Παρουσίαση του βιβλίου της Μαρίας Τζαρδή «Εξορία είναι η επιστροφή»

1 σχόλιο

 

Φίλες και φίλοι,

Μου φαίνεται πολύ όμορφη ετούτη η βραδιά. Παρουσιάζουμε το πρώτο βιβλίο της φίλης μας Μαρίας Τζαρδή, ενός από τους πιο αγαπημένους μου ανθρώπους, ένα κορίτσι γλυκό και δυναμικό, με κρυστάλλινο γέλιο και ψυχική γενναιοδωρία, Ένας πολύ ψαγμένος και πολύ ενδιαφέρον άνθρωπος. Το βιβλίο της είναι μια συλλογή διηγημάτων με τον πειραστικό τίτλο «Εξορία είναι η επιστροφή».  Παρόλο που είναι το πρώτο της εκδομένο βιβλίο, δεν είναι καινούρια στη γραφή. Ασχολείται πολλά χρόνια και ειδικά με το διήγημα –μάλιστα μου έχει κάνει την τιμή να με κάνει κοινωνό κάποιων από αυτά και στο παρελθόν. Ήμουν από τους ανθρώπους που την είχαν προτρέψει να εκδώσει.

          Η Μαρία Τζαρδή έχει ένα ιδιαίτερο πεδίο δουλειάς, ένα συγκεκριμένο προσανατολισμό που υπηρετεί με αφοσίωση: τον χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας προσφάτως και της επιστημονικής φαντασίας. Σε ό,τι αφορά τον κόσμο της αστυνομικής λογοτεχνίας έχει χρόνια δράση σε ομάδες ανάγνωσης και δημιουργίας –είναι από τους πιο ενημερωμένους αναγνώστες και φανατική βιβλιοφάγος. Αυτά τα δυο πεδία καθορίζουν εν πολλοίς και τα εννέα διηγήματα της συλλογής.

 

Είναι δύσκολο πάντως να κατατάξεις τα κείμενα αυτής της συλλογής σε συγκεκριμένο είδος.  Ακροβατούν ανάμεσα στο σήμερα και ένα απροσδιόριστο μέλλον. Ο κόσμος τους είναι γεμάτος μηχανές, μηχανές που μιλούν, κινούνται σαν άνθρωποι, παίρνουν την θέση των ανθρώπων. Οι ταυτότητες διαλύονται, χάνονται σιγά-σιγά, οι  γραμμές ανάμεσα στα είδη και τις πραγματικότητες καταρρέουν, αλλά χωρίς θόρυβο. Οι άνθρωποι δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν,  η φαντασία ελέγχεται. Η Μαρία δημιουργεί ένα εύτακτο κόσμο, γεμάτο μοναξιά, πλήξη και φόβο, από τον οποίο η έξοδος είναι δύσκολη, οι δρόμοι κλειστοί, τα ανθρώπινα πλάσματα εγκλωβισμένα σε πραγματικές ή νοητικές φυλακές, από τις οποίες δυσκολεύονται ή δεν αποφασίζουν να βγουν.  Η ελευθερία θέλει τόλμη, θέλει ρίσκο, πρέπει να αντέχει να είναι κανείς ελεύθερος ενώ συχνά οι ήρωες της Μαρίας μοιάζουν με τα κατοικίδια πουλιά: έχουν τόσο συνηθίσεις το κλουβί τους, που ακόμα κι αν τους προσφερθεί ο καθαρός αέρας, οι ανοιχτοί ορίζοντες που λαχταρούν, δεν θα τολμήσουν και θα επιστρέψουν πίσω, στα γνωστά, στα τετριμμένα και τα σίγουρα. Έτσι όταν η κατάδικος βρίσκει τρόπο να βγει από τη φυλακή, θα γυρίσει πίσω ηττημένη. Διαβάζω από το πρώτο διήγημα της συλλογής, «Το κρασί της συμπάθειας»:

      «Άνοιξε σιγά την κλειδαριά του κελιού της. Το ροχαλητό του ακουγόταν ασταμάτητο. Βγήκε. Περπάτησε μέχρι το γραφείο και είδε την εξώπορτα ανοιχτή. Στάθηκε και κοίταξε έξω. Όλα ήταν έρημα. Το πλάτωμα που φαινόταν δεν ήταν σχεδόν καθόλου φωτισμένο αλλά ακόμα κι έτσι ο όγκος των απέναντι κτιρίων της έμοιαζε τεράστιος. Ψυχή δεν υπήρχε. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι έπιασε με το χέρι της το κεφάλι της. Μια τούφα μαλλιά έμεινε μέσα στα δάχτυλά της. Τα μάτια της ήταν στεγνά και τα χείλη της σφιγμένα. Είχε καταφέρει και δεν είχε βουρκώσει. Έκανε μεταβολή και μπήκε πάλι προς τα μέσα κλείνοντας την εξώπορτα. Στο δωματιάκι του άφησε τα κλειδιά στο παντελόνι του και κοιτάζοντας τα δύο άδεια μπουκάλια αναρωτήθηκε αν υπήρχαν άλλα για την επόμενη μέρα. Μπήκε στο κελί της και τράβηξε την πόρτα. Κόντευε πια να ξημερώσει. Ξάπλωσε πάλι στο κρεβάτι της με το πρόσωπο προς τον τοίχο. Μπορούσε πολύ καλά να ονομάσει την αρρώστια της. Ήταν η ήττα».

         Συχνά λοιπόν αναδεικνύει στα κείμενα της τα αποτελέσματα των μηχανισμών που κάνουν τους ανθρώπους υποτακτικούς στα συστήματα, όταν μάλιστα ξέρουν πού καλά ότι αυτό ακριβώς είναι: υποτακτικοί σε ένα σύστημα. Η κοπέλα εδώ μου έφερε στο νου εκείνο τον ήρωα της ταινίας «Τελευταία έξοδος Ρίτα Χέηγουωρθ». Όταν βγαίνει από την φυλακή, περνάει μια μέρα έξω στον κόσμο και… αυτοκτονεί, γιατί δεν ξέρει τι να κάνει τη ζωή του.

Μαρία Τζαρδή

         Είναι όμως αδύνατη η φυγή, είναι αδύνατη η ανατροπή; Όσο περιχαρακωμένος και μοναχικός αν  είναι ο κόσμος αυτών των διηγημάτων, η συγγραφέας επιτρέπει την ελπίδα και αφήνει την δυνατότητα της διαφυγής. «Ας πετάξει κάποιος μια πέτρα να το κάνει να σταματήσει» φωνάζει αποκαμωμένη και απελπισμένη η ηρωίδα του διηγήματος «Η αυλή με τα περιστέρια». Μιλά για μια αενάως επαναλαμβανόμενη διαφήμιση για ταξίδια που της τρυπά τα αυτιά, καλώντας την να ζήσει ένα παράδεισο που ξέρει καλά πως είναι το ακριβώς αντίθετο.  Και έχει τη λύση, αλλά δεν έχει ακόμα το κουράγιο να την πραγματώσει μόνη της. «Ο επόμενος παράνομος ας πετάξει μία πέτρα».

Χρησιμοποιώντας τεχνικές από το αστυνομικό και το φιλμ νουάρ, η συγγραφέας μπερδεύει γοητευτικά τα υποκείμενα και προκαλεί τον αναγνώστη να ξεδιαλύνει το κουβάρι των σχέσεων και να αποκαλύψει κάτω από τις δήθεν αδιάφορες κουβέντες και καταστάσεις δύσκολες αλήθειες. Εκπλήττει με ιδιότυπες ανατροπές, όταν ο αναγνώστης ή απορεί ή είναι σίγουρος ότι έχει καταλάβει, πλην όμως…  Όπως συμβαίνει σε δύο συμβαίνει σε δύο από τα μικρότερα σε έκταση διηγήματα της συλλογής, την «Αθανασία» και το «Thodd». Και στα δυο υπάρχει έντονη η παρουσία του θανάτου. Στο πρώτο η συγγραφέας με ειρωνική ματιά παίζει με τον προαιώνιο φόβο του ανθρώπου για το θάνατο και το απελπισμένο και κάποτε αστείο πόθο της αθανασίας. Αν ο θάνατος είναι μέρος της ανθρώπινης ταυτότητας, η αθανασία δεν μπορεί παρά να διαλύει αυτήν την ταυτότητα, να μετατρέπει τον άνθρωπο σε άλλο, ένα άλλο που μπορεί να είναι γλοιώδες και αηδιαστικό και στο οποίο να εγκλωβιστεί η ύπαρξη αιωνίως και χωρίς πιθανότητα σωτηρίας. Όταν βγήκε στις οθόνες ο «Αστακός» του Λάνθιμου, θυμήθηκα το διήγημα της Μαρίας, γιατί έχουν την ίδια βασική ιδέα, της απώλειας δηλαδή της ανθρώπινης ταυτότητας. Στο «ΘΩΔ», και στον τίτλο ήδη βρίσκουμε ενδιαφέρουσες υποδηλώσεις, αφού ακούμε μια λέξη που θυμίζει την γερμανική λέξη για τον θάνατο αλλά και , κατά μια προφορά του ονόματός του, τον θεό των Αιγυπτίων που χαρίζει στους ανθρώπους τη γραφή: εδώ ένα πλάσμα δολοφονεί τον δημιουργό του. Το δημιούργημα, ο ήρωας από λέξεις τον συγγραφέα του. Μια ιδιότυπη πατροκτονία.

Με αντίστοιχες ανατροπές, με τεχνικές αγωνίας που συναντάμε στην αστυνομική λογοτεχνία αλλά και με τον τρόπο που η επιστημονική φαντασία του τύπου που γνωρίζουμε από τις φουτουριστικές δυστοπίες του 20ου αι. , Χάξλεϋ και Όργουελ, το διήγημα «Η κλώστρια Jenny». Εδώ επανέρχεται σε ένα  αγαπημένο της θέμα, τη σχέση δημιουργού και δημιουργήματος, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει ένα κόσμο όπου οι άνθρωποι καλωδιωμένοι με την virtual reality, υποταγμένοι στην ψηφιακή πραγματικότητα, εξαρτημένοι από αυτήν, αρνούνται τον πραγματικό κόσμο, αρνούνται να βγουν στην περιπέτεια των συναισθημάτων, γίνονται έρμαια στην χειραγώγηση και μπερδεύουν την πραγματικότητα με την φαντασία – ζητήματα που απασχολούν την συγγραφέα μας σε διάφορα διηγήματα της συλλογής, όπως στο «Ιντερνετ Καφέ» ή το «Προετοιμασία γα φόνο», με το τελευταίο να αφήνει πάνω μας τα επώδυνα ίχνη των διαφόρων ολοένα εξελισσόμενων Γκουαντάναμο που μας περιβάλλουν.

Άφησα για το τέλος το αγαπημένο μου της συλλογής «Ο ήχος του βιολιού», που εμπεριέχει μια έμμεση αναφορά σε ένα συγγραφέα που λατρεύω, τον Μπόρχες. Ένα Βιβλίο με το Β κεφαλαίο. Οι άνθρωποι δανείζονται με σειρά προτεραιότητας και για λίγες μέρες ένα Βιβλίο από το οποίο θα μάθουν ό,τι τους ενδιαφέρει, κυρίως την ιστορία τους, το παρελθόν τους, θα εξηγήσουν τη ζωή τους. Στο Βιβλίο βρίσκει κανείς ό,τι αναζητά αρκεί να μπορεί να βρει την σελίδα που τον αφορά. Ευθεία αναφορά στην αναζήτηση του Θεού, με την κυριολεκτική ή την συμβολική του σημασία, του Θεού  –φορέα της αλήθειας. Όμως αυτό το Βιβλίο που δυσκολεύει την ηρωίδα του διηγήματος θα πρέπει να κοντραριστεί με τον ήχο ενός βιολιού που την απασχολεί και την αποδιοργανώνει στην έρευνά της. Αν το Βιβλίο συναιρεί την ιστορία της ανθρωπότητας και απαντά στα  οδυνηρά ερωτήματα για την αρχή της ζωής, ερωτήματα εν πολλοίς αναπάντητα, που αξίζουν ακριβώς για να τεθούν και να βάλουν σε λειτουργία την σκέψη, ο ήχος του βιολιού μπορεί να είναι ο αντιπερισπασμός της ζωής και η μόνη απάντηση σε τέτοια ερωτήματα το παυσίλιπον  της τέχνης

Τελειώνοντας, θα επιστρέψω στην αρχή, στον τίτλος. Εξορία είναι η επιστροφή, αντιφατικός από μια πρώτη ανάγνωση.  Ωστόσο όχι. Το μέλλον που περιγράφει η Μαρία, το στειρωμένο, λευκό, γυάλινο, παγωμένο μέλλον, με τις προδιαγεγραμμένες σχέσεις, την διαγραφή της φαντασίας και τα ελεγχόμενα συναισθήματα είναι ο κόσμος μας και ο κόσμος που μας περιμένει. Δεν πάμε μπροστά, τρέχουμε προς τα πίσω. Η ζωή που θα θέλαμε εκδικείται γιατί δεν την επιλέγουμε και μας εξορίζει σε μια αέναη επιστροφή σε όσα νομίζαμε ότι αφήσαμε πίσω μας. Στην πραγματικότητα, αφήσαμε πίσω μας ό,τι μας κάνει ανθρώπους.

 

 

(Το κείμενο γράφτηκε για την πρώτη παρουσίαση του βιβλίου

της Μαρίας Τζαρδή, στο Underflow, στις 20 Απριλίου  2016. Μια

παραλλαγή του διαβάστηκε σε εκδήλωση για το βιβλίο στα γραφεία

των εκδόσεων ΕΥΜΑΡΟΣ στις 3.4.2017 )

Advertisements

Παρουσίαση του βιβλίου του Χάρη Αθανασιάδη «Τα αποσυρθέντα βιβλία. Έθνος και σχολική ιστορία στην Ελλάδα, 1858-2008»

Σχολιάστε

Σε εκδήλωση που διοργάνωσε ο πολιτιστικός χώρος ΕΥΜΑΡΟΣ

στις 4 Δεκεμβρίου 2015

Φίλες και φίλοι καλησπέρα!

Είναι ιδιαίτερη χαρά και τιμή για μένα να παρουσιάζω τον Χάρη Αθανασιάδη και το νέο του βιβλίο «Τα αποσυρθέντα βιβλία. Έθνος και σχολική ιστορία στην Ελλάδα, 1858-2008 ». Όχι μόνο γιατί τον γνωρίζω πάνω από 20 χρόνια και παρακολουθώ όσο μπορώ την πορεία του, την αγωνία του και την προσφορά του στον πολύπαθο χώρο της εκπαίδευσης με μελέτες και έρευνες και πολλά – πολλά άρθρα που προσπαθούν να εισχωρήσουν στα προβλήματα του χώρου και στην ιστορία αυτών των προβλημάτων, αλλά και γιατί αυτό το τελευταίο του βιβλίο ανοίγει ένα σοβαρό και γόνιμο προβληματισμό στην σχολική ιστορία, μακριά από υστερικές φωνές ένθεν κακείθεν που στο βωμό της εκάστοτε επικαιρότητας ή ιδεοληψίας, αφήνουν κατά μέρος το σημαντικότερο: την ενδελεχή, ψύχραιμη και ουσιαστική μελέτη των φαινομένων. Και συνήθως εγκαταλείπουν μόλις κοπάσει ο θόρυβος για να επανέλθουν μένεα πνέοντες την επόμενη φορά που ένα θέμα θα τραβήξει την προσοχή των καναλιών. Ο Αθανασιάδης είναι στον ακριβή αντίποδα αυτής της πρακτικής.

Κανείς ή έστω κανείς έξω από την επιστημονική κοινότητα και κάποιους φωτισμένους διδάσκοντες δεν ασχολείται με το τι γράφεται μέσα στα βιβλία της φυσικής και των μαθηματικών. Με το πώς γράφεται ακόμα πιο πολύ. Εκεί η γνώση είναι στο απυρόβλητο. Ή χειρότερα δεν ενοχλεί. Αν ενόχλησε κάτι από το χώρο των θετικών λεγομένων επιστημών την τελευταία πεντηκονταετία, ας πούμε, ήταν μερικές θεωρίες βιολογίας που ανέτρεπαν τα όσα έπρεπε να πιστεύουν τα ελληνοχριστιανόπουλα για τη γένεση του κόσμου, ακριβώς όπως συνέβη με τις ίδιες θεωρίες και στις ΗΠΑ. Και πάντως το θέμα δεν απασχόλησε ιδιαίτερα. Κανείς δεν ασχολείται με τα αρχαία ελληνικά, παρά μόνο για να τονίσει την ανάγκη διδασκαλίας τους, γιατί αλλιώς δεν θα μάθουν την γλώσσα τους, 5 ‘ωρες αρχαία στην α΄ λυκείου 2 ώρες νεοελληνική γλώσσα. Σε άλλο αναφερόμουν όμως. Πχ σ’ αυτές τις φρικτές γεμάτες λάθη εισαγωγές στην τραγωδία που παρά την έκτασή τους παρουσιάζουν παροιμιώδη αποσπασματικότητα με όλες τις συνέπειες. Ας πούμε, η εισαγωγή στην «Αντιγόνη» που διδάσκεται στη Β΄ Λυκείου, ελέγχθηκε κριτικά σε μερικά άριστα άρθρα που δημοσιεύτηκαν πριν από χρόνια, θυμάμαι αίφνης την τοποθέτηση της ποιήτριας Τασούλας Καραγεωργίου, έμεινα στο στενό κύκλο κάποιων συναδέλφων και ερευνητών. Όταν όμως πρόκειται για την ιστορία, τότε όλοι έχουν λόγο. Θα πρέπει μάλιστα να γίνουμε ακριβέστεροι, όχι γενικά μιλώντας για την ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία αλλά κυρίως για την νεότερη ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία. Γιατί στην συντριπτική τους πλειονότητα οι αντιδράσεις αυτήν αφορούν. Δεν άκουσα κανέναν να διαμαρτύρεται για το κυριολεκτικά άθλιο βιβλίο Βυζαντινής και Μεσαιωνικής Ιστορίας της Β΄ Λυκείου. Δεν άκουσα κανένα να διαμαρτύρεται για την αποσπασματική ύλη όλων των περιόδων. Δεν άκουσα κανέναν να διαμαρτύρεται γιατί την ιστορία, όπως έγραψε χαριτολογώντας στο twitter του ο νεαρός ιστορικός Κώστας Παλούκης, οι μόνοι που αδικούνται και δεν την διδάσκουν είναι οι μαθηματικοί. 24 χρόνια δασκάλα σε πάνω από 10 λύκεια της χώρας, ιστορικός με διδακτορικό στην αρχαία ιστορία, με ειδικότητα την ύστερη αρχαιότητα, έχω διδάξει 5 χρόνια αρχαία ιστορία και τον έναν εξ αυτών μισό, γιατί έφυγα με απόσπαση. Γιατί η ιστορία και δη η αρχαία ιστορία είναι ένα δίωρο προς συμπλήρωση ωραρίου.

Το πρόβλημα της σχολικής ιστορίας δεν είναι τελικά ένα θέμα διδασκαλίας –ή έστω μόνο διδασκαλίας- όπως συνήθως λέγεται. Δεν χωλαίνει η μέθοδος. Το πρόβλημα είναι η στοχοθεσία του μαθήματος, και από κει προκύπτουν και τα μεγαλύτερα προβλήματα στη διδασκαλία. Η αφήγηση του παρελθόντος όπως επιλέχθηκε να διαμορφωθεί για να διαμορφώσει μέσα από αυτήν όχι ιστορική συνείδηση αλλά εθνική συνείδηση. Και η εθνική συνείδηση έχει επιλεκτική μνήμη και αναδημιουργική ικανότητα. Σε τελείως άλλες ιστορικές περιστάσεις και σε μια εντελώς διαφορετική κοινωνία, όταν εγκαινιάζεται το Φλάβιο αμφιθέατρο, το Κολοσσαίο, ο αυτοκράτορας Τίτος παραγγέλνει μια ναυμαχία, ένα υπερθέαμα μίμηση ναυμαχίας μέσα στο πλημμυρισμένο εν είδει λίμνης δάπεδο του αμφιθεάτρου. Θα παρασταθεί η ναυμαχία Αθηναίων και Συρακουσίων το 414 π.Χ. Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα έχουν νικήσει οι Συρακούσιοι. Και η Ρώμη ταυτίζεται με την Αθήνα. Το πρόβλημα επιλύεται πολύ απλά. Αλλάζει το αποτέλεσμα της ναυμαχίας και οι Ρωμαίοι θεατές βλέπουν την νίκη των Αθηνών. Στην εποχή μας βέβαια η αναδιαμόρφωση και η ψευδοανάπλαση του παρελθόντος δεν γίνεται τόσο μπρούτα. Όμως πόσο μακριά είμαστε από τον Τίτο, όταν παρουσιάζουμε μια σειρά δημοσιονομικών μέτρων του αυτοκράτορα Νικηφόρου Α΄ με σκοπό τον δραστικό περιορισμό των μεγαλογαιοκτημόνων και την φορολόγηση της μοναστικής περιουσίας (για το συμφέρον του παλατιού φυσικά) με το όνομα που τους δίνει ο εικονολάτρης Θεοφάνης, «κακώσεις», ενώ τίποτε στο σχετικό κεφάλαιο δεν βοηθά τον μαθητή να συνδέσει την πληροφορία που του δίνεται ξαφνικά με το αμέσως προηγούμενο κεφάλαιο της εικονομαχίας και τίποτε δεν του εξηγεί τον κεντρικό ρόλο που έπαιξαν τα μοναστήρια στην διαμάχη εξαιτίας ακριβώς της μοναστικής περιουσίας. Για να μην πω ότι το βιβλίο αφήνει καταφανώς την εντύπωση ότι όλη η περίοδος λήγει με νίκη της εκκλησίας, παραποιώντας δηλαδή μια τετριμμένη αποδοχή των ιστορικών, ότι στο Βυζάντιο πολύ δυνατή ήταν η εκκλησία, παποκαισαρισμό δεν είχαμε όμως.

Ο Χάρης Αθανασιάδης παίρνει αφορμή από την περίφημη διαμάχη για το βιβλίο της Στ’ Δημοτικού που υπέγραψε η Ρεπούση και η ομάδα της, που οδήγησε στην απόσυρσή του και πηγαίνοντας ένα-ένα βήμα προς τα πίσω μελετά άλλες περιπτώσεις απόσυρσης σχολικών εγχειριδίων ιστορίας στον 20ο αι. –στον 19ο δεν υπάρχουν τέτοια φαινόμενα. Η σχολική ιστορία, μολονότι προσπαθεί να παρακολουθεί στοιχειωδώς τις εξελίξεις στην ιστορική επιστήμη, αναγκάζεται να προσαρμοστεί στα αναλυτικά σχολικά προγράμματα, αποτυπώνοντας την επίσημη και εμφανιζόμενη ως μοναδική άποψη για το παρελθόν της χώρας. Θεωρεί μάλιστα ότι ο τόπος της σχολικής ιστορίας, με δική του διατύπωση, είναι «ο ασαφής χώρος στον οποίο συναντώνται η δημόσια και η ακαδημαϊκή ιστορία». Ωστόσο το ακαδημαϊκό κομμάτι υποχωρεί μπροστά στον βασικό στόχο που βάζει η εκπαίδευση του κάθε εθνικού κράτους: να μορφοποιήσει τη συνείδηση μιας εθνικής ταυτότητας λαμπερής και ελκυστικής. Το βασικό σχήμα πάνω στο οποίο στηρίζεται με παραλλαγές η αφήγηση όλων των σχολικών εγχειριδίων του 20 και 21 αι. με μια-δυο ίσως εξαιρέσεις που δεν ευδοκίμησαν (πχ. Η ιστορία του Καλοκαιρινού) είναι το παπαρρηγοπούλειο ιδεολόγημα της ιστορικής συνέχειας και της ενότητας του ελληνισμού από την αρχαιότητα ως την σύγχρονη εποχή με ενδιάμεσο σταθμό το Βυζάντιο. Να θυμίσω πολύ σύντομα εδώ ότι για χρόνια ο κυκλαδικός και μινωικός πολιτισμός δεν διδάσκονταν ή διδάσκονταν υποβαθμισμένα, γιατί δεν είναι ελληνικοί πολιτισμοί και ακόμα και σήμερα το βιβλίο της Α΄ Λύκειου διαθέτει ένα κακογραμμένο περίπου δισέλιδο που στην πραγματικότητα μπερδεύει τον μαθητή αντί να τον βοηθήσει να καταλάβει τι σημαίνει «κυκλαδικός πολιτισμός». Και όλα’ αυτά παρά το γεγονός, και εδώ επιστρέφω στο βιβλίο του Χάρη, πως στα μεταπολιτευτικά χρόνια έγινε μια προσπάθεια να ενταχτούν κάποιες νέες οπτικές κυρίως για τον αρχαίο κόσμο, αφού έπρεπε το όλον της αφήγησης να ενταχθεί σε μια ευρύτερη αφήγηση της ευρωπαϊκής ιστορίας. Έτσι, και ελπίζω ότι δεν προδίδω το βιβλίο, νομίζω ότι μπορούμε να συμπεράνουμε πως η ιστορία γίνεται ένα μάθημα προπαγάνδας, σε πολλά ομοιάζον με το μάθημα των θρησκευτικών. Τα τελευταία 30 χρόνια, περισσότερο απ’ ό,τι παλιότερα αλλά με τελείως διαφορετική έκφραση από την εθνική συνείδηση προδικτατορικά, και για λόγους που δεν είναι της ώρας να συζητήσουμε, οι ιδεολογικές παρεμβάσεις στη νέα γενιά γίνονται με έναν άλλο πιο επικίνδυνο τρόπο: μια τομή στην ιστορική συνέχεια, μια αλλαγή στην αίσθηση του χρόνου, η παροντοποίηση του χρόνου, και μια απίστευτη αντίφαση: τα παιδιά μισούν την ιστορία, δυσκολεύονται μ’ αυτήν όσο με κανένα άλλο αντικείμενο και την ίδια στιγμή αναπαύονται πάνω στην εύκολη σχηματοποίηση ενός ανύπαρκτου «εμείς», ενός υποτίθεται ενιαιοποιημένου λαού, «είμαστε Έλληνες», χωρίς καμιά ταξικότητα και καθόλου αντιθέσεις (κουβέντες όπως «γιατί έχουμε τόσα κόμματα, ενώ είμαστε όλοι Έλληνες»; κτλ).

Από την εκδήλωση

Το βιβλίο του Χάρη Αθανασιάδη δεν εξαντλεί τις περιπτώσεις των εγχειριδίων που αποσύρθηκαν. Ασχολείται με 6 κυρίως εγχειρίδια που πιάνουν όλο τον 20 αι. και την δεκαπενταετία του τρέχοντος 21ου. Τα ψηλά βουνά του Ζαχαρία Παπαντωνίου, την Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική Ιστορία του Κώστα Καλοκαιρινού, την ιστορία του Γιώργου Κόκκινου, το βιβλίο της ομάδας Ρεπούση, και το μακροβιότερο αναγνωστικό, το «Γερο Στάθη» του Μελά ως κείμενο ελέγχου. Παρακολουθώντας τις περιπτώσεις αυτές, προσφέρει ένα ικανοποιητικό ερμηνευτικό σχήμα των αιτίων που οδήγησαν σ’αυτές τις αποσύρσεις.

Τα αποσυρθέντα εγχειρίδια εγκρίθηκαν σε περιόδους μεταβατικές, πολιτικών αλλαγών μέσα στο σύστημα. Η ένταξή τους προκάλεσε ιδεολογικές διαμάχες που δεν εδράζονταν στην επιστήμη αλλά στην ιδεοληψία της διατήρησης του παπαρρηγοπούλειου σχήματος και της απόρροιάς του ότι το έθνος υφίσταται πόλεμο διότι έχει μια ιδιαιτερότητα, κάτι σαν περιούσιος λαός. Και επούλωνε το τραύμα της μικρής συμμετοχής της Ελλάδας ως φτωχού και τεχνολογικά ασήμαντου χώρου στο παγκόσμιο οικονομικό και πολιτισμικό ΑΕΠ. Αν και είμαστε μικρός λαός έχουμε μεγάλο παρελθόν. Στις διαμάχες αυτές μπαίνει ενεργά ένα πλήθος κόσμου που καμιά σχέση δεν έχει με την επιστήμη της ιστορίας και απαιτεί να διδαχτεί η ιστορία «όπως του την έμαθαν κι εκεινού γονείς και δάσκαλοί του».

Με δεδομένο μάλιστα ότι στην τελευταία περίπτωση της Ρεπούση έχουμε πια ανοιχτά τα κανάλια της ηλεκτρονικής επικοινωνίας, η δημοσιοποίηση χιλιάδων άρθρων και σχολίων προκαλεί λαϊκή πλημμυρίδα. Από την εποχή του γλωσσικού είχε να γίνει κέντρο συζητήσεων στα καφενεία ένα επιστημονικό και παιδαγωγικό θέμα. Ειρήσθω εν παρόδω, και αυτό είναι μια παρατήρηση που βγαίνει από την μελέτη του βιβλίου, επειδή το ιδεολογικό και μόνο βαρύνει, καθόλου δεν απασχολεί τους επικριτές των βιβλίων η παιδαγωγική τους επάρκεια. Ούτε το γεγονός πως η κάθε φουρνιά παιδιών τελειώνει το λύκειο πιο ανιστόρητη από την προηγούμενη και εξαιρετικά περήφανη γι’ αυτό, δηλώνοντας με τόλμη «δεν μ’αρέσει η ιστορία», παπαγαλίζοντας για να περάσει τις εξετάσεις και ξεχνώντας το επόμενο λεπτό της παράδοσης του τελικού γραπτού ό,τι διδάχτηκε όλη τη χρονιά.

Ένα αίτημα των ιστορικών δασκάλων στα σχολεία, που στηρίζει το βιβλίο του Χάρη είναι το παρακάτω: Να περάσει στα σχολεία αυτό που ξέρει η κοινότητα των επιστημόνων με τρόπο εύληπτο, γλαφυρό, απλό, με πλούσιο εικονογραφικό υλικό, να συνδεθεί η γεωγραφία με την ιστορία και να αποτελέσει μέρος της η ιστορία των ιδεών, των επιστημονικών ανακαλύψεων και των θρησκευτικών φαινομένων κάθε εποχής μέσα στην εποχή τους. Δείχνοντας δηλαδή στο νεαρό πολίτη πως η κάθε φορά καθημερινότητά του ορίζεται από μια πολύπλοκη αλυσίδα πολιτικών, διπλωματικών, οικονομικών, κοινωνικών γεγονότων, πως ό,τι ονομάζουμε πολιτισμός και θρησκεία ανήκει σ’ αυτήν την πολύπλοκη αλυσίδα και εξηγείται μέσα απ’ αυτήν. Την έννοια του διαφορετικού –ζητούμενο της πολυπολιτισμικής εποχής μας- μόνο μέσα από την ιστορία και τη λογοτεχνία μπορεί να την πάρει ο νεαρός πολίτης.

 

 

Παρουσίαση του βιβλίου του Θανάση Παπαθανασίου «Η ρήξη με το μηδέν. Σφηνάκια πολιτικής θεολογίας»

Σχολιάστε

 (Πνευματικό Κέντρο Ζεφυρίου, 4 Νοεμβρίου 2014)

 

 

         Φίλες και φίλοι καλησπέρα!

         Ειλικρινά χαίρομαι ιδιαίτερα που ο Θανάσης Παπαθανασίου, με τον οποίο μπορεί να μην βρισκόμαστε συχνά αλλά τον συγκαταλέγω στους εκλεκτούς ανθρώπους της ζωής μου, τους φίλους εκείνους που πρώτους τους σκέφτεσαι όταν έχεις μια αναρώτηση, μια τυραγνική και ανειρήνευτη απορία, συνομιλητής μέσω των άρθρων και των βιβλίων του, χαίρομαι λοιπόν ειλικρινά που μου έκανε την τιμή να πω δημόσια δυο λόγια για το βιβλίο του, εδώ στο Ζεφύρι. Που είναι η πόλη όπου διδάσκει, μια περιοχή που χρειάζεται περισσότερη αγάπη και φιλοτιμία, ζέστα ψυχής και αφοσίωση, τέτοια που ο Θανάσης Παπαθανασίου έχει και δίνει με αφθονία από την καρδιά του.

        Για όσους δεν γνωρίζουν όλες του τις ιδιότητες, θα πω μερικές, μολονότι σίγουρα θα ξεχάσω μερικές του πολυπράγμονα συγγραφέα μας: θεολόγος και διευθυντής του περιοδικού «Σύναξη», ένα από τα συνεπέστερα και πιο ενδιαφέροντα περιοδικά ορθόδοξου στοχασμού, μάχιμος εκπαιδευτικός, δημοτικός σύμβουλος στο Βύρωνα, με ακαδημαϊκό επίσης παρελθόν. Το μέχρι τώρα έργο του είναι πολύ πλούσιο τόσο σε επιστημονικές μελέτες του ιδιαίτερου αντικειμένου του όσο και σε μονογραφίες και άρθρα εκλαϊκευτικά δύσκολων ζητημάτων αλλά και πολιτικής παρέμβασης. Μας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα αυτά τα μικρότερα σε έκταση κείμενα: θα το πω με τα λόγια του αγαπημένου μου δάσκαλου μακαρίτη πλέον φιλόσοφου Θεόφιλου Βέϊκου: πρέπει να ξέρεις τόσο καλά αυτό που λες ώστε να μπορείς να το δώσει να το καταλάβει ακόμη και ένα παιδί. Και αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο. Να εκλαϊκεύσει δηλαδή κανείς και με συντομία και γλαφυρότητα να αποδώσει ένα δύσκολο θέμα. Αυτό ακριβώς καταφέρνει με την αρθρογραφία του ο Θανάσης Παπαθανασίου. Να πει τα πιο περίπλοκα με τρόπο απλό και να ανοίξει για όλους ατραπούς σκέψης και προβληματισμών, χώρους γόνιμων πνευματικών συναντήσεων. Όπως πρέπει να κάνει πάντα ένας δάσκαλος, όπως είναι ο ρόλος του πνευματικού ανθρώπου που κατά νου έχει πρωτίστως την ανάταση της κοινωνίας.

       Το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα ανήκει σ’ αυτήν ακριβώς την κατηγορία. Πρόκειται για τη συλλογή σχετικά ολιγοσέλιδων άρθρων και κειμένων πολιτικού και θεολογικού προβληματισμού με τον εύγλωττο τίτλο «Η ρήξη με το μηδέν. Σφηνάκια πολιτικής θεολογίας». Ήδη ο τίτλος έχει πολλά αποκαλύψει για το περιεχόμενο. Ας τον δούμε από πιο κοντά. Αρχικά δημιουργείται στον αναγνώστη η αίσθηση ότι ανάμεσα στα δυο μέρη υπάρχει μια αντίφαση: το πρώτο έχει φιλοσοφική χροιά: Η ρήξη με το μηδέν. Και εδώ προφανώς θα εννοήσουμε το μηδέν ως την έλλειψη νοήματος, και ως ρήξη την αναζήτηση της κρίσιμης κοινότητας που θα διασφαλίσει τον δρόμο προς την πραγματική ελευθερία και ολοκλήρωση. Θα το εννοήσουμε ως τις δυνάμεις του μίσους αλλά και της αδιαφορίας που ζητούν να οπισθοδρομήσουν τον κόσμο σε προκοινωνικά στάδια, όπου θα επικρατεί η βία και ο εγωισμός (που ο Παπαθανασίου θεωρεί ως την πρώτη αλλά ασφαλώς απορριπτέα ιθαγένεια του ανθρώπου).

        Το δεύτερο είναι περισσότερο δημοσιογραφικό, ίσως και κάπως παιγνιώδες. Στην πραγματικότητα ο τίτλος απηχεί   τον συγκερασμό που επιχειρείται στα κείμενα που απαρτίζουν το σώμα του βιβλίου: μια θεολογική ματιά πάνω στην κοινωνική και πολιτική καθημερινότητα. κείμενα ή μικρές πραγματείες εύληπτα, γραμμένα σε ζωντανή γλώσσα χωρίς πολλή ορολογία, με σκοπό να ανοίξουν συζητήσεις, να παρέμβουν σε συζητήσεις και να συζητηθούν τα ίδια. Κείμενα σαν σφηνάκια, αναζωογονητικές δηλαδή γουλιές ποτού που προκαλούν ευχάριστη και ξαφνική διέγερση στο νου και την καρδιά αλλά και μικρές σφήνες στο εσωτερικό μιας συζήτησης που ήδη διεξάγεται και ο συγγραφέας μας αποτελεί μέρος της, ως πομπός ιδεών αλλά και ως αντικείμενό της. Θα την ονομάσουμε την συζήτηση αμέσως μετά.

        Κατηγοριοποιημένα σε τέσσερις ενότητες –θα αναφέρω τους τίτλους γιατί είναι ενδεικτικοί- («Εορτολόγιο πολιτευόμενο», «Στον ανοιχτό αέρα της πλατείας», «Άνθρωποι με σάρκα και όνειρα», «Ευθύνη, της αγάπης αυτάδελφος») καλύπτουν μια περίοδο από περίπου από το 2007 ως το 2015. Πρόκειται δηλαδή για κείμενα που καλύπτουν το τέλος της προηγούμενης περιόδου και φυσικά αγγίζουν όλη την περίοδο της κρίσης. Είναι δημοσιευμένα σε περιοδικά και εφημερίδες, έντυπα ή ηλεκτρονικά, μερικά είναι αναρτήσεις στην προσωπική του σελίδα στο Facebook, τολμηρό και ενδιαφέρον εγχείρημα, σύνηθες στο εξωτερικό, το οποίο αρχίζει και στην Ελλάδα να αποδίδει καλούς καρπούς.

               Σ’ αυτά τα κείμενα ο συγγραφέας συγκερνά αγαστά την χριστιανική πίστη και τον πολιτικό προβληματισμό, προτείνει το μοντέλο ενός χριστιανού πολίτη, που χρησιμοποιεί τα ερμηνευτικά εργαλεία της θρησκείας του για να καταλάβει και να αλλάξει τον κόσμο. Ο άνθρωπος που διαγράφεται σ’ αυτά τα κείμενα μετέχει στην κοινωνία με πολύ ουσιαστικό τρόπο, αγωνίζεται, δεν αρνείται να ενεργοποιηθεί πολιτικά και να πάρει θέση σε ελληνικά και διεθνή ζητήματα. «Μήπως η χριστιανική συμμετοχή σε ένα παγκόσμιο κίνημα διαγραφής των καταχρηστικών και τοκογλυφικών χρεών δεν είναι τίποτε παραπάνω από απαίτηση του ίδιου του μυστηρίου της πίστης;» αναρωτιέται ρητορικά σε ένα κείμενο του 2011, που επιγράφεται «Χριστούγεννα των ρήξεων και της απελευθέρωσης». Στα κείμενά του λοιπόν, σχηματίζει αργά μια χριστιανική ανθρωπολογία. Ο χριστιανισμός για τους πιστούς του, υποστηρίζει, αποτελεί αφεαυτού μια ρήξη και μια επανανοηματοδότηση του κόσμου, άρα φέρει εντός του το πολιτικό στοιχείο: «Ο χριστιανισμός, λέει ο Παπαθανασίου, έφερε μιαν επανάσταση: αναγνώρισε την δυνατότητα του υποκειμένου (δηλαδή του κάθε ανθρώπου) να επιλέξει μιαν άλλη αλήθεια από την πατρογονική, να μετασχηματίσει τον πολιτισμό του, ακόμα και να έρθει σε ρήξη με τα πατρογονικά του χάριν της αληθείας που το ίδιο επέλεξε. Για τον χριστιανισμό η αλήθεια έρχεται απέξω. Είναι ο ερχόμενος Θεός. Κι έτσι αληθεύω όταν ανταμώνω τον ριζικά άλλον –όχι τα ίδια μου τα σωθικά! Ο χριστιανισμός συνεπώς δώρισε στην ίδια την ανθρωπότητα, την απάντηση στο αδιέξοδο που είχε έξοχα καταγράψει η αρχαιοελληνική τραγωδία. Δώρισε το άλμα στην ελευθερία: την δυνατότητα του ανθρώπου να επιλέξει την ελευθερία χωρίς να δεσμεύεται από το αίμα του και το παρελθόν του.» (σ.135-136).

         Αυτή είναι λοιπόν η συζήτηση στην οποία μας καλεί –και με αυτό το βιβλίο και με άλλες προηγούμενες δουλειές του ο Θανάσης Παπαθανασίου: να μελετήσουμε τους τόπους συνάντησης των θρησκευόμενων χριστιανών με την πολιτική. Γιατί, και δεν θα καταφύγω στο κοινότοπο και αυτονόητο πλέον, την πολιτική διάσταση της θρησκείας, αλλά θα υποβάλω ένα ρητορικό ερώτημα: μπορεί ένας πνευματικός άνθρωπος όπως είναι ο εν εκκλησία χριστιανός να εγκαταλείψει τον κόσμο, να μην ζητήσει να γονιμοποιήσει την πολιτική με την διάσταση του δικού του λόγου, του δικού του τρόπου σκέψης και κυρίως δράσης; Και μάλιστα σε εποχές σαν τη δική μας που η κρίση, οικονομική μαζί και ηθική, επέτρεψε το ξύπνημα των δυνάμεων του μίσους, των δυνάμεων του φασισμού και του ναζισμού;   Αυτό που με είχε εντυπωσιάσει στο παλιό αλλά ακόμα χρήσιμο βιβλίο του Γιοχάνες Βάις «Ο αρχέγονος χριστιανισμός» ήταν η πολιτική διάσταση του Παύλου, πώς δηλαδή ο Παύλος έβλεπε τις ανάγκες των νεοϊδρυμένων χριστιανικών κοινοτήτων, την πάλη των ιδεών και τις σχέσεις μεταξύ των ομάδων της κοινότητας πολλές φορές ομάδων συγκρουόμενων, αλλά και της κοινότητας με την ρωμαϊκή εξουσία και πώς ενέτασσε όλα αυτά μέσα στη θεωρία προσπαθώντας να προσφέρει λύσεις. Για να το πούμε πιο απλά, αν υπάρχει για τον χριστιανό ένα πρότυπο, θα πρέπει να το αναζητήσει τόσο παλιά όσο τα πρώτα αποστολικά χρόνια και στο πρόσωπο του Παύλου.

Ο Θανάσης Παπαθανασίου

         Η ρήξη με το μηδέν συνίσταται τελικά στην αποκατάσταση μιας ισότιμης σχέσης μεταξύ των ανθρώπων, της αποκατάστασης της δικαιοσύνης και της ισότητας, όπως την προτρέπει μια ανάγνωση του ευαγγελίου. Το νόημα που βρίσκεται στη σχέση του χριστιανού με το Θεό, με την αποδοχή της θεότητας του Ιησού και της πίστης στο γεγονός της σάρκωσης του Θεού για την σωτηρία του κόσμου, έχει μια ακόμη διάσταση: ο χριστιανός υπηρετεί τον άνθρωπο μέσα από την πολιτική του δραστηριότητα, τον πλησίον της παραβολής, αυτόν που ο Θεός τον προτρέπει να αγαπά ως σεαυτόν. Και η ενασχόληση του χριστιανού με την πολιτική αναδεικνύεται σε πράξη γνωριμίας και αγάπης. Άλλωστε η λέξη πολιτική έχει μέσα της το επίρρημα πέλας που σημαίνει κοντά.

        Με τα κείμενά του ανοίγει ευθεία συζήτηση με την αριστερά. Για τους προαναφερθέντες λόγους, η αριστερά πρέπει να οριοθετήσει εκ νέου τις σχέσεις της με τους σκεπτόμενους χριστιανούς και να δει την ανάγκη του διαλόγου και της σύμπραξης με τους πολιτικοποιημένους πιστούς. Για να το πω με απλά λόγια, η ταύτιση του χριστιανού με ακραία συντηρητικά μορφώματα σπρώχνει ομάδες του θρησκευόμενου λαού ακριβώς σε αυτούς τους πολιτικούς χώρους, επιτρέπει σε ταγούς της εκκλησίας με λόγο που παρασάγγας απέχει από το ευαγγέλιο της αγάπης να σπείρουν αυτές τις ιδέες σε νόες νέων ανθρώπων και βοηθά στον παραγκωνισμό ιεραρχών με δημοκρατικό ήθος που θα έπρεπε να είναι στην πρώτη γραμμή των αγώνων, αλλά και του παραδείγματος. Η θεολογία της απελευθέρωσης και οι ιερείς της Λατινικής Αμερικής που συνέδεσαν την δράση τους με την επανάσταση ας έρθουν αρωγοί των παραπάνω. Μάλλον το λέει καλύτερα ο ίδιος ο Θανάσης Παπαθανασίου, όταν μιλώντας για την ανθρωπολογία των Τριών Ιεραρχών γράφει: «η μοναδικότητα του κάθε προσώπου δεν σημαίνει άτομο περίκλειστο, αλλά υποκείμενο που αληθεύει μόνο στο βαθμό που αγαπητικά ανοίγεται στον άλλον».

        Όσοι παρακολουθούν το έργο του, θα δουν στα κείμενα αυτά μερικά από τα αγαπημένα του θέματα, όπως ο χωρισμός της Εκκλησίας από το κράτος, που τίθεται από την πλευρά του χριστιανού διανοητή και πιστού: η Εκκλησία πρέπει να ανακτήσει την πνευματικότητά της και το ρόλο της ως οδηγού αυτών που έχουν αποδεχτεί πραγματικά την χριστιανική πίστη. «Η Εκκλησία αποτελεί όραμα αλλιώτικης ζωής, όχι μηχανισμό επιβολής του», γράφει σε ένα κείμενο του 2009 με τίτλο «Ποια θρησκεία και ποια πολιτική;». Προστατεύει με αυτόν τον τρόπο την πνευματικότητα της Εκκλησίας και την προφυλάσσει από λάθη για τα οποία όλοι μας, πιστοί είτε όχι, αισθανόμαστε το λιγότερο άβολα. Ο συγγραφέας μας δεν αρνείται την πολιτική στράτευση στους ιερωμένους, όμως κάθε πολιτική δραστηριότητα οφείλει να υπόκειται στις ευαγγελικές προτροπές. Για τον Παπαθανασίου, η θρησκεία δεν μπορεί να ασκεί κρατική εξουσία, αλλά οφείλει να βρίσκεται στο δημόσιο χώρο, ο οποίος νοείται ως «forum διαλόγου και αναμέτρησης», όπου διαφαίνεται [παραθέτω] «τι απειλεί την ανθρώπινη ζωή και την αξιοπρέπεια ή, αντιθέτως, τι συνιστά την ελπίδα». Εξ αυτών πηγάζουν οι θέσεις του για τον θρησκευτικό όρκο, τον πολιτικό γάμο και άλλα τέτοια θέματα. Για να αποδώσει άσπιλη την πνευματικότητα της εκκλησίας, της ζητά να μην εμπλέκεται σε κοσμικές εκδηλώσεις. Με αυστηρότητα απαιτεί εκεί που υπάρχει ο κίνδυνος να χρησιμοποιηθούν τα ιερά και τα όσια καθ’ υποχρέωσιν, κάνοντας ανθρώπους που δεν πιστεύουν και δεν μετέχουν των μυστηρίων της εκκλησίας να υποκριθούν, δηλαδή οδηγώντας ανθρώπους στο ψέμα, απαιτεί να υπάρξει απόλυτη διάκριση και ελευθερία. Ελευθερία συνείδησης, αυτό το μέγιστο οικουμενικό ιδανικό που τόσο εύκολα καταστρατηγείται ακόμα και στο ίδιο του το όνομα.

        Το μεταναστευτικό –το προσφυγικό πλέον- ζήτημα είναι κεντρικό στη σκέψη του και τον απασχολεί σε πολλά κείμενα. Εδώ θα μου επιτρέψετε μια απλή αναφορά σε ένα άλλο βιβλίο του που αγαπώ ιδιαίτερα στο Ο Θεός μου ο αλλοδαπός, όπου με απλότητα και παρρησία καλεί την εκκλησία να σταθεί δίπλα στους μετανάστες, θυμίζοντας την συγκλονιστική φράση του Ιωσήφ εξ Αριμαθείας, όταν ζητά να του επιτρέψουν να κατεβάσει το σώμα του Ιησού από το σταυρό για να του προσφέρει την αναγκαία ταφή: δος μοι τούτον τον ξένον –τον παράξενο και τον ξενομερίτη, τον άλλο και τον διαφορετικό, αυτόν που δεν καταλαβαίνω αλλά που σ’ αυτόν δοκιμάζεται η αληθινή αγάπη. Και ομολογουμένως τούτη η εποχή, με τα κύματα των απελπισμένων προσφύγων, έδειξε πόσο εύκολα είναι τα μεγάλα λόγια και πόσο δύσκολες οι πράξεις. Πόσο ευκαιρία δίνει ο πόνος των ανθρώπων για εκμετάλλευση και δημιουργία εύκολων στόχων. Στα κείμενά του εδώ, στο νέο του βιβλίο, που αφορούν το θέμα και είναι κάμποσα, όσο χαίρεται τις προσπάθειες κάποιων ιερέων, άλλες τόσες εγκαλεί την χριστιανική κοινότητα και την Εκκλησία άλλοτε για αδιαφορία κι άλλοτε για μια ύποπτη ανοχή, που δεν εδράζεται στην αγάπη και την αλληλεγγύη («Ο ξένος που δέχομαι, ο ξένος που γίνομαι»).


Από την εκδήλωση

        Τον απασχολούν ακόμη θέματα όπως η οικονομική κρίση, η Ε.Ε., τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο φονταμενταλισμός –πολιτικά και θρησκευτικά- η άνοδος της ακροδεξιάς και του ναζισμού. Το τελευταίο θέμα τον απασχολεί πολύ, αφιερώθηκε μάλιστα διπλό τεύχος της Σύναξης σ’ αυτό και δεν είναι τυχαίο που θεολόγοι με σπουδαία σκευή (Ζουμπουλάκης, Αργυρόπουλος κ.ά) επανέρχονται ξανά και ξανά: όταν υψηλόβαθμα στελέχη στην ιεραρχία της εκκλησίας χαϊδεύουν και δημόσια την Χρυσή Αυγή, κρίνεται απολύτως απαραίτητο. Σε μια του ομιλία μάλιστα που συνδιοργάνωσε το Αντιφασιστικό Μέτωπο Γιαννιτσών, η μητρόπολη της Έδεσσας και οι τοπικές οργανώσεις δασκάλων και καθηγητών –ο συνδυασμός των συνδιοργανωτών έχει από μόνος του μια σημασία, στον αντιφασιστικό αγώνα καμιά δύναμη δεν είναι περιττή και ο ακτιβισμός του κινήματος πρέπει να συναντήσει τους δασκάλους που μεταλαμπαδεύουν στα όρια που η απαξίωση της παιδείας επιτρέπει ιδέες δημοκρατίας και δικαιοσύνης και τους χριστιανούς πιστούς που εφαρμόζουν την προτροπή από την προς Γαλάτας επιστολή «πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» με το παράδειγμα της ζωής τους- σ’ αυτήν την ομιλία ο Παπαθανασίου το λέει ξεκάθαρα: οι άνθρωποι που ασπάζονται τέτοιες ιδεολογίες δεν ανήκουν στο χριστιανισμό, δεν έχουν θέση στην εκκλησία (ελπίζω να μην προδίδω κάτι απ’ τις ιδέες του με την παράφραση)

         Δύο τέλος σημεία που αξίζει να προσέξουμε ιδιαίτερα στη σκέψη του: είναι η σημαντική θέση που κατέχει στους προβληματισμούς του η έννοια του συμβολισμού και της τελετουργίας. Στη χώρα μας, ίσως και αλλού, οι τελετουργίες συρρικνώνονται και αποχυμώνονται. Μένουμε σιγά-σιγά χωρίς τελετουργίες, χωρίς πραγματικές γιορτές, που δηλώνουν την ίδια στιγμή επιβεβαίωση της κυκλικής χρονικότητας όσο και διάρρηξη της συνέχειας του χρόνου. Η ρουτίνα σπάει για την επανεύρεση του αρχέγονου κοινωνικού και την ανασύνταξη δυνάμεων. Όπως μόνο στο δημόσιο χώρο μπορεί να συμβεί. Γιατί στην ιδωτικότητα των σύγχρονων εορτών πρέπει να αντιπαραβάλουμε τον δημόσιο χαρακτήρα τους σε παλιότερους καιρούς. Ο συγγραφέας μας λοιπόν Τονίζει την αναγκαιότητα της γιορτής σε συνάρτηση με την έννοια του δημόσιου χώρου για να βρεθούν οι άνθρωποι σε ρέουσες και ουσιαστικές συναντήσεις. Να ξανανακαλυφθεί η τελετουργία που συνενώνει τους ανθρώπους και τους πηγαίνει σε μύχιες ρίζες ενότητας.

         Τέλος, σημαντικό μέρος των κειμένων καταλαμβάνει η αγωνία για την τύχη των ανθρωπιστικών επιστημών στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο των μετρήσιμων μεγεθών και των κερδών, εννοώντας ως ανθρωπιστική κάθε επιστήμη που στο κέντρο της έχει «τη διερώτηση περί του νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης», άρα τεντώνοντας την κατηγορία ακόμα και σε ό,τι ανήκει στην τεχνογνωσία, αν κέντρο του είναι ο άνθρωπος και μάλιστα ο άνθρωπος πάνω από τα υλικά κέρδη. Στο κείμενο «Το μπουζί και το Νταχάου», όπου συζητείται μια χριστιανική επιστημολογία, διαβάζουμε: «Ανθρωπιστική είναι η επιστήμη που δεν ασκείται πατερναλιστικά, δηλαδή για να υπαγορεύσει στους νέους ανθρώπους τι να σκεφτούν αλλά διακονικά, δηλαδή για να αναδείξει την ικανότητά τους να σκέφτονται και να διακρίνουν».

         Με όλα αυτά, αιτιολογείται, λοιπόν,   η ανάγκη να παρεμβαίνει ο χριστιανός πολίτης στην πολιτική και με τις δύο αυτές ιδιότητες. Η πολιτική θεολογία την οποία προτείνει αρύεται από το μεγάλο κίνημα της θεολογίας της απελευθέρωσης (Καμίλο Τόρες και Όσκαρ Ρομέρο). Με αναγνώριση της ταξικής διάστασης της αδικίας, το κίνημα προσπάθησε να δείξει στους πιστούς καθολικούς λαούς της Λατινικής Αμερικής ότι η ταξικότητα και η εκμετάλλευση δεν είναι θέλημα Θεού, αντιθέτως ο Θεός ευλογεί τους αγώνες για την ισότητα και την ελευθερία, άρα είναι «ευαγγελικό καθήκον και αποστολή της Εκκλησίας η καταπολέμηση των κοινωνικών δομών που παράγουν αδικία και εξαθλίωση.

        Τελειώνοντας «Αλλαγή του κόσμου στη χριστιανική οπτική» γράφει σημαίνει απελευθέρωση από κάθε θάνατο κυριολεκτικό και μεταφορικό: από κάθε τι που νεκρώνει την ανθρωπιά και βάζει ημερομηνία λήξης στην αγάπη, που διακόπτει τον έρωτα και κολοβώνει το δίκιο». Ακριβώς έτσι θα το έλεγε και ένας άνθρωπος που δεν είναι πιστός, δεν πιστεύει στο θεό, δεν δέχεται την σάρκωση του θεού και τη σωτηριολογική διάστασή της, αλλά σκύβει με ευλάβεια και δέος μπροστά στο σταυρωμένο Ιησού βλέποντας σ’αυτόν ένα σύμβολο του αγωνιζόμενου ανθρώπου. Σ’ αυτό το σημείο συναντιούνται οι άνθρωποι που έχουν βρει την αγάπη και δεν την διαπραγματεύονται, που διακονούν την δικαιοσύνη ή υπουργεύουν τον άνθρωπο, ας διαλέξουμε το ρήμα. Και αυτή η συνάντηση είναι σημαντική και αναγκαία.

       Η «Ρήξη με το μηδέν» είναι μια συλλογή κειμένων στα οποία ένας θεολόγος που βρίσκει το νόημα στην πίστη στον Χριστό ως σαρκωμένο Θεό, δεν μπορεί να μην είναι ταυτόχρονα και ενεργός πολίτης που οφείλει να πάρει θέση για όσα απασχολούν την κοινωνία στην οποία ζει. Τα τελευταία χρόνια έχει ανοίξει ξανά ένας σοβαρός διάλογος για το ζήτημα αυτό και ο Παπαθανασίου συνεισφέρει πολλά στην αποτελεσματική διεξαγωγή του.

 

 

Θανάσης Παπαθανασίου, Η ρήξη με το μηδέν. Σφηνάκια πολιτικής θεολογίας

Σχολιάστε

 

(εκδ. Αρμός, Αθήνα, 2015)

 

         Ο Θανάσης Παπαθανασίου, θεολόγος και διευθυντής του περιοδικού «Σύναξη» αλλά και μάχιμος εκπαιδευτικός, έχει πλούσιο έργο σε μελετήματα, μονογραφίες και μεγάλη αρθρογραφία σε θέματα της επιστήμης του, αλλά επίσης άρθρα εκλαϊκευτικά και πολιτικής παρέμβασης. Πρόσφατα πρόσθεσε ένα ακόμα τίτλο στη δουλειά του,  πρόκειται για την συλλογή άρθρων «Η ρήξη με το μηδέν. Σφηνάκια πολιτικής θεολογίας». Ο τίτλος είναι αποκαλυπτικός. Παρότι διαφαίνεται μια αντίθεση ανάμεσα στα δύο μέρη του –φιλοσοφική χροιά στο πρώτο, δημοσιογραφική στο δεύτερο- στην πραγματικότητα καταδεικνύει τον συγκερασμό που επιχειρείται στα κείμενα που απαρτίζουν το σώμα του βιβλίου: μια θεολογική ματιά πάνω στην καθημερινότητα πολιτική και κοινωνική. κείμενα ή μικρές πραγματείες εύληπτα, γραμμένα σε ζωντανή γλώσσα χωρίς πολλή ορολογία με σκοπό να ανοίξουν συζητήσεις, να παρέμβουν σε συζητήσεις και να συζητηθούν τα ίδια. Κείμενα σφηνάκια, αναζωογονητικές γουλιές ποτού αλλά και μικρές σφήνες στο εσωτερικό μιας συζήτησης.

         Κατηγοριοποιημένα σε τέσσερις ενότητες («Εορτολόγιο πολιτευόμενο», «Στον ανοιχτό αέρα της πλατείας», «Άνθρωποι με σάρκα και όνειρα», «Ευθύνη, της αγάπης αυτάδελφος») καλύπτουν μια περίοδο από περίπου από το 2007 ως το 2015 και είναι δημοσιευμένα σε περιοδικά και εφημερίδες, έντυπα ή ηλεκτρονικά, μερικά είναι αναρτήσεις στην προσωπική του σελίδα στο Facebook, τολμηρό και ενδιαφέρον εγχείρημα, σύνηθες στο εξωτερικό, το οποίο αρχίζει και στην Ελλάδα να αποδίδει καλούς καρπούς.

παπαθ

Θανάσης Παπαθανασίου

        Σ’ αυτά τα κείμενα ο συγγραφέας συγκερνά αγαστά την χριστιανική πίστη και τον πολιτικό προβληματισμό, προτείνει το μοντέλο ενός χριστιανού πολίτη, που χρησιμοποιεί τα ερμηνευτικά εργαλεία της θρησκείας του για να καταλάβει και να αλλάξει τον κόσμο, μετέχει ουσιαστικά στην κοινωνία, αγωνίζεται, δεν αρνείται να ενεργοποιηθεί πολιτικά και να πάρει θέση σε ελληνικά και διεθνή ζητήματα. «Μήπως η χριστιανική συμμετοχή σε ένα παγκόσμιο κίνημα διαγραφής των καταχρηστικών και τοκογλυφικών χρεών δεν είναι τίποτε παραπάνω από απαίτηση του ίδιου του μυστηρίου της πίστης;» αναρωτιέται ρητορικά («Χριστούγεννα των ρήξεων και της απελευθέρωσης», 2011, σ 30). Ενώ στο θέμα των ξένων και μεταναστών στο οποίο επανέρχεται αρκετές φορές σημειώνει: «Σήμερα οι Ευρωπαίοι έχουν να αποφασίσουν αν την ψυχή τους θα εκφράσει η γηγενής θρησκεία της ισχύος ή η ταξιδιωτική πίστη που ισχυρίζεται ότι ο τόπος συνάντησης ανθρώπου και Θεού είναι το πρόσωπο των ανίσχυρων» («Η Ευρώπη σε χρεοκοπία. Μια πολύτιμη ευκαιρία για το νόημα, 2012, σ. 136).

          Όσοι παρακολουθούν το έργο του, θα δουν στα κείμενα αυτά μερικά από τα αγαπημένα του θέματα, όπως ο χωρισμός της Εκκλησίας από το κράτος, που εδώ τίθεται από την πλευρά του χριστιανού διανοητή και πιστού: η Εκκλησία πρέπει να ανακτήσει την πνευματικότητά της και το ρόλο της ως οδηγού αυτών που έχουν αποδεχτεί πραγματικά την χριστιανική πίστη. «Η Εκκλησία αποτελεί όραμα αλλιώτικης ζωής, όχι μηχανισμό επιβολής του» («Ποια θρησκεία και ποια πολιτική;», 2009, σ. 52).

          Για τον Παπαθανασίου, η θρησκεία δεν μπορεί να ασκεί κρατική εξουσία, αλλά οφείλει να βρίσκεται στο δημόσιο χώρο, ο οποίος νοείται ως «forum διαλόγου και αναμέτρησης», όπου διαφαίνεται «τι απειλεί την ανθρώπινη ζωή και την αξιοπρέπεια ή, αντιθέτως, τι συνιστά την ελπίδα». Εξ αυτών πηγάζουν οι θέσεις του για τον θρησκευτικό όρκο, τον πολιτικό γάμο και άλλα τέτοια θέματα στα οποία συναντά την Αριστερά ( «Για τον πολιτικό όρκο», 2015, σ.72 κ.ε.). Σε πολλά κείμενά του εμφανίζεται η αγωνία του για τους ξένους και τους μετανάστες (βλ. επίσης και το βιβλίο του Ο Θεός μου ο αλλοδαπός). Εγκαλεί μάλιστα την χριστιανική κοινότητα και την Εκκλησία άλλοτε για αδιαφορία κι άλλοτε για μια ύποπτη ανοχή, που δεν εδράζεται στην αγάπη και την αλληλεγγύη («Ο ξένος που δέχομαι, ο ξένος που γίνομαι»). Τον απασχολεί η οικονομική κρίση, η Ε.Ε., τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο φονταμενταλισμός –πολιτικά και θρησκευτικά- η άνοδος της ακροδεξιάς και του ναζισμού.

        Αξίζει επίσης να σημειωθεί η ιδιαίτερη θέση την οποία δίνει στα κείμενα αυτά στους συμβολισμούς και την τελετουργία. Τονίζει την αναγκαιότητα της γιορτής σε συνάρτηση με την έννοια του δημόσιου χώρου για να βρεθούν οι άνθρωποι σε ρέουσες και ουσιαστικές συναντήσεις.

        Έτσι αιτιολογείται και η ανάγκη να παρεμβαίνει ο χριστιανός πολίτης στην πολιτική και με τις δύο αυτές ιδιότητες. Η πολιτική θεολογία την οποία προτείνει αρύεται από το μεγάλο κίνημα της θεολογίας της απελευθέρωσης (Καμίλο Τόρες και Όσκαρ Ρομέρο). Με αναγνώριση της ταξικής διάστασης της αδικίας, το κίνημα προσπάθησε να δείξει στους πιστούς καθολικούς λαούς της Λατινικής Αμερικής ότι η ταξικότητα και η εκμετάλλευση δεν είναι θέλημα Θεού, αντιθέτως ο Θεός ευλογεί τους αγώνες για την ισότητα και την ελευθερία, άρα είναι «ευαγγελικό καθήκον και αποστολή της Εκκλησίας η καταπολέμηση των κοινωνικών δομών που παράγουν αδικία και εξαθλίωση..

         Η «Ρήξη με το μηδέν» είναι μια συλλογή κειμένων στα οποία ένας θεολόγος που βρίσκει το νόημα στην πίστη στον Χριστό ως σαρκωμένο Θεό, δεν μπορεί να μην είναι ταυτόχρονα και ενεργός πολίτης που οφείλει να πάρει θέση για όσα απασχολούν την κοινωνία στην οποία ζει. Εδώ και αρκετό καιρό ο διάλογος της Αριστεράς και των χριστιανών πολιτών έχει ανοίξει και είναι ένας διάλογος γόνιμος και σημαντικός όταν γίνεται χωρίς ιδεολογικές αγκυλώσεις εκατέρωθεν. Ο Θανάσης Παπαθανασίου με την επιστημονική επάρκεια, την μαχητική αλλά νηφάλια αρθρογραφία του, την εκλαϊκευτική ικανότητα, την σαφήνεια στην έκφραση είναι ένας χριστιανός διανοητής που μπορεί να βοηθήσει πολύ αυτόν τον διάλογο.

Δημοσιεύτηκε με μικρές περικοπές στην

ΑΥΓΗ, 29. 9.2015

 

Ο πολύτιμος γαλαξίας των αρκτικόλεκτων με Κ και Μ

Σχολιάστε

          Παρά τον τίτλο του, το βιβλίο του Δημήτρη Κουκουλά Οι Αριστεριστές δεν είναι πολιτικό δοκίμιο. Όπως και το βιβλίο με το οποίο ο συγγραφέας συστήθηκε στο αναγνωστικό κοινό, το 2011, Τα φορτηγά και άλλες ιστορίες (εκδ. Απόπειρα), είναι μια αυτοβιογραφική αφήγηση. Αποτελεί, δηλαδή, μια πολύ προσωπική περιδιάβαση στον δαιδαλώδη πολιτικό χώρο που ονομάστηκε συλλήβδην αριστερισμός, όρος με ομιχλώδη μάλλον χρήση στην πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο, μέσα στον οποίο εντάχθηκαν πολιτικοί σχηματισμοί με σοβαρή πολιτική παρουσία και θέσεις, ολιγομελή γκρουπούσκουλα που προέκυπταν διαρκώς από τις συνεχείς διασπάσεις του χώρου, ακόμα και πολιτικές παρέες συνήθως γύρω από κάποιο βραχύβιο έντυπο – εκδόσεις συνήθως χειροποίητες και πολύ διακριτές εκδοτικά από τα χρώματα, το φωτογραφικό υλικό που τις συνόδευε και τα «σεντονιαία» κείμενα «γραμμής».

         Μέλος ο ίδιος μιας από τις μικρές αριστερίστικες ομάδες την εποχή της νεότητάς του και γνωρίζοντας από μέσα πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις, παρουσιάζει στο βιβλίο του, με τρόπο απολαυστικό και νοσταλγικό, με ευγένεια, αγάπη και τρυφερότητα, το πολύπλοκο τοπίο του αριστερισμού από τα τελευταία χρόνια της δικτατορίας μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν άρχισαν ραγδαίες αλλαγές στην έκφραση της πολιτικής στράτευσης και τη διαμόρφωση των πολιτικών συλλογικοτήτων. Όταν η Ελλάδα πέρναγε στην εποχή της πλαστής ευμάρειας και του δόγματος του α-πολιτικού.

ΑΡΙΣΤΕΡΙΣΤΕΣ

        Μέσα στο βιβλίο παρελαύνουν ονόματα πολιτικών αρχηγών και αρκτικόλεξα οργανώσεων μάλλον άγνωστα στις νεότερες γενιές, για τη δεκαετία του ’70 όμως ήταν σημαντικές πολιτικές αναφορές και πηγές ομηρικών καυγάδων. Δεν είναι στόχος του ένα πολιτικό δοκίμιο ούτε καν η ιστορία του χώρου. Θυμάται τα όσα έζησε και τα μεταφέρει με το ιδιαίτερο χιούμορ του, που μερικές φορές αγγίζει κομψά τον αυτοσαρκασμό. Ο λόγος του έχει την αβίαστη ροή και ζεστασιά της προφορικότητας – αρετή που είχε διαπιστωθεί και στο προηγούμενο βιβλίο του. Ωστόσο, όσο κι αν ο συγγραφέας δεν πέφτει ούτε στιγμή στην παγίδα μιας δοκιμιογραφίας που θα αδικούσε την πρόθεση, άρα δεν υπάρχει σε γενικές γραμμές τεκμηρίωση, ντοκουμεντάρισμα -στις αναμνήσεις και τις κρίσεις του στηρίζεται με τιμιότητα- Οι Αριστεριστές έχουν σαφή και εκπεφρασμένη άποψη για τον χώρο και τις ασθένειες που τον ταλάνιζαν (και ταλανίζουν ακόμη τους πιστούς του): την πολυδιάσπαση και τη βεβαιότητα της κατοχής μιας μοναδικής και απόλυτης αλήθειας. Εγωισμοί, προσωπικές αντιπαραθέσεις, έκτακτοι ηρωισμοί, επαναστατικές αναγνώσεις των κλασικών και φειδωλές προτάσεις νέων -αφού σε κάθε νέα φωνή ελλόχευε ο κίνδυνος του… ρεφορμισμού και της προδοσίας-, συνομιλίες με επαναστατικά κινήματα χωρών της Ασίας και της Αφρικής και πάντα η επανάσταση που βρισκόταν προ των θυρών, η αναμενόμενη λαϊκή εξέγερση που ποτέ δεν έπαιρνε την ποθούμενη γενίκευση.

         Το βιβλίο έχει μια συγκινητική αφιέρωση, που θυμίζει έναν αδίκως ξεχασμένο, αλλά σημαντικό αγωνιστή τής Αριστεράς: «Στον αείμνηστο γιατρό Βάσο Τσιρώνη, τον μοναχικό και αγνό αγωνιστή του ανθρωπισμού και της ελευθερίας, που δεν τον άντεξε η κατεστημένη υποκρισία και τον δολοφόνησαν ύπουλα μέσα στο σπίτι του οι δυνάμεις της καταστολής». Ο γιατρός Βασίλης Τσιρώνης τίμησε όσο λίγοι τον όρκο του, προσφέροντας ως αγροτικός γιατρός στον Αϊ-Στράτη υπηρεσίες στους εκεί εξορίστους και τιμωρήθηκε γι’ αυτό. Το κράτος της ΕΡΕ τον κυνήγησε με όποιους τρόπους μπορούσε και προσπάθησε να τον εξοντώσει επαγγελματικά τουλάχιστον. Έπειτα από πολλές περιπέτειες που κορυφώθηκαν στη δικτατορία, διέφυγε μαζί με την οικογένειά του στα Τίρανα και από ‘κει στη Σουηδία με αεροπειρατεία. Επέστρεψε το ’74 και συνέχισε τους αγώνες του. Ίδρυσε το Ουδετερόφιλο Ελλαδικό Μέτωπο (ΟΕΜ) και έκανε διάφορους ακτιβισμούς (π.χ. πυροβόλησε με καραμπίνα μια φωτογραφία του Κων/νου Καραμανλή στην οδό Αθηνάς). Κήρυξε το διαμέρισμά του στο Π. Φάληρο ανεξάρτητο κράτος και κάθε βράδυ έβγαζε πύρινους λόγους. Τότε άρχισαν οι διαμαρτυρίες του Τύπου, πρωτοστατούντος του «Βήματος». Η αστυνομία ανέλαβε τον συνήθη ρόλο της και στις 11 Ιουλίου του 1978 ο γιατρός Τσιρώνης έπεφτε νεκρός από σφαίρες μέσα στο διαμέρισμά του. Το επίσημο ανακοινωθέν μιλούσε για «αυτοκτονία».

         Παρ’ ότι ο συγγραφέας κλείνει το μάτι στη γενιά του και τους λίγο νεότερους, ωστόσο είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί από τη σημερινή νεολαία κυρίως (έστω την πολιτικοποιημένη νεολαία): με έναν απλό, φιλικό τρόπο, αφηγείται μια εποχή συναρπαστική όσο και τραυματική. Είναι δηλαδή Οι Αριστεριστές κατά κάποιον τρόπο ένα είδος προφορικής ιστορίας που στέριωσε γερά μέσα στον γραπτό λόγο για να μεταφέρει ένα βίωμα, μια εμπειρία, ένα συναίσθημα, πολύ αποτελεσματικά ομολογουμένως.

ΑΥΓΗ, 18.8.2015

 

Γιάννη Παπαγιάννη «Το διπλό πρόσωπο του νου» (εκδ. Κριτική, 2015)

Σχολιάστε

 

 

 papagiannis

          Ο Γιάννης Παπαγιάννης είναι συγγραφέας ανήσυχος που του αρέσει το ψάξιμο και ο πειραματισμός. Αυτό φαίνεται πολύ εύκολα αν παρακολουθήσει κανείς την συγγραφική του πορεία από τις «Πέντε ώρες» (1989) και την «Πικρή γεύση» (1992) ως το τελευταίο του «Το άλλο πρόσωπο του νου» που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό. Οι υφολογικοί πειραματισμοί και η αφηγηματολογική έρευνα δείχνουν πως έχει διανύσει ένα μακρύ και ενδιαφέροντα δρόμο, υπόσχονται δε μια ακόμα πιο ενδιαφέρουσα συνέχεια. Είναι επίσης ένας συγγραφέας με πολύ καλή γνώση της λογοτεχνίας και ειδικά της σύγχρονης, της εποχής μας. Και είναι πολύ σημαντικό για ένα συγγραφέα να διαβάζει και κυρίως να ξέρει να διαβάζει και να ωφελείται δημιουργικά από την μελέτη της λογοτεχνίας της εποχής του.

          Τόσο στην “Ασθένεια της πεταλούδας» (2009) και πιο πολύ τώρα, στο νέο του μυθιστόρημα, το «Δεύτερο πρόσωπο του νου», η φροντίδα της μορφής, η έγνοια της επιλογής μιας πρωτότυπης και πειραστικής για τον ψαγμένο αναγνώστη αφήγησης είναι μεγάλη. Φαίνεται να έλκεται από το αστυνομικό μυθιστόρημα, που τα τελευταία χρόνια έχει χάσει ουσιαστικά τον αστυνομικό χαρακτήρα, και αποτελεί πλέον μια άλλη μορφή του κοινωνικού μυθιστορήματος. Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται ένα φόνος, από τον οποίο σαν ιστός αράχνης εξυφαίνεται ένα τεράστιο, πολύπλοκο δίχτυ προσώπων, καταστάσεων και σχέσεων. Λόγω του τρόπου αφήγησης, οι σχέσεις και οι καταστάσεις μοιάζουν να έχουν μια υδάτινη, ονειρική ή καλύτερα εφιαλτική διάσταση. Μια προσεκτικότερη όμως ανάγνωση αποδεικνύει ότι είναι πολύ στέρεα δομημένες και καρφωμένες στην πραγματικότητα. Καρφωμένες στην σύγχρονη Ελλάδα με τις αβεβαιότητες και τις πολλαπλές κρίσεις, την μπερδεμένη και φοβισμένη Ελλάδα, και γι’ αυτό ο πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων κινείται ζωντανός στους δρόμους και διηγείται ιστορίες τρέλας και μίσους ή, στην καλύτερη περίπτωση, ιστορίες ποτισμένες σε οντολογική ειρωνεία.

         Στο σύμπαν του Παπαγιάννη οι άνθρωποι αναζητούν απελπισμένα αγάπη και συντροφιά, αλλά δεν ξέρουν να συγχωρούν, δεν μπορούν καν να βρουν αυτό το οποίο πρέπει να προσπαθήσουν να συγχωρέσουν. Δεν είναι ευφυή τέρατα, είναι φοβισμένοι άνθρωποι χωρίς σαφείς ηθικές διαστάσεις, χωρίς ξεκάθαρη άποψη για το καλό και το κακό. Μπερδεύονται, αναζητούν πρόσωπα του παρελθόντος σε νέες γνωριμίες, αναζητούν τον εαυτό τους σε νέες καταστάσεις που νομίζουν ότι αναβιώνουν το παρελθόν τους. Η ανάμνηση παίρνει την θέση της πραγματικότητας, αναδομεί και επαναπροσδιορίζει την πραγματικότητα που την προκάλεσε αλλά και την χρονικότητα μέσα στην οποία ανακαλείται. Γι’ αυτό και επιλέγει ως μότο, σε ένα από τα τελευταία κεφάλαια του έργου του τη φράση του Τανιζάκι «Χρησιμοποιούσε την πραγματική Σούνκιν για να θυμάται την Σούνκιν των αναμνήσεών του». Ο έρωτας ως πάθος και διεκδίκηση αμφισβητείται, γίνεται αντικείμενο μιας καυστικής ειρωνείας που τον αναιρεί αν δεν τον γελοιοποιεί κιόλας.

papayannis_yannis

         Πρόσωπο μέσα στο κείμενο είναι ο ίδιος ο συγγραφέας, που εμπλέκεται ως ήρωας μέσα στο ίδιο του το έργο, χωρίς όμως να υπάρχει η ελάχιστη αυτοβιογραφικότητα, με επιμελημένη παραμόρφωση του προσώπου ώστε σε τίποτε να μην θυμίζει τον πραγματικό Παπαγιάννη. Παραβιάζει έτσι με ενδιαφέροντα τρόπο τα πιραντελικά όρια της ζωής και της τέχνης, της ζωής που γίνεται αντικείμενο τέχνης, για να μη μοιάζει σε τίποτε με το πραγματικό αντικείμενο αλλά να είναι έτσι που πάντα να το θυμίζει. Η τελική επίγευση από την ανάγνωση του μυθιστορήματος μοιάζει με αυτήν που αφήνει ένας πίνακας του Λούσιεν Φρόυντ.

         Τα κεφάλαια και τα υποκεφάλαια της ιστορίας του συναιρούν εσκεμμένα τεχνικές διαφόρων ρευμάτων και συγγραφέων. Ένα προσεκτικό μάτι αναγνωρίζει διαφορετικές υφολογικές επιλογές από κεφάλαιο σε υποκεφάλαιο, ακούει υπόγεια γνωστές φωνές, ενώ ο συγγραφέας κλείνει το μάτι βοηθώντας ως ένα βαθμό τον αναγνώστη του να ανακαλύψει τα παιχνίδια αυτά, να τα ξεσκεπάσει με ευχαρίστηση, δίνοντας ένα νέο αναγνωστικό βάθος. Δεν διστάζει να αποκαλύψει τη μεθοδολογία του, σαν επιστήμονας που περιγράφει το πολύτιμο πείραμά του με απλότητα και φυσικότητα αλλά και αυτοακυρωτική διάθεση:

 «Η ανάγνωση είχε γίνει πάθος σαν κάπνισμα. Είχα ξεκινήσει ως συγγραφέας, πολύ φοβόμουν  όμως ότι δεν ήμουν πια ακριβώς. Τα ξένα βιβλία μού είχαν πάρει τη ψυχή. Εάν δημιουργούσα δικό μου μυθιστόρημα, θα ήταν σαν να καρπώνομαι διπλή ψυχή. Εκείνο που στην πραγματικότητα έπραττα, ήταν να κόβω κομμάτια από ένα βιβλίο και να τα κολλάω δίπλα σε αποσπάσματα από άλλο βιβλίο και με τέτοιον τρόπο να σχηματίζω κάτι που έμοιαζε με βιβλίο. Ένα λογοτεχνικό παράσιτο. Ένας μοντέρ. Με μυαλό ακόμη γεμάτο ιδέες, (ούτε ο ξένος θάνατος, ούτε ο πόλεμος, οικονομικός, τα ερείπια, η φτώχεια με πτόησαν), είχα αρχίσει να σχεδιάζω ένα βιβλίο όπου δεν θα υπήρχε τίποτα δικό μου. Όλα, ακόμη και οι λέξεις, ακόμη και οι χαρακτήρες, θα ήταν κλεμμένα. Η Βερονίκη, έγκριτη ποιήτρια, δικαίως αποδοκίμασε, όμως εγώ είχα πάρει τη μεγάλη απόφαση: θα δημιουργούσα ένα μυθιστόρημα αντίθετο του βιωματικού. Ένα άθυρμα ιστοριών που ούτε μία από αυτές δεν θα την είχα ζήσει. Οι ήρωες θα ήταν όλοι παντελώς και συνειδητά ψεύτικοι. Ψεύτικος είναι ο χαρακτήρας που περιέχει μονάχα μία ή υπερβολικά πολλές διαστάσεις. Ο Χριστός, ο Γιάννης Αγιάννης, ο Ιαβέρης, ο ΤρίστραμΣάντι, ο ΤάιρονΣλόθροπ. Ψεύτικος είναι ο χαρακτήρας που περικλείει άλλους χαρακτήρες ή είναι ένα κομμάτι χαρακτήρα. Ο Γιάννης Αγιάννης, ο Ιαβέρης, περιέχονται σε κάθε άνθρωπο, ο Τρίσαμ Σάντισε κανέναν, γι’ αυτό τους περιέχει όλους. [….]»

            Ο συγγραφέας Γιάννης Παπαγιάννης στο μυθιστόρημα είναι ο ντεντέκτιβ που κατηγορείται για ένα φόνο και περιγράφει την μεθοδολογία και την πορεία της έρευνάς του για την επίλυση του μυστηρίου αλλά και την προσωπική του σωτηρία, που, όμως τελικά δεν τον ενδιαφέρουν καθόλου και τα δύο. Στο κείμενο εγκιβωτίζονται ιστορίες, πλοκές μπαίνουν η μια μέσα στην άλλη, πρόσωπα αλλάζουν μέσα στη ροή της αφήγησης, πρόσωπα ονοματίζονται από ήρωες άλλων, γνωστών μυθιστορημάτων, μολονότι δεν έχουν άλλη σχέση με τα πρωτότυπα, φράσεις από άλλα κείμενα παρεισφρέουν αυτούσιες ή παραλλαγμένες, συχνά γίνονται πυρήνας ολόκληρων ενοτήτων μέσα στο κείμενο (το υλικό παρατίθεται σχεδόν εξονυχιστικά στο τέλος του βιβλίου).

            «Το διπλό πρόσωπο του νου» είναι ένα κατεξοχήν μεταμοντέρνο μυθιστόρημα, που μιλά για την περιπέτεια της γραφής, περιγράφει με τον εαυτό του αυτή την περιπέτεια. Διαχειρίζεται έμμεσα ένα πλούτο σύγχρονων φιλοσοφικών θεωριών για την γλώσσα και την χρήση της, με αφετηρία τον Βιτγκενστάιν του Tractatus, ενώ συνομιλεί ευθέως με την ντεριντιανή θεωρία της αποδόμησης. Η γλώσσα, μια ζωντανή, χυμώδης ελληνική, αλλάζει από κεφάλαιο σε κεφάλαιο ανάλογα με τις συγκεκριμένες κάθε φορά ανάγκες και τις αναφορές άλλοτε ακύμαντη, στεγνά περιγραφική, άλλοτε κοφτερή και ειρωνική, άλλοτε στα όρια της προφορικότητας, πράγμα που επιτρέπει στον συγγραφέα να παρασύρει τον αναγνώστη σε συν-δημιουργικές αναγνώσεις και στην ψευδαίσθηση ότι αυτό που διαβάζει γράφεται εκείνη τη στιγμή και το γράφει ο αναγνώστης μαζί με τον συγγραφέα του.

στο ηλεκτρονικό περιοδικό diastixo.gr, τον Ιούνιο 2015

(http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/4004-prosopo-nous)

Γιώργου Μπουγελέκα, Ονειρική Παρανομία (Διηγήματα, Ταξιδευτής, Αθήνα, 2014)

Σχολιάστε

ΟΝΕΙΡΟ%2033

 

         Η Ονειρική Παρανομία είναι η δεύτερη συλλογή διηγημάτων του Γιώργου Μπουγελέκα. Η πρώτη είχε τον τίτλο Διαβατήρια και μάλλον οι τίτλοι συνομιλούν, τα Διαβατήρια επιτρέπουν την διαδρομή προς την Ονειρική Παρανομία. Αυτή η δεύτερη συλλογή αποτελείται από 10 διηγήματα που έχουν όλα ένα κοινό αφηγηματικό άξονα: μια ανάμνηση του παρελθόντος, μια ιστορία που αναφέρεται στο παρελθόν, στο πρόσφατο παρελθόν που χρονικά συμπίπτει σε γενικές γραμμές με την χρονική διάρκεια της ζωής του συγγραφέα, γίνεται όχημα για ένα άλλοτε έμμεσο και άλλοτε πολύ σαφές σχόλιο της Ελλάδας της κρίσης. Η Αθήνα διαρκώς παρούσα ως γεωγραφικό και κοινωνικό πλαίσιο.

         Η γραφή του Μπουγελέκα είναι ρεαλιστική. Ακόμα και στο πρώτο διήγημα, που έδωσε τον τίτλο της συλλογής: ενώ είναι φανερό ότι αρύεται την έμπνευση από τις φουτουριστικές δυστοπίες του πρώτου μισού του 20ου αι., εν τούτοις μένει βαθιά ριζωμένο στο ρεαλισμό. Ο ήρωάς του, όπως ο ήρωας του Ζαμιάτιν στο Εμείς, θα υποστεί, χωρίς τη βούλησή του όμως αυτός, μια θεραπεία μετά από την οποία δεν θα μπορεί να ονειρεύεται. Από την αρχή, λοιπόν, ο συγγραφέας μας διασαφηνίζει την πρόθεσή του. Τον ενδιαφέρει να περιγράψει τη μετάβαση προς μια κοινωνία ανθρώπων χωρίς βούληση, με μειωμένες αντιστάσεις. να δει πως το κυρίαρχο σύστημα από τη μια, αλλά η γραφειοκρατικοποίηση του κινήματος από την άλλη, αποχύμωσαν την διάθεση, αν όχι ανατροπών, τουλάχιστον όμως ριζικών αλλαγών.

         Έτσι, το διήγημα που, κατά τη γνώμη μας, αποτελεί κέντρο της συλλογής είναι το τιτλοφορούμενο «Για το σχέδιο», κάτι που φαίνεται και από τη θέση που επιλέγει ο συγγραφέας να το τοποθετήσει, έκτο στα δέκα, στο μέσο δηλαδή του βιβλίου. Αφιερωμένο στον Δ. Χ. , τον Δημήτρη Χατζή, είναι επηρεασμένο, όχι μόνο από τη ζωή και την πολιτική στάση του, αλλά και ως φόρμα και ως ύφος από τον μεγάλο συγγραφέα της αριστερής προσφυγιάς.

         Στο διήγημα αυτό, όπου ένας νεαρός διανοούμενος, εξόριστος στην Ουγγαρία, με σοβαρές επιστημονικές περγαμηνές και ελεύθερη σκέψη αλλά (είτε ακριβώς γι΄αυτό) ήδη σε κομματική δυσμένεια, αποφασίζει να ανατρέψει την ανιστόρητη προσέγγιση της αρχαιότητας και του Βυζαντίου από τον Ζαχαριάδη. Αποφασίζει δηλαδή να ανατρέψει το ιδεολόγημα της φυσικής συνέχειας του ελληνισμού και να δείξει πως η ιστορία προχωρά ως τεθλασμένη και όχι ως ευθεία, που ανέρχεται σε ιδεατούς ουρανούς εθνικής τελείωσης –θεώρηση που προέρχεται από την πιο βαθιά αστική θεώρηση της ιστορίας. Πως η αγνεία είναι, σε τελευταία ανάλυση, άγνοια. Ίδιον συνήθως της Αριστεράς, με όποιον επιθετικό προσδιορισμό αυτοπροσδιορίζεται και διασπάται, να μην χρησιμοποιεί την θεωρία για να ερμηνεύσει τον κόσμο αλλά να τεντώνει την πραγματικότητα ώστε να τη φέρει στα μέτρα της εκάστοτε θεωρίας της. Ο νεαρός διανοούμενος, παρά τις συμβουλές των φίλων του, καταθέτει επισήμως τις επιστημονικά τεκμηριωμένες αντιρρήσεις του. Σχολιάζει ο συγγραφέας: «Ποτέ του δεν συμπάθησε τους παλικαράδες. Αντίθετα, τιμούσε εκείνους που πλήρωναν μέχρι την τελευταία δεκάρα το τίμημα της ελευθερίας τους». Και μας θυμίζει, από ένα άλλο δρόμο, «εκείνο τ’ όχι το σωστό» του Καβάφη που τυραγνάει όποιον το πρόφερε την δύσκολη ώρα «εις όλην την ζωήν του».

         Χρόνια μετά, γέροντας πλέον ο διανοούμενος της Βουδαπέστης θα ξαναβρεί τους προβληματισμούς του σε ένα άρθρο εφημερίδας που πραγματεύεται τον ελληνοκεντρισμό των σχολικών εγχειριδίων. Μετά από δυο περίπου αιώνες ζωής, η ελληνική εκπαίδευση διαμορφώνει την ιστορική συνείδηση των παιδιών με εθνοκεντρικές αντιλήψεις και διδάσκει φοβισμένα και μόνο ως ύλη εξετάσεων της θεωρητικής κατεύθυνσης (άρα υπονομεύοντας το νόημα με την ένταξή του στην αθλιότητα των πανελλαδικών) τη ρωμαλέα σύλληψη του Αριστοτέλη, πως ο άνθρωπος ήρθε στον κόσμο για να γίνει πολίτης.

        Τον συγγραφέα απασχολούν πολλά από τα κοινωνικά φαινόμενα που παρήγαγε η κρίση: η αστεγία ( στο τρυφερό «Στο δρόμο»), η μετανάστευση των νέων ( «Ο Μάκης»). Ο Μπουγελέκας είναι εκπαιδευτικός και γνωρίζει πολύ καλά τον κόσμο των νέων, όχι ως ωραιοποιημένη οντότητα αλλά ως σκληρή και πολύμορφη πραγματικότητα, η άνοδος του νεοναζισμού («Ο χορός της Ηλέκτρας», όπου όμως η ιστορία γίνεται εμφανώς προσχηματική και επιπολάζει ο πολιτικός λόγος, χωρίς να γίνεται οργανικό μέρος της αφήγησης). Η αυτοβιογραφικότητα δεν κρύβεται (π.χ. τα στοιχεία που δίνει ο αφηγητής για τον εαυτό στον «Μάκη» ή στον «Χορό της Ηλέκτρας»). Ο συγγραφέας απογυμνώνει από την εύκολη νοσταλγία ιστορίες που αναφέρονται στο παρελθόν και παρακολουθεί χωρίς συναισθηματική εμπλοκή τους ήρωές του, χωρίς να τους κρίνει επίσης. Αφήνει στον αναγνώστη τον τελευταίο λόγο, επιτρέποντας ωστόσο κάποτε στον εαυτό του μια λεπτή πινελιά θέσης στις ακροτελεύτιες φράσεις των κειμένων του.

        Δυο διηγήματα της συλλογής ξεφεύγουν από τον γενικότερο τύπο, το παπαδιαμαντικό «Τα δικαιώματα» και το προσιδιάζον σε μικροδιήγημα (ή διήγημα-μπονζάι, όπως το ονομάζουν οι ποιητές Γ. Πατίλης και Ηρώ Νικοπούλου που εργάζονται αόκνως πάνω στο νέο γραμματειακό είδος) «Liecin», μια έξυπνη περιγραφή της κρίσης μέσα από την περιγραφή ενός φαρμάκου, των δράσεων και των παρενεργειών του.

ΑΥΓΗ, 16.6.2015