«Φρίντα κι άλλο»

Σχολιάστε

 

Η Φρίντα Κάλο από τους Fly Theatre

 

 

Frida Kahlo. Self-Portrait.

Αυτοπροσωπογραφία (1933)

         Γνώρισα το έργο της Φρίντα Κάλο όταν ήμουν φοιτήτρια στο Παρίσι, στα μέσα της δεκαετίας του ’80 και γοητεύτηκα.  Λίγο καιρό πριν είχε εκδοθεί η βιογραφία από την Hayden Herrera και είχε πραγματοποιηθεί η μεγάλη έκθεση με έργα της μαζί με έργα της φωτογράφου και πολιτικής ακτιβίστριας Τίνα Μοντότι στο Λονδίνο, που είχαν αναζωογονήσει το ενδιαφέρον για την ζωή και το έργο της.  Υπήρχε βέβαια και το γυναικείο κίνημα. Το Παρίσι εκείνη την περίοδο έμοιαζε γοητευμένο από την  φλογερή μεξικάνα ζωγράφο, αλλά όπως παντού,  η «φρινταμάνια» μάλλον άφηνε κάπως στο παρασκήνιο το έργο και επικέντρωνε στις ιδιαιτερότητες της ζωής της.

Την ίδια περίοδο, το επιστημονικό πεδίο που ονομάζουμε cultural studies βουτούσε με ενδιαφέρον στο έργο της, ενώ και ο εικαστικός κόσμος, που μελετούσε και εμπνεόταν  από την πολυπολιτισμικότητα, στεκόταν με προσοχή στο έργο της. Η Φρίντα Κάλο είχε από χρόνια πάψει να είναι η γυναίκα του Ντιέγκο Ριβέρα και είχε αποκτήσει ιδία καλλιτεχνική υπόσταση. Δεν είμαι ειδικός, το αντίθετο, αλλά τη θεωρώ μια από τους σπουδαιότερους ζωγράφους –και όχι μόνο του 20ου αιώνα.  Ο πίνακάς της «Σπασμένη στήλη» -η ίδια, σε μετωπική παράσταση, μας αφήνει να δούμε στο εσωτερικό του σώματός της την σπονδυλική της στήλη σαν αρχαία κολώνα τσακισμένη, οι σπόνδυλοι της κολώνας δεν στέκουν καλά ο ένας πάνω στον άλλον όπως οι δικοί της σπόνδυλοι από το ατύχημα που είχε πολύ νέα και της δημιούργησε μεγάλες κινητικές δυσκολίες και αφόρητους πόνους- είναι από τις συγκλονιστικότερες ζωγραφικές δημιουργίες που γνωρίζω.

Γυναίκα παθιασμένη, εκρηκτική, βαθιά ερωτική, αμφιφυλόφιλη -όργωνε με άνεση τα όρια ανάμεσα στα φύλα- αιώνια ερωτευμένη με τον Ντιέγκο Ριβέρα και την επανάσταση, οργανωμένη στο κομμουνιστικό κόμμα, ακτιβίστρια μέχρι το τέλος της ζωής της, όσο της επέτρεπε τουλάχιστον το σώμα της. Μια γοητευτική ψεύτρα που σκηνοθετούσε την εικόνα της και άλλαζε το αφήγημα της ζωής της προσαρμόζοντάς το στην ανάλογη φάση της ζωής της.  Η ζωή της και το έργο της αποτελούν μια αξεδιάλυτη ενότητα, όχι τόσο εξαιτίας των πολλών ερωτικών της περιπετειών, εκεί θέλουν κάποιοι να περιορίσουν αυτή την ενότητα, ούτε καν επειδή το θέμα της υγείας της είναι πανταχού παρόν, αλλά γιατί με το σώμα της και την ζωή της φέρει την τέχνη της: είναι οι πίνακες που ζωγραφίζει περισσότερο από ό,τι οι πίνακές της είναι αυτή.

Frida Kahlo. The Broken Column.

Η σπασμένη στήλη (1944)

         Η ζωγραφική της χαρακτηρίζεται από μία σχεδόν ολοκληρωτική αυτοαναφορικότητα. Και δεν είναι περίεργο. Περνά μεγάλα διαστήματα ακινητοποιημένη στο κρεβάτι, μετά από επώδυνες επεμβάσεις αλλά και αποβολές. Εκείνο τον ατέλειωτο χρόνο της ακινησίας, ζωγραφίζει τον εαυτό της, όπως είναι ή όπως θα ‘θελε να είναι. Η ζωγραφική δεν είναι φυγή είναι ελευθερία, φαντασία, έρωτας. Αυτό αποκαλύπτει η περίφημη φράση της «Δεν είμαι άρρωστη, είμαι σακατεμένη. Ευτυχώς μπορώ να ζωγραφίζω και αυτό με κάνει ευτυχισμένη». Η  αυτοαναφορικότητα έτσι κι αλλιώς  δεν σημαίνει περιορισμό στον εαυτό της, το αντίθετο. Μετατρέπει τον εαυτό της σε εκρηκτικό πεδίο εγγραφής αιτημάτων και εξομολογήσεων.

Κι όμως αυτή η πασίγνωστη Φρίντα Κάλο, είναι εν πολλοίς άγνωστη.  Το όνομά της ανακαλεί περισσότερο μια περσόνα και όχι ένα καλλιτέχνη. Τα έργα της είναι εύκολα αναγνωρίσιμα, βγαίνουν σε σου-βερ, σε τασάκια, σε μπλουζάκια, αλλά σαν την Τζοκόντα, ελάχιστοι –πλην των ειδικών-σκύβουν με προσοχή στις λεπτομέρειές τους, τα βλέπουν δηλαδή πραγματικά.

Αποτέλεσμα εικόνας για φρίντα fly

  Η Α. Δαμβόγλου ως Φρίντα Κάλο

        Πολλά χρόνια το θέατρο και ο κινηματογράφος ασχολούνται με την Φρίντα Κάλο. Το ελληνικό θέατρο επίσης ασχολείται μαζί της από καιρό. Προσωπικά θυμάμαι την παράσταση «Φρίντα/Φρίντα» (2008) σε κείμενο και σκηνοθεσία της μεξικάνας Εστέρ Αντρέ Γκονζάλες με την Φένια Παπαδόδημα και την Κατερίνα Τοκάλου, αλλά και την φετινή «Φρίντα» με την Έλλη Χρονιάρη –υπήρξαν κι άλλες βεβαίως σχετικές δουλειές. Φέτος είχαμε μια νέα δουλειά για την Φρίντα Κάλο. «Φρίντα κι άλλο» ο τίτλος –το λογοπαίγνιο αποδίδει ήδη εξ αρχής μια διάθεση παιχνιδιάρικη με το θέμα και το πρόσωπο. Δημιουργοί του οι δύο Fly Theatre, Κατερίνα Δαμβόγλου και Robin Beer, που τις δύο προηγούμενες σεζόν έδωσαν την επιτυχημένη «Αγγελική».

Έχοντας καλά αφομοιωμένες τις τεχνικές του σωματικού θεάτρου, έχοντας την εμπειρία της συνεργασίας με τον Σάιμον Μακ Μπέρνυ και την Complicite, οι Fly Theatre, επιχείρησαν μια μελέτη της Κάλο, με χιούμορ και φαντασία.  Βοήθησε και το πρόσωπο της Δαμβόγλου που με το κατάλληλο μακιγιάζ παρουσίαζε μια εντυπωσιακή ομοιότητα με την ζωγράφο. Στην παράσταση, η βιογραφία και η ζωγραφική ισορροπούν -ισορροπία που στηρίζεται στο  ιλιγγιώδες παιχνίδι του ηλεκτρονικού σκηνικού. Η Δαμβόγλου με επιτηδευμένη μεξικανιζουσα προφορά κινείται σε ένα άυλο σκηνικό χώρο, όπου ο Robert Beer  δημιουργεί ένα διαρκώς ανανεούμενο σύπμπαν στο οποίο κυριαρχούν οι πίνακες της Κάλο, με τρόπο που η αφήγηση της ζωής της να γεννά τον πίνακα και να γεννιέται μέσα απ’αυτόν.

Το σώμα της «ντύνεται» ηλεκτρονικά, χρωματίζεται, σκιές χορεύουν, καρτούν συνοδεύουν φράσεις ή σχολιάζουν κοροϊδευτικά καταστάσεις. Ο Beer με τον υπολογιστή του συμπρωταγωνιστεί και καθοδηγεί την αφήγηση. Λεπτομέρειες από πίνακες ή και πίνακες ολόκληροι ορμούν στη σκηνή. Ο συγχρονισμός τους εντυπωσιάζει. Ωστόσο, αυτή η πρωτοπόρα τεχνική την ίδια στιγμή δημιουργεί και ένα ζήτημα: υπάρχουν φορές που παίρνει τα ηνία, πρωταγωνιστεί, παρασύρει, εγκλωβίζει το θεατή στις εναλλαγές, στις τεχνικές δυνατότητες, τον απομακρύνει από το ζητούμενο.

Η εκφορά του λόγου είναι γρήγορη, οι συναισθηματικές εντάσεις δυνατές. Η παράσταση δεν θέλει την αγιοποίηση. Η Φρίντα εδώ έχει στοιχεία καρικατούρας, είναι η Φρίντα που ξέρει ο πολύς κόσμος. Τα επεισόδια που επελέγησαν να παρουσιαστούν είναι τα πιο γνωστά της ζωής της. Οι Fly Theatre μοιάζουν να θέλουν να υπονομεύσουν με την παράστασή τους την μανία για την Φρίντα και να αναδείξουν την ανάγκη να ασχοληθούμε -αν και όποιοι θέλουμε-με το έργο της. Και τότε θα γνωρίσουμε την πραγματική Φρίντα.

Παρόλο που είναι προφανές ότι ηθελημένα δεν θέλησαν να προχωρήσουν σε μια αποτίμηση της συνολικής δραστηριότητας της Κάλο και μολονότι υπήρχε γενικά μια διάθεση ελαφρότητας που πέρναγε στο κοινό δημιουργώντας του ευφρόσυνα συναισθήματα που έφταναν κάποιες στιγμές να γίνουν γέλιο, δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έλειψε η αναφορά στον ιστορικό περίγυρο (η Κάλο ψευδόταν για την ημερομηνία γέννησής της, θέλοντας να πιστέψουν ότι είχε γεννηθεί την μέρα που ξέσπασε η μεξικάνικη επανάσταση), στις πολιτικές συνθήκες, στην στράτευσή της στο κομμουνιστικό κόμμα. Με αποζημίωσε η καταιγιστική ερμηνεία της Δαμβόγλου, οι εξαιρετικές φωνητικές της ικανότητες, η εκφραστικότητά της, η κίνησή της.

 

ΕΠΟΧΗ, 28.1.2018

 

 

 

 

Advertisements

«Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ». Ο Φώτης Μακρής σκηνοθετεί το εμβληματικό μυθιστόρημα του Χ. Μπελ

Σχολιάστε

 

«Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ» γράφτηκε τη δεκαετία του ’70, σχεδόν μισό αιώνα πριν δηλαδή, ωστόσο η επικαιρότητά της φτάνει να είναι οδυνηρή. Διαβάζοντας το μυθιστόρημα του Χάινριχ Μπελ έχεις σχεδόν την εντύπωση ότι γράφτηκε μόλις χτες. Λέμε «σχεδόν» γιατί οι εξελίξεις στον Τύπο, η αδηφαγία των ΜΜΕ, η μαεστρία στην κατασκευή ενόχων και την δημιουργία εξαιρετικά αληθοφανών ειδήσεων ξεπέρασαν τη διορατικότητα και την φαντασία του μεγάλου Γερμανού συγγραφέα. Παρ’όλ’αυτά, η περιγραφή και η ανάλυσή του στο φαινόμενο του «εισαγγελικού Τύπου» και των επιπτώσεών του στην ζωή του πολίτη παραμένει αξεπέραστη.  Το θέμα απασχόλησε το Μπελ από νωρίς: ήδη  το 1971 ο Μπελ έγραψε ένα άρθρο στο οποίο καταδίκαζε τις μεθόδους κατασκευής ενόχων από την γνωστή μας «Bild»,  με αφορμή την άκριτη και βιαστική  των ομάδων Μπάαντερ Μάινχοφ για μια συγκεκριμένη ληστεία στο πρωτοσέλιδο της επόμενης κιόλας μέρας. Η «Καταρίνα» του δίνει λογοτεχνική μορφή στους προβληματισμούς που εκθέτονται σ’αυτό.

Το μυθιστόρημα γνώρισε επιτυχία και γυρίστηκε ταινία από τον Σλέντορφ και την Φον Τρόττα που είχε μεγάλη απήχηση μέσα και έξω από τη Γερμανία. Τόσο στο λογοτεχνικό έργο όσο και την ταινία απασχολεί επίσης η δράση των μυστικών κρατικών υπηρεσιών  και της αστυνομίας –σε αγαστή συνεργασία με το είδος του τύπου που προαναφέραμε- ενώ είναι κατάφωρη η ειρωνεία του Μπελ για τον καθοδηγημένο πανικό της γερμανικής κοινωνίας της εποχής απέναντι στο φαινόμενο της τρομοκρατίας. Ο Μπελ δεν «μάσαγε  τα λόγια του» και η «Καταρίνα» αποτελεί ένα λίβελο ενάντια στην καταπάτηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων του πολίτη και το ηθικό κουρέλιασμά του.

Αποτέλεσμα εικόνας για καταρίνα μπελ μακρής

Η ανθρωποφαγία του κιτρινισμού

         Η  ηρωίδα είναι μια νέα εργαζόμενη γυναίκα –οικιακή βοηθός. Ένα βράδυ γνωρίζει έναν άντρα και περνά τη νύχτα μαζί του. Ο άντρας διώκεται ως τρομοκράτης και η Καταρίνα αμέσως κατηγορείται ως ύποπτη για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση. Ό,τι λέει, χρησιμοποιείται εναντίον της. Η «Εφημερίδα» πρωτοστατεί στην δημόσια διαπόμπευσή της και την δημοσιοποίηση των πιο ιδιωτικών πλευρών της ζωής της και την φτάνει στα άκρα: σκοτώνει τον δημοσιογράφο-βιαστή της. Η κοινωνία αντιδρά σπασμωδικά, η ζωή της κοπέλας διαλύεται. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Μπελ δεν αφήνει στο απυρόβλητο την κοινωνία με τις σπασμωδικές, φιλέκδικες, ανθρωποφαγικές αντιδράσεις της.

Παρόλο που η εφημερίδα που πρωτοστατεί σ’αυτό το ανθρωποφαγικό όργιο έχει το όνομα «Εφημερίδα», είναι φανερό ότι στο στόχαστρο του Μπελ είναι η “ Der Bild” –στην ταινία όσο και στην παράσταση του Μακρή το στήσιμο του πρωτοσέλιδου και ο λογότυπος οδηγούν χωρίς ενδοιασμούς εκεί.

Μολονότι η παράσταση τιμά τα 100χρονα από την γέννηση του Μπελ, στην πραγματικότητα είναι μια περίπου φυσική επιλογή μετά το «Κιβώτιο» του Αλεξάνδρου (που συνεχίζει  για τρίτη χρονιά). Η δουλειά αυτή του Μακρή και των συνεργατών του συνεχίζει τους πολιτικούς προβληματισμούς που ξεδίπλωσε στο «Κιβώτιο», κυρίως το θέμα της προσωπικής ελευθερίας και της επιλογής, αλλά, φυσικά, και τη βία της εξουσίας. Δεν είναι τυχαίο πως ο υπότιτλος του μυθιστορήματος είναι «Πώς γεννιέται η βία και πού μπορεί να οδηγήσει»

Αποτέλεσμα εικόνας για καταρίνα μπελ μακρής

Χιούμορ και ειρωνεία

        Ο Μακρής  σκηνοθέτησε εύστροφα, χωρίς να πέσει στην παγίδα της υπερβολής και των συναισθηματισμών, χρησιμοποιώντας τρόπους που αρύονται από την μπρεχτική παράδοση.  Στηρίχτηκε σε μια διασκευή συλλογική, υπογεγραμμένη από όλο το θίασο –μια διασκευή που κράτησε τα βασικά σημεία, τη δομή και την πολυφωνία του μυθιστορήματος, στο οποίο επικρατεί η πρωτοπρόσωπη αφήγηση αφού πολλά πρόσωπα καλούνται να δώσουν συνέντευξη για την σχέση τους με την κοπέλα και λεπτομέρειες της ζωής της. Απέδωσε με χιούμορ τα σκληρά ζητήματα που θίγει το έργο  – χιούμορ που συναντά το πικρό, δηκτικό υπόγειο χιούμορ του συγγραφέα, το οποίο  λειτουργεί ως εκπορθητικός κριός στο θέμα του. Παράλληλα αναδεικνύει την εξοντωτική ειρωνεία, τον σαρκασμό, που αναδύεται  από την προσεγμένη  ρεαλιστική απόδοση χαρακτήρων και καταστάσεων -σαν να εκδικείται ο Μπελ τον εξευτελισμό της νεαρής γυναίκας με τον εξευτελισμό της εφημερίδας και των ανθρώπων της αστυνομίας και των μυστικών υπηρεσιών. Γρήγορες εναλλαγές ρόλων,   ταχεία εκφορά του λόγου και συνεκφορά κατά την ανάγνωση των πρωτοσέλιδων της «Εφημερίδας/Bild» με κωμικό τρόπο συνεργούσαν στη δημιουργία κλίματος θυμηδίας, οργής και εγρήγορσης στους θεατές.

Οι τέσσερις ηθοποιοί, που αναλαμβάνουν όλους τους ρόλους, δημιουργούν παράλληλα ένα χορό που, την ίδια στιγμή που διαδραματίζονται τα γεγονότα, σχολιάζει και περιγελά  τον κιτρινισμό χωρίς να υποτιμά τους κινδύνους –το αντίθετο, έτσι τους τονίζει παραπάνω. Πρόκειται για μια  βαθύτατα πολιτική παράσταση που δεν καταδέχεται διδακτισμό και ξύλινη καταγγελτικότητα.

Η Στέλλα Κρούσκα υποστήριξε καλά τον κεντρικό χαρακτήρα παίζοντας διαρκώς ανάμεσα στην ενοχικότητα και την αθωότητα –ένας πολίτης που υποχρεώνεται να νιώσει ένοχος ενώ ξέρει καλά και ξέρουν καλά πως είναι αθώος. Ο Βαγγέλης Στρατηγάκος έχει ερμηνευτική πλαστικότητα, η Κλεοπάτρα Τολόγκου και ο Μενέλαος Χαζαράκης  λειτουργούσαν περισσότερο υποστηρικτικά.

ΕΠΟΧΗ, 14.1.2018

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πλάτωνα, Ίων

Σχολιάστε

 

Με χιούμορ, χάρη και γνώση

         Φίλες και φίλοι, ο «Θεατής» εύχεται, με αφορμή τις γιορτές και την έλευση εντός ωρών του νέου έτους, χρόνια πολλά και καλά. Δύναμη να αντέχουμε –αν και όλο συχνότερα θυμάμαι εκείνη την παλιά παροιμία «Βάρδα μη σου δώσει ο θιος ό,τι αντέχεις», γιατί πολλά αντέχει ο άνθρωπος και δεν πρέπει- και μνήμη –να μην ξεχνάμε, ποιοι ήμασταν, ποιοι υποσχεθήκαμε ότι θα είμαστε και κυρίως ποιοι γίναμε, ο καθρέφτης λέει αλήθειες, αν τον κοιτάξεις με ειλικρίνεια και γενναιότητα. Πριν οι πέτρες τον σπάσουν -και δεν θα ξέρεις ποιο χέρι κρατούσε την πέτρα, το αριστερό ή –αλίμονο- το βάρβαρο δεξί.

***

       Χρωστώ σε μια παράσταση –έντιμη, χαρίεσσα και καλοδουλεμένη, με γνώση και μεράκι, να πω δυο λόγια. Είναι ο πλατωνικός Ίων, ανεβασμένος με χιούμορ και φαντασία από την ομάδα «ΗΘΩ» της Λένας Φιλίπποβα. Για να ‘μαι ειλικρινής, θυμήθηκα το χρέος μου τούτο, καθώς έριχνα μια ματιά στις σημειώσεις του Πλάτωνα που δίνω, που δίνουμε να πω ορθότερα, οι διδάσκοντες  το λεγόμενο «γνωστό» της θεωρητικής κατεύθυνσης για τις πανελλαδικές. Και είναι το «γνωστό» μερικές σελίδες του Πλάτωνα από τον Πρωταγόρα και την Πολιτεία –στο δεύτερο τετράμηνο, λίγα σπαράγματα Αριστοτέλη από τα Ηθικά Νικομάχεια και τα Πολιτικά. Τις κοίταζα τις σημειώσεις, λοιπόν, άνυδρες, λαβωμένες από την λέπρα της «εξεταστίτιδας», τρομαγμένες, ξεπατίκωμα ο ένας δάσκαλος του άλλου –κάποιοι πάνε να ψελλίσουμε δυο λέξεις άλλες, να σύρουνε τα κλαδιά που κρύβουν μονοπάτια περήφανα και δύσβατα πλην φευ!, υπαινικτικά, φοβισμένα. Αυτή είναι η κατάντια του φροντιστηριοποιημένου λυκείου μας. Τις κοίταζα τις σημειώσεις μου και θυμήθηκα την παράσταση για την οποία θα πω σήμερα δυο λόγια.

Αποτέλεσμα εικόνας για ιων φιλίπποβα

       Είδα την δουλειά της Λένας Φιλίπποβα και της ομάδας της όχι στην πρώτη της εκδοχή, την άνοιξη του 2016, μα φέτος το χειμώνα, σε ένα συμπαθητικό θεατρικό χώρο, στο Γκάζι, το Tempus Verum. Ομολογώ ότι πήγα με περίσκεψη για το αισθητικό αποτέλεσμα του εγχειρήματος, παρά τα καλά λόγια που είχα ακούσει,  και διαψεύστηκα ευχάριστα.

Ο Ίων είναι διάλογος του Πλάτωνα από την πρώτη περίοδο, τη λεγόμενη σωκρατική. Πρέπει να γράφτηκε το 394 π.Χ. και διαπραγματεύεται το θέμα της ποίησης. Ο φιλόσοφος ασκεί στο έργο του εν γένει μεγάλη κριτική στην ποίηση, θεωρώντας ότι είναι δεύτερος βαθμός απομάκρυνσης από την αλήθεια του κόσμου των ιδεών. Στον Ίωνα καταλήγει πως δεν είναι τέχνη και πως οφείλεται σε θεϊκή επιρροή, μολονότι το ερώτημα μένει κάπως ανοικτό, για μια νέα συζήτηση.

Ο ραψωδός Ίων –οι διάλογοι του Πλάτωνα έχουν συνήθως ως τίτλο το όνομα του βασικού συνομιλητή του Σωκράτη- που ειδικεύεται στην απαγγελία αλλά επίσης θεωρεί εαυτόν ικανό ερμηνευτή της ποίησης,  επιστρέφει από την γιορτή του Ασκληπιού στην Επίδαυρο, έχοντας νικήσει στους ποιητικούς αγώνες. Το ερώτημα που του θέτει ο Σωκράτης αφορά το είδος και το περιεχόμενο της γνώσης που αποκομίζει από την ερμηνεία των ποιημάτων και δη των Ομηρικών, που θεωρούνταν πηγή βασικών γνώσεων πολλών επιστημών. Μπορεί να είναι πηγή γνώσης η ποίηση; Με ένα άλλο τρόπο ειπωμένο το ερώτημα: ποια υπερτερεί η ποίηση ή η φιλοσοφία; Και φυσικά κερδίζει η δεύτερη, αφού η γνώση των ποιητών είναι φαινομενική. Ωστόσο, αφήνει ένα μικρό χώρο για τη γοητεία της ποίησης αλλά και της ερμηνείας της.

Ο Πλάτωνας ήταν πριν απ’ όλα ποιητής –αρκεί να διαβάσει κανείς την εισαγωγή στον  Φαίδρο για να το διαπιστώσει παρακολουθώντας τις εικόνες που δημιουργεί και τα γλωσσικά παιχνίδια. Καταπίεσε τον ποιητή μέσα του για να παραδοθεί στη φιλοσοφία. Ήταν μάλιστα δραματικός ποιητής, τραγωδίες έγραφε στα νιάτα του. Διοχέτευσε την δραματική δημιουργικότητα στη μορφή που διάλεξε να γράψει τη φιλοσοφία του, τον διάλογο. Ειδικά οι διάλογοι της πρώτης περιόδου ήταν γραμμένοι σε ευθύ λόγο (αργότερα προτιμούσε την διήγηση του διαλόγου και όχι τον ίδιο το διάλογο).  Παρ’ όλ’ αυτά, δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς πως ένας πλατωνικός διάλογος θα μπορούσε να γίνει θεατρική παράσταση και δη παράσταση όχι για ειδικό κοινό εξασκημένο στο φιλοσοφικό λόγο και την πολυπλοκότητά του αλλά σε ένα ευρύ κοινό. Ακόμα κι αν πρόκειται για ένα από τους πιο απλούς και σχετικά σύντομους πλατωνικούς διαλόγους, που θυμίζει περισσότερο διανοητικό γύμνασμα πάνω στο βασικό ερώτημα. Ακόμα κι αν πρόκειται για ένα διάλογο που οι χαρακτήρες των συνομιλητών διαγράφονται με ευκρίνεια και οι αντιθέσεις τους δεν οδηγούν σε ακραίες διανοητικές συγκρούσεις.

Αποτέλεσμα εικόνας για ιων φιλίπποβα

            Η Λένα Φιλίπποβα –ηθοποιός και σκηνοθέτρια, επίσης πανεπιστημιακός, με πολύ ενδιαφέρον βιογραφικό, που ζει και εργάζεται στην Ελλάδα πολλά χρόνια-  προφανώς έβαλε ένα στοίχημα και το κέρδισε. Η παράσταση κατέβασε το φιλοσοφικό κείμενο στην πλατεία, χωρίς να προδώσει την πολυπλοκότητα της σκέψης. Ακολούθησε το παιγνιώδες στοιχείο που φέρει εγγενώς το κείμενο και δημιούργησε με την ομάδα της μια παράσταση που εικονοποιεί πολύ καλά την σωκρατική ειρωνεία και δείχνει με επάρκεια την μαιευτική μέθοδο. Βέβαια δεν χρειαζόταν ο ραψωδός Ίωνας να έχει τόσο έντονα καρικατουρίστικα στοιχεία – ο Ίωνας είναι τόσο επηρμένος όσο περίπου ο εκάστοτε συνομιλητής του Σωκράτη, η καλλιτεχνική του ενασχόληση δεν χρειαζόταν να «φωνάζει» τόσο και με  τρόπο που λίγο έφερνε σε τηλεοπτικές συνταγές. Πάντως ο νεαρός  Χόβικ Καραμπετιάν απέδωσε ικανοποιητικά τον ραψωδό και ιδιαίτερα στις δύσκολες στιγμές των αυτοαναιρέσεων. Η σκηνοθέτρια μοίρασε το ρόλο του Σωκράτη σε τρία νέα κορίτσια, δεν ξέρω αν είχε κατά νου τη σημασία που έχει ο αριθμός «3» στο πλατωνικό σύμπαν: η φρεσκάδα του προσώπου, η γεμάτη ειρωνεία εκφορά του λόγου που άγγιζε μια στοχευμένη στάγδην κωμικότητα και η ωραία κίνηση (επιμέλεια Στέφανι Τσάκωνα) σε αντίθεση με αυτό που περιμένει κανείς ως Σωκράτη –ένα ηλικιωμένο, μάλλον άσχημο άντρα- δημιουργούσαν ενδιαφέροντες συνειρμούς, για την φρεσκάδα του φιλοσοφικού λόγου, την διαχρονικότητα των ερωτημάτων αλλά και την ανατροπή του μοντέλου: νέες και όμορφες γυναίκες φορείς της φιλοσοφικής σκέψης και της μελέτης της. Οι τρεις νεαρές ηθοποιοί, Χρύσα Κοτταράκου, Ελευθερία Κωνσταντοπούλου και Λίνα Λαμπροπούλου ερμήνευσαν με κέφι και καθαρότητα, με δημιουργική ζωντάνια που παρέσυρε τους θεατές.

ΕΠΟΧΗ, 30.12.2017

 

 

Πρόλογος στο βιβλίο του Λ. Πολενάκη «Της γραφής και της σκηνής. Θεατρικές κριτικές 2013-2015» (εκδ. Εύμαρος)

Σχολιάστε

Αποτέλεσμα εικόνας για της γραφής και της σκηνης

       Ο τόμος που κρατάτε στα χέρια σας περιέχει μερικές από τις κριτικές του Λέανδρου Πολενάκη που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Αυγή» τα τελευταία τρία (3) περίπου χρόνια και αφορούν  όλα τα είδη του θεάτρου και  όλες τις εποχές του. Έχει σημασία άραγε να έχουμε τέτοιες συλλογές θεατρικών κριτικών; Ας πάρουμε το ερώτημα από την ανάποδη. Έχει σημασία η θεατρική κριτική; Ακόμα πιο πολύ, έχει σημασία η θεατρική κριτική σήμερα;

Τα ερωτήματα δεν είναι ρητορικά, είναι ουσιαστικά. Λίγο-λίγο οι τακτικές στήλες θεατρικής κριτικής στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο σβήνουν, οι ιδιοκτήτες τους δεν βρίσκουν λόγο να πληρώνουν έναν ειδικό για τέτοια θέματα. Οι πολιτιστικοί συντάκτες αναλαμβάνουν και αυτό το έργο, που περιορίζεται, όμως, πια σε απλή παρουσίαση μιας παράστασης στην καλύτερη περίπτωση. Πολύ συχνά πάντως δεν είναι καν αυτό, αλλά μια ανάπτυξη του δελτίου τύπου που στέλνουν τα γραφεία, μερικές φορές συνοδευμένη από μια τυπική και ανέμπνευστη συνέντευξη ενός εκ των συντελεστών –φυσικά του γνωστότερου. Υπάρχουν και λαμπρές εξαιρέσεις, αλλά δεν παύουν να είναι εξαιρέσεις. Συχνότερα  είναι συντάκτες που, χωρίς να  ξεφεύγουν από τον κανόνα,  κάνουν τουλάχιστον πολύ καλά τη δουλειά τους. Όμως δεν μπορούμε να μιλάμε για κριτική θεάτρου. Λίγες εφημερίδες διατηρούν, πια, τέτοιες στήλες κι ακόμα λιγότερες πληρώνουν τον κριτικό για τη δουλειά του. Στον περιοδικό τύπο η εικόνα είναι κάπως καλύτερη, αλλά το παραδοσιακό περιοδικό γίνεται όλο και σπανιότερο –τα εγχειρήματα μετράνε λίγα τεύχη και έπειτα χάνονται μέσα στις αμείλικτες τεχνολογικές εξελίξεις.

Τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα, αν πάμε στον κόσμο του Διαδικτύου ή θα έπρεπε καλύτερα να πούμε στον κόσμο, όπου η κριτική αντικαθίσταται από τα «αστεράκια» και μερικά ευφυολογήματα, που δεν είναι καθόλου σπάνιο να κρύβουν απλώς την άγνοια του συντάκτη για το θέμα του. Φυσικά, υπάρχουν και κάποιες ιστοσελίδες, όπου λαμπροί επώνυμοι και λιγότερο γνωστοί, της παλιότερης γενιάς ή νεότεροι, λάτρεις και γνώστες του θεάτρου καταθέτουν με γνώση και ευθύνη απόψεις. Φοβούμαι, όμως, πως όσο περνούν τα χρόνια –εκτός των ειδικών- όλο και λιγότεροι είναι αυτοί που έχουν την κουλτούρα και την υπομονή να διαβάσουν πραγματικά μια τέτοια κριτική, που, επειδή δεν έχει και τον περιορισμό των λέξεων της εφημερίδας, απλώνεται και λίγο παραπάνω, προσπαθώντας να εξηγήσει και να προτείνει.

Έχει, λοιπόν, λόγο ύπαρξης η θεατρική κριτική σήμερα; Απολύτως θα πούμε και θα είμαστε κατηγορηματικοί. Γιατί η θεατρική κριτική έχει δυο βασικές δουλειές να κάνει: η πρώτη, είναι ο παραδοσιακός σκοπός της ύπαρξής της –να κρίνει ένα καλλιτεχνικό έργο- και η δεύτερη, να συνδράμει μαχητικά στην ελευθερία του θεάτρου και να στηρίξει την ανεξαρτησία του δημιουργού, να τον βοηθήσει να βρει χώρο για τη δουλειά του, κοινό για τη δουλειά του και να γίνει αποτελεσματικότερος σ’ αυτό που κάνει και προτείνει.

Το πρώτο σημαίνει να προσεγγίσει με τόλμη και αγάπη μια παράσταση: να μιλήσει για το έργο, να το τοποθετήσει ιστορικά, να το εντάξει σε καλλιτεχνικά ρεύματα, να παρουσιάσει το συγγραφέα και το σύνολο της δουλειάς του κι έπειτα να παρουσιάσει την παράσταση, τον τρόπο που το διάβασε ο σκηνοθέτης, την υποκριτική αποτελεσματικότητα, τη μουσική, τα σκηνικά, τους φωτισμούς. Όλα αυτά προϋποθέτουν κάτι βασικό, εκτός της γνώσης και της εμπειρίας. Προϋποθέτουν την ικανότητα να ανιχνευθούν οι προθέσεις των δημιουργών και με βάση αυτές να κριθεί το αποτέλεσμα της δουλειάς. Φυσικά, όλα αυτά είναι πολύ γενικές σκέψεις, γιατί η μεν σκηνική τέχνη εξελίσσεται ραγδαία, παύει δε όλο και περισσότερο να είναι κειμενοκεντρική, νέες μορφές παραστατικής τέχνης γεννιούνται, που ο κριτικός ψάχνει ασταμάτητα να καταλάβει και να αναδείξει. Νομίζω ότι ο κριτικός και ο δάσκαλος έχουν ένα κοινό: νιώθουν την ανάγκη να μεταλαμπαδεύσουν γνώση και ευαισθησία, να ανοίξουν διάλογο με τον άλλον, με καλλιτέχνες και κοινό, να βάλουν ερωτήματα.

Το δεύτερο, δηλαδή η ουσιαστική συνδρομή στην ελευθερία του θεάτρου, είναι πραγματικά σημαντική. Καθώς το θέατρο και οι όμορες Τέχνες του περνούν ολοένα και περισσότερο στα χέρια εταιρειών και ιδρυμάτων, που θα μπορούν να ελέγχουν (αν δεν το κάνουν ήδη) τι λέγεται και πώς λέγεται, ορίζοντας κομψά, αλλά χωρίς περιθώρια διαφυγής, ακόμη και την έννοια του αντισυμβατικού τη βοηθεία των ΜΜΕ και του Διαδικτύου, η ελευθερόφρονη και ασυμβίβαστη θεατρική κριτική είναι ίσως η τελευταία διέξοδος για τους πραγματικά ανυπότακτους καλλιτέχνες. Ο θεατρικός κριτικός οφείλει να ψάξει, να βρει και να παρουσιάσει τις μικρές ομάδες, τους μεμονωμένους καλλιτέχνες που αγωνίζονται να πραγματώσουν το όραμά τους και να το προτείνουν στο κοινό. Και οφείλει να είναι μαζί τους αυστηρός και απαιτητικός. Πολύ απαιτητικός.

       Ο Λέανδρος Πολενάκης διακονεί τη θεατρική κριτική πολλά χρόνια, μολονότι το βιογραφικό του είναι γεμάτο και από άλλες δραστηριότητες, σπουδαία θέση μεταξύ των οποίων έχει και η λογοτεχνική του δουλειά. Όσοι τον παρακολουθούμε εδώ και χρόνια, διακρίνουμε σ’ αυτόν ευθύτητα και παρρησία, είναι κριτικός με θέση και άποψη. Αιτιολογεί την κριτική του, δεν είναι απόλυτος και δίνει χώρο στη διαφωνία. Δεν βιάζεται, ακόμη και στις πολύ σύντομες κριτικές του, όταν νιώθει την ανάγκη να συγκατοικήσουν στο ίδιο κείμενο δυο, καμιά φορά, και τρεις παραστάσεις, γιατί θέλει να προλάβει να μιλήσει για όσα περισσότερα μπορεί από εκείνα που τον έθελξαν και του κίνησαν το ενδιαφέρον. Είναι από τους τελευταίους κειμενοκεντρικούς κριτικούς μας: ξεκινά, σχεδόν πάντα, από το κείμενο και παρακολουθεί την παράσταση με βασικό γνώμονα αυτό. Έχει βαθιά γνώση των ειδών και των ρευμάτων και βλέπει θέατρο. Στην τελευταία φράση, το βάρος πέφτει στο ρήμα «βλέπω». Οι μεγάλοι κριτικοί βλέπουν θέατρο. Οι λέξεις που έχουν παραδειγματική γλωσσική σχέση με την έννοια του «οράν» ενέχουν, επίσης, την έννοια της γνώσης, γι’ αυτό το «βλέπω», σημαίνει και καταλαβαίνω ή γνωρίζω. Ο κριτικός βλέπει θέατρο με όλες του τις αισθήσεις, με τεντωμένο νου, είναι εκεί και την ίδια στιγμή έχει την απαραίτητη απόσταση από το θεώμενο αντικείμενο, ώστε να κατανοήσει ακριβώς τι γίνεται πάνω στη σκηνή, ποια νοητική διεργασία το προετοίμασε, πώς και πόσο έχει δουλευτεί.

Παρότι, για την παρούσα συλλογή, ο Λέανδρος Πολενάκης ξεχώρισε και ενέταξε κριτικές με μεγάλη ισορροπία εποχών και ειδών, δεν μπορεί κανείς να μη σταθεί ιδιαιτέρως στις κριτικές που αφορούν στο Αρχαίο Δράμα, στην Τραγωδία ειδικότερα. Στηρίζει τις προσεγγίσεις του στη γαλλική σχολή έρευνας και ανάλυσης του αρχαίου κόσμου, την προσέγγιση που μας έμαθε ο Λουί Ζερνέ και κυρίως ο Πιερ Βερνάν, αλλά όχι μόνο, ανθρωπολογική προσέγγιση που απαιτεί πολύ καλή γνώση του μυθικού και θρησκευτικού υπόβαθρου της τραγωδίας. Τον ενδιαφέρει γι’ αυτό το μέγεθος των ηρώων, η ανάδειξη της τελετουργίας και η σαφής οριοθέτηση των ερωτημάτων από τα οποία θα προκύψει η παράσταση. Ανοιχτός σε νέες αναγνώσεις, όμως δεν παγιδεύεται από την πρωτοτυπία, υποδεικνύει στους καλλιτέχνες την αναγκαιότητα της σαφήνειας σκηνοθετικά και ερμηνευτικά.

Διαβάζοντας τις κριτικές που περιέχονται σ’ αυτήν τη συλλογή έχει κανείς, επίσης, και μια καλή εικόνα των θεατρικών δρώμενων στην Ελλάδα, την περίοδο 2013-2015. Μια περίοδο που, παρά την κρίση, ίσως θα λέγαμε και εξαιτίας της, ήταν πλούσια θεατρικά και σε ποσότητα και σε ποιότητα.

(Μάρτιος 2017)

Σχολιάστε

Την Δευτέρα, 11 του Δεκέμβρη, στο αγαπημένο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης παρουσιάστηκε το βιβλίο του θεατρικού κριτικού της «Αυγής» και συγγραφέα Λέανδρου Πολενάκη, «Της σκηνής και της γραφής» (εκδ. Εύμαρος), στο οποίο συγκεντρώνονται θεατρικές κριτικές του των τελευταίων χρόνων. Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά για τον αγαπητό και άξιο κριτικό, που διακονεί την θεατρική κριτική με συνέπεια, αγάπη και αντικειμενικότητα, με γνώση. Είναι δεδομένος ο σεβασμός και η εκτίμηση του «Θεατή». Για τον συγγραφέα μίλησαν ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Γιώργος Κιμούλης, η θεατρολόγος καθηγήτρια του Παν. Κύπρου Ελένη Γκίνη,  ο συγγραφέας Βασίλης Κατσικονούρης και η ιστορικός του πολιτισμού και διευθύντρια του Φεστιβάλ «Αναλόγιο» Σίσσυ Παπαθανασίου. Εκ μέρους της «Αυγής» χαιρέτησε η Πόλυ Κρημνιώτη. Συντόνισε ο δικός μας Αντώνης Μποσκοΐτης. Στο βιβλίο είχα τη χαρά και την τιμή να γράψω ένα σύντομο πρόλογο και στην εκδήλωση να απευθύνω ένα σύντομο χαιρετισμό. Τον παραθέτω με συγκίνηση και αγάπη. Ο Λέανδρος Πολενάκης είναι ένας από τους δασκάλους μου στο δύσκολο και κοπιώδες έργο της θεατρικής κριτικής.

« Ο Λέανδρος Πολενάκης είναι ο Νέστορας της θεατρικής μας κριτικής. Τον παρακολουθούμε σταθερά, οι συνάδελφοί του και ο καλλιτεχνικός κόσμος, επειδή ξέρουμε ότι από την σκέψη του θα ωφεληθούμε: θα κερδίσουμε γνώσεις και σημαντικές οπτικές τόσο για συγκεκριμένες παραστάσεις όσο και σε θεωρητικά ζητήματα της τέχνης του θεάτρου. Ο Λέανδρος γνωρίζει το θέατρο, αγαπά το θέατρο και αυτή η αγάπη μαζί με σοφά μελετημένη αυστηρότητα διαπερνά τις κριτικές του. Ξέρει καλά την ιστορία του θεάτρου, τα ρεύματα, τις τάσεις και τα κείμενα. Τονίζω τα κείμενα, γιατί τελευταία, μέσα στην μεταμοντέρνα σούπα, υπάρχει μια τάση της κριτικής που θεωρεί τα κείμενα δευτερεύοντα ή «πατσαβούρια» που μπορεί κανείς να τα χρησιμοποιεί όπου και όπως θέλει. Ο Λέανδρος δεν καταδέχεται τις ευκολίες, δεν μπήκε ποτέ στη λογική των υπερθετικών και των αστεριών –από 1 μέχρι 5. Γι’ αυτόν η κριτική δεν είναι μόνο ένα επάγγελμα, είναι ένα λειτούργημα, μια παρέμβαση στην τέχνη, μια πολιτική πράξη.

Καλόδρομο το βιβλίο σου, Λέανδρε, και να ‘ναι το πρώτο όσων θα ακολουθήσουν στα οποία θα συμπεριληφθούν οι κριτικές που θα γράψεις στα επόμενα πολλά χρόνια.»

 

ΕΠΟΧΗ, 17.12.2017

«Υγρασία στους τοίχους». Συζήτηση με τον συγγραφέα Αναστάση Πινακουλάκη και τον ηθοποιό Στέφανο Παπατρέχα

Σχολιάστε

 

Πριν από λίγο καιρό ασχοληθήκαμε με το «Mall» πρώτο μέρος μιας τριλογίας που παρουσιάζεται σταδιακά στο θέατρο Επί Κολωνώ με θέμα το νεοφασισμό, που έχει γράψει ο νέος ταλαντούχος θεατρικός συγγραφέας Αναστάσης Πινακουλάκης. Σήμερα δημοσιεύουμε μια συζήτηση με τον συγγραφέα σχετικά με το δεύτερο μέρος αυτής της τριλογίας, με τίτλο «Υγρασία στους τοίχους», που εμπνέεται από την υπόθεση Μπρέβικ. Εδώ ο συγγραφέας μελετά με προσοχή και πολιτική σκέψη και θέση τους μηχανισμούς –εσωτερικούς και εξωτερικούς- που συμβάλλουν στη μετατροπή ενός νέου ανθρώπου σε  δολοφονική μηχανή που εμφορείται από ακραίες φασιστικές αντιλήψεις. Στην συζήτηση συμμετέχει και ο ηθοποιός που ενσαρκώνει τον ήρωα της «Υγρασίας», ο Στέφανος Παπατρέχας-μια ερμηνεία καλά μελετημένη στις λεπτομέρειές της και η οποία αναδεικνύει το  προσωπικό έρεβος και την πολιτική διάσταση του ήρωα.

 

Δεύτερο μέρος της τριλογίας για τον φασισμό, η «Υγρασία στους τοίχους», κύριε Πινακουλάκη και όπως έχετε πει η έμπνευσή σας είναι η υπόθεση Μπρέβικ. Ποιος είναι ο λόγος που επιλέξατε το συγκεκριμένο περιστατικό; Έπαιξε ρόλο ο αριθμός των θυμάτων; Ο χώρος της επίθεσης; Η ψυχρότητα της αιτιολόγησης από πλευράς Μπρέβικ; Το πολιτικό περιεχόμενο της πράξης;

 

Ο Μπρέβικ είναι μία συνταρακτική ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης και κάτι που τάραξε την Κοινή Γνώμη πολύ πριν την έξαρση της ισλαμοφοβίας λόγω των τρομοκρατικών επιθέσεων της ISIS. Καταρχάς, αντί για έναν «ξένο κίνδυνο», στην περίπτωση του Μπρέβικ έχουμε έναν Νορβηγό εναντίον Νορβηγών, δηλαδή ένα «οικείο κακό» σε μία χώρα όπου υπάρχει το μεγαλύτερο ποσοστό ευτυχίας σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία. Τίποτα στη νορβηγική κοινωνία δε θα μπορούσε να προβλέψει μία τρομοκρατική επίθεση. Δεν είναι απλώς ένας φονιάς, αλλά ένας εγκληματίας με πολύ οργανωμένο τρόπο σκέψης. Αντί να βλάψει τους μετανάστες, φόνευσε τα μέλη της νεολαίας του Εργατικού Κόμματος που θα ψήφιζαν υπέρ της αποδοχής των μεταναστών. Τέλος, να πούμε πως ο Μπρέβικ έκανε αίτηση και το κατάφερε να συνεχίσει τις σπουδές του παρά την κράτησή του στη φυλακή. Σπουδάζει μάλιστα Πολιτικές Επιστήμες. Δεν είναι οξύμωρο;

-Πώς μεταγρἀφεται η υπόθεση στην ελληνική πραγματικότητα;

Στο δικό μας έργο, ο μακελάρης είναι πολύ νεώτερος στην ηλικία και σπουδάζει Πολιτικές Επιστήμες στη Νομική Αθηνών. Για την σύνθεση του έργου, μελέτησα την δικογραφία του Μπρέβικ και τις ομολογίες του όπως τις διαβάσαμε σε άρθρα που κυκλοφόρησαν. Οι «προϊδεασμένοι» θεατές θ’ αναγνωρίσουν στο έργο μου, διακείμενα από σχετικές του δηλώσεις. Αντίστοιχα λοιπόν, ο * στην Υγρασία, φονεύει μ’ έκρηξη που προκάλεσε στη Νομική, συμφοιτητές του-εκπροσώπους των κομματικών παρατάξεων για να καταδείξει την παρουσία τους στη Σχολή και στην ανικανότητα της ελληνικής Κυβέρνησης ν’ ανανεώσει το εκπαιδευτικό σύστημα. Να ξεκαθαρίσουμε, πως ούτε εγώ ούτε κανένας από τους συνεργάτες μου δεν ενστερνιζόμαστε την ιδεολογία του ήρωα και δεν δικαιολογούμε την βιαιότητα της εκδήλωσής της.

Είστε πολύ νέος άνθρωπος, φοιτητής ακόμα νομίζω, φαντάζομαι όμως πως δεν διαλέξατε το εκπαιδευτικό σύστημα γι’αυτό τον λόγο. Ποιες είναι οι παθογένειες του εκπαιδευτικού συστήματος εδώ και αλλού, κατά τη γνώμη σας, και πόσο συμβάλει αυτό αν όχι στη δημιουργία φασιστικών αντιλήψεων, τουλάχιστον στην ανεπιτυχή αντιμετώπισή τους;

Ναι, είμαι απόφοιτος Παιδαγωγικού Δημοτικής Εκπαίδευσης και στο τέλος των σπουδών μου στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών, οπότε μάλλον η φοιτητική μου ιδιότητα υπήρξε αμφίρροπη δύναμη στην ανάγνωση του Μπρέβικ για την συγγραφή της Υγρασίας. Παράλληλα, με τον Μπρέβικ ανακαλώ στη μνήμη μου κι έναν καθηγητή που είχα στο ΠΤΔΕ και είχε παρόμοιες απόψεις μ’ εκείνον. Δε θα ξεχάσω ποτέ μου, πως όταν μία συμφοιτήτριά μου ζήτησε μία διευκόλυνση λόγω της αναπηρίας της στο πρόγραμμα του εργαστηρίου που ήταν υποχρεωτικό για την κτήση του πτυχίου.  Ο καθηγητής γύρισε και της είπε «δε σου φταίω εγώ που είσαι ανάπηρη. Έχουμε ισότητα.» Κάθομαι και σκέφτομαι: τι σημαίνει τελικά ισότητα;Το εκπαιδευτικό σύστημα, όπως λέει κι ο *, πρέπει ν’ αλλάξει εκ θεμελίων. Χρειαζόμαστε ν’ απορροφηθούν οι εκπαιδευτικοί και οι ειδικοί παιδαγωγοί βάσει ενός συστήματος ουσιαστικής αξιολόγησης, να καταργηθεί το ενιαίο πρόγραμμα σπουδών και ν’ αποδυναμωθεί το γνωσιοκεντρικό μοντέλο. Πιστεύω περισσότερο σε μία νέα εκπαίδευση που εξελίσσει τα παιδιά μέσω βιωματικών εμπειριών και μίας σφαιρικότερης καλλιέργειας των ενδιαφερόντων τους. Λυπάμαι πολύ που δίνουν ακόμα Πανελλήνιες τα παιδιά αντί να δίνουν εξετάσεις απευθείας στο Πανεπιστήμιο που επιθυμούν. Πιστεύω επίσης, πως είμαστε το εκπαιδευτικό μας σύστημα, είμαστε η Παιδεία μας, είμαστε οι παραστάσεις που είδαμε παιδιά, είμαστε τα βιβλία που διαβάζουμε, είμαστε οι δρόμοι που περπατάμε καθημερινά.

Αποτέλεσμα εικόνας για υγρασία στους τοίχους του αναστάση πινακουλάκη

Κύριε Παπατρέχα, πόσο δύσκολο ήταν να μεταφέρετε τον ήρωα αυτό στη σκηνή; Ποια σημεία του χαρακτήρα δουλέψατε και προβάλατε ιδιαίτερα;

 

Κατ’αρχάς είναι ένας ρόλος που διαφέρει σε πολύ μεγάλο βαθμό από τον τρόπο που εγώ σκέφτομαι, μιλάω και ενεργώ. Αυτό από τη μία πλευρά έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και γοητεία, είναι ωστόσο πολύ απαιτητικό και δύσκολο. Ο * είναι απόλυτος σε ό,τι πιστεύει, ξέρει να επιβάλει τις απόψεις του και είναι ακραίος τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη. Κάναμε με τον Αναστάση Πινακουλάκη και τον Λάζαρο Βαρτάνη μεγάλη έρευνα γύρω από θέματα όπως ο φασισμός, η δημαγωγία, ο λαϊκισμός, η εκπαίδευση στην Ελλάδα και ειδικότερα στα ΑΕΙ και φυσικά πάνω στην ναρκισσιστική διαταραχή, με την οποία έχει διαγνωστεί ο χαρακτήρας που υποδύομαι. Σε αυτό βοήθησαν πολύ και οι σπουδές μου στην Ψυχολογία. Ήταν μια πρόκληση, που δε θα είχα καταφέρει να αντιμετωπίσω εύκολα χωρίς τον Αναστάση και το Λάζαρο. Έγινε πολλή και καλή πιστεύω δουλειά. Δώσαμε μεγάλη έμφαση στην επίκληση που κάνει στο συναίσθημα των ακροατών του ο ήρωας, στην πιο ανθρώπινη πλευρά που προβάλει. Σαφώς είναι δύσκολο να μπεις στη θέση κάποιου που έκαψε 56 ανθρώπους, πόσο μάλλον όταν παραμένει αμετανόητος, αλλά το πήγαμε βήμα-βήμα αρχίζοντας από όσα φαίνονται λογικά μέχρι να φτάσουμε στην ακρότητά του

 

Θα θέλατε επίσης να σχολιάσετε το πολιτικό υπόβαθρο του ήρωα που ερμηνεύετε;

 

Ο * συμφωνεί σε πολλά με τα δεξιά και ακροδεξιά κόμματα. Είναι εθνικιστής. Ωστόσο δεν εντάσσεται σε κανένα κόμμα. Θεωρεί την πράξη του προσωπική υπόθεση, παρότι έχει έντονο πολιτικό υπόβαθρο. Εναντιώνεται π.χ. όχι στους πρόσφυγες, αλλά σε αυτούς που τους επιτρέπουν να έρχονται και -κατά τη γνώμη του- να συμβάλουν στην παρακμή της χώρας του. Για εκείνον, μέσω της εγκληματικής του πράξης –ο ίδιος δεν την βρίσκει εγκληματική- ειδωλοποιείται και θ’ αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση. Πιστεύει επίσης, πως ευθύνη έχουν όλοι όσοι δέχονται και συμβιβάζονται με όλα αυτά και με όσους βολεύονται στις καταστάσεις ημιμάθειας, προχειρότητας και ρουσφετιών για μία θεσούλα και ένα σταθερό μισθό. Το σημαντικό, παρόλ’ αυτά είναι ο τρόπος που διεκδικεί το δίκιο του, ο τρόπος που επιλέγει να αντιδράσει σε όλα αυτά. Γιατί εν τέλει οι επιλογές μας είναι αυτές που καθορίζουν το ποιοι είμαστε και η ιδεολογία του καθενός φαίνεται στην πράξη.

 

Γράφετε κι εσείς. Θα ήθελα τη γνώμη σας για την σύγχρονη ελληνική δραματουργία

 

Ισχύει πως έχω ασχοληθεί με το γράψιμο, αλλά δεν το κάνω συστηματικά ώστε να αισθάνομαι θεατρικός συγγραφέας, σε αντίθεση με τον Αναστάση, που είναι πολυγραφότατος και παθιασμένος με αυτό. Γνωρίζοντας τον καλύτερα χαίρομαι όλο και περισσότερο που ένας τόσο νέος άνθρωπος έχει τόση έμπνευση, προβληματισμούς και ασχολείται πολύ βαθιά και με έξυπνο τρόπο με καίρια ζητήματα. Είναι γεγονός πως η σύγχρονη ελληνική δραματουργία παρουσιάζει τρομερό ενδιαφέρον. Νομίζω δε πως η περίοδος που διανύουμε με τα τεράστια προβλήματά της, τροφοδοτεί την έμπνευση πολλών νέων ανθρώπων.

 

 

«Στο σύμπαν της παραπληροφόρησης το αντίβαρο είναι η τέχνη»

Σχολιάστε

 

Ο Φώτης Μακρής μιλά για την «Χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ»

που ανέβηκε πρόσφατα στο StudioΜαυρομιχάλη

 

      Μετά (αλλά και παράλληλα με το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου), ο Φώτης Μακρής σκηνοθέτησε τη θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος του Μπελ  «Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ». Έργο εμβληματικό της δεκαετίας του ’70, χαρακτηριστικό του πολιτικού ήθους και της διορατικότητας του Μπελ, αποτελεί μια καταγγελία τόσο για την δημιουργία ενόχων από τα ΜΜΕ, όσο και για την χωλή, την διάτρητη λειτουργία του αστυνομικού και δικαστικού συστήματος. Η Καταρίνα του ’70, η Ηριάννα της εποχής μας… Σκηνοθετημένη με χιούμορ και γρήγορους ρυθμούς η παράσταση, από το θέμα της κατασκευής ενόχων περνά σε σπουδαία κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, ὀπως τα πολιτικά δικαιώματα, την ευάλωτη θέση της γυναίκας, την ποινικοποίηση της ερωτικής επιλογής, την οργή του πολίτη.

 

Μολονότι είναι τα 100χρονα από την γέννηση του Μπελ, ωστόσο μήπως η Καταρίνα Μπλουμ αποτελεί μια συνέχεια του Κιβωτίου; Αυτό το άδειο κιβώτιο του Αλεξάνδρου πόσο ευθύνεται για τον κόσμο της Κ.Μ.;

Φώτης Μακρής:Μου αρέσει πολύ η ερώτηση και ομολογώ ότι είναι κάτι που δεν το είχα σκεφτεί. Τώρα όμως που μου θέσατε αυτή την ερώτηση, ανακαλύπτω όντως μια σχέση ανάμεσα στα δύο έργα. Όταν ένας κόσμος στερείται νοήματος, όπως αυτός που κατά την γνώμη μου περιγράφει ο Αλεξάνδρου μέσα από την αλληγορία του άδειου Κιβωτίου, ένας κόσμος όπου οι ιδεολογίες δείχνουν ανίκανες να στηρίξουν ένα σύστημα δικαιοσύνης, ισότητας και κοινωνικής ευαισθησίας,  αυτός ο κόσμος είναι έτοιμος να δημιουργήσει φαινόμενα όπως αυτά που περιγράφει ο Μπελ στην Καταρίνα Μπλουμ. Ένας τέτοιος κόσμος είναι έτοιμος να «ανακαλύψει» τον φασισμό, να συνθλίψει το άτομο, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα που έχει στη κατοχή του: Τις δυνάμεις καταστολής, την δικαιοσύνη και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Και έτσι φτάνουμε στο κόσμο της Καταρίνα Μπλουμ, στο κόσμο του Χάινριχ Μπελ. Και κάπου εκεί συναντώνται δυο από τα εμβληματικότερα μυθιστορήματα του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα.Με αυτή την έννοια λοιπόν,  τα δύο έργα δείχνουν να έχουν μια υπόγεια όσο όμως και ακούσια συνέχεια. Διότι μην ξεχνάμε ότι εκδόθηκαν την ίδια χρονιά, το 1974 και επομένως ο ένας δεν γνώριζε το έργο του άλλου.

Το έργο γράφτηκε μεν το 1974 ωστόσο θα μπορούσε να έχει γραφτεί χτες (αν και οι μέθοδοι του κιτρινισμού έχουν προχωρήσει πολύ περισσότερο από ό,τι φαντάστηκε ο Μπελ). Σ’αυτό το σύμπαν της παραπληροφόρησης -που οδηγεί σε φασιστικές συμπεριφορές-έχει κάποιο λόγο η τέχνη και μάλιστα μια στρατευμενη τέχνη, όπως αυτή εδώ;

Εδώ, θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι δεν θεωρώ στρατευμένη τέχνη το βιβλίο του Μπελ. Εκτός αν με τον όρο στρατευμένη εννοούμε το έργο τέχνης που εκθέτει και στηλιτεύει  καταστάσεις με χειρουργική ακρίβεια όπως κάνει ο Μπελ στη Καταρίνα Μπλουμ. Αν εννοούμε αυτό ως στρατευμένη τέχνη, τότε όχι απλώς έχει λόγο ύπαρξης, αλλά μου είναι αδύνατο να σκεφτώ έναν κόσμο χωρίς αυτή την μικρή έστω αντίσταση που μπορεί να προσφέρει η τέχνη. Θα έλεγα μάλιστα, ότι σε αυτό το σύμπαν της παραπληροφόρησης όπως λέτε, η τέχνη λειτουργεί ως αντίβαρο. Και ας θυμηθούμε και λίγο το Νίτσε, που έλεγε ότι δεν υπάρχουν γεγονότα, μόνο ερμηνείες. Έρχεται λοιπόν η Τέχνη να ερμηνεύσει τα γεγονότα, τα γεγονότα που χρησιμοποιούνται από τους κρατούντες κατά το δοκούν, για να πετύχουν τους σκοπούς τους.  Η τέχνη λοιπόν, ανοίγει ένα μικρό έστω παράθυρο σε αυτό τον καταιγισμό πληροφόρησης, «πληροφόρησης» και παραπληροφόρησης και μας δίνει τη δυνατότητα να αντιληφθούμε λίγο πιο καθαρά την ακριβή διάσταση των όσων συμβαίνουν γύρω μας.

 Επιμένετε, κ. Μακρή, στο πολιτικό θέατρο, ενώ δηλώνετε απογοητευμένος από την πολιτική. Γιατί;

Γιατί όσο και να απογοητευτούμε από τον έρωτα, πάλι έτοιμοι να ερωτευτούμε είμαστε! Το ίδιο συμβαίνει και με τη πολιτική. Η πολιτική είναι ένας τρόπος που εφηύραν οι άνθρωποι για να μπορέσουμε να ζήσουμε μαζί και με αρμονία. Δεν μπορείς λοιπόν να μην ασχοληθείς με αυτήν. Τώρα, αν ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζετε πετυχαίνει τα εντελώς αντίθετα αποτελέσματα, αυτό είναι άλλο θέμα. Όπως έλεγε και ο Άρης Αλεξάνδρου, εάν η θεωρία του κομμουνισμού πετύχει στην Τουρκία, θα είμαι τούρκος. Αν πετύχει στην Ινδία, θα είμαι Ινδός. Δεν θεωρούσε την ιδεολογία του κομμουνισμού αποτυχημένη, αλλά τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκε.  Επομένως, είμαι απογοητευμένος με τον τρόπο που η πολιτική εξασκείται προς όφελος των ολίγων και όχι για το γενικό καλό. Κάνοντας πολιτικό θέατρο, ουσιαστικά εκφράζω την αγωνία μου για το πως μπορεί να εφαρμοστεί ένας τρόπος συνεννόησης των ανθρώπων, πάνω σε βάσεις ισότητας, δικαιοσύνης και  αλληλοκατανόησης.

 Σκηνοθετήσατε την παράσταση με έντονο χιούμορ -θα έλεγα με εμμονή στην ανάδειξη του γελοίου και της τραγικότητάς του. Θα θέλατε να εξηγήσετε την επιλογή σας;

Αυτή είναι η τελείως προσωπική μου οπτική στα πράγματα. Πάντα, όταν βλέπω κάποιον να παίρνει πολύ σοβαρά τον εαυτό του και την «αποστολή του», εγώ αμέσως βλέπω τη γελοία πλευρά του. Μου φανερώνετε αμέσως και αυτόματα. Και δεν μπορώ να μην την εντάξω στην οπτική μου σε μια παράσταση που σκηνοθετώ.  Έτσι σοβαρά παίρνουν το ρόλο τους στην Καταρίνα Μπλουμ οι δυνάμεις καταστολείς, οι λειτουργοί της δικαιοσύνης, οι κατέχοντες υψηλά αξιώματα και θέσεις και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και γι’ αυτό μου φαίνονται τόσο γελοίοι.  Αντιθέτως, τραγική είναι η κατάσταση των ανθρώπων που επηρεάζεται η ζωή τους από αυτούς τους «γελοίους». Αυτός είναι ο τρόπος που «διάβασα» την ιστορία του Μπελ και νομίζω ότι κάπως έτσι ήταν και η οπτική του ίδιου του Μπελ. Καθώς, το μυθιστόρημα διακρίνεται από μια ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ, με την ειρωνεία να παραμονεύει σε κάθε «σοβαρή» περιγραφή του Μπελ.

Το έργο αυτό είχε αποτελέσει κινηματογραφική επιτυχία στη 10ετία του 70. Μολονότι είναι φανερό πως δεν επηρεαστήκατε από την αισθητική της ταινίας, έπαιξε ρόλο στην επιλογή σας η ύπαρξή της; και κάτι πιο γενικό που σχετίζεται και με το Κιβώτιο: θα θέλατε να σχολιάσετε την τάση του ελληνικού θεάτρου (είναι και ευρωπαϊκή πρακτική αλλά στην Ελλάδα το φαινόμενο έχει πάρει μεγάλη έκταση) να χρησιμοποιεί λογοτεχνικά έργα και προσφάτως κινηματογραφικά;

Όχι, η ταινία δεν έπαιξε κανέναν ρόλο στην επιλογή μου. Μάλιστα, ενώ την είχα δει πολύ παλιά, τώρα αρνήθηκα να την ξαναδώ και τη είδα, αφού ανεβάσαμε τη παράσταση.Ως προς τη τάση που λέτε να χρησιμοποιεί το θέατρο λογοτεχνικά και κινηματογραφικά έργα, είναι υπαρκτή, παγκόσμια και κατά τη γνώμη μου αναμενόμενη και λογική. Το θέατρο έχει την μεγάλη πολυτέλεια να μπορεί  χρησιμοποιεί όποιο υλικό του είναι απαραίτητο για να γίνει πιο σαφές, πιο καίριο και πιο αποτελεσματικό. Επομένως, «νομιμοποιείται» να χρησιμοποιεί τα πάντα. Όλα, εκ του αποτελέσματος κρίνονται. Και γι’ αυτό το λόγο δεν συμμερίζομαι καθόλου όλη αυτή τη συζήτηση που έχει ξεκινήσει αν πρέπει να μεταφέρεται η λογοτεχνία ή τα κινηματογραφικά έργα στο θέατρο.

Όταν ένας δημιουργός θέλει να εκφράσει αυτό που τον «βασανίζει», μπορεί να χρησιμοποιήσει ότι θέλει! Και φυσικά, θέτει το δημιούργημά του υπό κρίση.

Τι σημαίνει «διασκευή όλος ο θίασος»; Πώς δουλέψατε;

Δουλέψαμε έχοντας ως υλικό το μυθιστόρημα. Δεν προηγήθηκε καμία διασκευή από κανέναν. Μέσα από αυτοσχεδιασμούς, συζητήσεις και δοκιμές, απομονώναμε τα κομμάτια που μας ενδιέφεραν και σιγά σιγά , μετά από περίπου 3 μήνες, προέκυψε το κείμενο του θεατρικού έργου. Ακολούθησαν άλλοι 3 μήνες πρόβα, όπου πολλά πράματα άλλαξαν, κάποια κομμάτια αφαιρέθηκαν, κάποια προστέθηκαν και κάποια άλλαξαν σειρά στη δομή της παράστασης. Σε αυτό το διάστημα των 6 μηνών, όλοι είχαμε λόγο στη διασκευή του κειμένου και απλώς, κάποια στιγμή εγώ ως σκηνοθέτης έπαιρνα τη τελικά απόφαση. Θα έλεγα ότι ήταν μια άκρως δημοκρατική διαδικασία, μέχρι κάποιου βαθμού φυσικά, αφού όπως γνωρίζετε το θέατρο και η δημοκρατία δεν τα πάνε και πολύ καλά μεταξύ τους… ( εδώ ακολουθούν γέλια όπως γράφουν στις συνεντεύξεις…).

Πάντως, πραγματικά η συμβολή των τεσσάρων ηθοποιών στη διασκευή που έγινε στο μυθιστόρημα, είναι τεράστια και θα ήθελα να τους ευχαριστήσω μέσα από τη καρδιά μου.

 

ΕΠΟΧΗ, 26.11.2017

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Older Entries