« Η θεατρική αγωγή άλλαξε το σχολείο»

Σχολιάστε

Με αφορμή μια παράσταση Αριστοφάνη με προσφυγόπουλα μιλάμε

με τη Μαρία Σκούπα για την αναγκαιότητα της θεατρικής αγωγής και τον ρόλο

των θεατρολόγων

 

Πριν από μερικά χρόνια η ηθοποιός και θεατροπαιδαγωγός Μαρία Σκούπα είχε παρουσιάσει στο θέατρο Βαφείο μια ωραία παράσταση Αριστοφάνη για παιδιά αλλά και για το ενήλικο κοινό, μια σύνθεση πάνω στους Αχαρνής  και τους Όρνιθες  (ΕΠΟΧΗ, 17.12.2012). Φέτος, πιο πολύ με την ιδιότητα της θεατροπαιδαγωγού, επέστρεψε στον Αριστοφάνη εκ νέου.  Αυτή τη φορά πάνω στη σκηνή δεν ήταν επαγγελματίες ηθοποιοί, ήταν παιδιά από τα τρία δημοτικά σχολεία στα οποία δούλεψε (10 Δάφνης, 64ο και 51ο Αθήνας). Τρεις πολύ όμορφες δουλειές από αυτές που βλέπουμε να πληθαίνουν στα σχολειά μας, δίνοντας ένα διαφορετικό νόημα στην παιδεία, δείχνοντας πόσο σημαντική είναι η καλλιτεχνική δημιουργία για την ψυχή και την φαντασία των παιδιών και των εφήβων, τι σπουδαίους δρόμους για άλλες, γονιμότερες προσεγγίσεις της γνώσης μπορούμε να βρούμε.

Από τις τρεις αυτές παραστάσεις, θα σταθούμε σε μία, λόγω μιας ιδιαιτερότητας: πάνω στη σκηνή ανέβηκαν 160 προσφυγάκια και μεταναστάκια του 51ου Δημοτικού Σχολείου Αθήνας που με τα στραμπουλιγμένα ελληνικά τους έφεραν τον κόσμο του Αριστοφάνη κοντά μας. Έδειξαν επίσης το ρόλο του θεάτρου στον πληθυντικό κόσμο μας,  στην ομαλή κοινωνική και γλωσσική ένταξη, την ανάγκη της τέχνης στην εκπαίδευση και –ας μου επιτραπεί, τιμώ όλες τις τέχνες και όλες τις θεωρώ απαραίτητες για την ανάπτυξη νου και ψυχής- ιδιαιτέρως του θεάτρου. Και νιώθω μεγάλο θυμό με την υποβάθμιση των καλλιτεχνικών μαθημάτων στο ελληνικό σχολείο. Εξακολουθούν να θεωρούνται πάρεργο, χαμένος χρόνος, συμπλήρωση ωραρίου –παρόλο που καμαρώνουμε τα αποτελέσματα των ωραίων εργαστηρίων που διευθύνονται από ειδικούς στην καλλιτεχνική αγωγή, με γνώση του αντικειμένου αλλά και γνώση του τρόπου που θα φέρουν τα παιδιά στην τέχνη. Αντί, λοιπόν, το Υπουργείο -όπως ήταν υπεσχημένο στο πρόγραμμα του κυβερνώντος κόμματος-να απλώσει τέτοιες ώρες δημιουργίας και ανάτασης και στα Λύκεια, τις απαλείφει από το πρόγραμμα της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και απομακρύνει τους ειδικούς για την πραγματοποίησή τους (που, ειρήσθω εν παρόδω, δεν αποτελούν δημοσιονομική επιβάρυνση γιατί πληρώνονται από ΕΣΠΑ).  Δεν μπορεί να είναι αυτό του σχολείο του 21ου αιώνα στην Ελλάδα, όποιες κι αν είναι οι μνημονιακές μας υποχρεώσεις.

Αποτέλεσμα εικόνας για μαρία σκούπα

Η Μαρία Σκούπα

Κυρία Σκούπα, ασχολείστε χρόνια με το θέατρο για παιδιά και με το θέατρο με παιδιά, αλλά αυτή η παράσταση είχε μια ιδιαιτερότητα. 160 προσφυγόπουλα και μεταναστόπουλα να παίζουν Αριστοφάνη ήταν πρωτόγνωρο και εξαιρετικά συγκινητικό. Πώς μαζεύτηκαν όλ’αυτά τα παιδιά;

Μαρία Σκούπα: Είναι όλα μαθητές του 51ου Δημοτικού Σχολείου στην Πλατεία Βάθης. Παιδιά από 27 εθνικότητες, το φαντάζεστε; Καθένα με την ιστορία του και με τα βάσανά του… Δεν είναι παιδιά δεύτερης γενιάς, γι’ αυτό και δεν μιλούν καλά ελληνικά. Είναι προσφυγόπουλα που ήρθαν τους τελευταίους μήνες στη Ελλάδα από τη Συρία και αλλού και μένουν σε ξενώνες, σε άσυλα  ή σε σπίτια που τους παρέχουν ΜΚΟ, άλλα έχουν οικογένειες, άλλα ζουν μόνο με τον ένα γονιό γιατί ο άλλος βρίσκεται στο εξωτερικό, άλλα είναι ορφανά και τα φροντίζει κάποιο πρόσωπο συγγενικό ή είναι αυτό που ονομάζουμε «ασυνόδευτα». Δίπλα τους μεταναστόπουλα που ζουν σε  συνθήκες ακραίας φτώχιας ή σε δύσκολα οικογενειακά περιβάλλοντα. Σ’αυτό το σχολείο υπάρχει ένας φωτισμένος διευθυντής, ο Δημήτρης Κρητικός, με ωραίες σπουδές αλλά κυρίως με το γνοιάξιμο του πραγματικού δάσκαλου. Να σκεφτείτε πως βγαίνει εφημερία στα διαλείμματα, παίρνει παιδιά στο γραφείο του και τους κάνει μάθημα, είναι δίπλα στο κάθε παιδί. Το κλίμα είναι πολύ υποστηρικτικό για διδάσκοντες και μαθητές και ανοιχτό σε κάθε είδους δραστηριότητες που θα βοηθήσουν τα παιδιά, Ελληνάκια και ξένα, να αναπτυχθούν διανοητικά και ψυχικά.

Δεν φοβηθήκατε πως θα ήταν δύσκολος ο Αριστοφάνης;

Μ.Σ. Όχι…  Δεν είναι η πρώτη φορά που κάνω Αριστοφάνη με παιδιά και κάθε φορά βλέπω με τι φαντασία και ευρηματικότητα τον αντιμετωπίζουν.  Ακούω πολλές φορές τα παράπονα για το γλωσσικό επίπεδο των παιδιών κι όμως η γλωσσική ανάπτυξη έχει να κάνει και με τον τρόπο που προσεγγίζεις την γλώσσα. Έχω ανεβάσει «Οδύσσεια» με παιδιά των πρώτων τάξεων του δημοτικού στην οποία έχω εντάξει στίχους από το πρωτότυπο που τους δουλέψαμε και τα παιδιά έμαθαν να  τους καταλαβαίνουν, «Ερωτόκριτο» στο πρωτότυπο, δραματοποιήσαμε Παπαδιαμάντη, «Το μοιρολόι της φώκιας»… Δεν σας λέω ότι υα παιδιά αυτά μπορούσαν πια να κατανοούν την αρχαία γλώσσα ή την καθαρεύουσα αλλά σκεφτείτε ότι όταν την ξαναδούν δεν θα την πλησιάσουν με φόβο ή με εξαρχής απόρριψη, χώρια που έμαθαν να ψάχνουν τη γλώσσα… Για να ολοκληρώσω, όμως, ήταν μια φοβερή εμπειρία για όλους μας. Η παράσταση λέγεται «Αριστοφάνης Junior»και ήταν σύνθεση από τους «Όρνιθες», τον «Πλούτο» και τους «Αχαρνής» σε διασκευή δική μου και μουσική του Νίκου Χατζηελευθερίου. Δουλέψαμε, αρχικά, με θεατρικές ασκήσεις που δεν στηρίζονται στο λόγο, μέχρι να αποκτήσουν τα παιδιά αυτοπεποίθηση, να νιώσουν ότι μπορούν. Καλλιεργήθηκε ένα κλίμα εμπιστοσύνης και αγάπης που βοήθησε να μάθουν τα λόγια και να ανεβούν στη σκηνή. Βελτιώθηκαν δε σε όλα τα μαθήματα.

Βέβαια, πρέπει να σας πω, ότι την παράσταση την ανέβασα και στα τρία σχολεία που δούλεψα φέτος με τα ίδια αποτελέσματα και οφείλω να ευχαριστήσω τους συναδέλφους δασκάλους και τους διευθυντές τους για την συμπαράστασή τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για μαρία σκούπα εφημερίδα των συντακτών

(η φωτογραφία από την Εφημερίδα των Συντακτών)

Έχουμε δει τα τελευταία χρόνια πολύ ωραίες δουλειές στην υποχρεωτική εκπαίδευση απότοκες της θεατρικής αγωγής, δεν θα πω του μαθήματος της θεατρικής αγωγής, γιατί πρόκειται για κάτι τελείως διαφορετικό, χρήσιμο, απαραίτητο και δημιουργικό…

Μ.Σ.: Αχ, γιατί βάζετε τώρα το μαχαίρι στην πληγή… Είμαι δασκάλα θεατρικής αγωγής. Φέτος δούλεψα σε τρία σχολεία: 1ο Δαφνης, 64ο Αθήνας στον Βοτανικό και 51ο Αθήνας στη Βάθης.  Όλο αυτό,  για το οποίο μιλήσαμε και πολλές άλλες δραστηριότητες σε άλλα σχολεία εδώ και χρόνια για τις οποίες ο κόσμο μιλά με θαυμασμό και τα αποτελέσματα στα παιδιά είναι  άμεσα ορατά στο οικογενειακό τους περιβάλλον,  έγινε στα πλαίσια της θεατρικής αγωγής.

Είναι ένα μάθημα που υπάρχει σε όλα τα σχολεία της υποχρεωτικής εκπαίδευσης;

Μ.Σ.: Ξέρουμε όλοι πια την αλλαγή που έκανε ο Φίλης: κατάργηση  των σχολείων διευρυμένου ωραρίου και όλα τα σχολεία ενιαία. Αυτό είναι καλό γενικά, όμως έβγαλε από την Πέμπτη και την έκτη δημοτικού τη θεατρική αγωγή , την οποία άφησε στις άλλες τάξεις.  Δεν ξέρω με τι παιδαγωγικά ή δημοσιονομικά κριτήρια το έκανε. Θέλω να διευκρινίσω κάτι: ακούω συχνά από εκπαιδευτικούς, γονείς, πολιτικούς τη φράση «θεατρικό παιχνίδι» και εκνευρίζομαι. Δεν λέμε «μουσικό παιχνίδι», «εικαστικό παιχνίδι»… Το θέατρο είναι παιχνίδι από μόνο του. Ό, τι έχει να κάνει με μικρά παιδιά πρέπει να είναι μια διαδικασία ευχάριστη και διασκεδαστική. Πρόκειται για θέατρο, λοιπόν, τόσο απλά. Βέβαια, τρία σχολεία ταυτόχρονα, σου βγαίνει η ψυχή.

Είπατε όμως ότι στις δυο τελευταίες τάξεις του δημοτικού η δραστηριότητα αυτή κόπηκε φέτος…

Μ.Σ.  Ναι, και το θεωρώ απαράδεκτο που κόπηκε σε μια τόσο ευαίσθητη ηλικία όσο η προεφηβεία.  Επίσης υπάρχει άλλο ένα σοβαρό ζήτημα: με εγκύκλιο περί το Πάσχα πέρυσι δίνει το μάθημα στους δασκάλους για συμπλήρωση ωραρίου.

Ήταν στα πλαίσια αυτού που ο Φίλης ως υπουργός παιδείας είπε «να αποφύγουμε την γυμνασιοποίηση του δημοτικού» και μείωσε τις ειδικότητες;

Μ.Σ.: Οι ειδικότητες είναι στα δημοτικά εδώ και 20 περίπου χρόνια με λαμπρά αποτελέσματα συνήθως. Αν δούμε τα καλλιτεχνικά μαθήματα ως ζήτημα συμπλήρωσης ωραρίου, δημιουργείται μεγάλος κίνδυνος. Οι δάσκαλοι –και ξέρετε εγώ είμαι δασκαλοπαίδι και αγαπώ και τιμώ ιδιαίτερα τον δάσκαλο και τη δουλειά του- αλλά δεν έχουν την απαραίτητη εκπαίδευση. Σαφώς και θα υπάρξουν φωτισμένοι και δημιουργικοί δάσκαλοι, όμως θα υπάρξουν και πάρα πολλοί που θα χρησιμοποιούν ήδη την ώρα για να κάνουν αριθμητική και γλώσσα ή που βγάζουν τα παιδιά στην αυλή για ομαδικά παιχνίδια. Το χειρότερο είναι ότι κάνουν πράγματα –καλοπροαίρετα, δεν λέω-  που οδηγούν τα παιδιά να μισήσουν το θέατρο, π.χ. ορθοφωνία. Επίσης το θέατρο έχει μια δυσκολία, να βρεις τρόπο να εντάξεις όλα τα παιδιά, και αυτά που ντρέπονται και αυτά που δεν μιλάνε και τα άλλα που θέλουν να προβάλλονται και να τους διδάξεις συνεργασία και συνέπεια…

Αποτέλεσμα εικόνας για μαρία σκούπα εφημερίδα των συντακτών

(από την Εφημερίδα των Συντακτών)

Εσείς δουλεύετε με όλη την τάξη;

Μ.Σ. Οφείλω… πρέπει να βρίσκουμε τρόπους να εντάξουμε όλα τα παιδιά, αυτό είναι το διακύβευμα.  Για να επιστρέψω στο προηγούμενο θέμα, μην θεωρήσετε ότι κόπτομαι –κι εγώ και οι συνάδελφοί μου- απλώς για να μη χαθούν θέσεις θεατρολόγων. Με ενοχλεί ότι 20 χρόνια κανείς επίσημος φορέας δεν έλεγξε, δεν αξιολόγησε, για να χρησιμοποιήσω τον όρο που ακούμε συνέχεια, τη δουλειά που γίνεται στα σχολεία, τι κέρδισε το σχολείο από τη θεατρική αγωγή. Ξέρω πολύ καλά ότι η ΔΟΕ θα στηρίξει τους δασκάλους που πρέπει να συμπληρώσουν ωράριο, όμως να θυμηθούμε όλοι την άριστη συνεργασία που είχαμε τόσα χρόνια και πόσο άλλαξε το σχολείο και οι σχέσεις μέσα σ’ αυτό με την παρουσία της θεατρικής αγωγής. Δεν είμαστε πολυτέλεια μέσα στην κρίση. Να μην ξεχνάμε ότι τα παιδιά έχουν και συναισθηματική μνήμη.

ΕΠΟΧΗ, 2.7.2017

Ο Γύρος του Κόμπου: Σικελική Τραγωδία του Δημήτρη Δημητριάδη από τη Λευκή Σκηνή

Σχολιάστε

          Τρίτος Δημητριάδης για φέτος, αν δεν κάνω λάθος. Αυτή τη φορά το αδημοσίευτο «Ο γύρος του κόμπου: Σικελική τραγωδία» από την «Λευκή Σκηνή», δημιούργημα δυο πολύ νέων ανθρώπων –με ενδιαφέροντα ήδη δείγματα γραφής- τον σκηνοθέτη και ηθοποιό Γιώργο Δούλο και την θεατρολόγο Νίκη Σκριβάνου, που επιμελήθηκε με τον σκηνοθέτη την δραματουργική επεξεργασία.  Διά στόματος του σκηνοθέτη η ομάδα δηλώνει πως  σε ό,τι αφορά την ελληνική δραματουργία, θα ασχοληθεί αποκλειστικά με το έργο του Δημητριάδη και επιλέγει μάλιστα τούτο το άπαιχτο έργο του για αρχή.

Ο άρχοντας Λορέντζο Λαλίνι της Σικελίας καλεί τον αθηναίο φιλόσοφο Αρίσταρχο Ερμίδη για δεύτερη φορά στο νησί του ζητώντας του και πάλι βοήθεια. Την πρώτη φορά ο φιλόσοφος προσπάθησε μάταια να αποτρέψει μια αδελφοκτονία, μια αδελφοκτονία καλείται να αποτρέψει ξανά σε τούτο το δεύτερο ταξίδι του: με διαθήκη ο τυραννικός ηγεμόνας αφήνει όλη του την περιουσία στο νόθο γιο του, με τον οποίο τον δένει ερωτικό πάθος, πράξη που τον φέρνει αντιμέτωπο έως θανάτου με την υπόλοιπη οικογένειά του και οδηγεί τα μέλη της –καθένα σύμβολο μιας ανθρώπινης κατάστασης καθόλου άμοιρης της κοινωνικής του θέσης, όσο και αυτής στο οικογενειακό σύμπαν αλλά και φορέας εύπλαστων και σε διαρκή ροή αξιακών συστημάτων- να αποφασίσουν πάση θυσία τη δολοφονία του νέου.

Αποτέλεσμα εικόνας για ο γύρος του κόμπου δούλος

          Η αναφορά στον Πλάτωνα είναι προφανής. Από τον τίτλο ήδη –η Σικελία ήταν μια τραγική εμπειρία για τον Πλάτωνα, τρία ταξίδια στα οποία προσπάθησε να εφαρμόσει τη θεωρία του για τον φιλόσοφο βασιλιά που ξεδιπλώνει στην Πολιτεία, το ένα πιο αποτυχημένο από το άλλο, όπως μαθαίνουμε κυρίως από την (ψευδο)πλατωνική 7η Επιστολή.  Δούλος κινδύνευσε να πουληθεί σε ένα από αυτά. Αλλά και από το όνομα του φιλοσόφου: Αριστοκλής, το πραγματικό  όνομα του Πλάτωνα. Στο οικογενειακό Ερμίδης θα κρύψει ο συγγραφέας το συγκλονιστικό τέλος:  σαν τον ψυχοπομπό Ερμή, ο Αρίσταρχος θα οδηγήσει το παλάτι του Λαλίνι στο θάνατο. Ο κληθείς ως σωτήρας θα μεταβληθεί στο τέλος σε άγγελο θανάτου. Τα βασικά θέματα του Δημητριάδη ανοίγονται σαν βεντάλια: το φως και το σκοτάδι και όλα όσα συστοιχούνται πίσω από το καθένα τους, δίκαιο και άδικο, γενναίο και πρόστυχο, αλήθεια και ψέμα.

Τα ξεκάθαρα πρόσημα που φαντάζεται αρχικά ο φιλόσοφος σκοτεινιάζουν λίγο-λίγο και η αλήθεια κρύβεται κάτω από  τις ματωμένες γάζες ψέματος και μίσους. Ο φιλόσοφος πρέπει να βρει την αλήθεια μέσα από τις αθλιότητες, τις μικροπρέπειες και τις μηχανορραφίες, που την κρύβουν όλο και πιο βαθιά. Πού θα την αναζητήσει; Στον εκτός ορίων, απαιτητικό και καταβροχθιστικό έρωτα, την άβυσσο της σάρκας, στο οργασμικό σκάνδαλο που τυλίγει στο τέλος όλους και τους οδηγεί στο θάνατο, ένα θάνατο σκληρό, ματωμένο, ανθρωποφαγικό και καθόλου λυτρωτικό. Αυτός θα το προκαλέσει και αυτός θα είναι  θύτης και  θύμα. Ο φονιάς των άλλων και ο φονιάς του εαυτού του.

Είναι αυτό η λύση; Όχι, γιατί στη «Σικελική Τραγωδία» λύση δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο το χέρι που ξανά και ξανά επιχειρεί να λύσει τον κόμπο αλλά τελικά τον δένει, τον σφίγγει όλο και πιο πολύ.  Κανένα ερμηνευτικό σχήμα δεν μπορεί να εξηγήσει τον κόσμο και τον άνθρωπο, μοιάζει να λέει ο Δημητριάδης, πολύ περισσότερο άσαρκος ιδεαλισμός. Τα κοινωνικά σχήματα –και ειδικά η οικογένεια- περισσεύουν, αφήνουν αδικαίωτες τις ερμηνείες και εκπλήττουν. Αυτή η έκπληξη –η γυμνή ειρωνεία της αλήθειας- απογυμνώνει τον άνθρωπο από τα φτιασίδια της ιδεολογίας και τον υποχρεώνει να κοιτάξει τον τρομερό καθρέφτη της  αλήθειας  του σώματος –πάσχον και ορίζον, πεπερασμένο, αδύναμο και κραταιό (την είχε καταλάβει τόσο καλά την αγωνία της σάρκας, το μαρτύριο του ανέφικτου της απόλυτης ηδονής ο Μπατάιγ).

Αποτέλεσμα εικόνας για ο γύρος του κόμπου δούλος

Ο Γιώργος Δούλος  ως νέος άνθρωπος με καλές σπουδές στο θέατρο χρησιμοποίησε τις γνώσεις του από τα νεότερα ρεύματα του ευρωπαϊκού θεάτρου αλλά το τελικό όχημα που διάλεξε προσιδίαζε σε αυτό της αρχαίας τραγωδίας –η συνεκφορά του λόγου στα πιο δυνατά και επικίνδυνα σημεία του έργου οδηγούσε στην  ιδέα ενός ανεστραμμένου χορού: δεν είναι η φωνή της πόλης αλλά των τυράννων που προσπαθούν να της επιβληθούν. Εστίασε ιδιαιτέρως πάνω στο δίπολο φως-σκοτάδι και σ’ αυτό είχε την πολύ καλή στήριξη της Χριστίνας Θανασούλα που «έπαιξε» δημιουργικά με τους φωτισμούς της πάνω στο μοτίβο αυτό. Ο σκηνοθέτης επιμελήθηκε και το σκηνικό: σάκοι γεμάτοι γραμμένα, τσαλακωμένα χαρτιά που αδειάζουν σιγά-σιγά πάνω στη σκηνή –ο κόσμος των ιδεών- φυλακίζουν τον Αρίσταρχο και χάνουν τελικά τη δύναμή τους μπροστά στη δύναμη των παθών και στο αίμα.

Ο Γιάννης Σιαμσιάρης  ξεκίνησε αναποφάσιστος –αμήχανα βλέμματα και σιωπές- αλλά γρήγορα βρήκε το ρυθμό του, κατέβηκε μέσα στον ήρωά του, τον έψαξε  και απέδωσε πλούσιες συναισθηματικές αποχρώσεις και τις εξάρσεις τους. Οι νεότεροι ηθοποιοί ήταν μια πολύ καλή και δεμένη υποκριτική ομάδα, που ισορροπούσαν αποτελεσματικά την ατομική έρευνα και ερμηνεία με την αποζητούμενη ομαδικότητα: Μαρία Αποστολακέα, Αλκινόη Ζαχαρόγιωργα, Ηρώ Κισσανδράκη, Απόστολος Μαλεμπιτζής, Νικόλας Παπαευθυμίου και Κωνσταντίνος Παράσης.

 

ΕΠΟΧΗ, 11.6.2017

Αξιομνημόνευτες ερμηνείες

Σχολιάστε

 

Η Μάνια Παπαδημητρίου στη «Γυάλα» και

Η Δέσποινα Σαραφείδου στο «Serengeti»

 

Σήμερα, φίλοι αναγνώστες, θα αφιερώσω τη σελίδα του θεάτρου της ΕΠΟΧΗΣ μας όχι σε κάποια παράσταση αλλά σε δυο ηθοποιούς, τη Μάνια Παπαδημητρίου και την Δέσποινα Σαραφείδου. Το έχω πει πολλές φορές και θα συνεχίσω, κουραστικά, να το λέω: ο ηθοποιός είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του θεάτρου. Η καλύτερη σκηνοθετική σύλληψη, η αρτιότερη ανάγνωση ενός έργου, η πλέον γόνιμη, πρωτότυπη και δημιουργική καλλιτεχνική πρόταση θα μείνει ατελής, αν δεν καταρρεύσει πλήρως, σε περίπτωση που δεν υποστηριχτεί από ηθοποιούς με ταλέντο και εργατικότητα.

 

Η Λούσυ στη γυάλα

         Η Μάνια Παπαδημητρίου τα τελευταία χρόνια έχει ασχοληθεί αρκετές φορές με το μονόλογο, είδος ιδιαιτέρως  απαιτητικό. Θυμόμαστε τον «Διάδρομο» της Ευσταθίας λίγα χρόνια πριν ή τον περυσινό «Μονόλογο» σε κείμενο της Σιμόν Ντε Μπωβουάρ, και στα δυο ερμηνείες καθηλωτικές. Φέτος ερμηνεύει τη Λούσυ στη «Γυάλα» της Τζένης Δάγλα, που δεν είναι ακριβώς μονόλογος  αλλά έχει τα χαρακτηριστικά του στο μεγαλύτερο μέρος του. Η Λούσυ ζει το μικρό προσωπικό της δράμα, την ερωτική της απογοήτευση, εγκλωβισμένη στον μικρόκοσμό της. Συντροφιά της ένα χρυσόψαρο στη γυάλα, που το έχει ονοματίσει Λούσυ, σαν την ίδια, κολυμπά μέσα στα ασφυκτικά όρια της γυάλινης φυλακής του, όπως η γυναίκα στην δική της. Στον εσωστρεφή, εγω-κεντρικό λόγο της Λούσυ, ο πραγματικός κόσμος εισβάλλει με μικρές παρατηρήσεις για τους απολυμένους του γραφείου της, για την άξενη πόλη που γεμίζει μετανάστες και με την ιστορία του Στέλιου, ενός παλιού συμμαθητή και γείτονα που αυτοκτόνησε από απελπισία στην Αθήνα της κρίσης. Η Άσπα Τομπούλη –επίσης έμπειρη στο είδος (θυμίζουμε την εξαιρετική δουλειά της πέρυσι στον μονόλογο του Μωβινιέ «Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη»)- σκηνοθέτησε το σχετικά  απλό  και περιγραφικό κείμενο της Δάγλα με έμπνευση, δίνοντας ισόρροπα το ψυχολογικό και το πολιτικό μέρος, ενώ η ενδυματολογική επιλογή της Χριστίνας Παπούλια ήταν αποτελεσματική, το φορεματάκι της Λούσυ με το ζακετάκι του φτιάχνουν την κουκλίστικη φυλακή και αποκαλύπτουν την προσδοκία.

Αποτέλεσμα εικόνας για μάνια παπαδημητρίου λούσυ

         Η Παπαδημητρίου κεντά το ρόλο της, αξιοποιώντας όλη την παράδοση του Θεάτρου Τέχνης. Η Λούσυ της είναι μια ματαιωμένη γυναίκα,  αιώνια παιδούλα, αφελής και τρυφερή, εμπαθής και πληγωμένη, εγωίστρια και μοναχική, με μικρά όνειρα και στενούς ορίζοντες,  εγκλωβισμένη στον μικρόκοσμο της ιδιωτικότητάς της.  Συμπαθητικά αντιπαθής. Ήρεμα, χωρίς αναίτιες εξάρσεις, με ιδανικές αποχρώσεις στη φωνή που τις πλουτίζει μια μεγάλη γκάμα λαλούντων χαμόγελων, απεκδύει την ηρωίδα της από την ασυγχώρητη άγνοια, καταλαβαίνει η Λούσυ αλλά ο κόσμος έξω δεν την αγγίζει, ο εαυτός της την απασχολεί.  Ο εαυτός της και οι αυταπάτες της. Αξίζει να την παρακολουθήσει κανείς με πόση ευστοχία απομακρύνει τις στιγμές που έρχεται η πραγματικότητα να την συναντήσει –τόσο η κοινωνική όσο και η αλήθεια της στερημένης ερωτικά ζωής της. Μια επικίνδυνα χαριτωμένη ένοχη μικροαστή.

Δίπλα της σε ένα μικρό διπλό ρόλο ο Ευθύμης Χρήστου αφήνει θετικές εντυπώσεις.

 

Το σπαγγάτο στο σαλόνι

         «Serengeti» λέγεται το έργο στο οποίο πρωταγωνιστεί η Δέσποινα Σαραφείδου, γραμμένο από τον Μεξικανό συγγραφέα Ραμίρο Τόρες δε Μιγκουέλ και παραπέμπει στο περίφημο πάρκο στην Τανζανία, με τεράστιο πληθυσμό άγριων ζώων –ανάμεσά τους τα όμορφα, γρήγορα γκνου και λιοντάρια.  Ένα ταξίδι στην Αφρική, στο πάρκο Serengeti, είναι το όνειρο του νεαρού Δάνη, το πάθος του, όλη του η ζωή τριγυρνά γύρω από αυτό το ταξίδι. Στο διαδίκτυο, σε ένα chat room, γνωρίζει την Άντζι και αποφασίζουν να συναντηθούν. Ωστόσο η Άντζι δεν είναι η κοπελίτσα με την οποία πίστευε πως συνομιλούσε , αλλά μια ώριμη γυναίκα, μπαλαρίνα που γερνά και αφήνει τη σκηνή, στην οποία θα εξομολογηθεί το όνειρό του κι αυτή θα του υποσχεθεί χρήματα για να το πραγματώσει, με τον όρο να γίνει σκλάβος της, να κάνει υπάκουα και αγόγγυστα ό,τι του ζητά κι ανάμεσα σ’αυτά να καταφέρει να κάνει ένα τέλειο σπαγγάτο μέσα σε τρεις εβδομάδες.

Αποτέλεσμα εικόνας για δέσποινα σαραφείδου serengeti

         Ανάμεσά τους δημιουργείται μια σαδομαζοχιστική σχέση που, ως αναμενόμενο  εγκλωβίζει και τους δυο σε μια αρρωστημένη εξάρτηση χωρίς τέλος και φυσικά χωρίς κάθαρση.  Το έργο αξιοποιεί  την σχετική παράδοση της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου και χωρίς να αποφεύγει τα κλισέ, διαγράφει καλά τους χαρακτήρες και την σχέση, τις εντάσεις και τα μυστικά. Σκηνοθετήθηκε γραμμικά από τον συμπατριώτη του Luis Gómezbeck,  που ζει και εργάζεται στην Ελλάδα και η παράσταση είναι πανευρωπαϊκή πρώτη για το πολυβραβευμένο έργο.

Η Δέσποινα Σαραφείδου  είναι ευφυής ηθοποιός, δουλεύει το ρόλο της ως την τελευταία λεπτομέρεια κι έπειτα λιώνει όλη την επεξεργασία σε μια πολύ φυσική ερμηνεία με ελεγμένη ροή (Θυμίζουμε την εκρηκτική  «Κασσάνδρα» της και τις δύσκολες ισορροπίες που κράτησε σε ένα έργο με πικρό χιούμορ που μπορεί να χάσει εύκολα τους χυμούς του, αν η ηθοποιός που το υπηρετεί δεν έχει αυστηρό έλεγχο πάνω του).  Είναι επίσης ηθοποιός που υπηρετεί τη σκηνοθετική οδηγία αλλά, χωρίς να προδώσει την ερμηνευτική γραμμή, ξέρει να  ξεφεύγει δημιουργικά και να οδηγεί το ρόλο σε ενδιαφέροντα μονοπάτια, ρίχνοντας φως σε σκοτεινές και απρόβλεπτες γωνιές.  Το ίδιο έκανε κι εδώ και μάλιστα σε ένα ρόλο που έχει μια βασική δυσκολία:  δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε για τη γυναίκα –τέρας που κλήθηκε να ενσαρκώσει, τίποτε σχεδόν για τη ζωή της, κάποια πληροφορία που να εξηγεί το χαρακτήρα, την βλέπουμε εκεί, τερατώδη, προκλητική, κυρίαρχη, τυραννική, να κυκλώνει τον νεαρό ως προσωποποίηση του κακού. Αλλά είναι μόνο αυτό;

Η κίνηση εκ του ρόλου είναι περιορισμένη, έτσι χρησιμοποιεί κυρίως τις καλά μελετημένες και φορτωμένες συναίσθημα σιωπές, το πρόσωπό της  και το βλέμμα της. Το βλέμμα ειδικά είναι η βάση πάνω στην οποία στήνει το ρόλο: με το βλέμμα παρακολουθεί αδιάκοπα το νεαρό, ζητά να τον γοητεύσει, να τον ειρωνευτεί, να τον καρφώσει χωρίς έλεος αποκαλύπτοντάς του την πρόθεση και την αδυναμία του και τελικά να τον υποτάξει, βλέμμα κυριαρχικής μητέρας προς τον γιο που αποφασιστικά αναλαμβάνει την ζωή του και γυναίκας που εκδικείται στο πρόσωπο του Δάνη τον χρόνο που αμείλικτα της κλέβει ομορφιά και έρωτα.

Δίπλα της  ο πολύ καλός νέος ηθοποιός Χάρης Χιώτης.

ΕΠΟΧΗ, 28.5.2017

 

 

Στο Ακαπούλκο, αδέρφια μου, στο Ακαπούλκο…

Σχολιάστε

«Θερισμός» του Δημήτρη Δημητριάδη στο Εθνικό

 

           Για λόγους που δεν μπορώ και η ίδια να καταλάβω, όσο περνούν τα χρόνια,  αγαπώ όλο και περισσότερο το έργο του Δημήτρη Δημητριάδη. Ίσως ευθύνεται το γεγονός πως μεγαλώνοντας οι άνθρωποι συναντιούνται σε θεμελιώδη ερωτήματα και αντέχουν τις απόπειρες απαντήσεών τους. Ίσως μάλιστα εκεί, σ’ αυτές τις απόπειρες απαντήσεων εννοώ, να συναντιούνται πιο πολύ και πιο τραγικά οι άνθρωποι –με το τραγικό όμως έτσι όπως το επανακαθόρισε στους καιρούς μας ο Μπέκετ.

          Παρακολουθώντας τον «Θερισμό» έκανα μια σκέψη ξανά, μάλλον όχι πρωτότυπη: αυτός ο κοσμοπολίτης συγγραφέας, που αναγνωρίστηκε πρώτα στην Εσπερία και μετά στον τόπο του, είναι ο πιο έλληνας συγγραφέας των καιρών μας. Γι’ αυτό και μου ‘ρθε στο νου ο στίχος του Σεφέρη, ποιητή με εντελώς άλλη ματιά πάνω στην ιστορία και την παράδοση, «όπου και να ταξιδέψω, η Ελλάδα με πληγώνει», γυμνός ωστόσο και μόνος.

Αποτέλεσμα εικόνας για θερισμός δημητριαδής εθνικό

Δημήτρης Δημητριάδης (από την Popaganda)

             Τι είναι, λοιπόν,  ο «Θερισμός»; Το έργο γράφεται το 2010-11, το τέλος δηλαδή της περιόδου της πλαστής ευμάρειας, πριν σαφώς συνειδητοποιηθεί καλά αυτό που ακόμα ονομάζουμε λανθασμένα  κρίση. Η ίδια αυτή περίοδος είναι και περίοδος μιας αυταπάτης πολιτισμού, μιας διαστρέβλωσης της τέχνης: το  κοινό διαβάζει κατά κόρον τα λεγόμενα ευπώλητα –εύπεπτα και συνήθως άθλιας ποιότητας- ογκώδη μυθιστορήματα και βλέπει τις αντίστοιχες κινηματογραφικές ταινίες, συνήθως κωμωδίες. Ο «Θερισμός» αντιστρέφει αυτόν τον κόσμο: τον κόσμο του νεόπλουτου μικροαστισμού που ταξιδεύει σε ακριβούς προορισμούς για λίγες μέρες και μιμείται τους ήρωες από τις σαπουνόπερες, εξαρτά την κοινωνική του εικόνα από το κινητό, αναμασά χωρίς να πολυκαταλαβαίνει φιλοσοφίες της μόδας και ονόματα από κόσμους σκέψης εξωτικούς, μιλά με εκφράσεις από το γλωσσικό σύμπαν της διαφήμισης, παθιάζεται με την εμφάνισή του, αναζητά την εναλλακτικότητα χωρίς συνείδηση του τι ακριβώς αναζητά και που μπορεί να τον φέρει. Ένας κόσμος που θυμίζει  τους φουστανελλοφόρους του 19ου αι. που έβαζαν το φράκο πάνω από τις πιέτες της παράδοσης. Ούτε από ‘δω τελικά ούτε από ‘κει.

Κοινωνικό και οντολογικό

           Το έργο έχει την χαρακτηριστική ακινησία του Δημητριάδη, ολόκληρο συμβαίνει  σε μια βεράντα ξενοδοχείου στο Ακαπούλκο, όπου παραθερίζουν δύο ζευγάρια και μια φίλη τους μόνη, για δέκα μέρες. Το ξενοδοχείο είναι 57αστερο –και η φράση αυτή που επαναλαμβάνεται τονίζει το ταξικό πρόσημο της παρέας- και λέγεται El globo (ο κόσμος) για να σημάνει τα ποιοτικά όρια της παγκοσμιοποίησης της φτήνιας.

           Όρος της παρέας να αφήσουν πίσω τα προβλήματά τους, αλλά είναι το μόνο που δεν κάνουν, καθώς «η πόλις ακολουθεί». Με το κινητό στο χέρι, διατηρούν με πάθος τη σχέση με την ζωή που τους περιμένει πίσω και τα προβλήματά της, και αυτή η συσκευή κρατά την ψευδή επικοινωνία τους με την πραγματική, τραυματική, σακάτισσα ζωή τους. Το κινητό χτυπά ασταμάτητα για να μας πληροφορήσει για την άθλια οικογενειακή κατάσταση των ζευγαριών (η κρίση του θεσμού της οικογένειας απασχολεί τον συγγραφέα σχεδόν σε όλο του το έργο), τα παιδιά τους αυτοκτονούν πραγματικά ή συμβολικά και η μόνη γυναίκα παρακολουθεί την ερωτική ζωή του εραστή της με τρόμο πάλι από το κινητό. Αυτοί οι πέντε φοβούνται, φοβούνται πολύ, τη μοναξιά και την ανεπάρκειά τους κι αναζητούν το θάνατο –για να τον ενδυθούν ή να τον ξορκίσουν, που στο τέλος είναι η ίδια παράδοση στη φθορά και το τίποτα, που περνιέται για κάτι.  Έτσι η κοινωνική κριτική δίνει τη θέση της στην (ασυνειδητοποίητη) υπαρξιακή αγωνία,  το Ακαπούλκο και το El Globo  δίνουν μια οντολογική συνθήκη εγκλωβιστική και εφιαλτική.

               Ο Δημητριάδης ανατέμνει την ελληνική κοινωνία χωρίς κραυγές, χρησιμοποιώντας το υλικό των μπεστ σέλλερ που δήθεν την περιέγραψαν. Εκούσια –πιστεύω- βάζει με τον «Θερισμό» τελεία στο  είδος του θεάτρου που ανέπτυξαν σπουδαίοι δημιουργοί την μεταπολιτευτική περίοδο  αλλά και πολλοί φλύαροι μιμητές τους. Οι χαρακτήρες του έχουν μια γελοιότητα που θα θυμίσει ελαφρά την τσεχωφική διαμαρτυρία και χωρίς προσπάθεια, σχεδόν αυτονόητα,  διαγράφονται με λεπτομέρειες, ανοίγονται μπροστά μας από πρόταση σε πρόταση από κίνηση σε κίνηση.

Αποτέλεσμα εικόνας για θερισμός δημητριαδής εθνικό

Η παράσταση

            Ο Δημήτρης Τάρλοου ασχολείται για δεύτερη φορά με το έργο του Δημητριάδη (η πρώτη ήταν πριν από τέσσερα χρόνια με τη «Λήθη» (πολύ ενδιαφέρουσα σκηνοθετικά και με μια συγκλονιστική  ερμηνεία του Δημοσθένη Παπαδόπουλου). Ψύχραιμος και προσεκτικός, ακολούθησε το ρυθμό του κειμένου και κρατήθηκε μακριά από ανούσιες εντάσεις. Η ερμηνευτική γραμμή  ανέδειξε επιτυχώς το τραγικωμικό στοιχείο, μολονότι  άνοιξε γρήγορα τα χαρτιά της και έφερε στο φως σχεδόν το σύνολο των θεμάτων –και των ευρημάτων με τα οποία αυτά αποδίδονται. Όμως κράτησε και μερικές εκπλήξεις για το τέλος, όπως η περίπου ραπ εκφορά του λόγου στην τελευταία σκηνή. Το ενδιαφέρον δεν ήταν η επιλογή καθαυτή όσο ο κουρασμένος τρόπος με τον οποίο το κάνει η ερμηνευτική ομάδα: άνθρωποι που ουσιαστικά δεν καταλαβαίνουν ούτε το ρυθμό ούτε το πολιτικό μήνυμα της μαύρης μουσικής και την υποτάσσουν στο απελπισμένο σύμπαν τους. Μια τελευταία επιβεβαίωση της υποκρισίας και της άγνοιας που τους διαποτίζει σε όλο το έργα.

          Τα σκηνικά της Ελένης Μανωλοπούλου  έδωσαν όλο το κιτς του πλαστού παράδεισου –η οργιώδης βλάστηση, οι σεζ λόνγκ, οι καναπέδες παρέπεμπαν σε υποκατάστατο πολυτέλειας, ακριβώς σ’ αυτό που πρόσφεραν και προσφέρουν τα τουριστικά γραφεία ως διακοπές, ένα βιομηχανοποιημένο τουρισμό που σε κάνει να πιστέψεις πως ζεις το όνειρο που δεν υπάρχει.  Αντίθετα τα κοστούμια χρειάζονταν περισσότερη φαντασία. Ιδιαίτερα εύσημα στην Κορίνα Κόκαλη για την διδασκαλία της κίνησης, η παραπομπή στον τρόπο κίνησης των προσώπων σε σαπουνόπερες ήταν έξυπνος και αποτελεσματικός.

Αποτέλεσμα εικόνας για θερισμός δημητριαδής εθνικό

            Η υποκριτική ομάδα δούλεψε καλά πάνω σε ένα καμβά ηρώων που δεν έχουν τίποτε το συμπαθητικό. Η Αλεξία Καλτσίκη,  –μολονότι αρκετές στιγμές επένδυσε σε στερεότυπα της δεκαετίας του ‘90– δημιούργησε μια γνώριμη υστερική φιγούρα μικροαστής με σαφείς πινελιές αβεβαιότητας και  αυτοαμφισβήτησης, απαραίτητες στον ρόλο. Η Μάρω Παπαδοπούλου απέδωσε με αξιοπρέπεια, αν και κάπως στρογγυλεμένα και αναμενόμενα, την εγκαταλειμμένη ερωμένη. Η Άννα Μάσχα ξεδίπλωσε αργά το ρόλο κρατώντας δυνάμεις για το σπαραχτικό κρεσέντο όταν ζητά επιτακτικά, επαναλαμβανόμενα, βυθιζόμενη στην τρέλα, να σκοτώσουν την κόρη της που την εκδικείται υποχρεώνοντάς την να ακούει τις σεξουαλικές της δραστηριότητες από το κινητό. Ο Νίκος Ψαράς ευθύβολα βαριεστημένος και απόμακρος. Άφησα για το τέλος τον Περικλή Μουστάκη,  τον οποίο θεωρώ ιδανικό ερμηνευτή του Δημητριάδη (ο «πατέρας» στον Φαέθοντα ήταν ερμηνεία αναφοράς και υπόδειγμα για διδασκαλία). Εδώ, με έξοχη ισορροπία ανάμεσα στο γελοίο και το τραγικό,  περιφέρει ένα πρόσωπο ρημαγμένο,  στα όρια μιας αυτογνωσίας που δεν θα αποκτήσει όμως ποτέ, αναποφάσιστος, έρημος, ματαιωμένος και υπεύθυνος.

ΕΠΟΧΗ, 21.5.2017

 

 

«Τρωάς» του Δημήτρη Δημητριάδη. Από την ομάδα «Σημείο Μηδέν»

Σχολιάστε

«πόλεμος δεν τελειώνει ποτέ»

 

Η ομάδα «Σημείο Μηδέν» έχει ήδη πίσω της μια αρκετά μακριά και κυρίως μια δύσκολη πορεία, κατά την οποία απέφυγε τους συμβιβασμούς και έμεινε πιστή στο αρχικό όραμά της, το οποίο εξελίσσει από παράσταση σε παράσταση.  Ο σκηνοθέτης Σάββας Στρούμπος είχε από την αρχή μια ξεκάθαρη αντίληψη τόσο για την θεατρική φόρμα όσο και για τις επιλογές συγγραφέων πάνω στους οποίους θα δούλευε. Πιστός στις αρχές του σωματικού θεάτρου, άξιος μαθητής του Θόδωρου Τερζόπουλου, γνωρίζει πολύ καλά τη μέθοδο του δασκάλου, ωστόσο αφορμάται και δεν προσκολλάται σ’αυτήν. Αντιθέτως, ειδικά στις τελευταίες του δουλειές -το εντυπωσιακό «Εμείς» του Ζαμιάτιν και την εξαιρετική «Αποστολή» του Μύλλερ και κυρίως τώρα στην «Τρωάδα»–  προχωράει σε γενναίους αλλά προσεκτικούς πειραματισμούς, παγιώνει το ιδιαίτερο στίγμα του, δυναμώνει την πρότασή του. Συνομιλεί διακριτικά και οριακά με το ρεαλισμό, χορογραφεί τις ερμηνείες των ηθοποιών: η κίνηση έχει ένταση, δύναμη και καθαρότητα, αλλά η έκταση της χειρονομίας μικραίνει  και η ερμηνεία κερδίζει σε εσωτερικότητα. Ενώ στις προηγούμενες δουλειές του κυριαρχούσε η γωνία, στην τελευταία το προτιμώμενο γεωμετρικό σχήμα είναι ο κύκλος. Ίσως γιατί το καλεί και το έργο που διάλεξε, για την δεύτερη φετινή δουλειά της ομάδας, η «Τρωάς» του Δημήτρη Δημητριάδη.

Image result for τρωάς μαλτέζε

         Ο Δημήτρης Δημητριάδης είναι πρωτίστως ποιητής. Και στο θέατρο του επίσης ποιητής είναι πάνω απ’ όλα,  «μεταγράφει ποιητικά την πραγματικότητα», όπως είχε πει κάποτε ο ίδιος. Σ’ ό,τι ονομάζουμε «ευρύ κοινό» -μια έννοια που δεν καταλαβαίνω πολύ καλά, ομολογώ, πώς ορίζεται και σε τι αντιπαρατίθεται- είναι αρκετά άγνωστος. Και με αυτό εννοώ δυο πράγματα: ένα, πως δύσκολα κάποιος θα παρέθετε το όνομά του σε μια λίστα σύγχρονων θεατρικών συγγραφέων και δύο, πως από όσους τον έχουν παρακολουθήσει ή τον παρακολουθούν, πολλοί δυσκολεύονται να καταλάβουν το έργο του που ακροβατεί ανάμεσα στην ποίηση, τη φιλοσοφία και την ψυχανάλυση, έργο δύσκολο, σκληρό και προκλητικό, με γοητευτική και σοφή αυθάδεια. Για του λόγου το αληθές, ας ξαναδιαβάσουμε προσεκτικά όχι τόσο το «Πεθαίνω σα χώρα» όσο τη «Λήθη», τον «Κυκλισμό του Τετραγώνου», κι ακόμα πιο πολύ τον «Φαέθωντα».

«Τρωάς», λοιπόν, κατά το «Ιλιάς», και δεν ξέρω αν η επιλογή της τριτόκλιτης, κατά την αρχαίαν,  μορφής της λέξης οφείλεται στις ενδιαφέρουσες ηχητικές συνυποδηλώσεις της λέξης: το σκληρό «τρ» που οδηγεί στο «τρώγω», αλλά και στο «τραύμα», την χασμωδία που προκύπτει από την συνάντηση των δυο πλατιών φωνηέντων (ω, α) που μας πηγαίνει στην κραυγή η οποία εξέρχεται θηριωδώς από το χαίνον στόμα την ώρα της επίθεσης ή του θανάτου και το τελικό «ς» που την ανακόπτει ξαφνικά και ανατριχιαστικά με τον σερνάμενο, θανατερό συριγμό του.

Image result for τρωάς μαλτέζε

        Η «Τρωάς» ξεκινά μετά την πτώση της Τροίας, όταν όλα έχουν τελειώσει, η Τροία έχει ξεθεμελιωθεί και οι τρεις άντρες που εκπροσωπούν τον βασιλικό θρόνο, ο γέροντας Πρίαμος, ο γιος του Έκτωρ, ο πιο λαμπερός ήρωας της «Ιλιάδας» και διάδοχος στο θρόνο και ο δικός του γιος, ο μικρός Αστυάνακτας, είναι όλοι νεκροί. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της πόλης υποταγμένα στο θάνατο. Ο Δημητριάδης δεν κρατά την διασωθείσα από την παράδοση εικόνα για τους ήρωες αυτούς. Ο δικός του Πρίαμος είναι ένας γέρος που λατρεύει τον πόλεμο, θλίβεται γιατί ο πόλεμος τέλειωσε, ελπίζει ότι ο πόλεμος δεν τελειώνει ποτέ: «Αλλά ο πόλεμος /με ξέκανε κι εμένα/Δεν ξέκανε όμως/την λύπη/Έτσι τελειώνει ο πόλεμος/Με λύπη /ότι τελείωσε/Γι’ αυτό /δεν τελειώνει ποτέ/Ο πόλεμος ποτέ /δεν ξεκάνει/τον πόλεμο/Παίρνει ό,τι παίρνει/και ξαναρχίζει /για να ξαναπάρει». Η σκέψη του Δημητριάδη δεν βρίσκεται κοντά στο περίφημο απόσπασμα του Ηρακλείτου «πόλεμος πατήρ πάντων», αλλά στη σκέψη του Πλάτωνα πως ο πόλεμος είναι μέρος της πολιτικής, κι εδώ έγκειται το αντιπολεμικό (αλλά και μισάνθρωπο) μήνυμα του έργου: όταν αυτό που μας μαθαίνει ο πόλεμος είναι να θέλουμε τον πόλεμο», το Αιγαίο θα γεμίζει κουφάρια και ο θάνατος θα είναι ο μόνος νικητής.

Έχοντας προφανώς κατά νου τους δισταγμούς του Έκτορα πριν από τη μονομαχία με τον Αχιλλέα, μια στιγμή δειλίας πράγματι, μας παρουσιάζει τον πολεμιστή σε ένα παραληρηματικό μονόλογο γύρω από την έννοια του άντρα και της ανδρείας, την σχέση του άντρα και του πολέμου. Ο πόλεμος, κραταιός εραστής του άντρα, ζητάει το σώμα του κι αυτός το δίνει: «Τού έδωσα /το καλύτερο /και ομορφότερο/Κι έγινε δικό του/Και γίναμε  ένα με τον πόλεμο/Εγώ κι αυτός /αγκαλιαστήκαμε/Κι αγαπηθήκαμε [… ] Και με πήρε /Και δεν με άφησε /σε κανέναν άλλον /και για κανέναν άλλον. Τέλος ο μικρός Αστυάναξ, το θύμα της σκληρότητας των Ελλήνων, ο πιθανός διεκδικητής του θρόνου και ο εκδικητής της καταστροφής, που τον πέταξαν από τα τείχη δέκα χρόνων μοναχά, είναι ένα αγοράκι που θέλει να γίνει άντρας μόνο για χάρη του πολέμου «Δεν πολέμησα/Δεν πρόλαβα/Δεν θα πολεμήσω ποτέ/Αν έχω λύπη/είναι μόνο γι’ αυτό/Δεν κράτησα όπλο/Αληθινό.

Image result for τρωάς μαλτέζε

        Στο «Τρωάς» οι τρεις γενιές συμφύρονται σε ένα λόγο θαυμαστικό του πολέμου, παρόν-παρελθόν-και μέλλον του παραδίνονται, τον επιβάλουν, κανείς δεν έχει γλιτωμό από τον παραλογισμό, από την βία. Ακόμα κι όταν ντύνεται την ποίηση, ο πόλεμος είναι το αντίθετό της, δηλαδή καταστροφή.

Ο Στρούμπος, ως αναμενόμενο,  απέφυγε τις εύκολες αναφορές στην επικαιρότητα. Είδε το έργο ως μια στιβαρή ποιητική αναζήτηση της οντολογικής διάστασης του πολέμου, του πολέμου ως οδού αυτογνωσίας, που αρνείται ο άνθρωπος, γι’αυτό διαιωνίζει τον πόλεμο. Και σκηνοθέτησε λιτά αλλά υποβλητικά, αναδεικνύοντας την οικουμενικότητα και την διαχρονικότητα του ζητήματος και μεταφέροντας έμμεσα στην σκηνή το μόνο ερώτημα: ποιος είναι ο άνθρωπος και ποιο το νόημα;

Ευτύχησε να έχει συνεργάτη στο όραμά του, ένα ακάματο και λεπτολόγο ηθοποιό, τον Δαβίδ Μαλτέζε.   Γεωργιανός στην καταγωγή, ζει και εργάζεται εδώ και πολλά χρόνια στην Ελλάδα, με άψογα, αξιοζήλευτα ελληνικά, έχει ο ίδιος βιώσει την δύσκολη εμπειρία των πολέμων και της μετανάστευσης. Ηθοποιός με στέρεη γνώση του σωματικού θεάτρου, συνεργάτης από καιρό του Στρούμπου, απόλυτα κυρίαρχος του σώματός του,  συναίρεσε την προσωπική εμπειρία με τα απαιτούμενα από το κείμενο και μετέτρεψε επί σκηνής το σώμα του σε πεδίο της Ιστορίας. Τα τρία πρόσωπα που ερμηνεύει υλοποιούνται μπροστά στα μάτια μας διακριτά στο πρώτο μέρος, ενώ στο δεύτερο, όταν το κείμενο οδηγεί στο να «διαβάζει» το ένα το άλλο, καταλήγει σε ένα ερμηνευτικό στρόβιλο, που μοιάζει το σώμα του από τη μια να κόβεται στα τρία και την ίδια στιγμή το ένα και ίδιο σώμα να γεννά τα άλλα δύο, ξανά και ξανά. Πραγματικά ένας ερμηνευτικός άθλος που απαιτεί απόλυτη συγκέντρωση και τρομερή ενέργεια. Θεωρώ πως είναι μια ερμηνεία αναφοράς.

Image result for τρωάς μαλτέζε

           Το σκηνικό, το οποίο όπως και τα κοστούμια, είναι δουλειά του σκηνοθέτη, είναι γεμάτο μικροπράγματα που θυμίζουν διάλυση και καταστροφή: πεταμένα χαρτιά, μια γραφομηχανή, ένας σπασμένος καθρέφτης, ένα ζευγάρι παπούτσια. Ένα πιάνο «πειραγμένο», ανοιχτό, γεμίζει ήχους την σκηνή, ήχους στριγκούς ή απαλούς, ωραίες αναγνωρίσιμες μουσικές ή νότες που στροβιλίζονται έκπληκτες και τρομαγμένες. Η Έλλη Ιγγλίζ, που επιμελήθηκε τη μουσική επένδυση με πραγματική γνώση, συνέπεια και τόλμη, βρίσκεται όλην την ώρα πάνω στη σκηνή, δεν σταματά λεπτό να παράγει ήχους. Και να τραγουδά. Ριζίτικα τραγούδια. Η ανατολή εισβάλλει μυστηριώδης και γενναία στο δυτικό μουσικό σύμπαν, τονίζοντας το πανανθρώπινο του θέματος. Η ερμηνεία του Μαλτέζε πλουτίζει από την παρουσία της Ιγγλίζ.  Ο Κώστας Μπεθάνης φώτισε με κίτρινους τόνους και αναδεικνύοντας τον σπαραγμό και την αναζήτηση.

ΕΠΟΧΗ, 21.3.2017

 

«Στους πολέμους χαμένοι είναι όλοι: κι αυτοί που σφάχτηκαν κι αυτοί που σφαχτήκαν»

Σχολιάστε

 

 

Ο Δαυιδ Μαλτέζε και η Έλλη Ιγγλίζ μιλούν για την «Τρωάδα»του Δημήτρη Δημητριάδη

 

«Ο πόλεμος

δεν τελειώνει ποτέ

Με το τέλος του

τελειώνουν όλα

Αυτός

δεν τελειώνει ποτέ»

(από την «Τρωάδα»)

Το νέο έργο του Δημήτρη Δημητριάδη «Τρωάς» ανέβασε η ομάδα Σημείο Μηδέν σε σκηνοθεσία του Σάββα Στρούμπου. Μια στιβαρή ποιητική αναζήτηση της οντολογικής διάστασης του πολέμου, του πολέμου ως οδού αυτογνωσίας, που αρνείται ο άνθρωπος γι’αυτό διαιωνίζει τον πόλεμο. Σε μια παράσταση που σκηνοθέτησε ο Στρούμπος με εσωτερικότητα και πάθος, αποφεύγοντας τις εύκολες αναφορές στην επικαιρότητα και παρουσιάζοντας το έργο ως διαχρονική διερώτηση, ο Δαυίδ Μαλτέζε δίνει μια μοναδική ερμηνεία σε ένα απαιτητικό και εξοντωτικό τριπλό μονόλογο τριών προσώπων-συμβόλων του Τρωικού Πολέμου: Πρίαμος-΄Εκτορας-Αστυάνακτας και η Έλλη Ιγγλίζ δίπλα του δημιουργεί το ηχητικό πεδίο που θωρακίζει αυτήν την ερμηνεία και συμβάλλει ουσιαστικά τραγουδώντας επί σκηνής ριζίτικα μοιρολόγια.

Λίγες μέρες πριν από την παράσταση συζητήσαμε με τους δυο ερμηνευτές.

Δαυίδ Μαλτέζε

«Στον πόλεμο όλοι είναι χαμένοι, κι εκείνοι που σφάχτηκαν κι εκείνοι που έσφαξαν»

Οι γενεαλογίες στα ομηρικά έπη συνήθως  καλύπτουν τρεις  γενιές  , Δηλαδή  τον ήρωα, τον πατέρα του και τον γιο του. Και στην περίπτωση του μονολόγου   ‘’ Τρωάς’’  έχουμε αυτήν την δομή… Τρις διαφορετικές  γενιές –  ο Έκτωρ , ο πατέρας  του ο Πρίαμος  και  ο  γιος  του ο Αστυάναξ –  μας μιλάνε πως βιώσανε τον πόλεμο και τι σημαίνει ο πόλεμος για αυτούς.  Βλέπουμε τον τρωικό πόλεμο από την πλευρά των  ηττημένων , νεκρών  ηρώων  που θέλουν να ακουστούν από τον Άδη, το Βασίλειο του θανάτου. Παρόλο που είναι  τρεις  διαφορετικές  γενιές και τρεις διαφορετικές  φωνές  το κείμενο είναι  ενιαίο και μιλάει για την φρίκη του πολέμου  με μια τρισδιάστατη φωνή   που παίρνει την μορφή του μονολόγου. Η ΤΡΩΑΣ  με αφορμή τον τρωικό πόλεμο μας μιλάει για όλους  τους  πολέμους  που έχουν γίνει  και το μόνο σίγουρο είναι ότι σε αυτούς τους πολέμους  όλοι  είναι  χαμένοι ‘’ και  εκείνοι  που σφάχτηκαν και  εκείνοι  που έσφαξαν ‘’.

Δυστυχώς  όμως το θέμα του πολέμου δεν σταματάει  εκεί στην Τροία  στο ‘’Τότε ‘’  όπως θα έπρεπε να είχε γίνει  , έπρεπε δηλαδή να ήταν ο τελευταίος  πόλεμος στην ιστορία της ανθρωπότητας  και να μάθουμε από αυτό τι δεν πρέπει να ξανασυμβεί ,  αλλά όχι …όπως λέει και ο ίδιος ο Δημητριάδης  : Ο πόλεμος ως ανθρώπινη αλήθεια, θα μπορούσε να γίνει, όπως και η θνητότητά του, ένας καταλυτικός μηχανισμός στα χέρια του ίδιου του ανθρώπου, προκειμένου να μάθει και να καταλάβει, αλλά και να αποδεχθεί, το ποιος όντως είναι. Η αυτογνωσία όμως αυτή όχι μόνο δεν είναι υποφερτή από τον άνθρωπο, αλλά και, εξαιτίας της αδυναμίας του να την αντέξει, έχει ανέκαθεν αποκλειστεί, με την θέσπιση και καθιέρωση ποικίλων ψευδαισθήσεων οι οποίες φρόντισαν να τού εξασφαλίσουν προστατευτικές διεξόδους από την αντιμετώπιση του Ανυπόφορου.  Γι ‘αυτό  μιλάει και η παράταση  μας  για  το ‘’Ανυπόφορο ‘’ του ανθρώπου.  Το κείμενο αυτό είναι ένα μεγάλο δώρο που μου έκανε ο Δημήτρης  Δημητριάδης   και με την ευκαιρία αυτή θέλω να τον ευχαριστήσω δημοσιά  … η ιδέα του μονολόγου αυτού γεννήθηκε το 2007 όταν και  τον γνώρισα  και του  εξέφρασα την επιθυμία  να παίξω  κάποιο από τα κείμενα του. Και ήρθε η ώρα ένα όνειρο να γίνει πραγματικότητα.

 

Έλλη Ιγγλίζ

Μιλώντας για τον πόλεμο χωρίς ωραιοποιήσεις

Κυρία Ιγγλίζ, μετά από τόσους αιώνες, τα σύμβολα του τρωικού πολέμου εξακολουθούν να εκφράζουν όσο λίγα τα αισθήματα των ανθρώπων για τον πόλεμο. Η ΤΡΩΑΣ είναι ένα αντιπολεμικό έργο;

Τα πρόσωπα του έργου που μιλούν : Πρίαμος – Έκτωρ – Αστυάναξ ,είναι οι ηττημένοι του πολέμου.Είναι οι νεκροί που μιλούν για τον πόλεμο, κι αυτό από μόνο του μας δίνει την δυνατότητα σαν δρώντα πρόσωπα, αλλά και σαν θεατές κι ακροατές του έργου μιας απαραίτητης απόστασης που δημιουργεί τον χώρο και τον χρόνο για στοχασμό πάνω στην προβληματική του πολέμου. Ο Πρίαμος νεκρός βασιλιάς της Τροίας, ο Έκτωρ γιος του Πριάμου ,νεκρός πολεμιστής και ήρωας, ο Αστυάναξ γιος του Έκτορα σκοτωμένος απ’ τους Έλληνες στην παιδική του ηλικία. Τα τρία πρόσωπα μιλούν, όπως χαρακτηριστικά λέει ο Πρίαμος, »χωρίς φραγμούς, υπονοούμενα, χωρίς υπεκφυγές, ωραιοποιήσεις» για τον πόλεμο, σε τέτοιο βάθος που αυτό έχει δυο αποτελέσματα…αρχικά μας κάνει να σκεφτούμε τελικά τι σημαίνει πόλεμος, τι διαστάσεις μπορεί να πάρει τόσο εξωτερικά, όσο και μέσα στην ανθρώπινη ψυχή, κάτι που μας οδηγεί στον στοχασμό πάνω στην φύση του ίδιου του ανθρώπου. Το δεύτερο αποτέλεσμα του βάθους του κειμένου, μας οδηγεί και στο δεύτερο μέρος του έργου κι αυτό με την σειρά του στο τρίτο.

Στο δεύτερο μέρος, τα όρια της συγκεκριμένης ταυτότητας των προσώπων, διευρύνονται, μέσα από μια μεταμορφωτική, συμβολική διαδικασία, το ένα μπαίνει μέσα στο άλλο: ο Αστυάναξ γίνεται Πρίαμος ,ο Πρίαμος γίνεται Έκτωρ, ο Έκτωρ Αστυάναξ…ίσως για να συμπληρωθούν, ίσως για να ενωθούν μέσα στις αντιθέσεις τους. Με συμβολικούς όρους η ένωση είναι ένα στοιχείο αντίθετο του διαχωρισμού και της διάσπασης, αντίθετο του πολέμου. Στην παράσταση οι λέξεις του κειμένου ,η ερμηνεία, η φωνή κι ο ήχος του πιάνου είναι αδιάσπαστα στοιχεία σε αυτήν την μεταμορφωτική διαδικασία. Σε αυτήν την μεταστοιχείωση. Εισχωρούν λοιπόν ο ένας μέσα στον άλλον, σε τέτοιον βαθμό που αυτό μας οδηγεί στην ίδια την πόλη »Τρωάς», στο τρίτο μέρος. Πλέον μας μιλά η ίδια η Γη ,το ποτισμένο απ’ το αίμα χώμα της ηττημένης Τροίας, που εμπεριέχει όλους τους νεκρούς, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των προσώπων χάνονται μέσα στον Άνθρωπο.

Γιατί επιλέγει ο συγγραφέας ήρωες τριών διαφορετικών ηλικιών; Ο πόλεμος γίνεται μια πορεία αυτογνωσίας; Κι αν ναι, ποια είναι η απάντηση στο τέλος του δρόμου αν υπάρχει; Πρίαμος – Έκτωρ – Αστυάναξ ,είναι ήρωες τριών ηλικιών, που όμως ο ένας γεννιέται μέσα από τον άλλον. Ο Πρίαμος πατέρας του Έκτορα, ο Έκτωρ πατέρας του Αστυάνακτα. Ο ένας γεννά τον άλλον. Αφαιρετικά οι τρεις είναι ένας. Η πορεία είναι κυκλική τόσο στον λόγο όσο και στον ήχο του πιάνου Το Ναι και το Όχι ενώνονται και δημιουργούν τον κύκλο της Γέννησης ,της Ζωής και του Θανάτου. Του Όχι του Ναι και πάλι του Όχι, αν σκεφτούμε ότι ο Πρίαμος ως νεκρός γέρος βασιλιάς όπως μας λέει και στο έργο ,δεν πολέμησε δεν βρέθηκε μέσα στην μάχη…ο Έκτωρ όμως βρέθηκε : πολέμησε, σκοτώθηκε. Ο Αστυάναξ δεν πρόλαβε να πολεμήσει, σκοτώθηκε δέκα χρονών όπως μας λέει στο κείμενο. Οπότε πηγαίνουμε από την μη δράση στην δράση κι επιστρέφουμε στην μη δράση. Από την μη Ύπαρξη ,στην Ύπαρξη και πάλι στην μη Ύπαρξη. Βλέπουμε την πορεία της αυτογνωσίας στο γεγονός της Ζωής. Ίσως αρχή και τέλος του δρόμου να είναι ένα, όπως λέει ο Ηράκλειτος : »Κοινό σημείο είναι η αρχή και το πέρας στον κύκλο»

 

Ταυτότητα παράστασης

Σκηνοθεσία |Σκηνική εγκατάσταση | Κοστούμια: Σάββας Στρούμπος

Μουσική: Έλλη Ιγγλίζ

Φωτισμοί: Κώστας Μπεθάνης

Ερμηνεύουν οι: Δαυίδ Μαλτέζε και Έλλη Ιγγλίζ

 ΕΠΟΧΗ, 5.3.2017

Ηλία Καπετανάκη «Γενικός Γραμματέας»

Σχολιάστε

 

Από τους ΑΤΟΝΑΛ και τη  Σοφία Μαραθάκη

(Πειραματική Σκηνή του Εθνικού)

 

Λίγα χρόνια μετά την εξαιρετική μεταφορά των «Χαλασοχώρηδων» του Παπαδιαμάντη στην ευφάνταστη σκηνοθεσία του Κώστα Παπακωνσταντίνου, η  Σοφία Μαραθάκη σκηνοθετεί ένα έργο επίσης του τέλους του 19ου που εμφανίζει πολλά από τα θέματα της παπαδιαμάντειας κριτικής στην άσκηση της πολιτικής εκείνη την περίοδο . Πρόκειται για την τρίπρακτη κωμωδία του Ηλία Καπετανάκη Ο Γενικός Γραμματέας, στην οποία ο συγγραφέας καταδικάζει την πολιτική διαφθορά, το πελατειακό κράτος,  την αμορφωσιά, την ξενομανία, τον επαρχιωτισμό.

Ο Καπετανάκης γνώριζε πολύ καλά την δημόσια διοίκηση και τον  τρόπο με τον οποίο ασκείται η πολιτική στην Ελλάδα του τέλους του 19ου, αφού και ο ίδιος υπήρξε υπουργικός γραμματέας για χρόνια. Γι’ αυτό και, παρά τις υπερβολές και τις σχηματοποιήσεις, που αποτελούν συμβάσεις του είδους της κωμωδίας, το έργο αποτελεί πιστή αναπαράσταση της ελληνικής κοινωνίας της περιόδου. Έτσι η κωμωδία του μετατρέπεται σε σκληρή σάτιρα ηθών και στάσεων ζωής, ανθρώπινων τύπων που εκείνη την περίοδο γεννιούνται για να ριζώσουν στην ελληνική κοινωνία και να ορίζουν μέχρι σήμερα πολιτικές και κοινωνικές λειτουργίες.

Image result for γενικός γραμματέας μαραθάκη

         Η ιστορία είναι απλή αλλά «ζουμερή»: Ένας πλούσιος επαρχιώτης ονειρεύεται αξιώματα και ζωή στην πρωτεύουσα. Τον προτρέπει πιεστικά σ’ αυτό η φιλόδοξη σύζυγός του. Για να το πετύχουν εμπλέκονται στα γρανάζια μιας σχέσης με ένα πολιτικάντη που προσφέρει στον Λάμπρο μια θέση Γενικού Γραμματέα –θέση που απαιτεί ιδιαίτερα προσόντα τα οποία αυτός ουδόλως έχει-  με αντάλλαγμα τις πολύτιμες ψήφους που παραδίδουν σ’ αυτόν οι επαρχιώτες φίλοι του και οι σ’ αυτόν εργαζόμενοι. Όταν θα έρθουν στην Αθήνα θα μεταλλαχθούν  γρήγορα και απότομα σε άθλια κακέκτυπα της αθηναϊκής αριστοκρατίας, θα πελαγώσουν μέσα σε οικονομικές ίντριγκες  που τους ξεπερνούν, θα εμπλακούν σε ατέλειωτα ρουσφέτια και σκάνδαλα, θα χαθούν σε σχέσεις υποκρισίας που τους γελοιοποιούν αναδεικνύοντας το βάθος της άγνοιας και της αφέλειάς τους αλλά και την αθλιότητα των πολιτικών ηθών και την φαυλότητα της αριστοκρατίας-και στο τέλος θα καταστραφούν ολοσχερώς –μια κατάρρευση ολοκληρωτική, που οδηγεί σε ηθική και υπαρξιακή πτώση, αφού περάσει μέσα από τη νομική παραβατικότητα. Σημαντικό: ο θεατής –και ο τότε θεατής επίσης- δεν νιώθει μήτε συμπάθεια για τον πεπτωκότα μήτε ανακούφιση από την πτώση. Κι όλ’ αυτά σκιαγραφημένα με μεράκι, με δηκτικότητα, χιούμορ, ζωντάνια στην παρουσίαση καλοδομημένων ανθρώπινων τύπων που πολλές φορές, ξεφεύγοντας από την σχηματικότητα του τύπου, παρουσιάζουν στοιχεία ολοκληρωμένου χαρακτήρα.

Δυστυχώς στον Γενικο Γραμματέα η ελληνική κοινωνία ακόμη αναγνωρίζει τον εαυτό της και γι’ αυτό ακόμη προκαλεί αβίαστο γέλιο και παραπέμπει σε σύγχρονα οικεία κακά, θέτοντας με ανάλαφρο τρόπο ερωτήματα για την ταυτότητα του νεοέλληνα.

Επίκαιρη επιλογή

           Υπ’ αυτή την έννοια, η Σοφία Μαραθάκη και οι ΑΤΟΝΑΛ ορθά έπραξαν και το επέλεξαν και ακόμα ορθότερα άνοιξε το Εθνικό τις πύλες του για  να παρουσιάσει τη δουλειά τους και τους προβληματισμούς τους.  Παρά την διαχρονικότητα των προβλημάτων που θίγει,  οι θεατρικοί κώδικες στους οποίους υπακούει το έργο είναι  πολύ μακριά από την αισθητική του σύγχρονου θεατή και για να φτάσει όπως πρέπει στο σύγχρονο κοινό χρειάστηκε μια γενναία επέμβαση της σκηνοθέτριας και η υποκριτική στήριξη της ομάδας, που μας έχει συνηθίσει σε εξαιρετικές δουλειές συνόλου .

Το έργο, λοιπόν, περικόπηκε πρώτ’ απ’ όλα σημαντικά, αλλά όχι τόσο αρκετά όσο χρειαζόταν. Η Μαραθάκη –που αγαπά γενικά τις μεταμορφώσεις και δουλεύει τέτοια μοτίβα στις σκηνοθεσίες της- μετέτρεψε το έργο σε κωμειδύλιο με στοιχεία οπερέτας (σε οπερέτα τον Γενικό Γραμματέα  τον έχουμε ξαναδεί το 2003 σε σκηνοθεσία Ρεμούνδου). Και τα δύο αυτά είδη είναι δρώντα και παραγωγικά την εποχή της συγγραφής του έργου, ενώ υπήρξε πρόσφατα αναβίωσή τους με θετικά αποτελέσματα τις περισσότερες φορές (π.χ. η Γκόλφω σε σκηνοθεσία Καραθάνου).  Χρησιμοποίησε επίσης το Θέατρο Σκιών σαν έμπνευση για το στήσιμο κυρίως των δευτερευόντων ηρώων (χαρακτηριστική η σκηνή λίγο πριν το τέλος, όταν όλοι οι ρουσφετοαπαιτούντες μαζεύοντα γύρω από τον Λάμπρο). Τα στοιχεία αυτά ξεκίνησαν να «σπρώχνουν» την παράσταση να αναδείξει τη διαχρονικότητα των καρκινωμάτων που περιγράφει ο Καπετανάκης και εν πολλοίς το κατάφεραν, όμως έλειπε η αιχμηρότητα.

Image result for γενικός γραμματέας μαραθάκη

         Καταλυτικός ήταν ο ρόλος της μουσικής: ο Χαραλαμπος  Γωγιός έκανε εξαιρετική δουλειά, ευφάνταστη, ευφρόσυνη, με ποικιλία ρυθμών και ήχων, διακριτικά εμβαπτισμένη στο μαύρο χιούμορ. Την υπαινικτική αναφορά στην σύγχρονη Ελλάδα, την προσπάθησε σε όλη την παράσταση η σκηνοθέτρια. Ωστόσο υπήρξαν στιγμές πού αστόχησε στην έκταση και την ένταση. Χαρακτηριστική η εισαγωγή, κατά την οποία η ωραία καρναβαλική παρέλαση  τραγουδά με κωμική περιπάθεια τα τόσο ταυτισμένα με τις προεκλογικές εμφανίσεις του Ανδρέα Παπανδρέου Carmina Burana. Μέχρι εκεί ήταν αρκετό.  Η χρονική έκταση της σκηνής και οι λεπτομέρειες (π.χ. τα ψηφοδέλτια με το ενωμένο σήμα του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ) έδιναν στον θεατή «μασημένη τροφή» που δεν έχει ανάγκη. Στα χρόνια του δικομματισμού θέριεψαν όσα ο Καπετανάκης καταγγέλλει στ έργο του.  Όμως, δυστυχώς, η διληματικότητα και η οργάνωση της κοινωνίας πάνω σε δίπολα που φέρνουν αμηχανία, διανοητικό μούδιασμα και απραξία δεν είναι κάτι από το οποίο έχουμε πια απαλλαχθεί. Ωστόσο πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι γλωσσικοί συμφυρμοί της συνθηματολογίας του δικομματισμού ήταν απολαυστικοί και η «αλλασυντή» (αλλαγή-συντήρηση) εγγράφεται στην ιστορία της ομάδας.

Σκηνικά και κοστούμια με θέση

         Κυριαρχικό ρόλο στην παράσταση παίζουν τα σκηνικά και τα κοστούμια, και τα δύο από τακτικούς συνεργάτες της Μαραθάκη: ο Κωνσταντίνος Ζαμάνης με απλά υλικά «έγραψε» την νεοελληνική ιστορία σε λίγα τετραγωνικά μέτρα, με διάθεση όχι απλώς ειρωνική αλλά κατεδαφιστική. Εκείνο το «σύνθετο» στο βάθος της σκηνής, με τα σύμβολα της νεοελληνικής κακομοιριάς και τσαλακωμένης περηφάνιας, η συνάντηση του επαρχιωτισμού και του μικροαστισμού, ήταν ευφυής επιλογή. Από κοντά και τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα που εξιστορούσαν την αναφομοίωτη σχέση παράδοσης και αστικού χώρου-φορέα νέας κουλτούρας και ηθών.

Image result for γενικός γραμματέας μαραθάκη

         Οι ΑΤΟΝΑΛ χαρακτηρίζονται  για το συλλογικό πνεύμα τους και  τον συγχρονισμό τους.  Να προσθέσουμε και το μεγάλο κέφι: ερμηνείες δουλεμένες λεπτομερειακά και με ένα εντυπωσιακό μέτρο. Συνέβαλε και η ωραία κίνηση που δίδαξε η συνεργάτιδα και από άλλες δουλειές της ομάδας, η Βρισηίδα Σολωμού. Το βασικό ζευγάρι (Πηνελόπη-Λάμπρος) απέδωσαν αποτελεσματικά η Ρένα Κυπριώτη και ο Λεονάρδος Μπατής. Η Σοφία Μαραθάκη ήταν μια απολαυστική Θεώνη (η γεροντοκόρη αδελφή του ΓΓ),  ο Κων/νος Παπαθεοδώρου έπλασε ένα εξαιρετικό πολιτικάντη, η Λήδα Κουτσοδιδασκάλου ήταν πολύ καλή στο ρόλο της «ψωνισμένης» κόρης. Γεμάτοι ενέργεια  η Φωτεινή Παπαχριστοπούλου, ο Γιώργος Σύρμας, ο Δημήτρης Τσιγκριμάνης και  Νικόλας Χανακούλας. Ιδιαίτερα εύσημα στον Μιχάλη Βαλασόγλου, χάρμα ο κωμικοτραγικός παρατημένος φουστανελοφόρος εραστής Μίχος και τυπάτος ο μποστικός διεφθαρμενος Καλπίδης του.

ΕΠΟΧΗ, 19.2.2017

 

 

 

 

Older Entries