Για την συλλογή της Ελένης Λιντζαροπούλου «Κείμενα μικρά  σχεδόν ανήλικα» (Αρμός, 2017)

Σχολιάστε

 

 

Με την συλλογή «Κείμενα μικρά  σχεδόν ανήλικα» η ποιήτρια Ελένη Λιντζαροπούλου μπαίνει στο χώρο της πεζογραφίας. Πρόκειται για  15 σύντομα κείμενα που συγκροτούν ένα κομψό τομίδιο μόλις 50 σελίδων.

Η ποιήτρια παραμένει ποιήτρια και στην πεζογραφία της:  όχι μόνο αγαπά την μικρή φόρμα, όπως το αποκαλύπτει ρητά στο οπισθόφυλλο του βιβλίου της, αλλά και χρησιμοποιεί τις ποιητικές τεχνικές για να συντάξει τα πεζά της: συμπύκνωση λόγου, έντονη εικονοποιία, ονειρικό υλικό,  και σχήματα λόγου με προεξάρχουσα την μεταφορά,  απρόβλεπτες εξόχως σημαίνουσες συνάφειες εννοιών και λέξεων. Μερικές φορές  τα πεζά αυτά δίνουν την εντύπωση της αφηγηματικής ανάπλασης ενός ποιήματος.  Παρ’όλ’αυτά διατηρούν με πείσμα και επιτυχία την αφηγηματική ποιότητα που τα εντάσσει, χωρίς αμφιβολίες και ενστάσεις, στην πεζογραφία.

Τα «Ανήλικα κείμενα» δημιουργούν στον αναγνώστη όχι μόνο τις  συναισθηματικές εντάσεις που ήθελε η συγγραφέας αλλά  και κάτι σπανιότερο: το ενδιαφέρον, όχι απλώς για την έκβαση της ιστορίας, μολονότι υπάρχουν ανατροπές που εκπλήττουν και ελκύουν, αλλά για την συναισθηματική εξέλιξη των ηρώων της μέσα στην κατάσταση που τους τοποθετεί, την εσωτερική πορεία τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για λιντζαροπούλου ανήλικα

        Ο τίτλος παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Και τα δύο επίθετα έχουν μια παιχνιδιάρικη πολυσημία: μικρά, σε αναφορά με την υιοθετημένη μικρή φόρμα –το είδος του μικροδιηγήματος  θεραπεύεται επιτυχώς  στη χώρα μας. Μικρά, όμως,   σε αναφορά επίσης  με το δεύτερο επίθετο, «ανήλικα», το οποίο, με τη σειρά του, ανακαλεί την έννοια της παιδικής ηλικίας, της αθωότητας, μέσα στην οποία ωστόσο υπάρχει η μοιραία βεβαιότητα της ενηλικίωσης, των αξιώσεων και των αξιωμάτων της.

Και εδώ θα βρούμε  τις ίδιες έννοιες που γνωρίζουμε από την ποίησή της. Θάνατος, πίστη, Θεός, η ανυπόφορη, η άδικη πραγματικότητα, η ίδια η ποίηση ως θέμα, η ποίηση και τα όριά της.  Ως προς το τελευταίο θέμα χαρακτηριστικά είναι δυο κείμενα, η  «Διαδρομή βραδινού λεωφορείου», όπου  παρακολουθούμε πώς η εμπειρία μεταγράφεται σε στίχο, πώς το μοναχικό ταξίδι, η ερημία της ψυχής, η απώλεια, η μνήμη του αγαπημένου σώματος γεννούν τον στίχο που θα μετατραπεί σε ποίημα και το  «Στην άκρη του παντελονιού», όπου, ενώ θέμα του φανερό είναι ο θάνατος, υπόγεια αναπτύσσεται ένα άλλο κείμενο μέσα στο οποίο εξελίσσεται η αφήγηση της περιπέτειας της γραφής, και δη της γραφής ενός ποιήματος. Ένα-ένα ανακαλούνται τα βήματα της δημιουργίας, οι εικόνες που θα αποτελέσουν κατόπιν το βασικό ποιητικό υλικό, τα συναισθήματα που το βίωμά τους αιμάσσον θα κατατεθεί κάποια στιγμή σε στίχους, με τη μορφή της ημερολογιακής καταγραφής, της άμεσης απεύθυνσης στον απόντα άλλον, με σκοπό να απαντηθεί το πιο δύσκολο ερώτημα, το μοναδικό ίσως πραγματικό ερώτημα: τι είναι ο θάνατος; Και να απαλυνθεί ο πόνος της απώλειας μιλώντας γι΄αυτήν.

Όπως και στην ποίησή της, έτσι και στην πεζογραφία της Λιντζαροπούλου, ο έρωτας είναι ένας από τους θεματικούς πυλώνες.  Ξέρει να ισορροπεί την σωματική και ψυχική πλευρά του έρωτα, την αγριότητα και την αγιότητά του. Στην πεζογραφία της δίπλα στην κοσμογονική δύναμη που συνταράζει σώμα και ψυχή, ο έρωτας έρχεται ως πόνος της απώλειας, ως οδύνη απουσίας. Και δεν μιλά για ένα απλό χωρισμό, αλλά για το μεγάλο, τον μη αναστρέψιμο, τον οριστικό χωρισμό εξαιτίας του θανάτου, την οριστική απώλεια του αγαπημένου και την φρίκη της απουσίας του. Άλλωστε το  πραγματικό κέντρο των πεζών της είναι ο θάνατος. Τον συζητά στα κείμενά της, όχι ως τρόμο, αλλά μέσα από την απώλεια, από τον πόνο της απώλειας, από το αλγούν κενό της απουσίας που μεγαλώνει επειδή δεν υπάρχει περιθώριο ψευδαίσθησης, αλλά μόνο η βαριά και αναπόδραστη βεβαιότητα του nevermore, για να θυμηθούμε τον Πόε.

Εδώ έρχεται ο Θεός. Ο Θεός του χριστιανισμού, ελεήμων, παρήγορος και ανεκτικός. Η Λιντζαροπούλου είναι βαθύτατα χριστιανή  (το θέμα της πίστης παίζει επίσης μεγάλο ρόλο στα «Ανήλικα Κείμενα»). Με τον Θεό έχει σχέση προσωπική, όχι μόνο του απευθύνεται σαν φίλο αγαπημένο, αλλά τον εγκαλεί, τον μαλώνει, του ζητά ευθύνες για τον ανθρώπινο πόνο. Πολύ χαρακτηριστικό για το ζήτημα αυτό είναι ο «Εσπερινός απαρηγόρητος». Μια μάνα ζητά παρηγοριά στην εκκλησία,  βοήθεια από το Θεό να αντέξει τον πόνο από τον χαμό του παιδιού της, όμως δεν μπορεί να δεχτεί πώς επέτρεψε ο Θεός κάτι τέτοιο, πώς πήρε το παιδί της, πώς συγκατάνευσε στην ανατροπή της φυσικής τάξης, να πεθάνει το παιδί πριν από τη μάνα, γι’ αυτό στο τέλος της λειτουργίας, στέκεται απέναντί του, κάποιοι θα την έλεγαν βλάσφημη, κάποιοι θα της θύμιζαν τον Ιώβ, αλλά εκείνη πνιγμένη στον πόνο, αφήνει το ερώτημα να κατακλύσει την ύπαρξή της, «ποιος θα συγχωρήσει το Θεό που αφήνει να ζουν οι μάνες και να πεθαίνουν τα παιδιά τους;»

Στα κείμενα της συλλογής διαφαίνεται επίσης ο κοινωνικός προβληματισμός, ιδίως σε ό,τι αφορά τα παιδιά (παράδειγμα το καλύτερο ίσως κείμενο της συλλογής, «Ο χαρταετός της» για την εκπόρνευση παιδιών) και τους ανθρώπους που οι όποιες ιδιαιτερότητες τους βάζουν στο περιθώριο της ζωής  ( «Ο Θοδωρής»)

Ο  λόγος σε όλα τα κείμενα της συλλογής  είναι ήρεμος, ακόμα κι όταν εκφράζει ακραίες υπαρξιακές συνθήκες, με εσωτερικότητα, με  έλλογο πάθος. Κείμενα με την ειλικρίνεια της εξομολόγησης, με την αποτελεσματικότητα της αφήγησης ενός ονείρου που καθώς εξελίσσεται αποκαλύπτει την γενεσιουργό αιτία του.

(το κείμενο στηρίχτηκε στην συμμετοχή μου στην παρουσίαση του βιβλίου

στον Κορυδαλλο, στς 23.11.2018.

Δημοσιεύτηκε στο diastixo.gr,

 http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/8989-lintzaropoulou-30012018)

 

 

Advertisements

Πρόλογος στο βιβλίο του Λ. Πολενάκη «Της γραφής και της σκηνής. Θεατρικές κριτικές 2013-2015» (εκδ. Εύμαρος)

Σχολιάστε

Αποτέλεσμα εικόνας για της γραφής και της σκηνης

       Ο τόμος που κρατάτε στα χέρια σας περιέχει μερικές από τις κριτικές του Λέανδρου Πολενάκη που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Αυγή» τα τελευταία τρία (3) περίπου χρόνια και αφορούν  όλα τα είδη του θεάτρου και  όλες τις εποχές του. Έχει σημασία άραγε να έχουμε τέτοιες συλλογές θεατρικών κριτικών; Ας πάρουμε το ερώτημα από την ανάποδη. Έχει σημασία η θεατρική κριτική; Ακόμα πιο πολύ, έχει σημασία η θεατρική κριτική σήμερα;

Τα ερωτήματα δεν είναι ρητορικά, είναι ουσιαστικά. Λίγο-λίγο οι τακτικές στήλες θεατρικής κριτικής στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο σβήνουν, οι ιδιοκτήτες τους δεν βρίσκουν λόγο να πληρώνουν έναν ειδικό για τέτοια θέματα. Οι πολιτιστικοί συντάκτες αναλαμβάνουν και αυτό το έργο, που περιορίζεται, όμως, πια σε απλή παρουσίαση μιας παράστασης στην καλύτερη περίπτωση. Πολύ συχνά πάντως δεν είναι καν αυτό, αλλά μια ανάπτυξη του δελτίου τύπου που στέλνουν τα γραφεία, μερικές φορές συνοδευμένη από μια τυπική και ανέμπνευστη συνέντευξη ενός εκ των συντελεστών –φυσικά του γνωστότερου. Υπάρχουν και λαμπρές εξαιρέσεις, αλλά δεν παύουν να είναι εξαιρέσεις. Συχνότερα  είναι συντάκτες που, χωρίς να  ξεφεύγουν από τον κανόνα,  κάνουν τουλάχιστον πολύ καλά τη δουλειά τους. Όμως δεν μπορούμε να μιλάμε για κριτική θεάτρου. Λίγες εφημερίδες διατηρούν, πια, τέτοιες στήλες κι ακόμα λιγότερες πληρώνουν τον κριτικό για τη δουλειά του. Στον περιοδικό τύπο η εικόνα είναι κάπως καλύτερη, αλλά το παραδοσιακό περιοδικό γίνεται όλο και σπανιότερο –τα εγχειρήματα μετράνε λίγα τεύχη και έπειτα χάνονται μέσα στις αμείλικτες τεχνολογικές εξελίξεις.

Τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα, αν πάμε στον κόσμο του Διαδικτύου ή θα έπρεπε καλύτερα να πούμε στον κόσμο, όπου η κριτική αντικαθίσταται από τα «αστεράκια» και μερικά ευφυολογήματα, που δεν είναι καθόλου σπάνιο να κρύβουν απλώς την άγνοια του συντάκτη για το θέμα του. Φυσικά, υπάρχουν και κάποιες ιστοσελίδες, όπου λαμπροί επώνυμοι και λιγότερο γνωστοί, της παλιότερης γενιάς ή νεότεροι, λάτρεις και γνώστες του θεάτρου καταθέτουν με γνώση και ευθύνη απόψεις. Φοβούμαι, όμως, πως όσο περνούν τα χρόνια –εκτός των ειδικών- όλο και λιγότεροι είναι αυτοί που έχουν την κουλτούρα και την υπομονή να διαβάσουν πραγματικά μια τέτοια κριτική, που, επειδή δεν έχει και τον περιορισμό των λέξεων της εφημερίδας, απλώνεται και λίγο παραπάνω, προσπαθώντας να εξηγήσει και να προτείνει.

Έχει, λοιπόν, λόγο ύπαρξης η θεατρική κριτική σήμερα; Απολύτως θα πούμε και θα είμαστε κατηγορηματικοί. Γιατί η θεατρική κριτική έχει δυο βασικές δουλειές να κάνει: η πρώτη, είναι ο παραδοσιακός σκοπός της ύπαρξής της –να κρίνει ένα καλλιτεχνικό έργο- και η δεύτερη, να συνδράμει μαχητικά στην ελευθερία του θεάτρου και να στηρίξει την ανεξαρτησία του δημιουργού, να τον βοηθήσει να βρει χώρο για τη δουλειά του, κοινό για τη δουλειά του και να γίνει αποτελεσματικότερος σ’ αυτό που κάνει και προτείνει.

Το πρώτο σημαίνει να προσεγγίσει με τόλμη και αγάπη μια παράσταση: να μιλήσει για το έργο, να το τοποθετήσει ιστορικά, να το εντάξει σε καλλιτεχνικά ρεύματα, να παρουσιάσει το συγγραφέα και το σύνολο της δουλειάς του κι έπειτα να παρουσιάσει την παράσταση, τον τρόπο που το διάβασε ο σκηνοθέτης, την υποκριτική αποτελεσματικότητα, τη μουσική, τα σκηνικά, τους φωτισμούς. Όλα αυτά προϋποθέτουν κάτι βασικό, εκτός της γνώσης και της εμπειρίας. Προϋποθέτουν την ικανότητα να ανιχνευθούν οι προθέσεις των δημιουργών και με βάση αυτές να κριθεί το αποτέλεσμα της δουλειάς. Φυσικά, όλα αυτά είναι πολύ γενικές σκέψεις, γιατί η μεν σκηνική τέχνη εξελίσσεται ραγδαία, παύει δε όλο και περισσότερο να είναι κειμενοκεντρική, νέες μορφές παραστατικής τέχνης γεννιούνται, που ο κριτικός ψάχνει ασταμάτητα να καταλάβει και να αναδείξει. Νομίζω ότι ο κριτικός και ο δάσκαλος έχουν ένα κοινό: νιώθουν την ανάγκη να μεταλαμπαδεύσουν γνώση και ευαισθησία, να ανοίξουν διάλογο με τον άλλον, με καλλιτέχνες και κοινό, να βάλουν ερωτήματα.

Το δεύτερο, δηλαδή η ουσιαστική συνδρομή στην ελευθερία του θεάτρου, είναι πραγματικά σημαντική. Καθώς το θέατρο και οι όμορες Τέχνες του περνούν ολοένα και περισσότερο στα χέρια εταιρειών και ιδρυμάτων, που θα μπορούν να ελέγχουν (αν δεν το κάνουν ήδη) τι λέγεται και πώς λέγεται, ορίζοντας κομψά, αλλά χωρίς περιθώρια διαφυγής, ακόμη και την έννοια του αντισυμβατικού τη βοηθεία των ΜΜΕ και του Διαδικτύου, η ελευθερόφρονη και ασυμβίβαστη θεατρική κριτική είναι ίσως η τελευταία διέξοδος για τους πραγματικά ανυπότακτους καλλιτέχνες. Ο θεατρικός κριτικός οφείλει να ψάξει, να βρει και να παρουσιάσει τις μικρές ομάδες, τους μεμονωμένους καλλιτέχνες που αγωνίζονται να πραγματώσουν το όραμά τους και να το προτείνουν στο κοινό. Και οφείλει να είναι μαζί τους αυστηρός και απαιτητικός. Πολύ απαιτητικός.

       Ο Λέανδρος Πολενάκης διακονεί τη θεατρική κριτική πολλά χρόνια, μολονότι το βιογραφικό του είναι γεμάτο και από άλλες δραστηριότητες, σπουδαία θέση μεταξύ των οποίων έχει και η λογοτεχνική του δουλειά. Όσοι τον παρακολουθούμε εδώ και χρόνια, διακρίνουμε σ’ αυτόν ευθύτητα και παρρησία, είναι κριτικός με θέση και άποψη. Αιτιολογεί την κριτική του, δεν είναι απόλυτος και δίνει χώρο στη διαφωνία. Δεν βιάζεται, ακόμη και στις πολύ σύντομες κριτικές του, όταν νιώθει την ανάγκη να συγκατοικήσουν στο ίδιο κείμενο δυο, καμιά φορά, και τρεις παραστάσεις, γιατί θέλει να προλάβει να μιλήσει για όσα περισσότερα μπορεί από εκείνα που τον έθελξαν και του κίνησαν το ενδιαφέρον. Είναι από τους τελευταίους κειμενοκεντρικούς κριτικούς μας: ξεκινά, σχεδόν πάντα, από το κείμενο και παρακολουθεί την παράσταση με βασικό γνώμονα αυτό. Έχει βαθιά γνώση των ειδών και των ρευμάτων και βλέπει θέατρο. Στην τελευταία φράση, το βάρος πέφτει στο ρήμα «βλέπω». Οι μεγάλοι κριτικοί βλέπουν θέατρο. Οι λέξεις που έχουν παραδειγματική γλωσσική σχέση με την έννοια του «οράν» ενέχουν, επίσης, την έννοια της γνώσης, γι’ αυτό το «βλέπω», σημαίνει και καταλαβαίνω ή γνωρίζω. Ο κριτικός βλέπει θέατρο με όλες του τις αισθήσεις, με τεντωμένο νου, είναι εκεί και την ίδια στιγμή έχει την απαραίτητη απόσταση από το θεώμενο αντικείμενο, ώστε να κατανοήσει ακριβώς τι γίνεται πάνω στη σκηνή, ποια νοητική διεργασία το προετοίμασε, πώς και πόσο έχει δουλευτεί.

Παρότι, για την παρούσα συλλογή, ο Λέανδρος Πολενάκης ξεχώρισε και ενέταξε κριτικές με μεγάλη ισορροπία εποχών και ειδών, δεν μπορεί κανείς να μη σταθεί ιδιαιτέρως στις κριτικές που αφορούν στο Αρχαίο Δράμα, στην Τραγωδία ειδικότερα. Στηρίζει τις προσεγγίσεις του στη γαλλική σχολή έρευνας και ανάλυσης του αρχαίου κόσμου, την προσέγγιση που μας έμαθε ο Λουί Ζερνέ και κυρίως ο Πιερ Βερνάν, αλλά όχι μόνο, ανθρωπολογική προσέγγιση που απαιτεί πολύ καλή γνώση του μυθικού και θρησκευτικού υπόβαθρου της τραγωδίας. Τον ενδιαφέρει γι’ αυτό το μέγεθος των ηρώων, η ανάδειξη της τελετουργίας και η σαφής οριοθέτηση των ερωτημάτων από τα οποία θα προκύψει η παράσταση. Ανοιχτός σε νέες αναγνώσεις, όμως δεν παγιδεύεται από την πρωτοτυπία, υποδεικνύει στους καλλιτέχνες την αναγκαιότητα της σαφήνειας σκηνοθετικά και ερμηνευτικά.

Διαβάζοντας τις κριτικές που περιέχονται σ’ αυτήν τη συλλογή έχει κανείς, επίσης, και μια καλή εικόνα των θεατρικών δρώμενων στην Ελλάδα, την περίοδο 2013-2015. Μια περίοδο που, παρά την κρίση, ίσως θα λέγαμε και εξαιτίας της, ήταν πλούσια θεατρικά και σε ποσότητα και σε ποιότητα.

(Μάρτιος 2017)

Σχολιάστε

Την Δευτέρα, 11 του Δεκέμβρη, στο αγαπημένο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης παρουσιάστηκε το βιβλίο του θεατρικού κριτικού της «Αυγής» και συγγραφέα Λέανδρου Πολενάκη, «Της σκηνής και της γραφής» (εκδ. Εύμαρος), στο οποίο συγκεντρώνονται θεατρικές κριτικές του των τελευταίων χρόνων. Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά για τον αγαπητό και άξιο κριτικό, που διακονεί την θεατρική κριτική με συνέπεια, αγάπη και αντικειμενικότητα, με γνώση. Είναι δεδομένος ο σεβασμός και η εκτίμηση του «Θεατή». Για τον συγγραφέα μίλησαν ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Γιώργος Κιμούλης, η θεατρολόγος καθηγήτρια του Παν. Κύπρου Ελένη Γκίνη,  ο συγγραφέας Βασίλης Κατσικονούρης και η ιστορικός του πολιτισμού και διευθύντρια του Φεστιβάλ «Αναλόγιο» Σίσσυ Παπαθανασίου. Εκ μέρους της «Αυγής» χαιρέτησε η Πόλυ Κρημνιώτη. Συντόνισε ο δικός μας Αντώνης Μποσκοΐτης. Στο βιβλίο είχα τη χαρά και την τιμή να γράψω ένα σύντομο πρόλογο και στην εκδήλωση να απευθύνω ένα σύντομο χαιρετισμό. Τον παραθέτω με συγκίνηση και αγάπη. Ο Λέανδρος Πολενάκης είναι ένας από τους δασκάλους μου στο δύσκολο και κοπιώδες έργο της θεατρικής κριτικής.

« Ο Λέανδρος Πολενάκης είναι ο Νέστορας της θεατρικής μας κριτικής. Τον παρακολουθούμε σταθερά, οι συνάδελφοί του και ο καλλιτεχνικός κόσμος, επειδή ξέρουμε ότι από την σκέψη του θα ωφεληθούμε: θα κερδίσουμε γνώσεις και σημαντικές οπτικές τόσο για συγκεκριμένες παραστάσεις όσο και σε θεωρητικά ζητήματα της τέχνης του θεάτρου. Ο Λέανδρος γνωρίζει το θέατρο, αγαπά το θέατρο και αυτή η αγάπη μαζί με σοφά μελετημένη αυστηρότητα διαπερνά τις κριτικές του. Ξέρει καλά την ιστορία του θεάτρου, τα ρεύματα, τις τάσεις και τα κείμενα. Τονίζω τα κείμενα, γιατί τελευταία, μέσα στην μεταμοντέρνα σούπα, υπάρχει μια τάση της κριτικής που θεωρεί τα κείμενα δευτερεύοντα ή «πατσαβούρια» που μπορεί κανείς να τα χρησιμοποιεί όπου και όπως θέλει. Ο Λέανδρος δεν καταδέχεται τις ευκολίες, δεν μπήκε ποτέ στη λογική των υπερθετικών και των αστεριών –από 1 μέχρι 5. Γι’ αυτόν η κριτική δεν είναι μόνο ένα επάγγελμα, είναι ένα λειτούργημα, μια παρέμβαση στην τέχνη, μια πολιτική πράξη.

Καλόδρομο το βιβλίο σου, Λέανδρε, και να ‘ναι το πρώτο όσων θα ακολουθήσουν στα οποία θα συμπεριληφθούν οι κριτικές που θα γράψεις στα επόμενα πολλά χρόνια.»

 

ΕΠΟΧΗ, 17.12.2017

Για το βιβλίο της Χριστίνας Κουτούβελα «Η νοημοσύνη του ηλίανθου» (εκδ. Γρηγόρη)

Σχολιάστε

 

Κυρίες και κύριοι, φίλες και φίλοι,  καλησπέρα!

Είναι μεγάλη χαρά η συμμετοχή μου στην σημερινή παρουσίαση του βιβλίου της Χριστίνας Κουτούβελα, «Η νοημοσύνη του ηλίανθου». Δεν είναι πολύς καιρός, που εδώ στην ίδια αίθουσα, παρουσιάσαμε το βιβλίο που προέκυψε από την διδακτορική της διατριβή, «Το πείραμα της εκπαίδευσης. Αποτελεσματικότητα και ποιότητα ως προς τι;», μια ενδιαφέρουσα μελέτη που προέκυψε από μακροχρόνιες έρευνες και μεγάλη βιβλιογραφική ενημέρωση και μας έδωσε σημαντικά συμπεράσματα, πολύ χρήσιμα για το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Σήμερα, ήρθαμε εδώ για να γιορτάσουμε την έκδοση του καινούριου της βιβλίου και να το  συζητήσουμε. Και αυτή τη φορά ένα βιβλίο με λογοτεχνικά της κείμενα.

Φίλες και φίλοι, θα ήθελα να κάνω τη Χριστίνα να κοκκινίσει. Γιατί είναι πολύ όμορφη όταν κοκκινίζει και επειδή είναι ένας σεμνός άνθρωπος, κάθε φορά που ακούει να την επαινούν, κοκκινίζει. Η Χριστίνα είναι, λοιπόν, εργατική, πεισματάρα, δημιουργική. Είναι δυναμική και ευαίσθητη, διαβάζει πολύ και σκέφτεται πολύ. Και όλα αυτά φαίνονται στο βιβλίο της.

«Η νοημοσύνη του ηλίανθου» είναι μια συλλογή που αποτελείται 28 μικρά κείμενα –κανένα τους δεν ξεπερνά τις 6 σελίδες και πολλά από αυτά καλύπτουν μετά βίας μια σελίδα- απαρτίζουν την συλλογή κειμένων με την οποία η Χριστίνα Κουτούβελα κάνει την είσοδό της στη λογοτεχνία.  Βεβαίως αρκετά από αυτά έχουν ήδη δημοσιευτεί σε έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά και έχουν προκαλέσει την προσοχή κοινού και ομοτέχνων της.

Θα προσέξατε ίσως ότι χρησιμοποίησα τον ουδέτερα όρο κείμενα. Δεν μίλησα για το είδος αυτών των κειμένων χαρακτηρίζοντάς τα διηγήματα ή μικροδιηγήματα –μπονζάι, κατά τον επιτυχή κατά τη γνώμη μου όρο που εισήγαγαν ο Γιάννης Πατίλης και η Ηρώ Νικοπούλου , δημιουργώντας και το ομώνυμο ιστολόγιο. Παρότι μάλιστα η Χριστίνα έχει συνειδητά ονομάσει μερικά της κείμενα μικροδιηγήματα και τα φιλοξένησαν ειδικές για το είδος ιστοσελίδες. Τα κείμενα του τόμου υπό τον πολύ ενδιαφέροντα και πολύσημο τίτλο «Η νοημοσύνη του ηλίανθου και άλλα εκπαιδευτικά κείμενα» μοιάζουν, σε κάποιες περιπτώσεις,  με πεζογραφικές αναδιατυπώσεις ποιημάτων ή, σε άλλες με αναπτύξεις φιλοσοφικών στοχασμών είτε ψυχολογικών παρατηρήσεων. Μας θυμίζουν δηλαδή πως η συγγραφέας μας διακονεί με ευαισθησία και προσοχή έναν άλλον τομέα της γραφής: την ποίηση. Άλλωστε και η ίδια παίζει γλυκά μαζί μας, όταν ονοματίζει τα κείμενα αυτά: εκπαιδευτικά κείμενα και μας μπερδεύει λίγο, ειδικά όσους γνωρίζουμε την επιστημονική της ιδιότητα, δηλαδή της διδακτορούχου των παιδαγωγικών επιστημών.

Αποτέλεσμα εικόνας για η νοημοσύνη του ηλίανθου

      Ας  δούμε τα κείμενα αυτά από πιο κοντά.

Δύο βασικά χαρακτηριστικά μπορεί να διακρίνει από την πρώτη ανάγνωση: την συμβολική γραφή, την αλληγορία  και τη δραματικότητα. Τα περισσότερα είναι γραμμένα σαν αλληγορικά παραμύθια με τον τρόπο που μας συνήθισε ο Μπόρχες –μολονότι δεν ακούγεται άλλως πως η φωνή του. Το ομώνυμο της συλλογής, παράδειγμα: ο απλός όμορφος ηλίανθος  έχει την ιδιοτυπία να παρακολουθεί όλη μέρα την πορεία του ήλιου. Το λουλούδι γίνεται δάσκαλος ζωής, οδοδείχτης στο ταξίδι μας, δείχνει προς τα πού πρέπει να ‘ναι στραμμένο το βλέμμα, κι αν κάποιοι ακολουθήσουν τη δύση, λέει η Χριστίνα, αυτοί δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ότι δεν ήξεραν. Ποιοι είναι οι ηλίανθοι της ζωής μας; Άνθρωποι που εκτιμήσαμε, συγγραφείς που αγαπήσαμε, δάσκαλοι που επέμειναν να μας μάθουν γράμματα και να μας δείξουν το σημείο του ορίζοντα από όπου πηγάζει το φως. Η επιλογή δική μας. Όσο για την προαναφερθείσα δραματικότητα, αρκεί, νομίζω, να διαβάσει κανείς δυνατά τα κείμενα για να διαπιστώσει τη θεατρικότητα του λόγου, που τα μετατρέπει εύκολα και γρήγορα σε μικρούς θεατρικούς μονολόγους ή διαλόγους.

Τα κείμενα δεν διηγούνται ιστορίες. Η αφήγηση είναι αναμενόμενη αλλά όχι παρούσα. Τα κείμενα του ηλίανθου διηγούνται το ψυχικό αποτύπωμα γεγονότων, εικόνων ακόμα και φράσεων που γίνεται λέξεις και υπόσχεται μια ιστορία. Αποτυπώνουν τη στιγμή, διερευνούν μια ψυχική κατάσταση, ισορροπούν με χάρη ανάμεσα στο πραγματικό και το ονειρικό, ανάμεσα στον ρεαλισμό και την ποιητικότητα. Φτιάχνουν το πλαίσιο μιας ιστορίας και ζυμώνουν έννοιες, θυμίζοντας γραφές που έρχονται από το παρελθόν, πένες που ένιωθαν την ανάγκη να καταγράψουν και να μοιραστούν τακτικά με το κοινό τους εν είδει χρονογραφήματος ή  σύντομου βιωματικού δοκιμίου την εσωτερική περιπέτεια του νου. Ας δούμε, για παράδειγμα, ένα απόσπασμα από το χαρακτηριστικό κείμενο με τον τίτλο «Παραλήρημα» στο οποίο βάζει τον εαυτό της να διαλέξει ανάμεσα σε λογική και συναίσθημα, για να μην διαλέξει τελικά κανένα από τα δύο:

«Μεταξύ λογικής και συναισθήματος βρέθηκα να παραληρώ. Πιο  να διαλέξεις και κυρίως πώς. Η λογική λέγεται ότι σε προστατεύει, ότι σε διαφυλά, ότι καθοδηγεί κάθε  βήμα σου προνοητικά. Ένα κι ένα κάνουν  δύο και το δύο είναι καλύτερο τους ενός. Τόσο μοναχικό, οπωσδήποτε πρέπει να του προσθέσεις άλλο ένα,  ώστε να το καταργήσεις τόσο ως μοναδικότητα, όσο και ως μοναξιά. Τι συλλογικό αυτό το άθροισμα. Να  που πάλι παρασύρθηκα. Ορμητικό ποτάμι τα συναισθήματα και αόριστο.

 Δύσκολο εγχείρημα να ακολουθεί τη λογική. Θαρρείς πως μερικές φορές δεν την συναντάς ούτε ως   δυνατότητα. Θαρρείς πως δεν σε αφορά ακόμα κι η υπόθεση της ύπαρξής της. Ή πάλι έτσι θέλεις να  πιστεύεις. Αν και πάντα ανασφαλής, προτιμάς να αποφεύγεις όσα εκείνη σου υπόσχεται. Δεν θες τις  υποσχέσεις της, ούτε τα ελπιδοφόρα συναισθήματα που σου γεννά εν αναμονή εκπλήρωσης των εγγυήσεών της. Είναι κι εκείνος  αστάθμητος παράγοντας βλέπεις… Φοβάσαι μήπως σε προδώσει κι εκείνη κι έπειτα πού  απομένει ν΄απευθυνθείς. Επιλέγεις, έτσι, να μην την ακολουθείς, αυτονομείσαι, κι όμως σαν άσσο στο  μανίκι την κρατάς, έτσι για ώρα ανάγκης. Μακριά από μας.»

Paul Klee

       Άλλωστε μας δίνει η ίδια το κλειδί για να καταλάβουμε την τέχνη της. Και μάλιστα σε ένα από τα πρώτα κείμενα της συλλογής, την «περιπλανώμενη ιστορία»:  «Κι οι σελίδες της πλήθαιναν και γέμιζαν, τόσες περιγραφές κι όμως καμιά αφήγηση. Προορισμός της όχι ο χώρος μα τα πρόσωπα –ο πρωταγωνιστής που θα κλείδωνε το χρόνο στις γραμμές της έτσι που να μην καμπυλώνουν μέσα στις τόσες περιγραφές. Πόσο θα ήθελε να ζήσει στη γη ρουφώντας τη ζωή του θύματός της! Και τα κατάφερε.»

 

Η γραφή είναι συνήθως πρωτοπρόσωπη , ελάχιστα ωστόσο εξομολογητική πολύ περισσότερο ομφαλοσκοπική, περισσότερο σαν  αποφασιστική ανακοίνωση. Άλλες φορές, όπως στο απόσπασμα που μόλις παραθέσαμε,   καταφεύγει στο  β΄πρόσωπο, συχνότερα πάντως απατά το αποφασιστικό πρώτο πρόσωπο με γραφή  τριτοπρόσωπη όχι σαν παντοδύναμος θεός παντογνώστης αλλά προσεκτικά παρούσα, επιλέγει την εικόνα και ψάχνει στο πίσω μέρος του καθρέφτη την έννοια ή τις έννοιες, εμπλέκοντας αξεδιάλυτα την παρατήρηση με το σχόλιο. Δίνω ένα ενδεικτικό παράδειγμα, ένα απόσπασμα από τα «Δεσμά Ελευθερίας» :

«Εναλλαγή με την εναλλαγή, η μέρα άρχισε να μαραζώνει, να μικραίνει –οι άνθρωποι σκυθρωποί κι                               ανυποψίαστοι εξακολουθούσαν να περιφέρονται δίχως σκοπό με το κεφάλι σκυμμένο και με το βλέμμα τόσο               χαμηλωμένο, θαρρείς πως ήταν κατασκευασμένοι για να κοιτούν πάντοτε προς τα κάτω. Όμως, κάθε άλλο,                   ήταν άνθρωποι όπως εμείς, με δυο μάτια ψηλά  στο πρόσωπο με τα οποία μπορούσαν να κερδίσουν τον                         ορίζοντα όποτε το επιθυμούσαν»

Στα κείμενα του ηλίανθου την απασχολούν πολλά ζητήματα αλλά τo θέμα του χρόνου έρχεται ξανά και ξανά. Την απασχολεί ως ροή και ως διάρκεια, ως φιλοσοφική  αλλά και ως ψυχολογική έννοια. Φτάνει σ’ αυτόν ακόμη και μέσα από μικρές καταστάσεις της ζωής που δεν περιμένει κανείς να τον συμπεριλάβουν , όπως το τραύμα στο «Δαχτυλίδια-επίδεσμοι», που μετατρέπει τον επίδεσμο σε σύμβολο αναμονής της θεραπείας των ψυχικών τραυμάτων και της οδύνης τους.  Επικαλείται τον Αργύρη Χιόνη –ποιητή στον οποίο αποδίδει τιμή όχι μόνο στο αφιερωμένο σ’ αυτόν κείμενο «τυχαίες συναντήσεις» αλλά που υπάρχει ως έμμεση αναφορά σε πολλά κείμενά της.

Ανάμεσα στα δάχτυλά μου
και στη σάρκα σου,
όσο σφιχτά κι αν σε κρατώ,
τρυπώνει ο χρόνος.

       Αλλά η έγνοια του χρόνου παίρνει πιο χειροπιαστές μορφές επίσης, όπως στον ερχομό των γηρατειών και στο χάσμα που δημιουργείται ανάμεσα στις ηλικίες και τις γενιές, στο «κερδίζοντας τη νιότη», ή σαν την τρομακτική δύναμη που επηρεάζει ανελέητα την συμπεριφορά των ανθρώπων σε ένα από τα καλύτερα κείμενα της συλλογής το «Ημιτελής».

Την απασχολεί επίσης η ευθύνη, η αποφασιστικότητα, φυσικά η μνήμη, ενώ δεν απουσιάζει καθόλου, αντιθέτως είναι σαφώς παρούσα μια έγνοια για τα κοινωνικά προβλήματα με αποκορύφωμα το προσφυγικό ζήτημα που παρουσιάζει στο «Άνθρωποι κι εισιτήρια»

Δεν θέλω να σας κουράσω περισσότερο. Θα σας μιλήσουν τα  κείμενα της Χριστίνας, μόλις αφεθείτε στη γοητεία τους. Κι επειδή ξέρω πόσο αγαπά την ποίηση, θα κλείσω με λίγους στίχους του αγαπημένου της  Αργύρη Χιόνη

Με μια σταγόνα νερό μες στην παλάμη μου

πρέπει να προλάβω πριν εξατμιστεί

ν’ αναπαραστήσω τις πηγές του ποταμού

τον καταρράχτη και τον ποταμό τον ίδιο

και τη θάλασσα και τη βροχή με μια σταγόνα ελάχιστη

που τρέμει κι εξατμίζεται μες στην παλάμη μου

(Διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στις 15 Δεκεμβρίου 2017)

Αποτέλεσμα εικόνας για sunflower

Παρουσίαση του βιβλίου της Μαρίας Τζαρδή «Εξορία είναι η επιστροφή»

1 σχόλιο

 

Φίλες και φίλοι,

Μου φαίνεται πολύ όμορφη ετούτη η βραδιά. Παρουσιάζουμε το πρώτο βιβλίο της φίλης μας Μαρίας Τζαρδή, ενός από τους πιο αγαπημένους μου ανθρώπους, ένα κορίτσι γλυκό και δυναμικό, με κρυστάλλινο γέλιο και ψυχική γενναιοδωρία, Ένας πολύ ψαγμένος και πολύ ενδιαφέρον άνθρωπος. Το βιβλίο της είναι μια συλλογή διηγημάτων με τον πειραστικό τίτλο «Εξορία είναι η επιστροφή».  Παρόλο που είναι το πρώτο της εκδομένο βιβλίο, δεν είναι καινούρια στη γραφή. Ασχολείται πολλά χρόνια και ειδικά με το διήγημα –μάλιστα μου έχει κάνει την τιμή να με κάνει κοινωνό κάποιων από αυτά και στο παρελθόν. Ήμουν από τους ανθρώπους που την είχαν προτρέψει να εκδώσει.

          Η Μαρία Τζαρδή έχει ένα ιδιαίτερο πεδίο δουλειάς, ένα συγκεκριμένο προσανατολισμό που υπηρετεί με αφοσίωση: τον χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας προσφάτως και της επιστημονικής φαντασίας. Σε ό,τι αφορά τον κόσμο της αστυνομικής λογοτεχνίας έχει χρόνια δράση σε ομάδες ανάγνωσης και δημιουργίας –είναι από τους πιο ενημερωμένους αναγνώστες και φανατική βιβλιοφάγος. Αυτά τα δυο πεδία καθορίζουν εν πολλοίς και τα εννέα διηγήματα της συλλογής.

 

Είναι δύσκολο πάντως να κατατάξεις τα κείμενα αυτής της συλλογής σε συγκεκριμένο είδος.  Ακροβατούν ανάμεσα στο σήμερα και ένα απροσδιόριστο μέλλον. Ο κόσμος τους είναι γεμάτος μηχανές, μηχανές που μιλούν, κινούνται σαν άνθρωποι, παίρνουν την θέση των ανθρώπων. Οι ταυτότητες διαλύονται, χάνονται σιγά-σιγά, οι  γραμμές ανάμεσα στα είδη και τις πραγματικότητες καταρρέουν, αλλά χωρίς θόρυβο. Οι άνθρωποι δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν,  η φαντασία ελέγχεται. Η Μαρία δημιουργεί ένα εύτακτο κόσμο, γεμάτο μοναξιά, πλήξη και φόβο, από τον οποίο η έξοδος είναι δύσκολη, οι δρόμοι κλειστοί, τα ανθρώπινα πλάσματα εγκλωβισμένα σε πραγματικές ή νοητικές φυλακές, από τις οποίες δυσκολεύονται ή δεν αποφασίζουν να βγουν.  Η ελευθερία θέλει τόλμη, θέλει ρίσκο, πρέπει να αντέχει να είναι κανείς ελεύθερος ενώ συχνά οι ήρωες της Μαρίας μοιάζουν με τα κατοικίδια πουλιά: έχουν τόσο συνηθίσεις το κλουβί τους, που ακόμα κι αν τους προσφερθεί ο καθαρός αέρας, οι ανοιχτοί ορίζοντες που λαχταρούν, δεν θα τολμήσουν και θα επιστρέψουν πίσω, στα γνωστά, στα τετριμμένα και τα σίγουρα. Έτσι όταν η κατάδικος βρίσκει τρόπο να βγει από τη φυλακή, θα γυρίσει πίσω ηττημένη. Διαβάζω από το πρώτο διήγημα της συλλογής, «Το κρασί της συμπάθειας»:

      «Άνοιξε σιγά την κλειδαριά του κελιού της. Το ροχαλητό του ακουγόταν ασταμάτητο. Βγήκε. Περπάτησε μέχρι το γραφείο και είδε την εξώπορτα ανοιχτή. Στάθηκε και κοίταξε έξω. Όλα ήταν έρημα. Το πλάτωμα που φαινόταν δεν ήταν σχεδόν καθόλου φωτισμένο αλλά ακόμα κι έτσι ο όγκος των απέναντι κτιρίων της έμοιαζε τεράστιος. Ψυχή δεν υπήρχε. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι έπιασε με το χέρι της το κεφάλι της. Μια τούφα μαλλιά έμεινε μέσα στα δάχτυλά της. Τα μάτια της ήταν στεγνά και τα χείλη της σφιγμένα. Είχε καταφέρει και δεν είχε βουρκώσει. Έκανε μεταβολή και μπήκε πάλι προς τα μέσα κλείνοντας την εξώπορτα. Στο δωματιάκι του άφησε τα κλειδιά στο παντελόνι του και κοιτάζοντας τα δύο άδεια μπουκάλια αναρωτήθηκε αν υπήρχαν άλλα για την επόμενη μέρα. Μπήκε στο κελί της και τράβηξε την πόρτα. Κόντευε πια να ξημερώσει. Ξάπλωσε πάλι στο κρεβάτι της με το πρόσωπο προς τον τοίχο. Μπορούσε πολύ καλά να ονομάσει την αρρώστια της. Ήταν η ήττα».

         Συχνά λοιπόν αναδεικνύει στα κείμενα της τα αποτελέσματα των μηχανισμών που κάνουν τους ανθρώπους υποτακτικούς στα συστήματα, όταν μάλιστα ξέρουν πού καλά ότι αυτό ακριβώς είναι: υποτακτικοί σε ένα σύστημα. Η κοπέλα εδώ μου έφερε στο νου εκείνο τον ήρωα της ταινίας «Τελευταία έξοδος Ρίτα Χέηγουωρθ». Όταν βγαίνει από την φυλακή, περνάει μια μέρα έξω στον κόσμο και… αυτοκτονεί, γιατί δεν ξέρει τι να κάνει τη ζωή του.

Μαρία Τζαρδή

         Είναι όμως αδύνατη η φυγή, είναι αδύνατη η ανατροπή; Όσο περιχαρακωμένος και μοναχικός αν  είναι ο κόσμος αυτών των διηγημάτων, η συγγραφέας επιτρέπει την ελπίδα και αφήνει την δυνατότητα της διαφυγής. «Ας πετάξει κάποιος μια πέτρα να το κάνει να σταματήσει» φωνάζει αποκαμωμένη και απελπισμένη η ηρωίδα του διηγήματος «Η αυλή με τα περιστέρια». Μιλά για μια αενάως επαναλαμβανόμενη διαφήμιση για ταξίδια που της τρυπά τα αυτιά, καλώντας την να ζήσει ένα παράδεισο που ξέρει καλά πως είναι το ακριβώς αντίθετο.  Και έχει τη λύση, αλλά δεν έχει ακόμα το κουράγιο να την πραγματώσει μόνη της. «Ο επόμενος παράνομος ας πετάξει μία πέτρα».

Χρησιμοποιώντας τεχνικές από το αστυνομικό και το φιλμ νουάρ, η συγγραφέας μπερδεύει γοητευτικά τα υποκείμενα και προκαλεί τον αναγνώστη να ξεδιαλύνει το κουβάρι των σχέσεων και να αποκαλύψει κάτω από τις δήθεν αδιάφορες κουβέντες και καταστάσεις δύσκολες αλήθειες. Εκπλήττει με ιδιότυπες ανατροπές, όταν ο αναγνώστης ή απορεί ή είναι σίγουρος ότι έχει καταλάβει, πλην όμως…  Όπως συμβαίνει σε δύο συμβαίνει σε δύο από τα μικρότερα σε έκταση διηγήματα της συλλογής, την «Αθανασία» και το «Thodd». Και στα δυο υπάρχει έντονη η παρουσία του θανάτου. Στο πρώτο η συγγραφέας με ειρωνική ματιά παίζει με τον προαιώνιο φόβο του ανθρώπου για το θάνατο και το απελπισμένο και κάποτε αστείο πόθο της αθανασίας. Αν ο θάνατος είναι μέρος της ανθρώπινης ταυτότητας, η αθανασία δεν μπορεί παρά να διαλύει αυτήν την ταυτότητα, να μετατρέπει τον άνθρωπο σε άλλο, ένα άλλο που μπορεί να είναι γλοιώδες και αηδιαστικό και στο οποίο να εγκλωβιστεί η ύπαρξη αιωνίως και χωρίς πιθανότητα σωτηρίας. Όταν βγήκε στις οθόνες ο «Αστακός» του Λάνθιμου, θυμήθηκα το διήγημα της Μαρίας, γιατί έχουν την ίδια βασική ιδέα, της απώλειας δηλαδή της ανθρώπινης ταυτότητας. Στο «ΘΩΔ», και στον τίτλο ήδη βρίσκουμε ενδιαφέρουσες υποδηλώσεις, αφού ακούμε μια λέξη που θυμίζει την γερμανική λέξη για τον θάνατο αλλά και , κατά μια προφορά του ονόματός του, τον θεό των Αιγυπτίων που χαρίζει στους ανθρώπους τη γραφή: εδώ ένα πλάσμα δολοφονεί τον δημιουργό του. Το δημιούργημα, ο ήρωας από λέξεις τον συγγραφέα του. Μια ιδιότυπη πατροκτονία.

Με αντίστοιχες ανατροπές, με τεχνικές αγωνίας που συναντάμε στην αστυνομική λογοτεχνία αλλά και με τον τρόπο που η επιστημονική φαντασία του τύπου που γνωρίζουμε από τις φουτουριστικές δυστοπίες του 20ου αι. , Χάξλεϋ και Όργουελ, το διήγημα «Η κλώστρια Jenny». Εδώ επανέρχεται σε ένα  αγαπημένο της θέμα, τη σχέση δημιουργού και δημιουργήματος, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει ένα κόσμο όπου οι άνθρωποι καλωδιωμένοι με την virtual reality, υποταγμένοι στην ψηφιακή πραγματικότητα, εξαρτημένοι από αυτήν, αρνούνται τον πραγματικό κόσμο, αρνούνται να βγουν στην περιπέτεια των συναισθημάτων, γίνονται έρμαια στην χειραγώγηση και μπερδεύουν την πραγματικότητα με την φαντασία – ζητήματα που απασχολούν την συγγραφέα μας σε διάφορα διηγήματα της συλλογής, όπως στο «Ιντερνετ Καφέ» ή το «Προετοιμασία γα φόνο», με το τελευταίο να αφήνει πάνω μας τα επώδυνα ίχνη των διαφόρων ολοένα εξελισσόμενων Γκουαντάναμο που μας περιβάλλουν.

Άφησα για το τέλος το αγαπημένο μου της συλλογής «Ο ήχος του βιολιού», που εμπεριέχει μια έμμεση αναφορά σε ένα συγγραφέα που λατρεύω, τον Μπόρχες. Ένα Βιβλίο με το Β κεφαλαίο. Οι άνθρωποι δανείζονται με σειρά προτεραιότητας και για λίγες μέρες ένα Βιβλίο από το οποίο θα μάθουν ό,τι τους ενδιαφέρει, κυρίως την ιστορία τους, το παρελθόν τους, θα εξηγήσουν τη ζωή τους. Στο Βιβλίο βρίσκει κανείς ό,τι αναζητά αρκεί να μπορεί να βρει την σελίδα που τον αφορά. Ευθεία αναφορά στην αναζήτηση του Θεού, με την κυριολεκτική ή την συμβολική του σημασία, του Θεού  –φορέα της αλήθειας. Όμως αυτό το Βιβλίο που δυσκολεύει την ηρωίδα του διηγήματος θα πρέπει να κοντραριστεί με τον ήχο ενός βιολιού που την απασχολεί και την αποδιοργανώνει στην έρευνά της. Αν το Βιβλίο συναιρεί την ιστορία της ανθρωπότητας και απαντά στα  οδυνηρά ερωτήματα για την αρχή της ζωής, ερωτήματα εν πολλοίς αναπάντητα, που αξίζουν ακριβώς για να τεθούν και να βάλουν σε λειτουργία την σκέψη, ο ήχος του βιολιού μπορεί να είναι ο αντιπερισπασμός της ζωής και η μόνη απάντηση σε τέτοια ερωτήματα το παυσίλιπον  της τέχνης

Τελειώνοντας, θα επιστρέψω στην αρχή, στον τίτλος. Εξορία είναι η επιστροφή, αντιφατικός από μια πρώτη ανάγνωση.  Ωστόσο όχι. Το μέλλον που περιγράφει η Μαρία, το στειρωμένο, λευκό, γυάλινο, παγωμένο μέλλον, με τις προδιαγεγραμμένες σχέσεις, την διαγραφή της φαντασίας και τα ελεγχόμενα συναισθήματα είναι ο κόσμος μας και ο κόσμος που μας περιμένει. Δεν πάμε μπροστά, τρέχουμε προς τα πίσω. Η ζωή που θα θέλαμε εκδικείται γιατί δεν την επιλέγουμε και μας εξορίζει σε μια αέναη επιστροφή σε όσα νομίζαμε ότι αφήσαμε πίσω μας. Στην πραγματικότητα, αφήσαμε πίσω μας ό,τι μας κάνει ανθρώπους.

 

 

(Το κείμενο γράφτηκε για την πρώτη παρουσίαση του βιβλίου

της Μαρίας Τζαρδή, στο Underflow, στις 20 Απριλίου  2016. Μια

παραλλαγή του διαβάστηκε σε εκδήλωση για το βιβλίο στα γραφεία

των εκδόσεων ΕΥΜΑΡΟΣ στις 3.4.2017 )

Παρουσίαση του βιβλίου του Χάρη Αθανασιάδη «Τα αποσυρθέντα βιβλία. Έθνος και σχολική ιστορία στην Ελλάδα, 1858-2008»

Σχολιάστε

Σε εκδήλωση που διοργάνωσε ο πολιτιστικός χώρος ΕΥΜΑΡΟΣ

στις 4 Δεκεμβρίου 2015

Φίλες και φίλοι καλησπέρα!

Είναι ιδιαίτερη χαρά και τιμή για μένα να παρουσιάζω τον Χάρη Αθανασιάδη και το νέο του βιβλίο «Τα αποσυρθέντα βιβλία. Έθνος και σχολική ιστορία στην Ελλάδα, 1858-2008 ». Όχι μόνο γιατί τον γνωρίζω πάνω από 20 χρόνια και παρακολουθώ όσο μπορώ την πορεία του, την αγωνία του και την προσφορά του στον πολύπαθο χώρο της εκπαίδευσης με μελέτες και έρευνες και πολλά – πολλά άρθρα που προσπαθούν να εισχωρήσουν στα προβλήματα του χώρου και στην ιστορία αυτών των προβλημάτων, αλλά και γιατί αυτό το τελευταίο του βιβλίο ανοίγει ένα σοβαρό και γόνιμο προβληματισμό στην σχολική ιστορία, μακριά από υστερικές φωνές ένθεν κακείθεν που στο βωμό της εκάστοτε επικαιρότητας ή ιδεοληψίας, αφήνουν κατά μέρος το σημαντικότερο: την ενδελεχή, ψύχραιμη και ουσιαστική μελέτη των φαινομένων. Και συνήθως εγκαταλείπουν μόλις κοπάσει ο θόρυβος για να επανέλθουν μένεα πνέοντες την επόμενη φορά που ένα θέμα θα τραβήξει την προσοχή των καναλιών. Ο Αθανασιάδης είναι στον ακριβή αντίποδα αυτής της πρακτικής.

Κανείς ή έστω κανείς έξω από την επιστημονική κοινότητα και κάποιους φωτισμένους διδάσκοντες δεν ασχολείται με το τι γράφεται μέσα στα βιβλία της φυσικής και των μαθηματικών. Με το πώς γράφεται ακόμα πιο πολύ. Εκεί η γνώση είναι στο απυρόβλητο. Ή χειρότερα δεν ενοχλεί. Αν ενόχλησε κάτι από το χώρο των θετικών λεγομένων επιστημών την τελευταία πεντηκονταετία, ας πούμε, ήταν μερικές θεωρίες βιολογίας που ανέτρεπαν τα όσα έπρεπε να πιστεύουν τα ελληνοχριστιανόπουλα για τη γένεση του κόσμου, ακριβώς όπως συνέβη με τις ίδιες θεωρίες και στις ΗΠΑ. Και πάντως το θέμα δεν απασχόλησε ιδιαίτερα. Κανείς δεν ασχολείται με τα αρχαία ελληνικά, παρά μόνο για να τονίσει την ανάγκη διδασκαλίας τους, γιατί αλλιώς δεν θα μάθουν την γλώσσα τους, 5 ‘ωρες αρχαία στην α΄ λυκείου 2 ώρες νεοελληνική γλώσσα. Σε άλλο αναφερόμουν όμως. Πχ σ’ αυτές τις φρικτές γεμάτες λάθη εισαγωγές στην τραγωδία που παρά την έκτασή τους παρουσιάζουν παροιμιώδη αποσπασματικότητα με όλες τις συνέπειες. Ας πούμε, η εισαγωγή στην «Αντιγόνη» που διδάσκεται στη Β΄ Λυκείου, ελέγχθηκε κριτικά σε μερικά άριστα άρθρα που δημοσιεύτηκαν πριν από χρόνια, θυμάμαι αίφνης την τοποθέτηση της ποιήτριας Τασούλας Καραγεωργίου, έμεινα στο στενό κύκλο κάποιων συναδέλφων και ερευνητών. Όταν όμως πρόκειται για την ιστορία, τότε όλοι έχουν λόγο. Θα πρέπει μάλιστα να γίνουμε ακριβέστεροι, όχι γενικά μιλώντας για την ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία αλλά κυρίως για την νεότερη ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία. Γιατί στην συντριπτική τους πλειονότητα οι αντιδράσεις αυτήν αφορούν. Δεν άκουσα κανέναν να διαμαρτύρεται για το κυριολεκτικά άθλιο βιβλίο Βυζαντινής και Μεσαιωνικής Ιστορίας της Β΄ Λυκείου. Δεν άκουσα κανένα να διαμαρτύρεται για την αποσπασματική ύλη όλων των περιόδων. Δεν άκουσα κανέναν να διαμαρτύρεται γιατί την ιστορία, όπως έγραψε χαριτολογώντας στο twitter του ο νεαρός ιστορικός Κώστας Παλούκης, οι μόνοι που αδικούνται και δεν την διδάσκουν είναι οι μαθηματικοί. 24 χρόνια δασκάλα σε πάνω από 10 λύκεια της χώρας, ιστορικός με διδακτορικό στην αρχαία ιστορία, με ειδικότητα την ύστερη αρχαιότητα, έχω διδάξει 5 χρόνια αρχαία ιστορία και τον έναν εξ αυτών μισό, γιατί έφυγα με απόσπαση. Γιατί η ιστορία και δη η αρχαία ιστορία είναι ένα δίωρο προς συμπλήρωση ωραρίου.

Το πρόβλημα της σχολικής ιστορίας δεν είναι τελικά ένα θέμα διδασκαλίας –ή έστω μόνο διδασκαλίας- όπως συνήθως λέγεται. Δεν χωλαίνει η μέθοδος. Το πρόβλημα είναι η στοχοθεσία του μαθήματος, και από κει προκύπτουν και τα μεγαλύτερα προβλήματα στη διδασκαλία. Η αφήγηση του παρελθόντος όπως επιλέχθηκε να διαμορφωθεί για να διαμορφώσει μέσα από αυτήν όχι ιστορική συνείδηση αλλά εθνική συνείδηση. Και η εθνική συνείδηση έχει επιλεκτική μνήμη και αναδημιουργική ικανότητα. Σε τελείως άλλες ιστορικές περιστάσεις και σε μια εντελώς διαφορετική κοινωνία, όταν εγκαινιάζεται το Φλάβιο αμφιθέατρο, το Κολοσσαίο, ο αυτοκράτορας Τίτος παραγγέλνει μια ναυμαχία, ένα υπερθέαμα μίμηση ναυμαχίας μέσα στο πλημμυρισμένο εν είδει λίμνης δάπεδο του αμφιθεάτρου. Θα παρασταθεί η ναυμαχία Αθηναίων και Συρακουσίων το 414 π.Χ. Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα έχουν νικήσει οι Συρακούσιοι. Και η Ρώμη ταυτίζεται με την Αθήνα. Το πρόβλημα επιλύεται πολύ απλά. Αλλάζει το αποτέλεσμα της ναυμαχίας και οι Ρωμαίοι θεατές βλέπουν την νίκη των Αθηνών. Στην εποχή μας βέβαια η αναδιαμόρφωση και η ψευδοανάπλαση του παρελθόντος δεν γίνεται τόσο μπρούτα. Όμως πόσο μακριά είμαστε από τον Τίτο, όταν παρουσιάζουμε μια σειρά δημοσιονομικών μέτρων του αυτοκράτορα Νικηφόρου Α΄ με σκοπό τον δραστικό περιορισμό των μεγαλογαιοκτημόνων και την φορολόγηση της μοναστικής περιουσίας (για το συμφέρον του παλατιού φυσικά) με το όνομα που τους δίνει ο εικονολάτρης Θεοφάνης, «κακώσεις», ενώ τίποτε στο σχετικό κεφάλαιο δεν βοηθά τον μαθητή να συνδέσει την πληροφορία που του δίνεται ξαφνικά με το αμέσως προηγούμενο κεφάλαιο της εικονομαχίας και τίποτε δεν του εξηγεί τον κεντρικό ρόλο που έπαιξαν τα μοναστήρια στην διαμάχη εξαιτίας ακριβώς της μοναστικής περιουσίας. Για να μην πω ότι το βιβλίο αφήνει καταφανώς την εντύπωση ότι όλη η περίοδος λήγει με νίκη της εκκλησίας, παραποιώντας δηλαδή μια τετριμμένη αποδοχή των ιστορικών, ότι στο Βυζάντιο πολύ δυνατή ήταν η εκκλησία, παποκαισαρισμό δεν είχαμε όμως.

Ο Χάρης Αθανασιάδης παίρνει αφορμή από την περίφημη διαμάχη για το βιβλίο της Στ’ Δημοτικού που υπέγραψε η Ρεπούση και η ομάδα της, που οδήγησε στην απόσυρσή του και πηγαίνοντας ένα-ένα βήμα προς τα πίσω μελετά άλλες περιπτώσεις απόσυρσης σχολικών εγχειριδίων ιστορίας στον 20ο αι. –στον 19ο δεν υπάρχουν τέτοια φαινόμενα. Η σχολική ιστορία, μολονότι προσπαθεί να παρακολουθεί στοιχειωδώς τις εξελίξεις στην ιστορική επιστήμη, αναγκάζεται να προσαρμοστεί στα αναλυτικά σχολικά προγράμματα, αποτυπώνοντας την επίσημη και εμφανιζόμενη ως μοναδική άποψη για το παρελθόν της χώρας. Θεωρεί μάλιστα ότι ο τόπος της σχολικής ιστορίας, με δική του διατύπωση, είναι «ο ασαφής χώρος στον οποίο συναντώνται η δημόσια και η ακαδημαϊκή ιστορία». Ωστόσο το ακαδημαϊκό κομμάτι υποχωρεί μπροστά στον βασικό στόχο που βάζει η εκπαίδευση του κάθε εθνικού κράτους: να μορφοποιήσει τη συνείδηση μιας εθνικής ταυτότητας λαμπερής και ελκυστικής. Το βασικό σχήμα πάνω στο οποίο στηρίζεται με παραλλαγές η αφήγηση όλων των σχολικών εγχειριδίων του 20 και 21 αι. με μια-δυο ίσως εξαιρέσεις που δεν ευδοκίμησαν (πχ. Η ιστορία του Καλοκαιρινού) είναι το παπαρρηγοπούλειο ιδεολόγημα της ιστορικής συνέχειας και της ενότητας του ελληνισμού από την αρχαιότητα ως την σύγχρονη εποχή με ενδιάμεσο σταθμό το Βυζάντιο. Να θυμίσω πολύ σύντομα εδώ ότι για χρόνια ο κυκλαδικός και μινωικός πολιτισμός δεν διδάσκονταν ή διδάσκονταν υποβαθμισμένα, γιατί δεν είναι ελληνικοί πολιτισμοί και ακόμα και σήμερα το βιβλίο της Α΄ Λύκειου διαθέτει ένα κακογραμμένο περίπου δισέλιδο που στην πραγματικότητα μπερδεύει τον μαθητή αντί να τον βοηθήσει να καταλάβει τι σημαίνει «κυκλαδικός πολιτισμός». Και όλα’ αυτά παρά το γεγονός, και εδώ επιστρέφω στο βιβλίο του Χάρη, πως στα μεταπολιτευτικά χρόνια έγινε μια προσπάθεια να ενταχτούν κάποιες νέες οπτικές κυρίως για τον αρχαίο κόσμο, αφού έπρεπε το όλον της αφήγησης να ενταχθεί σε μια ευρύτερη αφήγηση της ευρωπαϊκής ιστορίας. Έτσι, και ελπίζω ότι δεν προδίδω το βιβλίο, νομίζω ότι μπορούμε να συμπεράνουμε πως η ιστορία γίνεται ένα μάθημα προπαγάνδας, σε πολλά ομοιάζον με το μάθημα των θρησκευτικών. Τα τελευταία 30 χρόνια, περισσότερο απ’ ό,τι παλιότερα αλλά με τελείως διαφορετική έκφραση από την εθνική συνείδηση προδικτατορικά, και για λόγους που δεν είναι της ώρας να συζητήσουμε, οι ιδεολογικές παρεμβάσεις στη νέα γενιά γίνονται με έναν άλλο πιο επικίνδυνο τρόπο: μια τομή στην ιστορική συνέχεια, μια αλλαγή στην αίσθηση του χρόνου, η παροντοποίηση του χρόνου, και μια απίστευτη αντίφαση: τα παιδιά μισούν την ιστορία, δυσκολεύονται μ’ αυτήν όσο με κανένα άλλο αντικείμενο και την ίδια στιγμή αναπαύονται πάνω στην εύκολη σχηματοποίηση ενός ανύπαρκτου «εμείς», ενός υποτίθεται ενιαιοποιημένου λαού, «είμαστε Έλληνες», χωρίς καμιά ταξικότητα και καθόλου αντιθέσεις (κουβέντες όπως «γιατί έχουμε τόσα κόμματα, ενώ είμαστε όλοι Έλληνες»; κτλ).

Από την εκδήλωση

Το βιβλίο του Χάρη Αθανασιάδη δεν εξαντλεί τις περιπτώσεις των εγχειριδίων που αποσύρθηκαν. Ασχολείται με 6 κυρίως εγχειρίδια που πιάνουν όλο τον 20 αι. και την δεκαπενταετία του τρέχοντος 21ου. Τα ψηλά βουνά του Ζαχαρία Παπαντωνίου, την Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική Ιστορία του Κώστα Καλοκαιρινού, την ιστορία του Γιώργου Κόκκινου, το βιβλίο της ομάδας Ρεπούση, και το μακροβιότερο αναγνωστικό, το «Γερο Στάθη» του Μελά ως κείμενο ελέγχου. Παρακολουθώντας τις περιπτώσεις αυτές, προσφέρει ένα ικανοποιητικό ερμηνευτικό σχήμα των αιτίων που οδήγησαν σ’αυτές τις αποσύρσεις.

Τα αποσυρθέντα εγχειρίδια εγκρίθηκαν σε περιόδους μεταβατικές, πολιτικών αλλαγών μέσα στο σύστημα. Η ένταξή τους προκάλεσε ιδεολογικές διαμάχες που δεν εδράζονταν στην επιστήμη αλλά στην ιδεοληψία της διατήρησης του παπαρρηγοπούλειου σχήματος και της απόρροιάς του ότι το έθνος υφίσταται πόλεμο διότι έχει μια ιδιαιτερότητα, κάτι σαν περιούσιος λαός. Και επούλωνε το τραύμα της μικρής συμμετοχής της Ελλάδας ως φτωχού και τεχνολογικά ασήμαντου χώρου στο παγκόσμιο οικονομικό και πολιτισμικό ΑΕΠ. Αν και είμαστε μικρός λαός έχουμε μεγάλο παρελθόν. Στις διαμάχες αυτές μπαίνει ενεργά ένα πλήθος κόσμου που καμιά σχέση δεν έχει με την επιστήμη της ιστορίας και απαιτεί να διδαχτεί η ιστορία «όπως του την έμαθαν κι εκεινού γονείς και δάσκαλοί του».

Με δεδομένο μάλιστα ότι στην τελευταία περίπτωση της Ρεπούση έχουμε πια ανοιχτά τα κανάλια της ηλεκτρονικής επικοινωνίας, η δημοσιοποίηση χιλιάδων άρθρων και σχολίων προκαλεί λαϊκή πλημμυρίδα. Από την εποχή του γλωσσικού είχε να γίνει κέντρο συζητήσεων στα καφενεία ένα επιστημονικό και παιδαγωγικό θέμα. Ειρήσθω εν παρόδω, και αυτό είναι μια παρατήρηση που βγαίνει από την μελέτη του βιβλίου, επειδή το ιδεολογικό και μόνο βαρύνει, καθόλου δεν απασχολεί τους επικριτές των βιβλίων η παιδαγωγική τους επάρκεια. Ούτε το γεγονός πως η κάθε φουρνιά παιδιών τελειώνει το λύκειο πιο ανιστόρητη από την προηγούμενη και εξαιρετικά περήφανη γι’ αυτό, δηλώνοντας με τόλμη «δεν μ’αρέσει η ιστορία», παπαγαλίζοντας για να περάσει τις εξετάσεις και ξεχνώντας το επόμενο λεπτό της παράδοσης του τελικού γραπτού ό,τι διδάχτηκε όλη τη χρονιά.

Ένα αίτημα των ιστορικών δασκάλων στα σχολεία, που στηρίζει το βιβλίο του Χάρη είναι το παρακάτω: Να περάσει στα σχολεία αυτό που ξέρει η κοινότητα των επιστημόνων με τρόπο εύληπτο, γλαφυρό, απλό, με πλούσιο εικονογραφικό υλικό, να συνδεθεί η γεωγραφία με την ιστορία και να αποτελέσει μέρος της η ιστορία των ιδεών, των επιστημονικών ανακαλύψεων και των θρησκευτικών φαινομένων κάθε εποχής μέσα στην εποχή τους. Δείχνοντας δηλαδή στο νεαρό πολίτη πως η κάθε φορά καθημερινότητά του ορίζεται από μια πολύπλοκη αλυσίδα πολιτικών, διπλωματικών, οικονομικών, κοινωνικών γεγονότων, πως ό,τι ονομάζουμε πολιτισμός και θρησκεία ανήκει σ’ αυτήν την πολύπλοκη αλυσίδα και εξηγείται μέσα απ’ αυτήν. Την έννοια του διαφορετικού –ζητούμενο της πολυπολιτισμικής εποχής μας- μόνο μέσα από την ιστορία και τη λογοτεχνία μπορεί να την πάρει ο νεαρός πολίτης.

 

 

Συνέντευξη με τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων , Χάρη Αθανασιάδη

Σχολιάστε

 Με αφορμή το βιβλίο του

«Τα αποσυρθέντα βιβλία. Έθνος και σχολική ιστορία στην Ελλάδα, 1858-2008″

(εκδ.Αλεξάνδρεια, 2015)

(την συνέντευξη πήραμε μαζί με τον ιστορικό της εκπαίδευσης Παναγιώτη Πυρπυρή)

Μαρώ Τριανταφύλλου: κ. Αθανασιάδη, εκδόθηκε πρόσφατα μια μελέτη σας για τα «Αποσυρθέντα βιβλία», δηλαδή τα «αιρετικά» βιβλία που προκάλεσαν δημόσιες διαμάχες και τελικά αποσύρθηκαν. Τί σας ώθησε να ασχοληθείτε με το ζήτημα αυτό;

Χάρης Αθανασιάδης: Αφορμή ήταν, βέβαια, η πολύ γνωστή διαμάχη για το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού που ξέσπασε το 2006 και διήρκησε δυο χρόνια. Ήταν αναμενόμενο ένας εκπαιδευτικός να αναρωτηθεί γιατί ένα σχολικό εγχειρίδιο ξεπερνά την αυλή του σχολείου και γίνεται αντικείμενο δημόσιας διαμάχης.Κι ακόμα πιο αναμενόμενο να αναρωτηθεί ένας ιστορικός της εκπαίδευσης, όπως εγώ, αν υπήρξαν κι άλλες ομόλογες διαμάχες στο παρελθόν. Κι όταν εύκολα διαπιστώθηκε πως ναι, υπήρξαν κάμποσες τέτοιες σε ολόκληρο τον εικοστό αιώνα, ανέκυψαν τα κεντρικά ερωτήματα που υπαινιχθήκατε και τα οποία έκρινα πως άξιζε να διερευνηθούν: Πότε και γιατί ανακύπτει μια δημόσια διαμάχη για ένα σχολικό εγχειρίδιο; Και γιατί σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η διαμάχη απολήγει σε απόσυρση του επίμαχου εγχειριδίου;

Μ.Τ.Το βιβλίο της ΣΤ΄ Δημοτικού προκάλεσε αντιδράσεις για τον τρόπο που περιέγραφε στιγμές της σύγχρονης ιστορίας μας, όπως τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αναμενόμενο, ίσως. Όμως ανάμεσα στα «αποσυρθέντα» υπάρχει και ένα εγχειρίδιο βυζαντινής Ιστορίας. Δεν είναι κάπως παράδοξο να ενοχλείται κανείς από ένα βιβλίο βυζαντινής Ιστορίας;

Χ.Α. Είναι αλήθεια ότι η σύγχρονη Ιστορία προκαλεί τις μεγαλύτερες εντάσεις. Καταρχάς διότι εμπλέκεται με τη μνήμη, καθώς αναμετριέται με πρόσφατες πτυχές του παρελθόντος, οι πρωταγωνιστές των οποίων ή οι άμεσοι απόγονοί τους ζουν ακόμη. Επίσης, διότι, όσα αποτυπώνονται εκεί θεωρείται πως διαμορφώνουν τις στάσεις των πολιτών απέναντι σε σημερινά διακυβεύματα. Στην πραγματικότητα, λοιπόν, οι διαμάχες για το πρόσφατο παρελθόν είναι διαμάχες για το παρόν και το μέλλον, για τον τρόπο με τον οποίο εξηγούμε κρίσιμες πτυχές του παρόντος και, άρα, για τους προσανατολισμούς που προκρίνουμε. Ωστόσο, δεν αποκλείεται να ανακύψει διαμάχη και για Ιστορίες παλαιότερων περιόδων, αν θεωρηθεί πως με κάποιο τρόπο επηρεάζουν σύγχρονα διακυβεύματα. Το εγχειρίδιο στο οποίο αναφέρεστε, η «Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική Ιστορία», του Κώστα Καλοκαιρινού, ήταν ένα καλογραμμένο και εύληπτο βιβλίο, την παιδαγωγική αξία του οποίου εξήραν ακόμα και οι επικριτές του. Εισήχθη στα Γυμνάσια το 1965, στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του Παπανούτσου, κι όταν δυο μήνες αργότερα αποσύρθηκε έγινε μπεστ σέλερ στην ελεύθερη αγορά. Δεν υπήρχε αριστερός φοιτητής που να μην το είχε αγοράσει. Διότι οι αντίπαλοί του το επέκριναν, ανάμεσα σε άλλα, επειδή αναδείκνυε, υπερβολικά κατά τη γνώμη τους, τις εσωτερικές συγκρούσεις στη ρωμαϊκή και τη βυζαντινή κοινωνία. Άρα, διότι υιοθετούσε εμμέσως τη μαρξιστική προσέγγιση της ιστορίας που έδινε έμφαση στην ταξική πάλη. Στο πλαίσιο της μετεμφυλιακής Ελλάδας, κάτι τέτοιο ισοδυναμούσε με ενστάλαξη στους μαθητές της αριστερής ανάγνωσης για την κοινωνία και, συνακόλουθα, με παρώθησή τους να ενδώσουν στα κελεύσματα των Λαμπράκηδων.

Ο Χάρης Αθανασιάδης (από το propaganda.gr)

Μ.Τ. Μιλήσατε για συνάντηση της Ιστορίας με τη μνήμη. Απ’ όσα γράφετε στο βιβλίο σας,η συνάντηση αυτή φαίνεται να ήταν ο κύριος λόγος που, το 2002, αποσύρθηκε η «Ιστορία του νεότερου και σύγχρονου κόσμου» της ομάδας του Γιώργου Κόκκινου…

Χ.Α. Πράγματι, η διαμάχη για το εγχειρίδιο εκείνο διεξήχθη κυρίως στην Κύπρο και αφορούσε τον τρόπο με τον οποία αποτιμούσε τον αγώνα ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, ο οποίος έλαβε χώρα κατά την δεκαετία του 1950, υπό τη διεύθυνση της  ΕΟΚΑ. Από την ανατομία της διαμάχης προκύπτουν ξεκάθαρα οι ασυμφιλίωτες μνήμες των πρωταγωνιστών, επωνύμων και ανωνύμων, της περιόδου εκείνης. Όμως ακόμα και αν έλειπε η επίμαχη αναφορά για τον «υπερσυντηρητισμό»της ΕΟΚΑ, το βιβλίο δεν θα είχε καλύτερη τύχη. Ήδη είχαν αρχίσει οι επικρίσεις για τον τρόπο που αποτιμούσε τη συμβολή του Κωνσταντίνου Καραμανλή στη μετεμφυλιακή περίοδο ή για τον τρόπο που περιέγραφε την Κατοχή και τον Εμφύλιο – ήταν το πρώτο σχολικό βιβλίο που αναφερόταν ρητά στο φαινόμενο του δοσιλογισμού.Βλέπετε, η ομάδα των ιστορικών που έγραψε το εγχειρίδιο εκείνο δούλεψε στην εποχή της κυβέρνησης Σημίτη, όταν όλα έδειχναν πως το εκσυγχρονιστικόπείραμα πετυχαίνει και η Ελλάδα μέλλει να ενταχθεί τελεσίδικα στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης. Η περιρρέουσα εκείνη ατμόσφαιρα λειτούργησε ως ευνοϊκό πλαίσιο για τη συγγραφή ενός σχολικού βιβλίου Ιστορίας που εγκατέλειπε εμφανώς τον εθνοκεντρισμό, εισήγαγε νέες θεματικές, δεν απέφευγετις μελανές σελίδεςτου οικείου παρελθόντος και γενικότερα επιχειρούσε να κλείσει την ψαλίδα που είχε ανοίξει ανάμεσα στη σχολική Ιστορία και στην ακαδημαϊκή. Τη δοκιμή αυτή δεν την άντεξε η ελληνική πολιτεία και κοινωνία. Από τη σημερινή οπτική, η απόσυρση του εγχειριδίου και η παλινδρόμηση σε πιο παραδοσιακέςαναγνώσεις για το παρελθόν,θα έλεγε κανείς πως προοιώνιζαντη γενικότερη αναδίπλωση που ζούμε σήμερα.

Παναγιώτης Πυρπυρής:Στη μελέτη σας υποστηρίζετε ότι αν ένα σχολικό βιβλίο Ιστορίας αποκλίνει από τον κανόνα που θεμελιώθηκε στον 19ο αιώνα, από τον κανόνα που θεμελίωσε ο Παπαρρηγόπουλος, εγείρει αντιδράσεις και αποσύρεται. Στις περιπτώσεις που περιλαμβάνονται στο βιβλίο η διαπίστωση αυτή τεκμηριώνεται πειστικά.Ωστόσο,στη δεκαετία του 1980 είχαμε στη Γ΄ Λυκείου τα «Θέματα Ιστορίας» του Φανούρη Βώρου –το «μπλε βιβλίο», όπως το έλεγαν οι μαθητές– το οποίο αναβάθμιζε τον Διαφωτισμό, άφηνε αιχμές ενάντια στην εκκλησία, καινοτομούσε γενικώς σε διάφορα σημεία και όμως δεν αποσύρθηκε.

Χ.Α. Είναι αλήθεια πως το «μπλε βιβλίο» δεν προκάλεσε αντιδράσεις παρότι εισήγαγε ορισμένα καινά δαιμόνια. Όμως δεν ήταν Ιστορία «κορμού», Ιστορία δηλαδή που απευθυνόταν σε όλους τους μαθητές. Ήταν ένα ειδικό εγχειρίδιο που επικεντρωνόταν μόνο σε ορισμένες μόνο πτυχές του εθνικού παρελθόντος και διδασκόταν αποκλειστικά στους μαθητές της θεωρητικής δέσμης. Ως τέτοιο λειτουργούσε συμπληρωματικά στο βασικό εγχειρίδιο, το οποίο ακολουθούσε κατά βάση την παραδοσιακή ενιαία αφήγηση της πορείας του έθνους. Όταν όμως ένα από τα βασικά εγχειρίδια καινοτόμησε, η Ιστορία που έγραψε ο Βασίλης Κρεμμυδάς για τη Γ΄ Λυκείου, υπήρξαν αξιοσημείωτες αντιδράσεις και τελικά αποσύρθηκε. Θυμηθείτε επίσης τι συνέβη την ίδια περίοδο, την δεκαετία του 1980, με την «Ιστορία του ανθρώπινου γένους», του Λευτέρη Σταυριανού. Επικρίθηκε και αποσύρθηκε διότι υιοθετούσε τη δαρβινική θεωρία, αλλά ο ουσιώδης λόγος ήταν πως δεν έθετε ως άξονα της αφήγησης το (ελληνικό) έθνος, αλλά επέστρεφε στη θεώρηση του Διαφωτισμού όταν σημασία είχε η γενική πορεία του ανθρώπινου πολιτισμού και όχι οι βιογραφίες των εθνών. Η οπτική αυτή, ξέρετε, ήταν κυρίαρχη στα ελληνικά σχολεία κατά τις πρώτες δεκαετίες του ελληνικού κράτους. Έφερε το όνομα «Γενική Ιστορία». Η πρώτη φορά που προτάθηκε ένα εγχειρίδιο με κεντρικό υποκείμενο το ελληνικό έθνος στη διαχρονία του ήταν το 1853, από τον μετέπειτα εθνικό μας ιστοριογράφο, τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο. Το εγχειρίδιο εκείνο απορρίφθηκε με το επιχείρημα πως περιλαμβάνει ως μη όφειλε και τους Βυζαντινούς στην ελληνική ιστορία. Επιχείρημα ανήκουστο σήμερα, απολύτως θεμιτό τότε. Βλέπετε η σχολική ιστορία έχει και αυτή την ιστορία της.

 

Π.Π. Το φαινόμενο των αντιδράσεων της κοινωνίας απέναντι σε ένα εγχειρίδιο ιστορίας είναι μόνο ελληνικό ή έχουμε και σε άλλα κράτη τόσο έντονες συγκρούσεις; Το ερωτώ έχοντας κατά νου το θετικό παράδειγμα της Ισπανίας, όπου τα τελευταία χρόνια γίνεται μια συστηματική προσπάθεια να ενσωματωθούν στη σχολική ιστορία τα πορίσματα της σύγχρονης ιστοριογραφίας.

Χ.Α. Οι διαμάχες για το παρελθόν δε λείπουν σχεδόν από καμιά χώρα της Δύσης –και όχι μόνο της Δύσης. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, προκαλεί αντιπαραθέσεις ο τρόπος που αποτυπώνονται στα σχολικά βιβλία όσα αφορούν στη μεταχείριση που επιφύλαξαν οι λευκοί στους γηγενείς και στους μαύρους, αλλά οι αντιπαραθέσεις αυτές περιορίζονται κατά βάση εντός της επιστημονικής και εκπαιδευτικής κοινότητας. Το αμερικανικό ανάλογο των δικών μας είναι νομίζω οι εκεί δημόσιες διαμάχες ανάμεσα στους υπέρμαχους της δαρβινικής θεωρίας και τους «δημιουργιστές», τους οπαδούς του λεγόμενου «ευφυούς σχεδίου». Αλλά, για να μην απενοχοποιούμαστε προτάσσοντας το επιχείρημα πως «αυτά παντού συμβαίνουν», ίσως είναι καλύτερα να στρέψουμε το βλέμμα στα θετικά παραδείγματα, όπως αυτό της Ισπανίας, στο οποίο αναφερθήκατε. Προσθέτω τη γνωστή προσπάθεια των γάλλων και γερμανών ιστορικών να γράψουν μια κοινή γαλλογερμανική Ιστορία των νεότερων και σύγχρονων χρόνων. Η προσπάθεια αυτή ολοκληρώθηκε το 2006 και το βιβλίο που προέκυψε αξιοποιείται σήμερα, έστω επικουρικά, από τους εκπαιδευτικούς των δύο χωρών. Η δική μας ανάλογη προσπάθεια για τη συγγραφή μιας κοινής Ιστορίας των βαλκανικών χωρών, όσων προέκυψαν από την μήτρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, παρότι έδωσε ένα αξιόλογο αποτέλεσμα, δεν ευτύχησε να βρει μια θέση στα ελληνικά σχολεία.

Ένα από τα αποσυρθέντα,  το βιβλίο του Καλοκαιρινού

Π.Π. Χώρες, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, στις οποίες αναφερθήκατε δεν έχουν ένα συγκεκριμένο μοναδικό εγχειρίδιο για κάθε μάθημα. Μήπως είναι αυτός ένας από τους λόγους που εκεί δεν έχουμε τέτοιας έκτασης δημόσιες διαμάχες;

Χ.Α. Αναμφίβολα, είναι καλύτερα να εγκρίνονται περισσότερα από ένα βιβλία για κάθε μάθημα. Από πολλές απόψεις. Καταρχάς το ένα και μοναδικό εγχειρίδιο αποπνέει μια δογματική αντίληψη για τη γνώση. Το εγχειρίδιο προσλαμβάνεται, δηλαδή, ως ιερό κείμενο, όπως η Βίβλος. Περιέχει τη Γνώση, με «Γ» κεφαλαίο, τη μία και μοναδική, η οποία ως τέτοια δεν πρόκειται να αλλάξει. Η παραδοχή αυτή ξέχωρα από τις επιστημολογικές έχει και παιδαγωγικές επιπτώσεις. Αποκτά νόημα, για παράδειγμα, η απομνημόνευση. Αφού η γνώση είναι μία, αναλλοίωτη και περιορισμένη είναι και δυνατόν και θετικό να απομνημονευθεί στο σύνολό της. Η έγκριση πολλών βιβλίων μπορεί επίσης να συμβάλλει στη μείωση των εκπαιδευτικών ανισοτήτων. Ο κάθε δάσκαλος θα μπορεί να διαλέξει ανάμεσα σε βιβλία διαφορετικής δυσκολίας ή διαφορετικής προσέγγισης εκείνο που εκτιμά ότι ταιριάζει καλύτερα στους μαθητές του. Άρα να τους προσφέρει την κατάλληλη γι’ αυτούς αφετηρία και τον κατάλληλο γι’ αυτούς βηματισμό. Όμως, παρ’ όλα αυτά, στην Ιστορία η έγκριση περισσοτέρων του ενός βιβλίων δεν απαντάει στο πιο κεντρικό από τα προβλήματά της. Στη ρομαντική αντίληψη που θεωρεί πως η Ιστορία δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο από μια μακραίωνη βιογραφία του οικείου έθνους. Και στη θετικιστική αντίληψη που εκτιμά πως η Ιστορία μπορεί να αποτυπώσει επακριβώς το παρελθόν και, άρα αρκεί να γραφεί προσεκτικά μια φορά και δε θα χρειαστεί ούτε να επανελεχθεί ούτε να συμπληρωθεί ούτε να φωτιστεί από διαφορετικό θεωρητικό βλέμμα. Τούτες οι δύο είναι παραδοχές του 19ου αιώνα που επικαθορίζουν ακόμη τη σχολική Ιστορία και ευρύτερα τη δημόσια Ιστορία στη χώρα μας. Άρα, αν εγκρίνουμε τρία εγχειρίδια Ιστορίας αντί για ένα, αλλά και τα τρία οικοδομηθούν πάνω στις δύο αυτές παραδοχές δεν λύνουμε το πρόβλημα. Το λεγόμενο «πολλαπλό βιβλίο», συνεπώς, έχει νόημα μόνο αν ραγίζει τη μονολιθικότητα του βλέμματος.

Μ.Τ. Πώς θα μπορούσαμε να έχουμε ιστορικά εγχειρίδια που να μην είναι εθνοκεντρικά, αλλά να δημιουργούν ιστορική συνείδηση, να προσεγγίζουν την ιστορία συνολικά με λόγο γοητευτικό,να υιοθετούν τις εξελίξεις της σύγχρονης ιστοριογραφίας και συνάμα να ικανοποιούν τις ανάγκες των μαθητών και να ανταποκρίνονται στις ιδιαιτερότητες της νεολαίας αυτής της εποχής;

Χ.Α. Η ερώτησή σας συμπυκνώνει τους στόχους που θα έπρεπε να έχει η σχολική Ιστορία σήμερα. Βέβαια γνωρίζουμε πως η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Επισήμως, ο κύριος στόχος της Ιστορίας παραμένει ακόμη η ενστάλαξηεθνικής συνείδησης στους μαθητές. Αυτός ο στόχος ήταν ίσως αναγκαίος κατά τον 19ο αιώνα και ίσως ως την εθνική μας ολοκλήρωση, το 1922. Τότε, η προσπάθεια για αφομοίωση των ποικίλων γλωσσικών και πολιτισμικών ομάδων στο επίσημο πρότυπο ήταν αξιακά αποδεκτή και, άλλωστε, συμβατή με ό,τι συνέβαινε σε όλα τα νεόκοπα εθνικά κράτη. Σήμερα, όμως, που πλέον δεν διακυβεύεται η εθνική μας ταυτότητα, κανείς και τίποτε δεν αμφισβητεί την ελληνικότητά μας, θα ήταν πολλαπλά χρήσιμο να προταχθεί η καλλιέργεια της ιστορικής σκέψης, μιας σκέψης κατεξοχήν κριτικής. Το παρελθόν είναι μια ξένη χώρα, έγραψε ο βρετανός συγγραφέας Λέσλι Χάρτλεη. Αν η Ιστορία γίνει το όχημα να επισκεπτόμαστε και να κατανοούμε τις μακρινές, σύνθετες, αντιφατικές και γοητευτικές αυτές ξένες χώρες, τις χώρες του παρελθόντος, τότε ίσως μάθουμε να στοχαζόμαστε εξίσου σύνθετα για τοπολύπλοκο και αντιφατικό παρόν μας. Κι ίσως έτσι αφήσουμε επιτέλους δίχως δουλειά τους εμπόρους των πάσης φύσεως θεωριών συνωμοσίας.

(δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΕΠΟΧΗ, 24.1.2016

σε συντομευμένη μορφή)

Older Entries