«Χερουβείμ Αρουραίος» Μια συζήτηση με τον ποιητή Γιάννη Πατίλη για τον Νίκο Καρούζο  

Σχολιάστε

*(Δημοσιεύτηκε με τον τίτλο: Μοναδικό λογοτεχνικό σημείο)

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο «Χερουβείμ Αρουραίος. Ο ποιητής Νίκος Καρούζος (1926-1990)» (Ίδρυμα Σινόπουλου και εκδ. Γαβριηλίδης). Πρόκειται για μια ανθολόγηση ποιημάτων του Καρούζου από τον ποιητή Γιάννη Πατίλη που εισάγεται από ένα μεγάλο σε έκταση και  πολύ σημαντικό δοκίμιο για τον Καρούζο που ερευνά προσεκτικά και στοχαστικά ιδιαίτερες πλευρές της ποίησής του. Ζητήσαμε από τον Γιάννη Πατίλη να μας μιλήσει γι’ αυτή την δουλειά του, που αποτελεί ίσως την πιο ολοκληρωμένη μελέτη του καρουζικού έργου.

Κύριε Πατίλη, ας ξεκινήσουμε από τον τίτλο, γιατί επιλέξατε αυτόν τον χαρακτηρισμό «Χερουβείμ Αρουραίος» —από τον στίχο του ποιήματος «Οξυφρένεια (Αντισεισμικός Τάφος, 1984) — και στον οποίο δεν συναντάται απλώς το ουράνιο με το χθόνιο στοιχείο, αλλά αποτελεί και ένα είδος αυτοσαρκαστικής κριτικής του ποιητή;

 Δεν είναι άγνωστος ο αυτοσαρκασμός στον ποιητή Καρούζο, ιδίως στην τελευταία μεγάλη περίοδο του έργου του, μετά το 1979… Σαρκασμός που πρωτίστως πλήττει την πίστη στις δυνατότητες της ίδιας της ποιητικής τέχνης, γενικότερα αλλά και της δικής του… Εγώ πάντως στο δίστιχο του Καρούζου «Λησμονώντας νοητά κι αδιανόητα / υπογράφω σήμερα: Χερουβείμ Αρουραίος», με τίτλο «Οξυφρένεια», δεν ‘ακούω’ αυτοσαρκασμό όσο συμπυκνωμένη επιγραμματική σύλληψη της υπαρξιακής του κατάστασης… Ως άνθρωπος και ως ποιητής βίωνε στο πρόσωπό του έντονα και συχνά οδυνηρά αυτό το —για την πεποίθησή του— δισυπόστατο της ανθρώπινης ύπαρξης, το «ζώον θεούμενον» του Γρηγορίου Νανζιανζηνού, στην ακρότητα των δύο σκελών του, αισθητοποιούμενο καιρίως όχι στο γενικό και αφηρημένο «ζώο», όσο στο σταυρικό και ταπεινωτικό «αρουραίος», το «ανάμεσα σε ούρα και κόπρανα γεννιόμαστε» του ιερού Αυγουστίνου…

Ο ίδιος ο ποιητής με τη φράση «υπογράφω σήμερα» εισηγείται αυτό το δισυπόστατο ως την οξυφρενικώς συνειδητοποιούμενη από τον ίδιο προσωπική του ταυτότητα. Εγώ ως αγαπητικός αναγνώστης του έργου του διαπιστώνω ότι αυτή είναι η κυριότερη πνευματική προϋπόθεση της συγκρότησής του, και γι’ αυτό την επέλεξα όχι μόνον ως τίτλο της εργασίας μου, αλλά και ως καθοδηγητικό ερμηνευτικό μίτο της κατανόησής του…

Έχετε μια μακριά πορεία στην ποίηση και την δοκιμιογραφία, παρ’ όλ’ αυτά είναι η πρώτη φορά νομίζω που δημοσιεύετε ένα δοκίμιο τέτοιας έκτασης, ίσως η πιο ολοκληρωμένη μελέτη που γράφτηκε για τον Καρούζο μέχρι σήμερα. Τι σας έκανε να ασχοληθείτε τόσο ιδιαίτερα με τον Καρούζο; Είναι μόνο η θραυσματική ποίησή του η μήπως είναι η ταυτότητα έργου και στάσης ζωής, που δυστυχώς δεν συναντάμε πια και τόσο συχνά στην σύγχρονη τέχνη και διανόηση; Τι σημαίνει για σας η ποίηση του Καρούζου και γιατί είναι ένας ποιητής μάλλον παραμελημένος;

 Ένα παρόμοιας έκτασης εισαγωγικό δοκίμιο στην ποίηση του Άγγελου Σημηριώτη είχα γράψει το 1994-1995, όταν με την Έλσα Λιαροπούλου ετοιμάζαμε την έκδοση των ποιητικών του απάντων. Αλλά εκείνο ήταν πρωτίστως ένα δοκίμιο γραμματολογικό, ενώ ετούτο είναι κυρίως ερμηνευτικό. Την ποίηση του Νίκου Καρούζου την γνώρισα και την αγάπησα από το τέλος της δεκαετίας του ’60, όταν γνώρισα και τον ίδιο… Αν και η προσωπική γνωριμία με έναν τέτοιο άνθρωπο, θα μπορούσε να αποβεί σε βάρος της ίδιας της ποίησής του, όπως πράγματι συνέβη σε κάποιες περιπτώσεις…

Για μένα τότε, έναν εικοσάχρονο νεαρό, η ποίησή του ήταν η πιο πνευματική έκφραση της κοινόχρηστης και τόσο κακοπαθημένης ‘αγωνίας’ της εποχής στην πιο πρωτότυπη και δραστική γλωσσική της μορφή… Δεν με ενοχλούσαν οι όποιες ατέλειες των ποιημάτων του, η εκφραστική του ασυμμετρία, τα «γιουρούσια των λέξεών» του που δογμάτιζε αδικώντας τον ο Λορεντζάτος, όσο με ενέπνεαν και με παρηγορούσαν οι αιφνίδιες αναδύσεις της πνευματικότητας με την οποία βάθαινε σε διάρκεια χρόνου, κάποτε ανυπολόγιστη, τα πλέον καθημερινά των πραγμάτων… Ομολογουμένως η ποίησή του δεν είναι για τους αισθητές και μορφολάγνους, αλλά για εκείνους που αναζητούν στη λογοτεχνία αλλά και στην τέχνη γενικότερα, όπως και στη ζωή, ένα βαθύτερο πνευματικό θεμέλιο, ‘πέρα’ από αυτήν…

Τώρα, ως προς το αν είναι «μάλλον παραμελημένος», θα έλεγα πως η εικόνα που μας δίνει η πρόσληψη του έργου του είναι πιο περίπλοκη, καθόσον η ποίησή του διχάζει, αν και σήμερα λιγότερο, τους αναγνώστες της… Είναι εντυπωσιακή η δημοφιλία που απολαμβάνει στις μέρες μας η ποίησή του, ιδίως μεταξύ των νεωτέρων και δη των νέων ποιητών, οι οποίοι, ωστόσο, γοητεύονται συνήθως από μυθοποιητικές περιγραφές της αντισυμβατικής και πτωχικής ζωής του με τον γραφικό της αλκοολισμό όσο και από το ιδιοφυές εκφραστικό του ρεμπελιό… Αυτό το τελευταίο παρασύρει κάποτε σε στιχουργικές μιμήσεις ορατές δια γυμνού οφθαλμού… Έτσι τέτοιοι κερδισμένοι αναγνώστες εμποδίζονται να καταδυθούν στα βαθύτερα στρώματα της ποίησής του… Από την άλλη, παλιότεροι ομότεχνοι δύσκολα αποδεχόντουσαν και αποδέχονται την ποίησή του… Ένας από τους αρχαιότερους μου είπε χαρακτηριστικά: «Εμένα, ξέρεις, δεν μ’ αρέσει ο Καρούζος, αλλά θα ήμουνα πολύ ικανοποιημένος, αν θα μου έγραφε κάποιος ένα κείμενο σαν της εισαγωγής σου»!…

 

 Επιμένετε πολύ στο θέμα του θανάτου και —κατ’ επέκταση ίσως;— στον χριστιανισμό του ποιητή. Γιατί δίνετε προτεραιότητα στην, ας την ονομάσουμε, μεταφυσική διάσταση της ποίησής του; Το ρωτώ αυτό γιατί ο Καρούζος ήταν σαφώς τοποθετημένος πολιτικά και μάλιστα είχε δηλώσει σε μια συνέντευξή του από τις τελευταίες νομίζω ότι «Είχα πάντα την κοινωνική διάσταση. Πως θα μπορούσε να γινότανε κι αλλιώς; Είμαστε κοινωνία, είμαστε ιστορία. Συνυπάρχουμε, συνοδυνόμενοι».

Έχουμε τόσους —και πολύ καλούς— πολιτικούς ποιητές, ώστε ο Καρούζος να μην είναι ο εμβληματικότερος… Αναφερόμενοι, ωστόσο, σ’ αυτή την πλευρά της ποίησής του διαπιστώνουμε ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον για δύο λόγους: πρώτον για τον αναρχικό αντιεξουσιαστικό πυρήνα της σκέψης του μαζί με τον ανυποχώρητο πόθο της αταξικής κοινωνίας και, δεύτερον, για την βαθειά υποψία που διασχίζει τα σχετικά του χωρία ως προς την εφιαλτική μετάλλαξη των επαναστατικών οραμάτων, όταν οι φορείς τους καταλαμβάνουν την εξουσία… Αλλά μολονότι αφιέρωσα ένα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια της εργασίας μου στον «πολιτικό Καρούζο», αυτή δεν είναι η σημαντικότερη πλευρά της ποίησής του, κάτι που όχι μόνον και αυτός ομολογεί, αλλά αποδεικνύεται περίτρανα από το ίδιο το έργο του!

Η κυριότερη πτυχή —σ’ αυτό θα συμφωνήσουν πολλοί— είναι αυτό που μόλις ονομάσατε «μεταφυσική διάσταση της ποίησής του»… Αλλά εδώ ακριβώς αρχίζουν τα δύσκολα: τι εννοούμε για έναν ποιητή σαν τον Καρούζο «μεταφυσική διάσταση», και πως αυτή συνδέεται με τον «χριστιανισμό» του, που λέτε;… Με κριτήριο την στάση πολλών από εμάς, όσων τυχόν βιώνουν έναν εκκοσμικευμένο χριστιανισμό, που μας κάνει να προτιμούμε, π.χ., τον εκκλησιαστικό γάμο από την ‘κρύα’ αίθουσα του δημαρχείου, προκειμένου να ‘τιμήσουμε’ έτσι την παράδοση είτε να ‘αντισταθούμε’ στην ισοπεδωτική παγκοσμοποίηση, ο Καρούζος, για μένα τουλάχιστον, δεν θα μπορούσε να λογιστεί «χριστιανός» στην ποίησή του…

Ο «χριστιανισμός» του Καρούζου προϋποθέτει ένα ψυχικό βίωμα αδιανόητο για την κοινωνική μας συμβατικότητα και τον αυτονόητο και αυτοματικό πλέον ορθολογισμό μας: την φοβερή ανάγκη του ιερού μυστηρίου, του θαύματος και της ανάστασης που η βίωση της αρουραίας ζωής, με το αναπόφευκτο τέλος της, την καθιστά αθεράπευτα αγωνιώδη… Ο ποιητής που βιώνει, εννοεί και γράφει τους στίχους

Πηγάζω από ηλιθιότητα· δυσφορώντας

να είμαι έξυπνος.

Τετέλεσται· ο μέγας παρακείμενος του κόσμου.    

στοιχιζόμενος απολύτως με το λεγόμενο υπό του Παύλου «ημείς δε κηρύσσομεν Χριστόν εσταυρωμένον, Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν», δεν μπορεί να είναι ο «χριστιανός» της ιστορικοϋλιστικής η ορθολογιστικής κατανόησης, όντας ένας αδιανόητος για τα μέτρα μας καθημερινός μεταφυσικός της σάρκας και όχι της διανοητικής μεταφυσικής των φιλοσοφικών διατριβών και των πανεπιστημιακών εγχειριδίων…

 Πιστεύετε ότι θα ταίριαζε στον Καρούζο η παρατήρηση του Μπένγιαμιν για τον Μπωντλαίρ «ο ποιητής με το λυρισμό και την τέχνη μπορεί να κάνει τον αναγνώστη να φύγει από τον αυτοματισμό του καθημερινού βιώματος και να καταδυθεί στην εμπειρία, την βαθιά εμπειρία η οποία επιτρέπει στο άτομο να νιώθει και να ζυγίζει τα πάντα και τον θάνατο» – παραθέτω από μνήμης, μιας και μπορεί να μην είναι ακριβώς έτσι η φράση, αλλά αυτό εννοεί…

Ναι, σίγουρα· και στο δοκίμιό μου έχω εξετάσει συνοπτικά συγκλίσεις της καρουζικής ποίησης αλλά και βιοτής με την μπωντλαιρική στάση του ποιητή μέσα στη σύγχρονη πόλη, που συνιστά ένα από τα θεμέλια του μοντερνισμού… Αλλά ενώ στον Μπωντλαίρ η βίωση της καθημερινής ηθικής ασχήμιας του αστικού κόσμου τον οδηγεί στην ιδέα της αιωνιότητας της αμαρτίας και του κακού που την θεραπεύει προσωρινά το ιδεώδες της καλλιτεχνικής ομορφιάς, στον Καρούζο η —περίπου αντίστοιχη της μπωντλαιρικής— συνειδητοποιούμενη πνευματική αποτυχία της Δύσης τον υποστρέφει στις προνεωτερικές παραδόσεις της ημέτερης νηπτικής ορθοδοξίας αλλά και της απωανατολικής του βουδισμού και του ιαπωνικού ζεν… Το συγκλονιστικό προαίσθημα του θανάτου στον Καρούζο παράγει εναλλακτικώς δίψα ανάστασης η βουδιστική αταραξία… Το ζήτημα είναι κομβικό για μια βαθύτερη κατανόηση και εκτίμηση της ποίησής του, καθώς εμπλέκει προϋποθέσεις που ανάμεσα στα πνευματικά προαπαιτούμενα του σημερινού αναγνώστη σπανίζουν δραματικά…

 Το δοκίμιό σας έχει ένα ιδιαίτερο θεωρητικό ενδιαφέρον, όχι μόνο αναδεικνύει πλευρές του έργου του Καρούζου που δεν έχουν ερευνηθεί η δεν έχουν ερευνηθεί ενδελεχώς μέχρι σήμερα, αλλά προτείνει και μια μέθοδο στην προσέγγιση του ποιητικού έργου και στην καταγραφή αυτής της προσέγγισης. Ποιες ήταν οι βασικές μεθοδολογικές αρχές που ακολουθήσατε και γιατί;

Το «μεθοδολογικές αρχές» είναι σίγουρα μια βαριά έκφραση για την εργασία μου… Από την άλλη, αν σας έλεγα ότι η αγάπη για την ποίησή του ήταν το ισχυρότερο κίνητρο που με έκανε να επαναπαυτώ σ’ αυτήν, θα αδικούσα κάποιες βασικές αναγνωστικές γραμμές που ακολούθησα στην κατανόηση του έργου του.

Διαχωρίζοντας συμβατικώς την εξέταση της ποιητικής του από το πνευματικό του διακύβευμα, είδα στην πρώτη μια εξαιρετική στα γράμματά μας εμφάνιση της λογγίνειας παράδοσης με την αισθητική της κατηγορία του υψηλού, που εξηγεί καλύπτοντας τις εντάσεις και την ανισότητα του έργου του και με έκανε να θέσω εντός παρενθέσεως, παραλείποντάς τες, συσχετίσεις της ποίησής του με τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό  η τον χρονικώς εγγύτερό μας υπερρεαλισμό. Ενώ εξέτασα το δεύτερο, το πνευματικό δηλαδή υπόβαθρο και συνάμα διακύβευμα του έργου του, στο φως του ισχυρότερου και διαρκέστερου από τα πολλά συμβόλου της καρουζικής ποίησης, το οποίο συνόψισα στην έκφραση πνευματικό «σημείο-Χριστός».

Ο τρόπος με τον οποίο η ποιητική του υψηλού και το συγκεκριμένο πνευματικό της περιεχόμενο συνδεόμενα αλληλοεπιδρούν και αλληλοϋποστηρίζονται, παρήγαγε αυτό που ο Νίκος Καρούζος με την συνήθη ποιητική του ιδιοφυΐα ονόμασε «υπαρξιακή αντίληψη για τη φόρμα», ένα μοναδικό λογοτεχνικό σημείο στα γράμματά μας. Το συντελεσμένο ποιητικό έργο του, την ανθολογία του οποίου επιχείρησα στο βιβλίο μου, το τεκμηριώνει και το πιστοποιεί.

ΕΠΟΧΗ, 25.3.2018

 

 

 

Advertisements

Θραύσματα Κάφκα

Σχολιάστε

 

 

Το έργο του ούγγρου συνθέτη Γκ. Κούρταγκ

σε μια απροσδόκητη ερμηνεία

 

Ίσως είναι η πρώτη φορά που ο Θεατής γράφει για ένα μουσικό έργο. Ελλιπείς οι γνώσεις του στον τομέα και παρακαλεί τους αναγνώστες να τον συγχωρήσουν αν οι ορολογίες δεν είναι σωστές, αλλά η ανάγκη να μοιραστεί μαζί τους την εξαίσια εμπειρία ήταν μεγάλη.

Πήγα στα «Θραύσματα Κάφκα» με περίσκεψη. Έχω βεβαίως μεγάλη εμπιστοσύνη στην συνέπεια και το έργο της ομάδας «Σημείο Μηδέν»  και του σκηνοθέτη Σάββα Στρούμπου, στις δύσκολες και εκλεκτές επιλογές τους, αλλά τούτη εδώ η επιλογή είχε μια ιδιαιτερότητα. Παρακολούθησα την περφόρμανς με κομμένη την ανάσα, γεμίζοντας από ένα πλούτο συναισθημάτων πρωτόγνωρο, μια ικανοποίηση διανοητική και, τολμώ να πω, ηθική. Παρακολουθούσα ελπίζοντας ότι θα κρατήσει κι άλλο, ότι δεν θα ήταν σαράντα μόνο τα αποσπάσματα του Κάφκα με τα οποία ασχολήθηκε ο Κούρταγκ. Κι έφυγα με ένα συναίσθημα αισιοδοξίας, σαν εκείνο που έχει κανείς όταν βλέπει την πρώτη χαραματιά φωτός μετά από μια δυνατή βροχή που έχει σκοτεινιάσει βαθιά και συνθλιπτικά τον ουρανό –εκείνο το φως που φαντάζει πιο δυνατό, πιο υποσχετικό, πιο κοντά στο ιερό και το βάθος, πιο κοντά στο καθαίρον κωμικό που καθόλου δεν αίρει την τραγικότητα της ύπαρξης.

      Στη μικρή σκηνή του «Άττις – Νέος Χώρος» ο σκηνοθέτης, κατά την προσφιλή του συνήθεια γεωμέτρησε, το χώρο. Τρεις μεταλλικοί ασημόχρωμοι κυκλικοί δίσκοι  σχημάτιζαν ένα περίπου ισόπλευρο τρίγωνο. Μπροστά στον έναν από αυτούς είναι τοποθετημένο το αναλόγιο και δίπλα του στο πάτωμα δυο βιολιά. Καθώς τα φώτα χαμηλώνουν και το κοινό σιωπά, οι τρεις ερμηνεύτριες μπαίνουν στη σκηνή και παίρνουν τη θέση τους, κάθε μια πάνω σε ένα δίσκο. Μια κολώνα φωτός οριοθετεί την παλλόμενη ακινησία τους. Η μουσική του Κούρταγκ με τους οξείς ήχους πλημμυρίζει την σκηνή, η ανθρώπινη φωνή φτιάχνει ένα δίχτυ που επικοινωνεί το νόημα ανάμεσα στη μουσική και το λόγο, ανάμεσα στη μουσική, το λόγο και τους θεατές/ακροατές.

 

Ο ούγγρος συνθέτης Γκιόρκι Κούρταγκ , με  πλούσιο μουσικό έργο, βαθιά επηρεασμένος από τον Μπέλα Μπάρτοκ και αργότερα από τον Άντον Βέμπερν, πέρασε μια δύσκολη περίοδο μετά την αποτυχία της ουγγρικής επανάστασης (1956) και την αυτοεξορία του στο Παρίσι. Σε κατάθλιψη και σχεδόν ανίκανος πια να δημιουργήσει, γνώρισε την ψυχαναλύτρια Μαριάννα Στάιν, από τις πρωτοπόρους στην χρήση της τέχνης ως μεθόδου θεραπείας των ψυχολογικών προβλημάτων. Κοντά της όχι μόνο βοηθήθηκε να βγει από την προσωπική του άβυσσο αλλά και μυήθηκε στην ψυχανάλυση. Χρησιμοποίησε τις γνώσεις του αυτές στη μουσική σύνθεση που την βλέπει ως μια πορεία από την απλή χειρονομία στην μουσική πολυπλοκότητα (καθόλου τυχαίο άλλωστε ότι της αφιερώνει το συγκεκριμένο έργο. Την ίδια περίπου περίοδο ο φίλος του Γκιόργκι Λιγκέτι, επίσης μουσικός, τον φέρνει σε επαφή με το έργο του Κάφκα. Η συνάντηση είναι εκρηκτική, στον Κάφκα ο νεαρός συνθέτης βρίσκει ένα ιδανικό συνομιλητή.

     Φανή Αντωνέλου

        Σιγά-σιγά και μέσα από διαρκείς αναγνώσεις και επαναναγνώσεις του καφκικού έργου από τις οποίες κρατά σημειώσεις και ερμηνείες, δημιουργεί ένα  corpus σαράντα αποσπασμάτων –που αποτελούνται από 2-3 λέξεις ως μερικές προτάσεις- και αποφασίζει να συνομιλήσει μαζί τους μουσικά. Γιατί το έργο «Θραύσματα Κάφκα» δεν αποτελεί μουσική επένδυση αυτών των αποσπασμάτων. Η μουσική του  Κούρταγκ αφαίρεσε το ηχητικό απείκασμα των λέξεων και έντυσε το γυμνό νόημα με τους δικούς του ήχους, αφήνοντας το κείμενο να φτάνει ακέραιο από τη φωνή της σοπράνο στους ακροατές. Χώρισε τα αποσπάσματα σε  τέσσερα μέρη, ξεκινώντας από αφοριστικές παρατηρήσεις («Οι καλοί περπατούν με το ίδιο πάντα βήμα. Χωρίς να ξέρουν τίποτε γι’ αυτούς, οι άλλοι γύρω τους χορεύουν τους χορούς του χρόνου» είτε «Σαν δρόμος το φθινόπωρο: αμέσως μόλις τον καθαρίσεις, σκεπάζεται πάλι με φύλλα») για να φτάσει στο τέλος μιας πορείας που ωστόσο δεν τελειώνει ποτέ : «Μας θάμπωνε η φεγγαρόφωτη νύχτα. Πουλιά έκρωζαν από δέντρο σε δέντρο, τα χωράφια θρόιζαν. Σερνόμασταν στην σκόνη, ένα ζεύγος φιδιών». Στο σύμπαν του Κούρταγκ ισχύει βαθύτατα ένα από τα αποσπάσματα που επέλεξε για το τρίτο μέρος «Υπάρχει στόχος αλλά όχι δρόμος προς αυτόν. Ό,τι ονομάζουμε δρόμο είναι  δισταγμός.»

       Ο σκηνοθέτης επέλεξε την στατικότητα, που ωστόσο, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, δεν είναι καθόλου αντιθεατρική, είναι όμως δύσκολη άσκηση για τον ερμηνευτή, που πρέπει να μετατρέψει το σώμα του σε δοχείο νοημάτων και να εγγράψει πάνω σ’ αυτό τον κόσμο της ερμηνείας του κειμένου και τον δρόμο προσπέλασης προς το κοινό. Χρησιμοποίησε την μέθοδο που προτείνει εδώ και χρόνια η ομάδα «Σημείο Μηδέν», σωματοποιώντας την ερμηνεία της σοπράνο Φανής Αντωνέλλου –φωνή με πλούσια ηχοχρώματα, δουλεμένη στην παραμικρή λεπτομέρεια με γοητευτικές εντάσεις- μια ερμηνεία που έπαλλε και έθαλλε εκρηκτικά, απορώντας, θλιβόμενη, θυμωμένη, ειρωνική και γελώσα κατά στιγμές. Προφανώς ο Στρούμπος πρέπει να σκεφτεί την περαιτέρω ενασχόλησή του με τον χώρο της όπερας, που θα του προσφέρει ένα απέραντο πεδίο δυνατοτήτων και θα της προσφέρει κι αυτός με τη σειρά του. Η Φανή Βοβώνη έχει μια ερωτική σχέση με το βιολί. Τιθάσευσε τις θηριώδεις απαιτήσεις της παρτιτούρας ελέγχοντας κάθε νότα και σφραγίζοντας τους ήχους με επιμελημένες, διαυγείς εντάσεις. Δίπλα τους, ως αρχαϊκή κόρη ανάμεσα σε δωρικές κολώνες,  η Έλλη Ιγγλίζ, μια νεαρή ηθοποιός που κάθε φορά απολαμβάνουμε το σταδιακό και μελετημένο ωρίμασμα της παρουσίας της,  με καθαρότητα και λιτότητα ερμηνείας απήγγειλε τα αποσπάσματα στην ωραία μετάφραση της Λένιας Ζαφειροπούλου.  Απέριττα τα μαύρα φορέματα –κοινά και για τις τρεις (Ηλίας Παπανικολάου που είχε και την ευθύνη του σκηνικού).  Εντυπωσιακές οι φωτεινές συνομιλίες με τα σώματα και τους ήχους που δημιούργησε ο τακτικός συνεργάτης της Σημείο Μηδέν, Κώστας Μπεθάνης.

Η τέχνη του θεάτρου στην πιο καθαρή μορφή της συνάντησε την μουσική και το αποτέλεσμα ήταν μια εξαίρετη, αθρόα εμπειρία.  Τα «Θραύσματα Κάφκα» προχώρησαν πολύ την μεγάλη έρευνα πάνω στον Κάφκα που επιχειρούν εκ της συστάσεώς τους η ομάδα Σημείο Μηδέν και ο Σάββας Στρούμπος.

ΕΠΟΧΗ, 25.2.2018

 

«Θραύσματα Κάφκα». Όταν η μουσική συναντά το θέατρο

Σχολιάστε

Μια συζήτηση με την γνωστή βιολονίστα Φανή Βοβώνη

για την συμμετοχή της στην περφόρμανς «Θραύσματα Κάφκα»του Κούρταγκ

με το «Σημείο Μηδέν»

Το Σημείο Μηδέν συνεχίζει το ερευνητικό του  έργο στο σύμπαν του Κάφκα. Η πορεία που άρχισε τόσο υποσχετικά με την «Σωφρονιστική Αποικία»  το 2009, την οποία είδαμε ξανά σε νέα εκδοχή το 2014,  και συνεχίστηκε με την «Μεταμόρφωση», έχει τώρα ένα νέο σταθμό, τα «Θραύσματα Κάφκα», μουσικό έργο του σημαντικού ούγγρου συνθέτη Γκ. Κούρταγκ, που συναντήθηκε με το έργο του Κάφκα και συνομίλησε μαζί του μέσα από σύγχρονες μουσικές φόρμες. Το έργο του Κούρταγκ ανεβαίνει στο «Άττις Νέος Χώρος» σε θεατρική φόρμα, σκηνοθετημένο από τον Σάββα Στρούμπο και υποστηριγμένο δραματικά από την Έλλη Ιγγλίζ. Η σοπράνο Φανή Αντωνέλλου ερμηνεύει το δύσκολο τραγουδιστικό μέρος και η βιολονίστα Φανή Βοβώνη αναλαμβάνει το απαιτητικότατο μουσικό κομμάτι. Ζητήσαμε από την γνωστή βιολονίστα να μας μιλήσει για το έργο και την συνεργασία της με το Σημείο Μηδέν. Θυμίζουμε στους αναγνώστες μας ότι η Φ. Βοβώνη ζει και εργάζεται στη Βιέννη, κάνει διεθνή καριέρα συνεργαζόμενη με μεγάλους μαέστρους και μουσικά σχήματα, ενώ ασχολείται με την έρευνα της παλαιάς μουσικής διδάσκοντας σε διεθνή σεμινάρια αλλά και στην Ελλάδα.

 

Φανή Βοβώνη


Κυρία Βοβώνη, συμμετέχετε σε μια παράσταση που δεν απευθύνετε μόνο σε ένα καταρτισμένο κοινό μουσικόφιλων. Θα μπορούσατε να εξηγήσετε σ’αυτό το κοινό τι είναι το έργο του Κούρταγκ «Θραύσματα Κάφκα» και γιατί είναι σημαντικό για την μουσική του 20ου αιώνα;

Κατ’ αρχάς να σας ευχαριστήσω για το ενδιαφέρον σας για την παράστασή μας και την δυνατότητα που μας παρέχετε μέσα από αυτές τις γραμμές, να πούμε δυο λόγια για το έργο.Ο Γκιόργκι Κόυρταγκ, γεννημένος το 1926 στην Ουγγαρία, ανήκει σε  μια γενια συνθετών που επηρεάστηκαν καταλυτικά από τον Μπέλα  Μπάρτοκ. Η μουσική του γλώσσα  βρισκόταν σε συνεχή συνομιλία με το ουγγρικό στοιχείο, οι σχέσεις με τα ρεύματα της κεντρικής Ευρώπης ήταν και λόγω του καθεστώτος περιορισμένη. Ήταν λίγο μετά την επανάσταση του 1956 όταν έφυγε για το Παρίσι, που ήρθε σε επαφή με όλα τα μοντέρνα ρεύματα της εποχής.  Μεταξύ άλλων ήταν η ενασχόληση με την δεύτερη σχολή της Βιέννης, τον δωδεκαφθογγισμό, και τις μικρές και σύντομες στρουκτούρες στο έργο του Άντον φον Βέμπερν που καθόρισαν έντονα την μετέπειτα πορεία του.  Άρχισε να δουλεύει με την μείωση του υλικού του στο ελάχιστο δυνατό, με το αποσπασματικό, το ημιτελές. Καθώς και με την εκφραστικότητα του απομονωμένου από την τονική του υπόσταση ήχου. Αυτά τα χαρακτηριστικά παρέμειναν πλέον μόνιμα ανοιχτά  μέτωπα στο έργο του.

Οι καλλιτεχνικές και συνθετικές του αναζητήσεις  τον έφεραν συχνά  αντιμέτωπο με προσωπικές, υπαρξιακές κρίσεις τις οποίες προσπάθησε να αντιμετωπίσει κάνοντας ψυχανάλυση στο Παρίσι. Η ψυχανάλυση σημαίνει αναζήτηση και αναθεώρηση, κάτι που ο Κουρταγκ ακολούθησε  με θάρρος και συνέπεια, ονομάζοντας το πρώτο έργο που προέκυψε μετά από αυτή την διαδικασία αναγέννησης, op.1.  Σε αυτή την περίοδο, γνωρίζει και το έργο του Φραντς Κάφκα, και αμέσως συνδέεται με τον εσωστρεφή Τσέχο, με το χαρακτηριστικό λακωνικό γράψιμο και την αέναη αυτοαμφισβήτηση.

Ήθελα να κάνω αυτή την πολύ σύντομη αναφορά στην πορεία του Κουρταγκ για να καταλήξω στα Kafka Fragmente, στα Θραύσματα απο τον Κάφκα, καθώς αυτό το έργο είναι η επιτομή αυτής της πορείας. Γραμμένο το 1985-1987, μόνο και η επιλογή μιας σοπράνο και ενός μονάχα βιολιού αναδεικνύουν  την επιθυμία για μινιμαλισμό στα μέσα, για συγκέντρωση  στο απολύτως απαραίτητο, του οποίου όμως οι δυνατότητες εξαντλούνται στο μέγιστο. Διαλέγει σύντομα  αποσπάσματα από τα προσωπικά ημερολόγια και επιστολές του Κάφκα συνθέτοντας τα σε 40  ξεχωριστά μέρη, κάποια από τα οποία  διαρκούν 30 δευτερόλεπτα, το μεγαλύτερο 8 λεπτά. Το αποσπασματικό του κειμένου δένεται με την αποσπασματική μουσική φόρμα, μια τεχνική που ο Κούρταγκ αναπτύσσει αριστοτεχνικά σε αυτό το έργο.

Η αποσπασματικότητα, ένα μεγάλο ζήτημα στην μουσική του 20ου αιώνα, είναι αυτή που υπαινίσσεται αυτό το οποίο λείπει, το ανοίκειο, το ανείπωτο. Είναι αυτή που αντικατοπτρίζει το ανολοκλήρωτο, την δημιουργική αναζήτηση ως στάση ζωής. Ο Κούρταγκ αναπτύσσει τα μουσικά του αποσπάσματα και μας παρασύρει σε ένα πολυποίκιλο κόσμο. Δεν τον ενδιαφέρει το καινούριο με εκκεντρικό τρόπο. Η μουσική του δεν είναι μεν τονική αλλά δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει στοιχεία παραδοσιακής ουγγρικής μουσικής, τεχνικές του Μπαρόκ,   αναφορές στον Ρομαντισμό και Εξπρεσιονισμό, και να  αφομοιώσει όλα αυτά εκπληκτικά στο δικό του προσωπικό στυλ. Στη μουσικό του ιδίωμα και πάντα συντονισμένος με τον Κάφκα είναι  εκρηκτικός, εσωστρεφής, τρυφερός, σκωπτικός, ειρωνικός, ψάχνει την ελαφρότητα    και αναζητά την έκσταση. Είναι ένα έργο πολύ-πολύ ανθρώπινο. Η σχέση του με την αναζήτηση της φόρμας  αναδεικνύεται καλύτερα μέσα από τα δικά του λογία: « Οι φόρμες… με τις οποίες έχω μια περίεργη σχέση, γιατί δεν ξέρω ποτέ, το πως…δεν τις βλέπω και δεν τις θυμάμαι, απλά αισθάνομαι ασφάλεια  κοντά τους. Μπορώ να κρατιέμαι στις καμπύλες κυρτωμένων κλαδιών, χωρίς να μπορώ να τις αναπαράγω. Αυτές οι καμπύλες είναι που και στη μουσική δημιουργούν την αίσθηση και την ανάγκη της φόρμας.»

Στα «Θραύσματα Κάφκα» έχει κανείς την αίσθηση ότι ο μουσικός και ο συγγραφέας δημιουργούν μια αξεδιάλυτη οργανική ενότητα. Τι συγκινεί τον συνθέτη στον μεγάλο συγγραφέα; Ποια είναι τα κοινά σημεία τους;

Η αριστουργηματικά πλεγμένη  δραματουργική  ενότητα των Θραυσμάτων είναι ένα μεγάλο ταξίδι στην ανθρώπινη ύπαρξη και τα βασικά ερωτήματα που τη συνταράσσουν. Τα ημερολόγια του Κάφκα γίνονται κατά κάποιο τρόπο προσωπικά μουσικά ημερολόγια του Κούρταγκ και δημιουργούν μέσα από το αποσπασματικό των κειμένων και των χρονικά σύντομων μουσικών κομματιών μια ενότητα θραυσματική: την ίδια τη ζωή. Μιλά για την ανθρώπινη πορεία, για τον φόβο, τον έρωτα, τον  ψυχικό και σωματικό πόνο, την απομόνωση και την μοναξιά, την αγωνία της δημιουργικής αναζήτησης. Γίνεται σαφές ότι ο Κάφκα δίνει στον Κούρταγκ το υλικό για να επεξεργαστεί τις προσωπικές του κρίσεις και αναζητήσεις. Παράλληλα, μέσα από αυτό το έργο έχουμε τη συνάντηση κειμένου και ήχου, το ευφυές αυτό πάντρεμα όπου οι προσωπικές αναζητήσεις δυο μεγάλων καλλιτεχνών γεννούν ένα διαχρονικό έργο τέχνης που  μας αφορά όλους

 Τι σας προκαλεί στο έργο ως μουσικό;

Η πρόκληση που τίθεται είναι τεράστια και πολυεπίπεδη. Είχα να αντιμετωπίσω μια πολύ πυκνή παρτιτούρα, πολύ απαιτητική τεχνικά. Ο Κούρταγκ φέρνει και το βιολί και τη φωνή στα όρια τους, κάτι διόλου τυχαίο. Τα νοήματα του κειμένου, ο ακραίος Κάφκα τον ωθεί στην ακραία μουσική έκφραση. Καθότι επέλεξε τον εύθραυστο συνδυασμό βιολιού και φωνής, η εναλλαγές δυναμικών, τεχνικών, συναισθημάτων και διαθέσεων  εκφράζονται ακόμα πιο έντονα. Να προσθέσω ότι η ενασχόληση με το κείμενο του Κάφκα και της εποχής του και το πώς αυτό μπορεί να επηρεάσει την μουσική ερμηνεία ήταν μια διεργασία πιο έντονη ίσως από άλλες φορές καθότι αυτή η σύνδεση είναι σπάνια τόσο επιτακτική για μια βιολονίστα.

Φανή Αντωνέλλου

 Το έργο εντάσσεται στη μεγάλη ερευνητική δουλειά πάνω στον Κάφκα που έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια ο Σάββας Στρούμπος και η ομάδα Σημείο Μηδέν, μια ομάδα με πολύ συγκεκριμένο καλλιτεχνικό προφίλ, γνωστή για τις δύσκολες καλλιτεχνικές και φιλοσοφικές αναζητήσεις της. Πώς ήταν η εμπειρία της συνεργασίας μιας μουσικού με ένα σκηνοθέτη; Επηρέασε τον τρόπο που προσεγγίσατε και ερμηνεύσατε το μουσικό μέρος;

Είναι νομίζω σαφές ότι μέσω της θεατρικής προσέγγισης και του προτσές που ακολουθεί μιας ομάδα σαν αυτή του Σάββα Στρούμπου είναι μια συνθήκη πολύ σπάνια για έναν μουσικό. Για μένα προσωπικά έδρασε καταλυτικά και είναι μια τεράστια πηγή έμπνευσης. Ο Σάββας ως βαθύς γνώστης του υλικού του Κάφκα μας άνοιξε καινούριους δρόμους προσέγγισης, ανέδειξε πρίσματα σε εμάς πρωτόγνωρα που εμπλούτισαν πολύ την εκφραστική μας εργαλειοθήκη. Είχαμε μακρές και συναρπαστικές συζητήσεις σε ζήτημα τόσο θεωρητικά όσο και σε ζητήματα της τέχνης του περφόρμερ. Είναι πολλά τα οποία μπορούμε εμείς οι μουσικοί να μάθουμε από τους ηθοποιούς, αλλά και αντίστροφα! Κλείνοντας θέλω να αναφερθώ  στην σπάνια αυτή συνεργασία ως μια ευκαιρία σύγκλισης διαφορετικών τεχνών, ένα θέμα που και εμένα προσωπικά με απασχολεί πολύ έντονα. Πως βλέπει τη σωματικότητα του μουσικού – μια στη σύγχρονη μουσική ερμηνεία αρκετά παραμελημένη παράμετρος – ένας σκηνοθέτης, πως αυτή μπορεί να έχει το ρόλο της σε μια παράσταση? Και πως μπορεί να προσεγγίσει κανείς μέσα από το θέατρο και τη λογοτεχνία τη  σύγχρονη μουσική δημιουργία, που συχνά απομονώνεται στα δικά της φεστιβάλ, στο δικό της κοινό, στο δικό της αποκλειστικό δίκτυο και μικρόκοσμο. Σε μια τέτοια συνεργασία βλέπω πολλές δυνατότητες να δημιουργηθούν νοηματικοί συσχετισμοί που ίσως μας βοηθήσουν, καλλιτέχνες και κοινό, να ξεπεράσουμε κλισέ, φοβίες και όρια και να αφεθούμε βασιζόμενοι στην αίσθηση και μόνο. Όπως λέει ο Κάφκα:

Δεν θα επιτρέψω στην κόπωση να με καταβάλει

Θα πηδήξω μέσα στη νουβέλα μου,

Ακόμα κι αν το άλμα μου ξεσκίσει το πρόσωπο.

ΕΠΟΧΗ, 11.2.2018

 

«Φρίντα κι άλλο»

Σχολιάστε

 

Η Φρίντα Κάλο από τους Fly Theatre

 

 

Frida Kahlo. Self-Portrait.

Αυτοπροσωπογραφία (1933)

         Γνώρισα το έργο της Φρίντα Κάλο όταν ήμουν φοιτήτρια στο Παρίσι, στα μέσα της δεκαετίας του ’80 και γοητεύτηκα.  Λίγο καιρό πριν είχε εκδοθεί η βιογραφία από την Hayden Herrera και είχε πραγματοποιηθεί η μεγάλη έκθεση με έργα της μαζί με έργα της φωτογράφου και πολιτικής ακτιβίστριας Τίνα Μοντότι στο Λονδίνο, που είχαν αναζωογονήσει το ενδιαφέρον για την ζωή και το έργο της.  Υπήρχε βέβαια και το γυναικείο κίνημα. Το Παρίσι εκείνη την περίοδο έμοιαζε γοητευμένο από την  φλογερή μεξικάνα ζωγράφο, αλλά όπως παντού,  η «φρινταμάνια» μάλλον άφηνε κάπως στο παρασκήνιο το έργο και επικέντρωνε στις ιδιαιτερότητες της ζωής της.

Την ίδια περίοδο, το επιστημονικό πεδίο που ονομάζουμε cultural studies βουτούσε με ενδιαφέρον στο έργο της, ενώ και ο εικαστικός κόσμος, που μελετούσε και εμπνεόταν  από την πολυπολιτισμικότητα, στεκόταν με προσοχή στο έργο της. Η Φρίντα Κάλο είχε από χρόνια πάψει να είναι η γυναίκα του Ντιέγκο Ριβέρα και είχε αποκτήσει ιδία καλλιτεχνική υπόσταση. Δεν είμαι ειδικός, το αντίθετο, αλλά τη θεωρώ μια από τους σπουδαιότερους ζωγράφους –και όχι μόνο του 20ου αιώνα.  Ο πίνακάς της «Σπασμένη στήλη» -η ίδια, σε μετωπική παράσταση, μας αφήνει να δούμε στο εσωτερικό του σώματός της την σπονδυλική της στήλη σαν αρχαία κολώνα τσακισμένη, οι σπόνδυλοι της κολώνας δεν στέκουν καλά ο ένας πάνω στον άλλον όπως οι δικοί της σπόνδυλοι από το ατύχημα που είχε πολύ νέα και της δημιούργησε μεγάλες κινητικές δυσκολίες και αφόρητους πόνους- είναι από τις συγκλονιστικότερες ζωγραφικές δημιουργίες που γνωρίζω.

Γυναίκα παθιασμένη, εκρηκτική, βαθιά ερωτική, αμφιφυλόφιλη -όργωνε με άνεση τα όρια ανάμεσα στα φύλα- αιώνια ερωτευμένη με τον Ντιέγκο Ριβέρα και την επανάσταση, οργανωμένη στο κομμουνιστικό κόμμα, ακτιβίστρια μέχρι το τέλος της ζωής της, όσο της επέτρεπε τουλάχιστον το σώμα της. Μια γοητευτική ψεύτρα που σκηνοθετούσε την εικόνα της και άλλαζε το αφήγημα της ζωής της προσαρμόζοντάς το στην ανάλογη φάση της ζωής της.  Η ζωή της και το έργο της αποτελούν μια αξεδιάλυτη ενότητα, όχι τόσο εξαιτίας των πολλών ερωτικών της περιπετειών, εκεί θέλουν κάποιοι να περιορίσουν αυτή την ενότητα, ούτε καν επειδή το θέμα της υγείας της είναι πανταχού παρόν, αλλά γιατί με το σώμα της και την ζωή της φέρει την τέχνη της: είναι οι πίνακες που ζωγραφίζει περισσότερο από ό,τι οι πίνακές της είναι αυτή.

Frida Kahlo. The Broken Column.

Η σπασμένη στήλη (1944)

         Η ζωγραφική της χαρακτηρίζεται από μία σχεδόν ολοκληρωτική αυτοαναφορικότητα. Και δεν είναι περίεργο. Περνά μεγάλα διαστήματα ακινητοποιημένη στο κρεβάτι, μετά από επώδυνες επεμβάσεις αλλά και αποβολές. Εκείνο τον ατέλειωτο χρόνο της ακινησίας, ζωγραφίζει τον εαυτό της, όπως είναι ή όπως θα ‘θελε να είναι. Η ζωγραφική δεν είναι φυγή είναι ελευθερία, φαντασία, έρωτας. Αυτό αποκαλύπτει η περίφημη φράση της «Δεν είμαι άρρωστη, είμαι σακατεμένη. Ευτυχώς μπορώ να ζωγραφίζω και αυτό με κάνει ευτυχισμένη». Η  αυτοαναφορικότητα έτσι κι αλλιώς  δεν σημαίνει περιορισμό στον εαυτό της, το αντίθετο. Μετατρέπει τον εαυτό της σε εκρηκτικό πεδίο εγγραφής αιτημάτων και εξομολογήσεων.

Κι όμως αυτή η πασίγνωστη Φρίντα Κάλο, είναι εν πολλοίς άγνωστη.  Το όνομά της ανακαλεί περισσότερο μια περσόνα και όχι ένα καλλιτέχνη. Τα έργα της είναι εύκολα αναγνωρίσιμα, βγαίνουν σε σου-βερ, σε τασάκια, σε μπλουζάκια, αλλά σαν την Τζοκόντα, ελάχιστοι –πλην των ειδικών-σκύβουν με προσοχή στις λεπτομέρειές τους, τα βλέπουν δηλαδή πραγματικά.

Αποτέλεσμα εικόνας για φρίντα fly

  Η Α. Δαμβόγλου ως Φρίντα Κάλο

        Πολλά χρόνια το θέατρο και ο κινηματογράφος ασχολούνται με την Φρίντα Κάλο. Το ελληνικό θέατρο επίσης ασχολείται μαζί της από καιρό. Προσωπικά θυμάμαι την παράσταση «Φρίντα/Φρίντα» (2008) σε κείμενο και σκηνοθεσία της μεξικάνας Εστέρ Αντρέ Γκονζάλες με την Φένια Παπαδόδημα και την Κατερίνα Τοκάλου, αλλά και την φετινή «Φρίντα» με την Έλλη Χρονιάρη –υπήρξαν κι άλλες βεβαίως σχετικές δουλειές. Φέτος είχαμε μια νέα δουλειά για την Φρίντα Κάλο. «Φρίντα κι άλλο» ο τίτλος –το λογοπαίγνιο αποδίδει ήδη εξ αρχής μια διάθεση παιχνιδιάρικη με το θέμα και το πρόσωπο. Δημιουργοί του οι δύο Fly Theatre, Κατερίνα Δαμβόγλου και Robin Beer, που τις δύο προηγούμενες σεζόν έδωσαν την επιτυχημένη «Αγγελική».

Έχοντας καλά αφομοιωμένες τις τεχνικές του σωματικού θεάτρου, έχοντας την εμπειρία της συνεργασίας με τον Σάιμον Μακ Μπέρνυ και την Complicite, οι Fly Theatre, επιχείρησαν μια μελέτη της Κάλο, με χιούμορ και φαντασία.  Βοήθησε και το πρόσωπο της Δαμβόγλου που με το κατάλληλο μακιγιάζ παρουσίαζε μια εντυπωσιακή ομοιότητα με την ζωγράφο. Στην παράσταση, η βιογραφία και η ζωγραφική ισορροπούν -ισορροπία που στηρίζεται στο  ιλιγγιώδες παιχνίδι του ηλεκτρονικού σκηνικού. Η Δαμβόγλου με επιτηδευμένη μεξικανιζουσα προφορά κινείται σε ένα άυλο σκηνικό χώρο, όπου ο Robert Beer  δημιουργεί ένα διαρκώς ανανεούμενο σύπμπαν στο οποίο κυριαρχούν οι πίνακες της Κάλο, με τρόπο που η αφήγηση της ζωής της να γεννά τον πίνακα και να γεννιέται μέσα απ’αυτόν.

Το σώμα της «ντύνεται» ηλεκτρονικά, χρωματίζεται, σκιές χορεύουν, καρτούν συνοδεύουν φράσεις ή σχολιάζουν κοροϊδευτικά καταστάσεις. Ο Beer με τον υπολογιστή του συμπρωταγωνιστεί και καθοδηγεί την αφήγηση. Λεπτομέρειες από πίνακες ή και πίνακες ολόκληροι ορμούν στη σκηνή. Ο συγχρονισμός τους εντυπωσιάζει. Ωστόσο, αυτή η πρωτοπόρα τεχνική την ίδια στιγμή δημιουργεί και ένα ζήτημα: υπάρχουν φορές που παίρνει τα ηνία, πρωταγωνιστεί, παρασύρει, εγκλωβίζει το θεατή στις εναλλαγές, στις τεχνικές δυνατότητες, τον απομακρύνει από το ζητούμενο.

Η εκφορά του λόγου είναι γρήγορη, οι συναισθηματικές εντάσεις δυνατές. Η παράσταση δεν θέλει την αγιοποίηση. Η Φρίντα εδώ έχει στοιχεία καρικατούρας, είναι η Φρίντα που ξέρει ο πολύς κόσμος. Τα επεισόδια που επελέγησαν να παρουσιαστούν είναι τα πιο γνωστά της ζωής της. Οι Fly Theatre μοιάζουν να θέλουν να υπονομεύσουν με την παράστασή τους την μανία για την Φρίντα και να αναδείξουν την ανάγκη να ασχοληθούμε -αν και όποιοι θέλουμε-με το έργο της. Και τότε θα γνωρίσουμε την πραγματική Φρίντα.

Παρόλο που είναι προφανές ότι ηθελημένα δεν θέλησαν να προχωρήσουν σε μια αποτίμηση της συνολικής δραστηριότητας της Κάλο και μολονότι υπήρχε γενικά μια διάθεση ελαφρότητας που πέρναγε στο κοινό δημιουργώντας του ευφρόσυνα συναισθήματα που έφταναν κάποιες στιγμές να γίνουν γέλιο, δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έλειψε η αναφορά στον ιστορικό περίγυρο (η Κάλο ψευδόταν για την ημερομηνία γέννησής της, θέλοντας να πιστέψουν ότι είχε γεννηθεί την μέρα που ξέσπασε η μεξικάνικη επανάσταση), στις πολιτικές συνθήκες, στην στράτευσή της στο κομμουνιστικό κόμμα. Με αποζημίωσε η καταιγιστική ερμηνεία της Δαμβόγλου, οι εξαιρετικές φωνητικές της ικανότητες, η εκφραστικότητά της, η κίνησή της.

 

ΕΠΟΧΗ, 28.1.2018

 

 

 

 

«Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ». Ο Φώτης Μακρής σκηνοθετεί το εμβληματικό μυθιστόρημα του Χ. Μπελ

Σχολιάστε

 

«Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ» γράφτηκε τη δεκαετία του ’70, σχεδόν μισό αιώνα πριν δηλαδή, ωστόσο η επικαιρότητά της φτάνει να είναι οδυνηρή. Διαβάζοντας το μυθιστόρημα του Χάινριχ Μπελ έχεις σχεδόν την εντύπωση ότι γράφτηκε μόλις χτες. Λέμε «σχεδόν» γιατί οι εξελίξεις στον Τύπο, η αδηφαγία των ΜΜΕ, η μαεστρία στην κατασκευή ενόχων και την δημιουργία εξαιρετικά αληθοφανών ειδήσεων ξεπέρασαν τη διορατικότητα και την φαντασία του μεγάλου Γερμανού συγγραφέα. Παρ’όλ’αυτά, η περιγραφή και η ανάλυσή του στο φαινόμενο του «εισαγγελικού Τύπου» και των επιπτώσεών του στην ζωή του πολίτη παραμένει αξεπέραστη.  Το θέμα απασχόλησε το Μπελ από νωρίς: ήδη  το 1971 ο Μπελ έγραψε ένα άρθρο στο οποίο καταδίκαζε τις μεθόδους κατασκευής ενόχων από την γνωστή μας «Bild»,  με αφορμή την άκριτη και βιαστική  των ομάδων Μπάαντερ Μάινχοφ για μια συγκεκριμένη ληστεία στο πρωτοσέλιδο της επόμενης κιόλας μέρας. Η «Καταρίνα» του δίνει λογοτεχνική μορφή στους προβληματισμούς που εκθέτονται σ’αυτό.

Το μυθιστόρημα γνώρισε επιτυχία και γυρίστηκε ταινία από τον Σλέντορφ και την Φον Τρόττα που είχε μεγάλη απήχηση μέσα και έξω από τη Γερμανία. Τόσο στο λογοτεχνικό έργο όσο και την ταινία απασχολεί επίσης η δράση των μυστικών κρατικών υπηρεσιών  και της αστυνομίας –σε αγαστή συνεργασία με το είδος του τύπου που προαναφέραμε- ενώ είναι κατάφωρη η ειρωνεία του Μπελ για τον καθοδηγημένο πανικό της γερμανικής κοινωνίας της εποχής απέναντι στο φαινόμενο της τρομοκρατίας. Ο Μπελ δεν «μάσαγε  τα λόγια του» και η «Καταρίνα» αποτελεί ένα λίβελο ενάντια στην καταπάτηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων του πολίτη και το ηθικό κουρέλιασμά του.

Αποτέλεσμα εικόνας για καταρίνα μπελ μακρής

Η ανθρωποφαγία του κιτρινισμού

         Η  ηρωίδα είναι μια νέα εργαζόμενη γυναίκα –οικιακή βοηθός. Ένα βράδυ γνωρίζει έναν άντρα και περνά τη νύχτα μαζί του. Ο άντρας διώκεται ως τρομοκράτης και η Καταρίνα αμέσως κατηγορείται ως ύποπτη για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση. Ό,τι λέει, χρησιμοποιείται εναντίον της. Η «Εφημερίδα» πρωτοστατεί στην δημόσια διαπόμπευσή της και την δημοσιοποίηση των πιο ιδιωτικών πλευρών της ζωής της και την φτάνει στα άκρα: σκοτώνει τον δημοσιογράφο-βιαστή της. Η κοινωνία αντιδρά σπασμωδικά, η ζωή της κοπέλας διαλύεται. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Μπελ δεν αφήνει στο απυρόβλητο την κοινωνία με τις σπασμωδικές, φιλέκδικες, ανθρωποφαγικές αντιδράσεις της.

Παρόλο που η εφημερίδα που πρωτοστατεί σ’αυτό το ανθρωποφαγικό όργιο έχει το όνομα «Εφημερίδα», είναι φανερό ότι στο στόχαστρο του Μπελ είναι η “ Der Bild” –στην ταινία όσο και στην παράσταση του Μακρή το στήσιμο του πρωτοσέλιδου και ο λογότυπος οδηγούν χωρίς ενδοιασμούς εκεί.

Μολονότι η παράσταση τιμά τα 100χρονα από την γέννηση του Μπελ, στην πραγματικότητα είναι μια περίπου φυσική επιλογή μετά το «Κιβώτιο» του Αλεξάνδρου (που συνεχίζει  για τρίτη χρονιά). Η δουλειά αυτή του Μακρή και των συνεργατών του συνεχίζει τους πολιτικούς προβληματισμούς που ξεδίπλωσε στο «Κιβώτιο», κυρίως το θέμα της προσωπικής ελευθερίας και της επιλογής, αλλά, φυσικά, και τη βία της εξουσίας. Δεν είναι τυχαίο πως ο υπότιτλος του μυθιστορήματος είναι «Πώς γεννιέται η βία και πού μπορεί να οδηγήσει»

Αποτέλεσμα εικόνας για καταρίνα μπελ μακρής

Χιούμορ και ειρωνεία

        Ο Μακρής  σκηνοθέτησε εύστροφα, χωρίς να πέσει στην παγίδα της υπερβολής και των συναισθηματισμών, χρησιμοποιώντας τρόπους που αρύονται από την μπρεχτική παράδοση.  Στηρίχτηκε σε μια διασκευή συλλογική, υπογεγραμμένη από όλο το θίασο –μια διασκευή που κράτησε τα βασικά σημεία, τη δομή και την πολυφωνία του μυθιστορήματος, στο οποίο επικρατεί η πρωτοπρόσωπη αφήγηση αφού πολλά πρόσωπα καλούνται να δώσουν συνέντευξη για την σχέση τους με την κοπέλα και λεπτομέρειες της ζωής της. Απέδωσε με χιούμορ τα σκληρά ζητήματα που θίγει το έργο  – χιούμορ που συναντά το πικρό, δηκτικό υπόγειο χιούμορ του συγγραφέα, το οποίο  λειτουργεί ως εκπορθητικός κριός στο θέμα του. Παράλληλα αναδεικνύει την εξοντωτική ειρωνεία, τον σαρκασμό, που αναδύεται  από την προσεγμένη  ρεαλιστική απόδοση χαρακτήρων και καταστάσεων -σαν να εκδικείται ο Μπελ τον εξευτελισμό της νεαρής γυναίκας με τον εξευτελισμό της εφημερίδας και των ανθρώπων της αστυνομίας και των μυστικών υπηρεσιών. Γρήγορες εναλλαγές ρόλων,   ταχεία εκφορά του λόγου και συνεκφορά κατά την ανάγνωση των πρωτοσέλιδων της «Εφημερίδας/Bild» με κωμικό τρόπο συνεργούσαν στη δημιουργία κλίματος θυμηδίας, οργής και εγρήγορσης στους θεατές.

Οι τέσσερις ηθοποιοί, που αναλαμβάνουν όλους τους ρόλους, δημιουργούν παράλληλα ένα χορό που, την ίδια στιγμή που διαδραματίζονται τα γεγονότα, σχολιάζει και περιγελά  τον κιτρινισμό χωρίς να υποτιμά τους κινδύνους –το αντίθετο, έτσι τους τονίζει παραπάνω. Πρόκειται για μια  βαθύτατα πολιτική παράσταση που δεν καταδέχεται διδακτισμό και ξύλινη καταγγελτικότητα.

Η Στέλλα Κρούσκα υποστήριξε καλά τον κεντρικό χαρακτήρα παίζοντας διαρκώς ανάμεσα στην ενοχικότητα και την αθωότητα –ένας πολίτης που υποχρεώνεται να νιώσει ένοχος ενώ ξέρει καλά και ξέρουν καλά πως είναι αθώος. Ο Βαγγέλης Στρατηγάκος έχει ερμηνευτική πλαστικότητα, η Κλεοπάτρα Τολόγκου και ο Μενέλαος Χαζαράκης  λειτουργούσαν περισσότερο υποστηρικτικά.

ΕΠΟΧΗ, 14.1.2018

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πλάτωνα, Ίων

Σχολιάστε

 

Με χιούμορ, χάρη και γνώση

         Φίλες και φίλοι, ο «Θεατής» εύχεται, με αφορμή τις γιορτές και την έλευση εντός ωρών του νέου έτους, χρόνια πολλά και καλά. Δύναμη να αντέχουμε –αν και όλο συχνότερα θυμάμαι εκείνη την παλιά παροιμία «Βάρδα μη σου δώσει ο θιος ό,τι αντέχεις», γιατί πολλά αντέχει ο άνθρωπος και δεν πρέπει- και μνήμη –να μην ξεχνάμε, ποιοι ήμασταν, ποιοι υποσχεθήκαμε ότι θα είμαστε και κυρίως ποιοι γίναμε, ο καθρέφτης λέει αλήθειες, αν τον κοιτάξεις με ειλικρίνεια και γενναιότητα. Πριν οι πέτρες τον σπάσουν -και δεν θα ξέρεις ποιο χέρι κρατούσε την πέτρα, το αριστερό ή –αλίμονο- το βάρβαρο δεξί.

***

       Χρωστώ σε μια παράσταση –έντιμη, χαρίεσσα και καλοδουλεμένη, με γνώση και μεράκι, να πω δυο λόγια. Είναι ο πλατωνικός Ίων, ανεβασμένος με χιούμορ και φαντασία από την ομάδα «ΗΘΩ» της Λένας Φιλίπποβα. Για να ‘μαι ειλικρινής, θυμήθηκα το χρέος μου τούτο, καθώς έριχνα μια ματιά στις σημειώσεις του Πλάτωνα που δίνω, που δίνουμε να πω ορθότερα, οι διδάσκοντες  το λεγόμενο «γνωστό» της θεωρητικής κατεύθυνσης για τις πανελλαδικές. Και είναι το «γνωστό» μερικές σελίδες του Πλάτωνα από τον Πρωταγόρα και την Πολιτεία –στο δεύτερο τετράμηνο, λίγα σπαράγματα Αριστοτέλη από τα Ηθικά Νικομάχεια και τα Πολιτικά. Τις κοίταζα τις σημειώσεις, λοιπόν, άνυδρες, λαβωμένες από την λέπρα της «εξεταστίτιδας», τρομαγμένες, ξεπατίκωμα ο ένας δάσκαλος του άλλου –κάποιοι πάνε να ψελλίσουμε δυο λέξεις άλλες, να σύρουνε τα κλαδιά που κρύβουν μονοπάτια περήφανα και δύσβατα πλην φευ!, υπαινικτικά, φοβισμένα. Αυτή είναι η κατάντια του φροντιστηριοποιημένου λυκείου μας. Τις κοίταζα τις σημειώσεις μου και θυμήθηκα την παράσταση για την οποία θα πω σήμερα δυο λόγια.

Αποτέλεσμα εικόνας για ιων φιλίπποβα

       Είδα την δουλειά της Λένας Φιλίπποβα και της ομάδας της όχι στην πρώτη της εκδοχή, την άνοιξη του 2016, μα φέτος το χειμώνα, σε ένα συμπαθητικό θεατρικό χώρο, στο Γκάζι, το Tempus Verum. Ομολογώ ότι πήγα με περίσκεψη για το αισθητικό αποτέλεσμα του εγχειρήματος, παρά τα καλά λόγια που είχα ακούσει,  και διαψεύστηκα ευχάριστα.

Ο Ίων είναι διάλογος του Πλάτωνα από την πρώτη περίοδο, τη λεγόμενη σωκρατική. Πρέπει να γράφτηκε το 394 π.Χ. και διαπραγματεύεται το θέμα της ποίησης. Ο φιλόσοφος ασκεί στο έργο του εν γένει μεγάλη κριτική στην ποίηση, θεωρώντας ότι είναι δεύτερος βαθμός απομάκρυνσης από την αλήθεια του κόσμου των ιδεών. Στον Ίωνα καταλήγει πως δεν είναι τέχνη και πως οφείλεται σε θεϊκή επιρροή, μολονότι το ερώτημα μένει κάπως ανοικτό, για μια νέα συζήτηση.

Ο ραψωδός Ίων –οι διάλογοι του Πλάτωνα έχουν συνήθως ως τίτλο το όνομα του βασικού συνομιλητή του Σωκράτη- που ειδικεύεται στην απαγγελία αλλά επίσης θεωρεί εαυτόν ικανό ερμηνευτή της ποίησης,  επιστρέφει από την γιορτή του Ασκληπιού στην Επίδαυρο, έχοντας νικήσει στους ποιητικούς αγώνες. Το ερώτημα που του θέτει ο Σωκράτης αφορά το είδος και το περιεχόμενο της γνώσης που αποκομίζει από την ερμηνεία των ποιημάτων και δη των Ομηρικών, που θεωρούνταν πηγή βασικών γνώσεων πολλών επιστημών. Μπορεί να είναι πηγή γνώσης η ποίηση; Με ένα άλλο τρόπο ειπωμένο το ερώτημα: ποια υπερτερεί η ποίηση ή η φιλοσοφία; Και φυσικά κερδίζει η δεύτερη, αφού η γνώση των ποιητών είναι φαινομενική. Ωστόσο, αφήνει ένα μικρό χώρο για τη γοητεία της ποίησης αλλά και της ερμηνείας της.

Ο Πλάτωνας ήταν πριν απ’ όλα ποιητής –αρκεί να διαβάσει κανείς την εισαγωγή στον  Φαίδρο για να το διαπιστώσει παρακολουθώντας τις εικόνες που δημιουργεί και τα γλωσσικά παιχνίδια. Καταπίεσε τον ποιητή μέσα του για να παραδοθεί στη φιλοσοφία. Ήταν μάλιστα δραματικός ποιητής, τραγωδίες έγραφε στα νιάτα του. Διοχέτευσε την δραματική δημιουργικότητα στη μορφή που διάλεξε να γράψει τη φιλοσοφία του, τον διάλογο. Ειδικά οι διάλογοι της πρώτης περιόδου ήταν γραμμένοι σε ευθύ λόγο (αργότερα προτιμούσε την διήγηση του διαλόγου και όχι τον ίδιο το διάλογο).  Παρ’ όλ’ αυτά, δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς πως ένας πλατωνικός διάλογος θα μπορούσε να γίνει θεατρική παράσταση και δη παράσταση όχι για ειδικό κοινό εξασκημένο στο φιλοσοφικό λόγο και την πολυπλοκότητά του αλλά σε ένα ευρύ κοινό. Ακόμα κι αν πρόκειται για ένα από τους πιο απλούς και σχετικά σύντομους πλατωνικούς διαλόγους, που θυμίζει περισσότερο διανοητικό γύμνασμα πάνω στο βασικό ερώτημα. Ακόμα κι αν πρόκειται για ένα διάλογο που οι χαρακτήρες των συνομιλητών διαγράφονται με ευκρίνεια και οι αντιθέσεις τους δεν οδηγούν σε ακραίες διανοητικές συγκρούσεις.

Αποτέλεσμα εικόνας για ιων φιλίπποβα

            Η Λένα Φιλίπποβα –ηθοποιός και σκηνοθέτρια, επίσης πανεπιστημιακός, με πολύ ενδιαφέρον βιογραφικό, που ζει και εργάζεται στην Ελλάδα πολλά χρόνια-  προφανώς έβαλε ένα στοίχημα και το κέρδισε. Η παράσταση κατέβασε το φιλοσοφικό κείμενο στην πλατεία, χωρίς να προδώσει την πολυπλοκότητα της σκέψης. Ακολούθησε το παιγνιώδες στοιχείο που φέρει εγγενώς το κείμενο και δημιούργησε με την ομάδα της μια παράσταση που εικονοποιεί πολύ καλά την σωκρατική ειρωνεία και δείχνει με επάρκεια την μαιευτική μέθοδο. Βέβαια δεν χρειαζόταν ο ραψωδός Ίωνας να έχει τόσο έντονα καρικατουρίστικα στοιχεία – ο Ίωνας είναι τόσο επηρμένος όσο περίπου ο εκάστοτε συνομιλητής του Σωκράτη, η καλλιτεχνική του ενασχόληση δεν χρειαζόταν να «φωνάζει» τόσο και με  τρόπο που λίγο έφερνε σε τηλεοπτικές συνταγές. Πάντως ο νεαρός  Χόβικ Καραμπετιάν απέδωσε ικανοποιητικά τον ραψωδό και ιδιαίτερα στις δύσκολες στιγμές των αυτοαναιρέσεων. Η σκηνοθέτρια μοίρασε το ρόλο του Σωκράτη σε τρία νέα κορίτσια, δεν ξέρω αν είχε κατά νου τη σημασία που έχει ο αριθμός «3» στο πλατωνικό σύμπαν: η φρεσκάδα του προσώπου, η γεμάτη ειρωνεία εκφορά του λόγου που άγγιζε μια στοχευμένη στάγδην κωμικότητα και η ωραία κίνηση (επιμέλεια Στέφανι Τσάκωνα) σε αντίθεση με αυτό που περιμένει κανείς ως Σωκράτη –ένα ηλικιωμένο, μάλλον άσχημο άντρα- δημιουργούσαν ενδιαφέροντες συνειρμούς, για την φρεσκάδα του φιλοσοφικού λόγου, την διαχρονικότητα των ερωτημάτων αλλά και την ανατροπή του μοντέλου: νέες και όμορφες γυναίκες φορείς της φιλοσοφικής σκέψης και της μελέτης της. Οι τρεις νεαρές ηθοποιοί, Χρύσα Κοτταράκου, Ελευθερία Κωνσταντοπούλου και Λίνα Λαμπροπούλου ερμήνευσαν με κέφι και καθαρότητα, με δημιουργική ζωντάνια που παρέσυρε τους θεατές.

ΕΠΟΧΗ, 30.12.2017

 

 

Σχολιάστε

Την Δευτέρα, 11 του Δεκέμβρη, στο αγαπημένο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης παρουσιάστηκε το βιβλίο του θεατρικού κριτικού της «Αυγής» και συγγραφέα Λέανδρου Πολενάκη, «Της σκηνής και της γραφής» (εκδ. Εύμαρος), στο οποίο συγκεντρώνονται θεατρικές κριτικές του των τελευταίων χρόνων. Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά για τον αγαπητό και άξιο κριτικό, που διακονεί την θεατρική κριτική με συνέπεια, αγάπη και αντικειμενικότητα, με γνώση. Είναι δεδομένος ο σεβασμός και η εκτίμηση του «Θεατή». Για τον συγγραφέα μίλησαν ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Γιώργος Κιμούλης, η θεατρολόγος καθηγήτρια του Παν. Κύπρου Ελένη Γκίνη,  ο συγγραφέας Βασίλης Κατσικονούρης και η ιστορικός του πολιτισμού και διευθύντρια του Φεστιβάλ «Αναλόγιο» Σίσσυ Παπαθανασίου. Εκ μέρους της «Αυγής» χαιρέτησε η Πόλυ Κρημνιώτη. Συντόνισε ο δικός μας Αντώνης Μποσκοΐτης. Στο βιβλίο είχα τη χαρά και την τιμή να γράψω ένα σύντομο πρόλογο και στην εκδήλωση να απευθύνω ένα σύντομο χαιρετισμό. Τον παραθέτω με συγκίνηση και αγάπη. Ο Λέανδρος Πολενάκης είναι ένας από τους δασκάλους μου στο δύσκολο και κοπιώδες έργο της θεατρικής κριτικής.

« Ο Λέανδρος Πολενάκης είναι ο Νέστορας της θεατρικής μας κριτικής. Τον παρακολουθούμε σταθερά, οι συνάδελφοί του και ο καλλιτεχνικός κόσμος, επειδή ξέρουμε ότι από την σκέψη του θα ωφεληθούμε: θα κερδίσουμε γνώσεις και σημαντικές οπτικές τόσο για συγκεκριμένες παραστάσεις όσο και σε θεωρητικά ζητήματα της τέχνης του θεάτρου. Ο Λέανδρος γνωρίζει το θέατρο, αγαπά το θέατρο και αυτή η αγάπη μαζί με σοφά μελετημένη αυστηρότητα διαπερνά τις κριτικές του. Ξέρει καλά την ιστορία του θεάτρου, τα ρεύματα, τις τάσεις και τα κείμενα. Τονίζω τα κείμενα, γιατί τελευταία, μέσα στην μεταμοντέρνα σούπα, υπάρχει μια τάση της κριτικής που θεωρεί τα κείμενα δευτερεύοντα ή «πατσαβούρια» που μπορεί κανείς να τα χρησιμοποιεί όπου και όπως θέλει. Ο Λέανδρος δεν καταδέχεται τις ευκολίες, δεν μπήκε ποτέ στη λογική των υπερθετικών και των αστεριών –από 1 μέχρι 5. Γι’ αυτόν η κριτική δεν είναι μόνο ένα επάγγελμα, είναι ένα λειτούργημα, μια παρέμβαση στην τέχνη, μια πολιτική πράξη.

Καλόδρομο το βιβλίο σου, Λέανδρε, και να ‘ναι το πρώτο όσων θα ακολουθήσουν στα οποία θα συμπεριληφθούν οι κριτικές που θα γράψεις στα επόμενα πολλά χρόνια.»

 

ΕΠΟΧΗ, 17.12.2017

Older Entries Newer Entries