «Ρήξη με το μηδέν» είναι μια συλλογή κειμένων στα οποία ένας θεολόγος που βρίσκει το νόημα στην πίστη στον Χριστό ως σαρκωμένο Θεό, δεν μπορεί να μην είναι ταυτόχρονα και ενεργός πολίτης που οφείλει να πάρει θέση για όσα απασχολούν την κοινωνία στην οποία ζει. Τα τελευταία χρόνια έχει ανοίξει ξανά ένας σοβαρός διάλογος για το ζήτημα αυτό και ο Παπαθανασίου συνεισφέρει πολλά στην αποτελεσματική διεξαγωγή του.

 

 

Παιδεύοντας το σώμα, στοχεύουν στην ψυχή

Σχολιάστε

[Το κείμενο παρουσιάστηκε στην εκδήλωση για τους «Ανθρωποφύλακες τότε και σήμερα: φυλακές ανθρώπων, κοινωνιών δικαιωμάτων» στο Θέατρο Βαφείο- Λάκης Καραλής, στις 27 Μαΐου. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε με αφορμή την παράσταση «Ανθρωποφύλακες» σε σκηνοθεσία Χάρη Γιουλάτου και ερμηνευτή τον Πάνο Τζίνο, από το ομώνυμο βιβλίο του Περικλή Κοροβέση. Στη συζήτηση συμμετείχαν ο Περικλής Κοροβέσης, η Μάνια Παπαδημητρίου, η Δέσποινα Κουτσιούμπα, οι συντελεστες της παράστασης. Συντόνισε η Πόλυ Κρημνιώτη]

ΠΚ 1

Ο Περικλής Κοροβέσης

 

Καλησπέρα σας, φίλες και φίλοι!

Είναι πράγματι μεγάλη χαρά και τιμή που μετέχω απόψε σ’ αυτό το τραπέζι. Παρόλο που δεν βλεπόμαστε σχεδόν καθόλου πια, θεωρώ τον Περικλή Κοροβέση έναν από τους σπουδαιότερους ανθρώπους που γνώρισα στη ζωή μου. Καθαρός λόγος, ανοιχτή σκέψη, απ’ αυτούς που δεν γεννήθηκαν (θα ‘ταν η μεγάλη ευκολία να το πούμε έτσι) δεν γεννήθηκαν αλλά σμίλεψαν ένα χαρακτήρα τέτοιο που τα μεγάλα «όχι» στη ζωή του τα είπε πολλές φορές με μεγάλα κάθε φορά κόστη.

         Ο Περικλής μάλλον δεν θυμάται πώς γνωριστήκαμε – σε ένα καφέ απέναντι από το πανεπιστήμιο Παρί 7, το Ζισιέ, που δεν θυμάμαι πια το όνομά του αλλά εμείς το λέγαμε «ο Βαλέσα», γιατί το σκυθρωπό γκαρσόνι είχε μουστάκι όμοιο με αυτό του Πολωνού συνδικαλιστή Βαλέσα, στον οποίο έφερνε και ολίγον στο πρόσωπο. Εκεί είχε ένα ραντεβού με τον κοινό μας φίλο καθηγητή πλέον της συγκριτικής φιλολογίας σε κάποιο ασιατικό πανεπιστήμιο, Κώστα Μακρή, στο οποίο παραβρέθηκα τυχαία. Αλληλοξεχαστήκαμε μάλλον και για να είμαι ειλικρινής, για κάποιο λόγο που δεν μπορώ να διερευνήσω, δεν συνέδεσα τον άνθρωπο στο καφέ με τον αγωνιστή ενάντια στη δικτατορία Περικλή Κοροβέση. Την σύνδεση την έκανα πολύ αργότερα, όταν, με αφορμή την περίφημη υπόθεση που τον έφερε ως αρχηγό της 17 Νοέμβρη, η οργάνωση του Ρήγα Παρισιού άρχισε την συλλογή υπογραφών συμπαράστασης. Τότε, και πηγαίνοντας να βρω τον καθηγητή Πιερ Βιντάλ Νακέ, κοντά στον οποίο μαθήτευσε ο Κοροβέσης, για να του πάρω την υπογραφή του θυμήθηκα εκείνη την συνάντηση και ταύτισα τον άντρα στο καφέ του Ζισιέ με τον Κοροβέση. Πού να ‘ξερα, ότι 20 χρόνια μετά, θα δούλευα για τον Περικλή, αποσπασμένη στο βουλευτικό του γραφείο.

           Εννοείται πως τότε τον γνώρισα πραγματικά. Είδα ένα άνθρωπο τρυφερό, γλυκό, μερικές φορές απότομο, κάποτε πιο μπρούτο απ’ ό,τι άντεχα, αλλά με μια βαθιά, γόνιμη καλοσύνη που την άπλωνε σαν τα κλαδιά πολύφυλλου αιωνόβιου πλάτανου τον ωραίο προστατευτικό ίσκιο του πάνω απ’ όλους και όλα. Έστησε το γραφείο του στον Α. Παντελεήμονα και νοιαζότανε για τη γειτονιά, αγωνιούσε να στήσουμε μικρά κινήματα, να ενεργοποιήσουμε τον κόσμο γύρω μας, Έλληνες και μετανάστες, να ανοίξουμε συνειδήσεις… Το μυαλό του ταξίδευε σε ένα κόσμο των ανθρώπων, σε ένα κόσμο πολύχρωμο, δυναμικό, θηλυκό και περήφανο, που αντέχει αλλά και επιζητά τις διαφορετικότητες, που ξέρει να συγχωρεί και να βαδίζει μπροστά έχοντας βαθιά και ουσιαστικά ωφεληθεί από την ιστορία του. Γνώρισα έναν άνθρωπο που δεν το ‘βαζε κάτω, είχε αγωνιστικότητα και ήξερε να κάνει όνειρα και να σε παρασύρει στα όνειρά του. Γνώρισα έναν καλό άνθρωπο. Και καλούς ανθρώπους δεν γνωρίζουμε πολλούς, λιγότεροι, πολύ λιγότεροι έρχονται στην ενεργή πολιτική δράση.

            Πριν από τρία περίπου χρόνια ένα νέο κορίτσι, η θεατρολόγος Αρτίνα Γκέτση, ήρθε και με βρήκε για να μιλήσουμε για την κοινή μας αγάπη, το θέατρο. Είχε στην τσάντα της ένα βιβλίο για το οποίο μου μίλησε με πάθος και μου εξομολογήθηκε ότι ήθελε να το δραματοποιήσει και να το ανεβάσει. Ήταν οι Ανθρωποφύλακες του Κοροβέση. Αποφασίσαμε να το ανεβάσουμε μαζί αλλά κάποιες συγκυρίες στη ζωή και των δυο μας, δεν μας άφησαν να πραγματοποιήσουμε το σχέδιο. Ίσως στο μέλλον. Γι’ αυτό χάρηκα διπλά όταν είδα ότι κι άλλοι είχαν την ιδέα και μάλιστα αυτοί το έφτασαν ως το ανέβασμα.

4DD82FDB3561DD554D3DCEC86AAC90E9

Το εξώφυλλο των «Ανθρωποφυλάκων» στην τελευταία

έκδοση από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων

 

          Οι Ανθρωποφύλακες τυπικά ανήκουν στο είδος που ονομάζεται μαρτυρίες. Και είναι πράγματι μια μαρτυρία για τα βασανιστήρια που υπέστη από την χούντα, γραμμένη με ειλικρίνεια και ψυχραιμία, με νηφαλιότητα. Είναι  εντυπωσιακό ότι δεν υπάρχει πουθενά στο βιβλίο μια λέξη εμπάθειας, αλλά ούτε και παράπονο. Δεν είναι συγχώρεση, είναι προσπάθεια κατανόησης του μηχανισμού που παράγει βασανιστές. Και προσπάθεια να κατανοήσει τι είναι οι βασανιστές επίσης. Με την έννοια αυτή είναι ένα γενναίο βιβλίο. Που δεν πέφτει στην παγίδα της ρομαντικής υπερβολής ή της κουραστικής επικότητας. Ο Κοροβέσης δεν ηρωοποιεί ούτε τον εαυτό του ούτε κάποιον άλλον από τους συγκρατούμενούς του. Κάνει μια ρεαλιστική, σχεδόν δημοσιογραφική καταγραφή των όσων υπέστη ο ίδιος και όσων είδε τους άλλους να υφίστανται. Αυτό ακριβώς είναι και το δυνατό σημείο του βιβλίου. Δεν εκβιάζει συναίσθημα, προκαλεί σκέψη και πολιτική αντίδραση. Ακόμα κι όταν εξηγεί συναισθήματα και αντιδράσεις, ακόμα και τότε είναι στεγνός και φειδωλός. Το πράγμα γίνεται εντυπωσιακότερο αν σκεφτεί κανείς πόσο κοντά στο γεγονός του βιώματος έχει γραφτεί το βιβλίο. Είναι ανοιχτές ακόμη οι πληγές σχεδόν.

          Στόχος του Κοροβέση δεν ήταν ποτέ να δείξει τι πέρασε αλλά η προσωπική του περίπτωση να γίνει αφορμή να ασχοληθούν στο εξωτερικό με την βία και την αγριότητα της δικτατορίας στην Ελλάδα. Να ευαισθητοποιήσει τους δημοκρατικώς σκεπτομένους, να δημιουργήσει κίνημα συμπαράστασης και αγώνα για την χώρα. Ξέρει ότι αυτό είναι αναγκαία συνθήκη για να απελευθερωθεί η χώρα: η κατακραυγή από το εξωτερικό, να μην έχει η χούντα την έξωθεν καλή μαρτυρία ή έστω την ανοχή. Να ξέρει ο κόσμος, δηλαδή. Και κάτι ακόμα: μετατρέπει την προσωπική περίπτωση σε οικουμενική πιθανότητα.

          Όλα τα αυταρχικά καθεστώτα από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα χρησιμοποίησαν τα βασανιστήρια για να γονατίσουν τις ψυχές και τις θελήσεις. Για να δημιουργήσουν ανθρώπους φοβισμένους με συνείδηση δούλου. Το σώμα γίνεται το όχημα για να εισβάλει στην ψυχή ο τρόμος και ο σωματικός πόνος η βασιλική οδός για να γραπώσουν την συνείδηση και να την καταβάλουν. Σε υπόγεια, σε πλυσταριά, στα πίσω δωμάτια ηχομονωμένων διαμερισμάτων μέρα- νύχτα εφευρίσκουν τρόπους να κάνουν το σώμα να πονά. Εκβιάζουν με νέα μαρτύρια, πανικοβάλουν με τις προθέσεις να βασανίσουν και να σκοτώσουν αγαπημένα πρόσωπα. Εξευτελίζουν. Προσπαθούν να βρωμίσουν τα ιερά και τα όσια των ανθρώπων. Με μυστικότητα. Όχι μόνο γιατί οι διεθνείς συνθήκες απαγορεύουν τα βασανιστήρια αλλά γιατί, καταφεύγω στον Φουκώ και παραθέτω «ο βασανιζόμενος παρουσιάζεται σαν κάτι που προκαλεί οίκτο ή θαυμασμό». Δημιουργείται ταύτιση και όχι η αγωνία της διαφοροποίησης, το παράδειγμα προς αποφυγήν, που έχουν κατά νου. Η ιδέα των βασανιστηρίων πρέπει να ίπταται ως ένα διακινούμενο εκφοβιστικό μυστικό για το οποίο να μην υπάρχει απόδειξη. Έτσι είναι και αποτελεσματικότερο.

ΠΑΝΟΣ%20ΤΖΙΝΟΣ

Ο Πάνος Τζίνος στους «Ανθρωποφύλακες»

         Ο βασανιζόμενος πρέπει να χάσει δύο πράγματα: τον χρόνο και το λόγο. Μια τιμωρία είναι αβάσταχτη όταν δεν έχει χρονικό ορίζοντα παύσης, τέλους. Όσο λίγος κι αν είναι ο χρόνος που θα κρατήσει ένα μαρτύριο, εξισούται με την αιωνιότητα γιατί δεν υπάρχει τρόπος να μετρήσεις την απόσταση από το τέλος. Έτσι φαίνεται σαν να μην υπάρχει τέλος και αυτό εξαφανίζει την ελπίδα.

          Τα βασανιστήρια είναι η διακοπή της σχέσης με το λόγο. Ως ομιλία, ως επικοινωνία δηλαδή, από τη μια μεριά, γιατί μεταξύ βασανιστή και βασανιζόμενου δεν υπάρχει διάλογος. Τα όργανα που ασκούν τους βασανισμούς είναι καλά επιλεγμένα : στα υψηλά κλιμάκια, άνθρωποι με υψηλότατο IQ του οποίου κάνουν διεστραμμένη χρήση, στα κατώτερα άνθρωποι από χαμηλά κοινωνικά στρώματα, χωρίς παιδεία, που το κάνουν ως μια οποιαδήποτε δουλειά, εμποτισμένοι από την ιδέα ότι κάνουν το σωστό, ότι έτσι μετέχουν σε κάτι ιδιαίτερο και μοναδικό, όπως είναι η πατρίδα ή το κόμμα, που αλλιώς δεν θα είχαν την δυνατότητα. Αλλά και με την λαχτάρα της υλικής αμοιβής. Και στις δυο περιπτώσεις δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική επικοινωνία, δηλαδή ανταλλαγή. Έτσι κι αλλιώς ο πόνος γρήγορα μετατρέπει την συμβολοποιητική ικανότητα του νου σε μονονοηματικές οιμωγές.

           Είναι επίσης η διακοπή της σχέσης με τη λογική, ως ειδοποιό διαφορά του είδους άνθρωπος, άρα η διάβαση των συνόρων του είδους και η επιστροφή στο ζωώδες. Και για τις δυο πλευρές. Για άλλο λόγο το λέει ο Καρυωτάκης μα κι εδώ ταιριάζει

                                    Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς,

μπορούνε με χίλιους τρόπους.

Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής,

όταν ακούσεις ανθρώπους

           Η εφευρετικότητα σε βασανιστήρια είναι ανεξάντλητη. Το σώμα εξακολουθεί να είναι ο τόπος της τιμωρίας. Από τους αρχαίους Ετρούσκους που έραβαν μέσα σε μια προβιά ζώου ένα νεκρό με ένα ζωντανό τον ένα στην αγκαλιά του άλλου αφήνοντας τον ζωντανό να πεθάνει αργά από πείνα και δίψα μέσα στη σήψη του νεκρού σώματος του άλλου μέχρι τα SS και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, μέχρι τις σταλινικές διώξεις, μέχρι τα λευκά κελιά και το Αμπού Γκράημπ, μέχρι τις Αμυγδαλέζες στη χώρα μας, την σπαρμένη με κορμιά αθώων Μεσόγειο,  δοκιμάστηκαν περίπου τα πάντα. Ωστόσο κάθε φορά μένουμε ενεοί μπροστά στην δημιουργικότητα του κακού. Και πάντα με τον ίδιο στόχο: να λυγίσουν οι ψυχές, να υποταχτούν, να πάψει η αντίσταση. Και πάντα, ευτυχώς, να αποτυγχάνουν. Αλλά με τι κόστος για τους εν τέλει νικητές (και ας βάλουμε και ένα ερωτηματικό στη λέξη).

ανθ

            Τούτος ο τόπος πέρασε και περνάει ακόμα πολλά. Ο νεοναζισμός φάνηκε να λούφαξε, αλλά μην μας ξεγελά η σιωπή του. Είναι εδώ, απλώς το φίδι αλλάζει δέρμα και περιμένει. Προφανώς η Χρυσή Αυγή θα πάρει ένα νέο όνομα, θα απαλλαγεί από μερικούς στιγματισμένους αρχηγούς κι έπειτα θα ξεχυθεί να μολύνει με υπόγειο μίσος τις ψυχές. Η Αριστερά φαίνεται μερικές φορές εγκλωβισμένη στη μνημονιακή καθημερινότητα μέσα στον ίλιγγο των διαπραγματεύσεων που μοιάζουν με κινούμενη άμμο μοιάζει να ξεχνά κάπως το θέμα ή το αντιμετωπίζει με αυτάρεσκες πορείες – λιτανείες. Χωρίς προσπάθεια να βοηθήσει τον κόσμο να καταλάβει τις ενώσεις, τα νήματα που φέρνουν από τα διάφορα χτες στο σήμερα:

          «Άμα σε βρει ο Ερυθρός Σταυρός, να μου γράψεις. Και ποιος είσαι εσύ που θα ενδιαφερθεί ο   Ερυθρός Σταυρός; Εμάς θα πιστέψουνε, τα γαλόνια μας, που τα ‘χουμε κερδίσει με αίμα, κι όχι εσένα, τζουτζέ, ε, τζουτζέ! Εδώ είναι Νταχάου ρε. Πάρτο απόφαση. Ούτε ο Ου Θαντ δεν μπορεί να σε σώσει. Θα περάσεις καλά στα Ες-Ες, έννοια σου! Πάρτονα, Βασίλη»,

λέει ο βασανιστής. Να τες οι υπόγειες διασυνδέσεις.

         Η δραματοποίηση ενός τέτοιου έργου είναι ιδιαίτερα δύσκολη κι ακόμη δυσκολότερη η υποκριτική απόδοση. Ακριβώς γιατί η παράσταση πρέπει να πετύχει τις πιο λεπτές ισορροπίες στους χρόνους, στο λεπτό νήμα που χωρίζει τη λογική από την διάρρηξή της, τον σωματικό κι τον ψυχικό πόνο… Το σώμα του ηθοποιού πρέπει να αντέξει να αποδώσει όχι το λεγόμενο αλλά το άρρητο, το βλέμμα του να χωριστεί στα δυο και η φωνή να υπονομεύει το νόημα. Γι’ αυτό εντυπωσιάζει διπλά που δυο νέοι άνθρωποι, ο 28χρονος σκηνοθέτης Χάρης Γιουλάτος και ο λίγο μεγαλύτερός του ηθοποιός Πάνος Τζίνος τόλμησαν και καταπιάστηκαν -και μάλιστα ουσιαστικά- με τους Ανθρωποφύλακες. Η δρώσα μνήμη στους νέους ανθρώπους είναι υποσχετική για όσα ονειρευόμαστε: στην τέχνη και στην κοινωνία.  άνοιξαν ένα δρόμο τολμώντας την πρώτη προσέγγιση.  Φαντάζομαι πως θα ακολουθήσουν κι άλλοι –  επίσης έχω την υποψία πως οι καλλιτέχνες που μόλις είδαμε την συγκινητική δουλειά τους θα επανέλθουν πολλές φορές σ’ αυτήν εμπλουτίζοντας την πρότασή τους. Με ένα τέτοιο έργο δεν τελειώνεις ποτέ. Ούτε ως δημιουργός ούτε  ως θεατής.

 

 

 

 

 

Για την ποιητική συλλογή της Ελένης Πορτάλιου «Ίχνη ζωής» (εκδ. Μικρή Άρκτος)

Σχολιάστε

 

Παρουσίαση στη «Μεσοποταμία»  στο Μοσχάτο

          Ήταν πολλοί αυτοί που απόρησαν, όταν η Ελένη Πορτάλιου ανακοίνωσε πως κυκλοφόρησε η πρώτη της ποιητική συλλογή. Προφανώς είχαν στο νου τους λιγότερο την Ελένη και περισσότερο την Πορτάλιου. Είχαν δηλαδή τη συγκροτημένη επιστημόνισσα, την ευφυή αρχιτεκτόνισσα, τη γοητευτική δασκάλα στο Πολυτεχνείο, την ενεργό πολίτη, τον άνθρωπο της Αριστεράς, τα τελευταία χρόνια τον άνθρωπο της τοπικής αυτοδιοίκησης. Δύσκολο να συγκεντρώσεις όλες τις ιδιότητές της σε λίγους χαρακτηρισμούς.   Κι όμως, κακώς εξεπλάγησαν που η Ελένη Πορτάλιου είχε τέτοιες ανησυχίες. Για όσους την γνωρίζουμε καλά ή έστω λίγο παραπάνω, μας είναι γνωστές τόσο οι έντονες ενδοσκοπικές περιηγήσεις της, τα ταξίδια αυτογνωσίας που δεν είναι εύκολα για κανένα, πόσω μάλλον για ένα δυναμικό, περίπλοκο και καλλιεργημένο άνθρωπο, όσο και οι καλλιτεχνικές της ανησυχίες, η αγάπη της για την τέχνη –που εκφράστηκε εκτός των άλλων και με μια πολύμηνη προσπάθεια να συμβάλει στο πρόγραμμα πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ- η βαθιά συνείδηση ότι πολιτισμός και πολιτική πάνε χέρι-χέρι. Εκπλαγήκαμε λιγότερο όσοι ξέραμε τη σχέση της με τη λογοτεχνία και τα διαβάσματά της, αλλά και, ας πούμε και ένα μυστικό, τη λατρεία της για τη θάλασσα. Πολυσχιδής προσωπικότητα η Ελένη, κάποια στιγμή στη ζωή της χρειάστηκε ένα άλλο δρόμο έκφρασης. Και βρήκε την ποίηση.

πορτ

         Η Πορτάλιου γράφει πολύ. Μια από τις πιο συνηθισμένες της εκφράσεις είναι «έγραψα ένα κείμενο». Κείμενα επιστημονικά και πολιτικά για μια μεγάλη ποικιλία θεμάτων. Τα πολιτικά της κείμενα χαρακτηρίζονται από μια διαύγεια σκέψης και μια απλότητα έκφρασης. Καταθέτει ιδέες και διασαφηνίζει ζητήματα. Προφανώς γιατί ανήκει σε μια μεγάλη παράδοση της Αριστεράς, σύμφωνα με την οποία οι διανοούμενοι θεωρούσαν τιμή τους τον ρόλο όχι του παντογνώστη αλλά του διαπαιδαγωγητή και τα κείμενά τους είχαν στόχο όχι την προβολή του συγγραφέα αλλά αποζητούσαν να διαφωτίσουν και να προκαλέσουν γόνιμα τον αναγνώστη.

       Στην ανά χείρας συλλογή με τον εύγλωττο τίτλο «Ίχνη Ζωής» συγκαταλέγονται ποιήματα σχετικά πρόσφατα γραμμένα, το 2012 και 2013, κατά μαρτυρία της ιδίας. Δεν ξέρουμε αν είναι η πρώτη φορά που ασχολείται με την ποίηση ομολογουμένως κάτι τέτοιο θα με εξέπληττε –οι ευαίσθητες έφηβες της μετεμφυλιακής Ελλάδας με πολιτικούς προβληματισμούς σπάνια δεν έγραφαν στίχους στα περιθώρια των τετραδίων

            Η ποίηση γράφεται νωρίς

Εξομολογείται η ίδια στο ποίημα με το οποίο ξεκινά η συλλογή και συνεχίζει

            Τότε μόνο εμφανιζεται το μυστήριο

                Μιας απροσδιόριστης προσμονής

            Στις ψηλοτάβανες αίθουσες των γυμνασίων

Στα μισογκρεμισμένα σπίτια των αγρών […]

 

Όπως και να ‘χει, ξέρουμε όμως ότι είναι σίγουρα η πρώτη φορά που αποφασίζει να εκτεθεί ως ποιήτρια στο κοινό.

Η ποίησή της είναι βιωματική, τα ποιήματα μοιάζουν με τα πετραδάκια στο γνωστό παραμύθι που ο μικρός ήρωας ρίχνει πίσω του για να μην ξεχάσει τον δρόμο. Διέπονται από μια επιφανειακή ηρεμία λόγου –δεν υπάρχουν σχεδόν πουθενά λυρικές εξάρσεις, δύσκολα ζευγαρώματα λέξεων, ποιητικοί νεολογισμοί. Είναι μια ποίηση που φλερτάρει με την αφηγηματικότητα.

            Η ιστορία είναι αμείλικτη

                Και οι σύντροφοι που τράβηξαν στα άκρα

                Την ανθρώπινη αντοχή

υπήρξαν τρυφεροί όπως η πίστη τους

στη μεταμόρφωση του κόσμου.

πορτ 1

Η αγωνία και κατά σημεία η οδύνη μένουν στο ημίφως, δεν επιδεικνύονται. Ωστόσο είναι εκεί: η μνήμη αγκυροβολεί σε στιγμές που ενέχουν το φόβο, το τραύμα, την απόρριψη, την αγάπη. Η μνήμη είναι το μεγάλο θέμα όλης της συλλογής. Εξ ου και ο τίτλος: Ίχνη ζωής. Αποτυπώματα στο χώρο και στο χρόνο που αναζητούν να αναδειχτούν και να ανασάνουν, να επανέλθει το βίωμα διαμεσολαβημένο από τις λέξεις αλλά πάντα δυνατό. Η ποίηση έχει μια παραξενιά: γράφεις για τη μαχαιριά και τον πόνο σαν να είναι παρόντα, σαν να υφίστανται σε ένα αιώνιο ενεστώτα, ακόμα κι αν έχουν συμβεί χρόνια πριν.

Εκεί στο χάσμα του χρόνου έλαμψε

η καθυστερημένη έκρηξη του έρωτα

Πρέπει να ευγνωμονείς τη μοίρα,

ας πληγώνει το άρρητο κύμα του εσωτερικού χώρου

Η χειρονομία που επιστρέφει πριν ξεκινήσει

Ένα λουλούδι με το όνομα απώλεια ανοίγει.

Η συλλογή χωρίζεται σε 4 μέρη: η καταγωγή ο αποχωρισμός, αισθηματική αγωγή, στιγμιότυπα εσωτερικού χώρου, στη σκιά της ιστορίας με άνισο αριθμό ποιημάτων, όλα έντιτλα και στην πρώτη ενότητα αριθμημένα σεφερικά, σαν μια ενιαία ποιητική αφήγηση που έσπασε σε κεφάλαια και εικόνες. Οι επιμέρους τίτλοι, αν διαβαστούν με τη σειρά, δημιουργούν την εντύπωση μιας ημερολογιακότητας, αν όχι μιας αυτοβιογράφησης, που παρακολουθεί τα στάδια ωρίμανσης του γράφοντος υποκειμένου. Εξ αυτού νομιμοποιείται ίσως μια παρατήρηση: τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν σε μια περίοδο με εξαιρετικά πυκνό πολιτικό χρόνο –η περίοδος που ο ΣΥΡΙΖΑ εκτινάχτηκε από το ηρωικό 4% στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που η κρίση θέριεψε, που το σύστημα έδειξε άγριο τα δόντια του και η Αριστερά ετοιμάζεται. Μια περίοδος που τα πολιτικά επίδικα συχνά σκιάζονται από το θόρυβο των ΜΜΕ, τα κινήματα ψάχνουν το πρόσωπό τους και στοιχηματίζουν την ύπαρξή τους. Θα ‘λεγε κανείς μια περίοδος που οι πολιτικοί δεν προλαβαίνουν να σηκώσουν κεφάλι. Ακριβώς δηλαδή η περίοδος που πρέπει να μάθει κανείς να σταματά λίγα λεπτά μέσα στη μέρα, να επιβάλει σον εαυτό του να σταματά λίγα λεπτά μέσα στη μέρα, για να σκεφτεί. Να γυρίσει πίσω στο χρόνο, τότε που ήταν παιδί κι ήξερε να κάνει αθώα όνειρα και να ζητήσει από αυτήν ακριβώς την αθωότητα έμπνευση και δύναμη για να φέρει στο πολιτικό προσκήνιο ό,τι ωραιότερο μας άφησε ως κληρονομιά η εξέγερση του Μάη του ’68. Το σύνθημα: είμαστε ρεαλιστές, ζητάμε το αδύνατο. Τότε και η ξύλινη γλώσσα των κομμάτων θα υποχωρήσει ατάκτως και ο πολιτικός ρεαλισμός που σημαίνει υπαναχώρηση από αξίες και αιτήματα καταστατικά της ημετέρας Αριστεράς θα επανέλθει στο μέγεθος που του πρέπει. Δεν είναι τυχαίο που η νεότητα είναι μια σταθερή παρουσία στα ποιήματα της Ελένης. Στη μνήμη της νεότητας δεν διακρίνουμε μόνο τη νοσταλγία μιας ηλικίας χαμένης πια στο χρόνο, αλλά την αναπαρθένευση της δράσης στις δυνατότητες και τα όνειρα της νεότητας.

imagesCAEJ3N49

            Η πολιτική γλιστρά με πινελιές παρατηρήσεων ή εκφράζεται μέσα από πιθανότητες κόσμων που εμφανίζονταν ευχετικά ή απορημένα στις τρεις άλλες ενότητες,

            Η γιαγιά ζύμωνε κουλουράκια με τα ελάχιστα υλικά της

για τους Αρμένηδες της διπλανής πόρτας

αλλά οι δυο μας δεν είχαμε τη δύναμη

να γυρίσουμε τα πράγματα.

Ή

Οι παππούδες μας ήταν πολεμιστές

ενθυμούντο γεγονότα που απόκλιναν

από την σχολική ιστορία

 

στην τέταρτη κατακτά την αναμενόμενη ρωμαλέα θέση, όπως φαίνεται ειδικά στο «Αλάτι της ζωής»

Παράλληλα, κραταιή θέση κατέχει η γυναίκα. Κοριτσάκι, δίπλα σε . πρόσωπα, που απορεί και ετοιμάζεται για τον μεγάλο και δύσκολο κόσμο, έφηβη, μαθήτρια, μετά γυναίκα ώριμη με το ερωτικό αίτημα αιμάσσον, τον έρωτα ως αναζήτηση χωρίς τέλος.

Οι συναντήσεις μας είναι κενά στο χάρτη του έρωτα

οι πορείες μας ευθείες ασύμπτωτες

 

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι η ανοιχτή συνομιλία με τους αγαπημένους της ποιητές: ο Λειβαδίτης εμφανίζεται ως ευθεία αναφορά σε ποίημα (π.χ. Επιτύμβιο ΙΙ), αλλού είναι μότο, όπως μότο είναι στίχοι του Σεφέρη, που παρεισφρέει επίσης με την αναγραφή στίχων από το Με τον τρόπο του Γ.Σ. μέσα σε ένα δικό της (Η ελευθερία αργεί), η Παυλίνα Παμπούδη ανοίγει με ένα ποίημά της τη συλλογή, ο Μιχάλης Κατσαρός έχει εμβληματικό ρόλο (η επιρροή του όπως και η επιρροή του Λειβαδίτη είναι φανερή αλλά φανερή είναι και η –αναμενόμενη μάλλον προτίμηση στους λεγόμενους ποιητές της ήττας) και πάει λέγοντας. Και με αυτή τη σκέψη θα κλείσω αφού μοιραστώ μαζί σας 4 στίχους που συνοψίζουν μεγάλο μέρος αυτής της συλλογής. Το ποίημα με τον τίτλο Επιτύμβιο ΙΙ τελειώνει έτσι:

Ας μπορέσουμε να φύγουμε απερίσπαστοι προς την ελευθερία,

να διασώσουμε το ακριβό μέταλλο της συνείδησης

από τους τυμβωρύχους.

Το αίτημα της ελευθερίας είναι καθοριστικό μέσα στα ποιήματα της Πορτάλιου και το μοιράζεται μαζί μας ως εξομολόγηση και ως πρόκληση συλλογικότητας και ευθύνης.

Μοσχάτο, 18.10.2014

Corpus Christi. Αναζητώντας τον ηγέτη που «ακούει με την καρδιά του».

Σχολιάστε

Ο Λαέρτης Βασιλείου παρουσιάζει  μια πολιτική διάσταση του γνωστού έργου του Μακ Νάλυ στο Θέατρο «Χυτήριο»

(Συνέντευξη)

Ο Τέρενς Μακ Νάλυ έγραψε το Corpus Cristi το 1997 και έκτοτε το έργο έχει ανέβει σε πολλές σκηνές της Αμερικής και της Ευρώπης, με μεγάλη επιτυχία αλλά πάντα προκαλώντας έντονες αντιδράσεις, εξαιτίας της τολμηρής εκδοχής του Ιησού και των Παθών και της σύνδεσής του με την  gay  κουλτούρα. Περιπέτεια, μικρή ευτυχώς και χωρίς ιδιαίτερες συνέπειες- είχε και η πρώτη παρουσίασή του στην Ελλάδα, όταν από δυο δικηγορίνες ζητήθηκε να σταματήσει η παράσταση ενώ υποβλήθηκε και η σχετική μήνυση. Η Διεθνής Ένωση Θεατρικών Κριτικών πριν από λίγους μήνες είχε καταγγείλει εχθρικές ενέργειες και οχλήσεις των συντελεστών της παράστασης «Περί του προσώπου του Υιού του Θεού» (Ελληνικό Φεστιβάλ 2011) του Ρομπέρτο Καστελούτσι στην Ιταλία. Σε όλο τον κόσμο οι καλλιτέχνες υφίστανται άλλοτε απηνείς και άλλοτε ελαφρύτερες διώξεις για το έργο τους, ειδικά όταν αφορά θέματα θρησκείας, δείχνοντας ότι οι σύγχρονες δυτικές  κοινωνίες όσο κι να το διατείνονται, ούτε ανεξίθρησκες είναι ούτε όσο νομίζουν  ανεκτικές. Έννοιες όπως βλασφημία, προσβολή της ιερότητας κτλ. εμφανίζονται ως κατηγορίες, βάζοντας επικίνδυνα όρια στην καλλιτεχνική ελευθερία και στην ελευθερία διακίνησης ιδεών. Πολύ περισσότερο, που κανείς δεν υποχρεώνεται να κοινωνήσει ένα καλλιτεχνικό προϊόν. Το παρακολουθεί ιδία θελήσει και το κρίνει –όσο αυστηρά θέλει- ως περιεχόμενο και μορφή, αλλά όχι ασκώντας λογοκρισία και απαγορεύοντάς το.  Ο συντηρητισμός και η θρησκοληψία καλά κρατεί και μάλιστα στους δύσκολους καιρούς μας –με την οικονομική κρίση και την πολιτική έκπτωση- οξύνεται. Πρέπει επίσης να παρατηρήσουμε ότι, μολονότι πάντοτε τα θρησκευτικά ζητήματα απασχολούσαν το θέατρο, τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν οι παραστάσεις με θέμα από τις Γραφές. Τα θρησκευτικά σύμβολα γοητεύουν, προκαλούν τους καλλιτέχνες και τους χρησιμεύουν για να δημιουργηθούν προκλήσεις, μελετώνται με γνώμονα υπαρξιακά ερωτήματα και μεταφυσικές ανησυχίες είτε λειτουργούν ως μεταφορές για πολιτικούς προβληματισμούς.

Με αφορμή την περιπέτεια της πρεμιέρας του Corpus Christi στην Ελλάδα, συναντήσαμε τον σκηνοθέτη του Λαέρτη Βασιλείου (Εμιγκρέδες, Ένας στους Δέκα) και συζητήσαμε μαζί του για το έργο και τις πολιτικές διαστάσεις που του δίνει η ανάγνωσή του στη συγκεκριμένη παράσταση.

Κ. Βασιλείου, το Corpus Christi είναι ένα αμερικανικό έργο του τέλους του 20ου αι., που παρουσιάζει μια τολμηρή εκδοχή του Ιησού και των Παθών. Μεταφέρει  την ιστορία στο σύγχρονο Τέξας και ο Ιησούς και οι Απόστολοι είναι μια gayκοινότητα. Πώς αποφασίσατε να ανεβάσετε το έργο αυτό; 

Λαέρτης Βασιλείου (Λ.Β.): Τον περασμένο χειμώνα δούλευα με την κ. Βάσια Παναγοπούλου στην παράσταση Αλήτες Θεατρίνοι. Μου έδωσε να διαβάσω μερικά έργα κι ένα από αυτά ήταν το Corpus Christi. Πρέπει να σας πω ότι, μολονότι θεωρείται ένας ύμνος στην gay  κουλτούρα, όταν το διάβασα, αυτό το στοιχείο δεν το είδα καθόλου, δεν με ενδιέφερε. Αντιθέτως, είδα την ιστορία μιας ομάδας ανθρώπων που προσπαθεί να δημιουργήσει  ένα ηγέτη, ο οποίος θα υπηρετήσει το σύνολο και τον σπρώχνει στην ύστατη θυσία. Είναι ένα έργο για τη διαφορετικότητα αλλά και την προδοσία. Το βρήκα μάλιστα πολύ επίκαιρο για την προεκλογική περίοδο που ζούμε.

Δηλαδή είδατε στο έργο ένα πολιτικό περιεχόμενο, σας δημιούργησε προβληματισμούς για την έννοια του ηγέτη και το ρόλο του.

Λ.Β.: Ακριβώς. Το έργο μιλάει για ένα παιδί  που μεγαλώνει στο Τέξας, σε ένα κόσμο σκληρό και άγριο. Αυτό όμως είναι ένα διαφορετικό παιδί, που έχει ως σύνθημα της ζωής του τη φράση «αγαπάτε αλλήλους», αλλά η κοινωνία του  δεν έχει ουδεμία σχέση μ’ αυτή την ιδέα. Οι άνθρωποι γύρω του σκέφτονται μοναχά να προετοιμάσουν τους νέους να είναι σκληροί και ανάλγητοι, για να επιβιώσουν στη ζούγκλα. Πηγαίνει σε ένα σχολείο από αυτά τα μεγάλα, διάσημα ιδιωτικά κολλέγια –που υπάρχουν πια όχι μόνο στο εξωτερικό αλλά και στην Ελλάδα, και τα οποία ετοιμάζουν ηγέτες που δεν έχουν κατά νου το κοινωνικό καλό, τη δημιουργίας μιας κοινωνίας με ενότητα και αλληλεγγύη, αλλά το μόνο που θέλουν είναι να ηγηθούν πάση θυσία και πατώντας επί πτωμάτων.

Από την παράσταση

Το έργο του Μακ Νάλυ προτείνει ένα άλλο τύπο ηγέτη;

Λ.Β.: Ναι, φυσικά. Ο ηγέτης που προτείνει ακούει με την καρδιά, αγαπάει την ποίηση, πηγαίνει στο θεατρικό όμιλο, του αρέσει η μουσική, ενώ η εκπαίδευση που δέχεται επιμένει πως τα αγόρια πρέπει να είναι σκληρά, αδίστακτα, να ασχολούνται με το ποδόσφαιρο, να πιστεύουν στη βία.

Περιγράψατε ένα τύπο διανοούμενου πολιτικού, που ξεφεύγει από αυτά της πατριαρχίας και του καπιταλισμού. Προτείνει, λοιπόν, ως εναλλακτική την ηπιότητα και την κουλτούρα, την ανθρωπιά, ένα μοντέλο περισσότερο «θηλυκό»;

Λ.Β.: Θα σας πω την αφορμή από την οποία γράφτηκε το έργο και νομίζω ότι εξηγεί πολλά: ένα παιδί, θύμα της σχολικής βίας, αυτοκτόνησε και αυτό κινητοποίησε τον συγγραφέα να σκεφτεί και οδηγήθηκε να γράψει το συγκεκριμένο έργο.

Πάντως δεν είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζεται το πρόσωπο του Ιησού χωρίς την ιερότητα της θρησκείας. Σκέφτομαι τον ανθρώπινο Ιησού στα «Κατά Ματθαίον Πάθη» του Παζολίνι, αίφνης…

Λ.Β.: Έχω επηρεαστεί από τον Παζολίνι, μολονότι είχα περισσότερο στο νου μου τους Αδελφούς Ταβιάνι και το «Allons-enfants». Άλλωστε έχω χρησιμοποιήσει το μουσικό θέμα της ταινίας στην παράσταση.

Το έργο έχει προκαλέσει μεγάλες αντιδράσεις κατά καιρούς. Είχατε  κι εσείς μια γεύση κάποιου είδους λογοκρισίας τις προάλλες….

Λ.Β.: Ναι, δυο δικηγορίνες, έχοντας ετοιμάσει από τα πριν ένα εμπεριστατωμένο φάκελο με δημοσιεύματα, συνεντεύξεις κτλ. χαρακτήρισαν το έργο βλάσφημο. Την περασμένη Πέμπτη, πριν από την  παράσταση, εμφανίστηκαν δυο αστυνομικοί και πολύ ευγενικά ζήτησαν από τους 4 πρώτους ηθοποιούς που εμφανίστηκαν στο θέατρο να τους ακολουθήσουν στο τμήμα. Εκεί, αφού συμπληρώσαμε κάποια στοιχεία και με τη βοήθεια των δικηγόρων του ΣΕΗ, μας άφησαν ελεύθερους και επιστρέψαμε στο θέατρο. Η παράσταση, ηρωική παράσταση, παίχτηκε κανονικά αλλά με μιάμιση ώα καθυστέρηση. Το φοβερό ήταν ότι το κοινό περίμενε υπομονετικά και στο τέλος μας έδιναν χαρτάκια με ονοματεπώνυμο και τηλέφωνο, μήπως και κάτι χρειαζόμασταν…

Η αφίσα της παράστασης

Πληθαίνουν τα έργα και οι παραστάσεις με θρησκευτικά θέματα που χρησιμοποιούνται είτε ως έρευνες υπαρξιακών ερωτημάτων ή σαν μεταφορές πολιτικοκοινωνικών προβληματισμών. Πέρυσι είδαμε το «Περί του προσώπου του Υιού του Θεού» του Καστελούτσι, φέτος ο έχουμε τον Ρομπέρτο Γκαρσία, στην Ελλάδα ο Περικλής Μουστάκης, ο Καλαβριανός, για να μείνουμε στα πιο πρόσφατα… Γιατί συμβαίνει αυτό, κατά τη γνώμη σας, με δεδομένο ότι όλοι σας ρισκάρετε αντιδράσεις  από μια μερίδα συντηρητική και θρησκόληπτης της κοινωνίας.

Λ.Β.: Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι στροφή σε θρησκευτικά σύμβολα, αλλά η ανάγκη να φανεί ότι η εξουσία  ελέγχει τους πολίτες, κρατώντας τους στο σκοτάδι και την άγνοια. Οι κοινωνίες, όμως, τώρα πια, χάρη στη θυσία κάποιων γονιών, που με θυσίες σπουδάζουν τα παιδιά τους, έχουν πολλούς μορφωμένους ανθρώπους στους κόλπους τους, ενημερωμένους, που δεν δέχονται να εξουσιάζονται. Είναι αυτό που μάθαμε από την αρχαία Ελλάδα, πως πολίτης είναι αυτός που νοιάζεται για τα κοινά, δεν είναι ιδιώτης, και ξέρουμε τι έφτασε να σημαίνει στις σύγχρονες γλώσσες ο ιδιώτης, ο idiot. Απ’ τη στιγμή που ξυπνάς το πρωί και ανασαίνεις μέχρι το βράδυ δεν έχεις επιλογή να μην  ασχολείσαι με την πολιτική. Στις μέρες μας έγινε επάγγελμα, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι στη Βουλή που πληρώνονται για να αποφασίζουν για μας. Σε 4 μέρες έχουμε εκλογές, αν καθόμαστε απλώς στον καναπέ και παρακολουθούμε ειδήσεις, τότε δεν είμαστε ενεργοί πολίτες. Όμως γύρω μας υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που πεινούν, αυτοί χρειάζονται ελπίδα, το μόνο που έχουν να χάσουν –κοινότοπο αυτό που θα πω, αλλά θα το πω- παρά μόνο τις αλυσίδες τους. Αυτά είδα στο έργο: ένα παιδί που θέλει να αλλάξει τον κόσμο.

Οι παραστάσεις ήταν λίγες και το έργο έχει επιτυχία. Σκέφτεστε να το συνεχίσετε;

Λ.Β.: Ίσως το χειμώνα, επειδή πράγματι έχει μεγάλη επιτυχία. Είναι μια πολυπρόσωπη παραγωγή, 12 ηθοποιοί, και ξέρετε πόσο δύσκολο είναι αυτό στους καιρούς μας . Για το καλοκαίρι διαμορφώνουμε τον κήπο του «Χυτήριου» ώστε να μπορεί να λειτουργήσει σαν ένας χώρος όπου θα μπορεί κανείς να πιεί κάτι, να δροσιστεί, να συναντήσει φίλους, ομότεχνους… Θα χρησιμοποιήσουμε παλιά σκηνικά, καθίσματα και τραπέζια από παραστάσεις… Επίσης θα προβάλουμε ταινίες –παλιές και νεότερες- που γυρίστηκαν με βάση θεατρικά έργα.

Ταυτότητα παράστασης:

Απόδοση κειμένου: Βάσια Παναγοπούλου και Λαέρτης Βασιλείου
Σκηνοθεσία και Μουσική Επιμέλεια: Λαέρτης Βασιλείου

Σκηνικά – Κοστούμια: Φωτεινή Μουτάφη
Επιμέλεια Κίνησης: Μαριέλα Νέστορα
Βίντεο: Χρήστος Δήμας
Φωτισμοί: Κατερίνα Μαραγκουδάκη

Βοηθός Σκηνοθέτη: Χαρά Ζησιμάτου

Ερμηνεύουν: Αλέξανδρος Αχτάρ, Λαέρτης Βασιλείου, Θοδωρής Ελευθεριάδης, Στέφανος Οικονόμου, Δημήτρης Όντος, Ηλίας Παπακωνσταντίνου, Χρυσόστομος Παπανικολάου, Νικόλας Πιπέρας, Αχιλλέας Σκεύης, Πάνος Τρουμπoυνέλης, Γιώργος Τσάμης, Φώτης Τσοτουλίδης, Νικόλας Χατζηβασιλειάδης

ΕΠΟΧΗ, 17.6.2012

ΟΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ και «Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ»

Σχολιάστε

Φραντς Κάφκα

          Το θέμα της μεταμόρφωσης απασχολεί τους ανθρώπους από τα πανάρχαια χρόνια. Και όλοι οι πολιτισμοί έχουν να επιδείξουν τελετές και μύθους που σχετίζονται με μεταμορφώσεις. Η έννοια της μεταμόρφωσης είναι πολυεπίπεδη και πολύσημη. Κατά μία έννοια, περιλαμβάνει όλες τις αλλαγές που οδηγούν σε μια νέα κατάσταση,  οριακά και ο θάνατος μπορεί να θεωρηθεί μια μεταμόρφωση. Μάλιστα μπορούμε να πούμε η μέγιστη μεταμόρφωση, η μετατροπή του ζώντος σε νεκρό.

         Το ανθρώπινο σώμα είναι υλικό και υπόκειται στους νόμους της φύσης και της φυσικής. Γεννιέται, φθείρεται με το χρόνο και πεθαίνει, μπορεί να βρίσκεται σε ένα μόνο χωρικό σημείο μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, έχει συγκεκριμένες διαστάσεις και αντοχές, οι αλλαγές που υφίσταται ορίζονται από τη βιολογία, τη χημεία, τη φυσική, οι παρεμβάσεις σ’ αυτό –ακόμα και σήμερα με την εξέλιξη της πλαστικής χειρουργικής-  δεν μπορούν να ξεπεράσουν κάποια όρια. Το ανθρώπινο σώμα έχει  ιστορικότητα. Επίσης όσο πλατιά γκάμα σωματότυπων κι αν υπήρξαν ή υπάρχουν ακόμα, υπάρχουν πάντα  και όρια αναγνωρισιμότητας και ένταξης στο ανθρώπινο γένος. Ακόμα και στα έργα επιστημονικής φαντασίας, οι εξωγήινοι διαθέτουν συνήθως συγκινητικώς αφελή αναγνωρίσιμα ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Άλλωστε η φαντασία αποτελεί μια αναδόμηση των στοιχείων της πραγματικότητας.

         Ωστόσο οι άνθρωποι έπαιζαν πάντα με τα όρια. Φαίνεται ότι επειδή έχουμε συνείδηση του άλλου που αποτελούμε για το φυσικό περίγυρο –πιο συνηθισμένη είναι η αντίστροφη έκφραση: πως ο φυσικός κόσμος αποτελεί το άλλο του ανθρώπου, αλλά ο φυσικός κόσμος είναι μεγαλύτερος και εμείς αποτελούμε μέρος του- επειδή λοιπόν αποτελούμε το άλλο του φυσικού κόσμου, μια διαφορετικότητα που την συνειδητοποιούμε τρομαγμένοι και περήφανοι, προσπαθούμε να βρούμε  τρόπους να εδραιώσουμε την ανθρώπινη ταυτότητα, να βρούμε τα χαρακτηριστικά του είδους «άνθρωπος» και ό,τι ορίζει –ας μου συγχωρεθεί η αδόκιμη λέξη- η ανθρωπινότητα. Η ανθρώπινη ταυτότητα ορίζεται συνήθως με την διαφορετικότητα προς δύο τρομακτικές κατηγορίες: το ζώο και το θεό. Γι’ αυτό στο τέρας συνυπάρχουν στοιχεία από δυο διαφορετικούς κόσμους –τον ανθρώπινο και τον ζωώδη (Σφίγγα), είτε  τον ανθρώπινο και τον θεϊκό (Μέδουσα).

Καραβάτζιο, Μέδουσα

         Το ανθρώπινο σώμα δεν έχει απλώς όρια αποτελεί επίσης το ίδιο ένα όριο που κρατά τον άνθρωπο στα όρια της ανθρωπινότητας. Η σωματική δομή αποτελεί μέρος της ανθρώπινης ταυτότητας. Θα υποστηρίζαμε ότι είναι σημάδι θεϊκότητας ακριβώς πως το θείο σώμα δεν υπόκειται σε κανένα φυσικό νόμο. Οι θεοί του αρχαιοελληνικού πολυθεϊσμού, για παράδειγμα. Μπορεί εξωτερικά να φέρουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά σε δυσθεώρητες αναλογίες βεβαίως αλλά το σώμα τους καταλύει τους φυσικούς νόμους: είναι υπεριστορικό,  αθάνατο –κατά κάποιο τρόπο- , μολονότι στις αρχαίες πολυθεϊστικές θρησκείες γεννιέται (έστω και με τρόπους θαυμαστούς, η Άρτεμη ξεπετιέται από τη μήτρα της Λητώς και αμέσως μεγαλώνει για να γίνει η μαία του δίδυμου αδελφού της, η Αθηνά ξεπετάγεται από το κεφάλι του Δία) μολονότι έχει επίσης  μεράδι στη φθορά (η Αφροδίτη τραυματίζεται και από το ωραίο χέρι της ρέει ο ιχώρ). Το θεϊκό σώμα μπορεί να είναι ταυτόχρονα σε δύο ή περισσότερα μέρη, μετακινείται στο χρόνο και το χώρο  και φυσικά μεταμορφώνεται. Και η μεταμόρφωση αποτελεί σημάδι θεϊκότητας.

 Η μεταμορφωτική δυνατότητα των αρχαίων θεών στρέφεται κάποτε εναντίον τους, αλλάζοντας τη διαδοχή των γενεών που κυβερνούν τις θεότητες: ο Δίας, που φοβάται το παιδί που θα του γεννήσει η Μήτις, γιατί σύμφωνα με τον χρησμό θα του πάρει την εξουσία, την προτρέπει να δείξει  το μέγιστο δείγμα της παντοδύναμης θεϊκότητάς της, να μεταμορφωθεί σε διάφορα ζώα. Την ξεγελά και όταν μεταμορφώνεται σε ποντίκι την καταπίνει, ενσωματώνοντας την πανουργία της αλλά και το παιδί που κουβαλούσε στα σπλάχνα της, που θα γεννηθεί από αυτόν, πλήρως υποταγμένο στην πατριαρχική εξουσία του. Η συνάντηση του θείου και του ανθρώπινου άλλωστε μπορεί να συμβεί μόνο αν το θείο σώμα πάρει χαρακτηριστικά που μπορούν να αντέξουν τα ανθρώπινα μάτια. Μόνο μεταμορφωμένο σε άνθρωπο μπορεί να αντέξει την επαφή με το θεό του ο άνθρωπος και αυτό το ξέρει καλά και ο χριστιανισμός.

         Κάθε φορά που ένα ανθρώπινο σώμα μεταμορφώνεται, σημαίνει θεϊκή παρέμβαση –βοήθεια, εύνοια ή τιμωρία. Η Δάφνη παρακαλεί το Δία να την βοηθήσει να αποφύγει το βιασμό της από τον Απόλλωνα και ο Δίας δεν βρίσκει άλλο τρόπο παρά να μετατρέψει το κοριτσίστικο σώμα σε φυτό. Ο ταλαίπωρος Τιθωνός, κουρασμένος από ένα διογκούμενο γήρας, που, όμως, δεν συνοδεύεται από τη λυτρωτική πιθανότητα του θανάτου, ζητά απελπισμένος βοήθεια από τους θεούς, και ο Δίας, διορθώνοντας  το άφρον αίτημα της κόρης του Ηώς που του φόρτωσε από έρωτα την κατάσταση, αλλά και την δική του επιπόλαιη πραγματοποίησή του, μετατρέπει τον γέροντα σε τζιτζίκι.  Και φυσικά στην «Οδύσσεια» η Αθηνά, που τρέφει αδυναμία στον Οδυσσέα, τον μεταμορφώνει συχνά για να τον σώσει ή για να τον βοηθήσει να προχωρήσει στο σκοπό του, την επιστροφή του στην Ιθάκη και την αποκατάστασή του στο θρόνο.

Απόλλων και Δάφνη, ψηφιδωτό του 3ου αι. μ.Χ, από την Αντιόχεια

         Αν στις περιπτώσεις που αναφέραμε η θεϊκή παρέμβαση έχει χαρακτήρα βοήθειας προς τον θνητό, υπάρχουν  περιπτώσεις που έχει χαρακτήρα τιμωρίας: θυμωμένος ο Δίας πάλι με την Αταλάντη και τον Μελανίωνα που συνουσιάστηκαν μέσα στο ναό του, τους μετέτρεψε σε λιοντάρια. Ενώ τον Λυκάονα και τους γιους του, που για να τον δοκιμάσουν όταν επισκέφθηκε το βασίλειό τους της Αρκαδίας, του έδωσαν να φάει ανθρώπινη σάρκα, τους μεταμόρφωσε σε λύκους. Μια από τις γνωστότερες μεταμορφώσεις –εξαιτίας και του αισχυλικού Προμηθέα- είναι αυτή της Ιούς σε αγελάδα από την Ήρα, που οι απιστίες του Δία  την έκαναν πολύ εκδικητική απέναντι στις ερωμένες του συζύγου της.  Στα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα, ο τύραννος του Ακράγαντα Φάλαρις, συνέλαβε μια φρικιαστική εκτέλεση των πολιτικών του αντιπάλων κυρίως: έβαλε και κατασκεύασαν ένα μεταλλικό ταύρο που μέσα ήταν κούφιος. Τοποθετούσαν εκεί τον κατάδικο κι έπειτα άναβαν φωτιά. έχοντας χάσει την ανθρώπινη υπόσταση, μέσα στο ζώο που σκέπαζε την ανθρώπινη θωριά και καταργούσε από τα μάτια το σώμα του ανθρώπου, ντύνοντάς το με αυτό του μεταλλικού ζώου, ο άνθρωπος πέθαινε ουρλιάζοντας από τους πόνους, χάνοντας έτσι κάθε τελευταίο ψήγμα αξιοπρέπειας και ανθρωπινότητας. Ένα σύστημα σωλήνων μετέτρεπε τις κραυγές σε μυκηθμούς ταυρίσιου, ενώ από τα ρουθούνια έβαγαιναν καπνοί.

         Με τιμωρητικό τρόπο χρησιμοποίησαν τη μεταμόρφωση και οι Ρωμαίοι. Όχι μόνο στους μύθους. Η απονομή δικαιοσύνης στη Ρώμη ενέχει το θεαματικό στοιχείο που οδηγεί στον εξευτελισμό του καταδίκου. Οι εκτελέσεις αποτελούν μέρος μίμων, όπου ο κατάδικος παίζει το ρόλο ενός μυθικού προσώπου και τελειώνει με τον τρόπο που εκείνο παρέδωσε το πνεύμα του. Ένας από τους αγαπημένους μίμους ήταν η συνεύρεση του Δία με την Ιώ, εκείνος ως ταύρος και εκείνη ως αγελάδα, όπου η κατάδικος τυλιγόταν μέσα στο δέρμα μιας αγελάδας, πέθαινε τυραννικά και έχοντας χάσει την ανθρωπινότητα. Ενώ ο Απουλήιος διασώζει μια τρομερή περιγραφή βασανιστηρίου όπου ο βασανιζόμενος ράβεται μέσα στο τομάρι ενός γαϊδάρου και αφήνεται να πεθάνει μέσα στον φριχτό και εξευτελιστικό τάφο του.

         Μπορεί όλοι αυτοί οι μύθοι που αναφέραμε παραπάνω να δύνανται να εξηγηθούν με πολλούς τρόπους –ανθρωπολογικά, ψυχαναλυτικά ή αλλιώς- όμως σε όποια ερμηνεία κι αν καταφύγουμε, το γεγονός είναι πως το ανθρώπινο σώμα αλλάζει οριστικά ή για περιορισμένο χρόνο μόνο με θεϊκή παρέμβαση. Αντιθέτως οι θεοί μεταμορφώνονται συνεχώς σε ό,τι ή και όποιον θέλουν.

         Όταν στον ελληνορωμαϊκό κόσμο έφτασε ο χριστιανισμός, τα πράγματα άλλαξαν. Στο χριστιανισμό δεν έχουμε μεταμορφώσεις θνητών σωμάτων, έχουμε όμως θαυματουργικές μετακινήσεις σωμάτων που καταλύουν τα φυσικά όρια και τους νόμους. Και επιβίωση της αντίληψης ότι αυτό είναι θεϊκό άγγιγμα, που φέρνει στους ανθρώπους μια πνοή θεϊκή που είναι μαζί ευλογία και καταστροφή, άλλο τόσο τέτοια πράγματα στο χριστιανισμό είναι σημάδια αγιότητας ή, που ουσιαστικά δεν είναι αντίθετο, σημάδια του Σατανά. Οι δαίμονες μεταμορφώνονται συχνά σε ζώα. Ή παίρνουν την μορφή ανθρώπινων πλασμάτων που με την εκμαυλιστική ομορφιά τους βάζουν σε πειρασμό άγιους ανθρώπους. Όταν ανακαλυφτούν, μεταμορφώνονται σε άγρια ή σιχαμερά ζώα και χάνονται σαν καπνός νικημένοι. Η δικιά τους μεταμόρφωση δεν κατάφερε να προκαλέσει την μεταμόρφωση του πιστού σε ένα ζώο εσωτερικά.

Μπος, Ο ειρασμός του αγίου Αντωνίου

           Όπως η Δάφνη, η Θέκλα –η πρωτομάρτυς αγία της χριστιανικής θρησκείας, ένα πρόσωπο ανάμεσα στο μύθο  και την αλήθεια- λέει το απόκρυφο των «Πράξεων Παύλου και Θέκλας», όταν κινδυνεύει να χάσει την παρθενία της σε μεγάλη ηλικία από επίδοξους βιαστές, που θεωρούν ότι έτσι θα πάρουν τη θεραπευτική δύναμη, ζητά με θερμή προσευχή τη σωτηρία της, και ο Θεός την μεταφέρει θαυματουργικά στη Ρώμη, κοντά υποτίθεται στον αγαπημένο της απόστολο. Η Μαρία, η μητέρα του Ιησού μεταφέρεται ολόσωμη στον παράδεισο, σύμφωνα με το ψευδοιωάννειο απόκρυφο του 5ου αι. που επιγράφεται «Κοίμηση της «Θεοτόκου». Αντίθετα, όπου υπάρχει μεταμόρφωση σε ζώο, είναι σημάδι του διαβόλου και της παρουσίας του στον κόσμο. Οι μάγοι και κυρίως οι μάγισσες έχουν τέτοιες ιδιότητες. Θρύλοι χριστιανικοί από το τέλος του αρχαίου κόσμου και  τον πρώιμο μεσαίωνα, που επιβιώνουν ως τις μέρες μας –βλέπετε η κρίση έχει και τέτοια αποτελέσματα, αναβίωσης φόβων που χρησιμεύουν, να την πάλι, ως μεταμόρφωση της μεγάλης ανασφάλειας από τους τριγμούς του συστήματος- μας μιλούν για τους σαββατικούς χορούς των μαγισσών που ενώνονταν με τον διάβολο που είχε σχεδόν πάντα τη μορφή ζώου και που μεταμορφώνονται και οι ίδιες σε σιχαμερά ζώα, φορείς ασθενειών, για να φέρουν το κακό στον κόσμο. Άλλωστε όλη η λογοτεχνία του κακού έχει ως ένα σημείο να κάνει με μεταμορφώσεις: λυκανθρωπία, άνθρωποι-νυχτερίδες κτλ.

         Η ιστορία των μεταμορφώσεων σε ζώα αναζωπυρώθηκε με την διάδοση της δαρβινικής θεωρίας. Τότε εμφανίστηκαν αρκετά λογοτεχνικά έργα που ο ήρωάς τους μεταμορφωνόταν σε ζώο και ειδικά σε πίθηκο, είδος που αντιπροσωπεύτηκε στην ελληνική λογοτεχνία με τον περίφημο «Πίθηκο Ξουθ» του Συριανού Ιάκωβου Πιτσιπίου. Συνήθως πάντως ο μεταμορφούμενος παίρνει τη μορφή του ζώου που κουβαλάει μέσα του. Γι’ αυτό και ο Κάρλο Κολόντι στο πιο πολυμεταφρασμένο βιβλίο του κόσμου μετά την Βίβλο και το Κοράνι, τον Πινόκιο, στέλνει τα άτακτα παιδιά στη χώρα της χαράς, όπου μετατρέπονται σε γαϊδούρια. Από αυτή την ιδέα δεν ξεφεύγει ούτε το θέατρο του παραλόγου: στην εξωλογική κοινωνία των ρινόκερων στο ομώνυμο έργο του Ιονέσκο, το μόνο ευεξήγητο στοιχείο είναι η επιλογή του ζώου στο οποίο μεταμορφώνονται οι άνθρωποι: το πιο αστείο, απρόβλεπτο παχύδρομο, άκομψο, βγαλμένο από το χρονοντούλαπο της εξέλιξης.

Από την ταινία «Η μύγα’ του Ντ. Κρόνεμπεργκ (η τελική μεταμόρφωση)

         Στα νεότερα χρόνια η μεταμόρφωση παίρνει και μια άλλη διάσταση: γίνεται κριτική της επιστήμης ή της επιστημονικής αλαζονείας, κυρίως μετά τα θετικιστικά ρεύματα. Όταν η επιστήμη ξεπερνάει τα όριά της και προσπαθεί να παίξει το ρόλο του θεού, τότε την περιμένει μια άσχημη έκπληξη: η καταβαράθρωση στα τάρταρα του κτηνώδους. Δυο είναι ίσως τα κορυφαία βιβλία του είδους: Το νησί του δόκτορος Μορώ του Γουέλς  και Η μύγα του Τζόρτζ Λαντζελάαν που ενέπνευσε το ομώνυμο φιλμ του Κρόνεμπεργκ αλλά και την ομότιτλη θαυμάσια όπερα του Χάουρντ  Σορ.

         Η βασική ιδέα της καφκικής «Μεταμόρφωσης» μπορεί να ενταχτεί στην σχετική φιλολογική παράδοση. Και όπως και στα άλλα έργα της κατηγορίας η μεταμόρφωση δίνει τη δυνατότητα στο συγγραφέα να στήσει μια εφιαλτική αλληγορία, που, μολονότι πασπαλισμένη με γενναίες δόσεις ενός ιδιότυπου και υπόγειου χιούμορ, φτάνει συχνά να κάνει τον αναγνώστη να υποφέρει. Ο Γκρέγκορ Σάμσα μεταμορφώνεται σε έντομο. Δεν είναι καν ένα ζώο από τον κόσμο του σχετικά πιο κοντινού στον άνθρωπο κόσμου των τετράποδων θηλαστικών, με μέγεθος και αναγνωρισιμότητα. Γίνεται έντομο,  ένα πλάσμα από τις πιο χαμηλές βαθμίδες της εξελικτικής αλυσίδας, υπ’ αυτήν την έννοια το απόλυτο άλλο, το απεχθές, σιχαμερό άλλο, το τελείως ξένος προς τον άνθρωπο ως ανατομία και λειτουργία. Και μάλιστα μεταμορφώνεται σε ένα έντομο βρωμερό, που τρέφεται με σάπιες τροφές και ακαθαρσίες. Όσο προχωράμε, τόσο πιο πολύ απομακρυνόμαστε από την ανθρώπινη ουσία. Τι ξενίζει τον αναγνώστη; Ό,τι εντυπωσιάζει σε μια ιστορική και όχι θεολογική ανάγνωση των νεκραναστάσεων στα ευαγγέλια: η αντίδραση του περίγυρου, της οικογένειας. Η ψυχραιμία της αντιμετώπισης. Δεν μιλώ για τον τρόπο που επηρεάζεται μετά η οικογένεια, αλλά για την έλλειψη έκπληξης απέναντι στο τερατώδες θαύμα. Καμιά έκπληξη μπροστά στο γεγονός καθαυτό. Απλώς μια ενόχληση από τα αποτελέσματα της μεταμόρφωσης για τη λειτουργία και  την οικονομία του οίκου. Καμιά συμπόνια, έλεος, πού λόγος για αγάπη… Ο Κάφκα φτιάχνει ένα ερμητικό κόσμο σχέσεων που συστήνουν τον οίκο της σύγχρονης κοινωνίας. Η εργασία –ως σχέση εκμετάλλευσης- που ντύνεται ένα ψευδές ένδυμα ικανοποίησης για τον εργαζόμενο, αν την πατήσει και ταυτιστεί με την εταιρεία και τους σκοπούς της και η οικογένεια –αυτό το συντριπτικό κοινωνικό κύτταρο, που καταπίνει τη διαφορετικότητα, λειτουργεί ως ισοπεδωτικός μηχανισμός μιας κοινωνικοποίησης που λίγο διαφέρει από την υποταγή στις επίσημες κοινωνικές νόρμες. Για να το πούμε με τα λόγια ενός ξεχασμένου εν πολλοίς σήμερα γάλλου μαρξιστή φιλοσόφου, του Αλτουσέρ: αναπαράγει ιδεολογικούς μηχανισμούς και εντάσσει σ’ αυτούς τα βλαστάρια της. Ο Κάφκα όμως δεν μένει στην μια πλευρά: παρακολουθεί επισταμένα και πώς αυτός ο μηχανισμός επηρεάζεται από τα αποτελέσματα της ίδιας του της λειτουργίας: η οικογένεια του Γκρέγκορ  Σάμσα κλυδωνίζεται από αυτό που συμβαίνει στο κλειστό δωμάτιο του γιου της. Ο  θάνατός του θα της δώσει την ενότητα και την ταυτότητα.

          Ο Γκρέγκορ Σάμσα ξυπνά ένα πρωί μετά από μια νύχτα γεμάτη εφιάλτες. Ξυπνά μεταμορφωμένος σε έντομο, εγκλωβίζεται η ανθρώπινη συνείδηση στο τερατώδες της οπισθοδρόμησης σε κάτι μακρινό από την ανθρώπινη ιδιότητα. Στην πραγματικότητα, μπορεί η μεταμόρφωσή του και ό,τι την ακολούθησε να είναι ο αληθινός εφιάλτης. Αλλά δεν έχει σημασία. Γιατί μερικοί εφιάλτες δεν τελειώνουν ποτέ. Για να τελειώσουν πρέπει να συντριβούν οι δομές και τα συστήματα που τους δημιούργησαν. Και ο Κάφκα –ο Κάφκα με την τραυματική σχέση με τον πατέρα του, ο Κάφκα πολίτης της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας, που την κατάρρευσή της περιγράφει αριστουργηματικά ο Μούζιλ στον άνθρωπο χωρίς ιδιότητες- ο Κάφκα που συνδυάζει όσο κανείς στο πλατύ και άνισο πεδίο της  modernite την ανοιχτή πληγή των υπαρξιακών ερωτημάτων με την πιο πολιτική διάσταση της ύπαρξης: αυτήν που συγκρούεται με το παγωμένο τιμωρητικό ακατανόητο, που ο πολίτης-άνθρωπος οφείλει να δεχτεί ως υπαρξιακή συνθήκη για να εδραιωθεί μέσα σ’ αυτό η υποταγή, δεν αφήνει περιθώρια σε αυταπάτες:  η τερατώδης αλλαγή, η απανθρωποποίηση του ανθρώπου, καλύπτεται κάτω από σιωπή, η ζωή συνεχίζεται κάπου αλλού, όπου τα πάντα θα επαναληφθούν ατόφια. Δεν θέλουμε να ξέρουμε. Ο κόσμος πρέπει να μείνει ως έχει. Όμως η αφήγηση της ιστορίας έχει αλλάξει τα δεδομένα. Ο αναγνώστης, ο κάθε αναγνώστης είναι μάρτυρας πως αυτό έγινε, και μεταφέρει στον κόσμο την ιστορία του Γκρέγκορ Σάμσα, μεταφέρει τον εφιάλτη, τον κάνει λόγο, επιβάλλει τη γνώση του και συμβάλλει στην ανατροπή του.

Διαβάστηκε στο Συμπόσιο για τα 100 χρόνια της «Μεταμόρφωσης»,

που οργάνωσε στο΄Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, την Κυριακή,

27.5.2012, η ομάδα «Σημείο 0»

Older Entries