Με την συλλογή «Κείμενα μικρά  σχεδόν ανήλικα» η ποιήτρια Ελένη Λιντζαροπούλου μπαίνει στο χώρο της πεζογραφίας. Πρόκειται για  15 σύντομα κείμενα που συγκροτούν ένα κομψό τομίδιο μόλις 50 σελίδων.

Η ποιήτρια παραμένει ποιήτρια και στην πεζογραφία της:  όχι μόνο αγαπά την μικρή φόρμα, όπως το αποκαλύπτει ρητά στο οπισθόφυλλο του βιβλίου της, αλλά και χρησιμοποιεί τις ποιητικές τεχνικές για να συντάξει τα πεζά της: συμπύκνωση λόγου, έντονη εικονοποιία, ονειρικό υλικό,  και σχήματα λόγου με προεξάρχουσα την μεταφορά,  απρόβλεπτες εξόχως σημαίνουσες συνάφειες εννοιών και λέξεων. Μερικές φορές  τα πεζά αυτά δίνουν την εντύπωση της αφηγηματικής ανάπλασης ενός ποιήματος.  Παρ’όλ’αυτά διατηρούν με πείσμα και επιτυχία την αφηγηματική ποιότητα που τα εντάσσει, χωρίς αμφιβολίες και ενστάσεις, στην πεζογραφία.

Τα «Ανήλικα κείμενα» δημιουργούν στον αναγνώστη όχι μόνο τις  συναισθηματικές εντάσεις που ήθελε η συγγραφέας αλλά  και κάτι σπανιότερο: το ενδιαφέρον, όχι απλώς για την έκβαση της ιστορίας, μολονότι υπάρχουν ανατροπές που εκπλήττουν και ελκύουν, αλλά για την συναισθηματική εξέλιξη των ηρώων της μέσα στην κατάσταση που τους τοποθετεί, την εσωτερική πορεία τους.

Αποτέλεσμα εικόνας για λιντζαροπούλου ανήλικα

        Ο τίτλος παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Και τα δύο επίθετα έχουν μια παιχνιδιάρικη πολυσημία: μικρά, σε αναφορά με την υιοθετημένη μικρή φόρμα –το είδος του μικροδιηγήματος  θεραπεύεται επιτυχώς  στη χώρα μας. Μικρά, όμως,   σε αναφορά επίσης  με το δεύτερο επίθετο, «ανήλικα», το οποίο, με τη σειρά του, ανακαλεί την έννοια της παιδικής ηλικίας, της αθωότητας, μέσα στην οποία ωστόσο υπάρχει η μοιραία βεβαιότητα της ενηλικίωσης, των αξιώσεων και των αξιωμάτων της.

Και εδώ θα βρούμε  τις ίδιες έννοιες που γνωρίζουμε από την ποίησή της. Θάνατος, πίστη, Θεός, η ανυπόφορη, η άδικη πραγματικότητα, η ίδια η ποίηση ως θέμα, η ποίηση και τα όριά της.  Ως προς το τελευταίο θέμα χαρακτηριστικά είναι δυο κείμενα, η  «Διαδρομή βραδινού λεωφορείου», όπου  παρακολουθούμε πώς η εμπειρία μεταγράφεται σε στίχο, πώς το μοναχικό ταξίδι, η ερημία της ψυχής, η απώλεια, η μνήμη του αγαπημένου σώματος γεννούν τον στίχο που θα μετατραπεί σε ποίημα και το  «Στην άκρη του παντελονιού», όπου, ενώ θέμα του φανερό είναι ο θάνατος, υπόγεια αναπτύσσεται ένα άλλο κείμενο μέσα στο οποίο εξελίσσεται η αφήγηση της περιπέτειας της γραφής, και δη της γραφής ενός ποιήματος. Ένα-ένα ανακαλούνται τα βήματα της δημιουργίας, οι εικόνες που θα αποτελέσουν κατόπιν το βασικό ποιητικό υλικό, τα συναισθήματα που το βίωμά τους αιμάσσον θα κατατεθεί κάποια στιγμή σε στίχους, με τη μορφή της ημερολογιακής καταγραφής, της άμεσης απεύθυνσης στον απόντα άλλον, με σκοπό να απαντηθεί το πιο δύσκολο ερώτημα, το μοναδικό ίσως πραγματικό ερώτημα: τι είναι ο θάνατος; Και να απαλυνθεί ο πόνος της απώλειας μιλώντας γι΄αυτήν.

Όπως και στην ποίησή της, έτσι και στην πεζογραφία της Λιντζαροπούλου, ο έρωτας είναι ένας από τους θεματικούς πυλώνες.  Ξέρει να ισορροπεί την σωματική και ψυχική πλευρά του έρωτα, την αγριότητα και την αγιότητά του. Στην πεζογραφία της δίπλα στην κοσμογονική δύναμη που συνταράζει σώμα και ψυχή, ο έρωτας έρχεται ως πόνος της απώλειας, ως οδύνη απουσίας. Και δεν μιλά για ένα απλό χωρισμό, αλλά για το μεγάλο, τον μη αναστρέψιμο, τον οριστικό χωρισμό εξαιτίας του θανάτου, την οριστική απώλεια του αγαπημένου και την φρίκη της απουσίας του. Άλλωστε το  πραγματικό κέντρο των πεζών της είναι ο θάνατος. Τον συζητά στα κείμενά της, όχι ως τρόμο, αλλά μέσα από την απώλεια, από τον πόνο της απώλειας, από το αλγούν κενό της απουσίας που μεγαλώνει επειδή δεν υπάρχει περιθώριο ψευδαίσθησης, αλλά μόνο η βαριά και αναπόδραστη βεβαιότητα του nevermore, για να θυμηθούμε τον Πόε.

Εδώ έρχεται ο Θεός. Ο Θεός του χριστιανισμού, ελεήμων, παρήγορος και ανεκτικός. Η Λιντζαροπούλου είναι βαθύτατα χριστιανή  (το θέμα της πίστης παίζει επίσης μεγάλο ρόλο στα «Ανήλικα Κείμενα»). Με τον Θεό έχει σχέση προσωπική, όχι μόνο του απευθύνεται σαν φίλο αγαπημένο, αλλά τον εγκαλεί, τον μαλώνει, του ζητά ευθύνες για τον ανθρώπινο πόνο. Πολύ χαρακτηριστικό για το ζήτημα αυτό είναι ο «Εσπερινός απαρηγόρητος». Μια μάνα ζητά παρηγοριά στην εκκλησία,  βοήθεια από το Θεό να αντέξει τον πόνο από τον χαμό του παιδιού της, όμως δεν μπορεί να δεχτεί πώς επέτρεψε ο Θεός κάτι τέτοιο, πώς πήρε το παιδί της, πώς συγκατάνευσε στην ανατροπή της φυσικής τάξης, να πεθάνει το παιδί πριν από τη μάνα, γι’ αυτό στο τέλος της λειτουργίας, στέκεται απέναντί του, κάποιοι θα την έλεγαν βλάσφημη, κάποιοι θα της θύμιζαν τον Ιώβ, αλλά εκείνη πνιγμένη στον πόνο, αφήνει το ερώτημα να κατακλύσει την ύπαρξή της, «ποιος θα συγχωρήσει το Θεό που αφήνει να ζουν οι μάνες και να πεθαίνουν τα παιδιά τους;»

Στα κείμενα της συλλογής διαφαίνεται επίσης ο κοινωνικός προβληματισμός, ιδίως σε ό,τι αφορά τα παιδιά (παράδειγμα το καλύτερο ίσως κείμενο της συλλογής, «Ο χαρταετός της» για την εκπόρνευση παιδιών) και τους ανθρώπους που οι όποιες ιδιαιτερότητες τους βάζουν στο περιθώριο της ζωής  ( «Ο Θοδωρής»)

Ο  λόγος σε όλα τα κείμενα της συλλογής  είναι ήρεμος, ακόμα κι όταν εκφράζει ακραίες υπαρξιακές συνθήκες, με εσωτερικότητα, με  έλλογο πάθος. Κείμενα με την ειλικρίνεια της εξομολόγησης, με την αποτελεσματικότητα της αφήγησης ενός ονείρου που καθώς εξελίσσεται αποκαλύπτει την γενεσιουργό αιτία του.

(το κείμενο στηρίχτηκε στην συμμετοχή μου στην παρουσίαση του βιβλίου

στον Κορυδαλλο, στς 23.11.2018.

Δημοσιεύτηκε στο diastixo.gr,

 http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/8989-lintzaropoulou-30012018)

 

 

Advertisements