Παρουσίαση του βιβλίου της Χριστίνας Κουτούβελα

«Το πείραμα της εκπαίδευσης. Αποτελεσματικότητα και ποιότητα ως προς τι;»

(εκδ. Γρηγόρη)

(Η εκδήλωση έλαβε χώρα την 17η Φεβρουαρίου 2017)

         Είναι μεγάλη χαρά για μένα σήμερα να βρίσκομαι σ’αυτήν την αίθουσα και τιμή να είμαι ένας από τους ομιλητές –τις ομιλήτριες για να είμαι ακριβέστερη- στην παρουσίαση του βιβλίου της κυρίας Χριστίνας Κουτούβελα «Το πείραμα της εκπαίδευσης. Αποτελεσματικότητα και ποιότητα ως προς τι;».  Γνωρίζω την Χριστίνα αρκετά χρόνια. Παρακολουθούσε τα μαθήματά μου στο μεταφραστικό τμήμα του Γαλλικού Ινστιτούτου. Ένα νεαρό κορίτσι τότε, στα πρώτα πετάγματα της σκέψης και των προβληματισμών της, «ένα παιδί φανατικό για γράμματα» για να χρησιμοποιήσω την γνωστή έκφραση του Θεοτοκά που μ’αρέσει πολύ.  Σήμερα, το κορίτσι είναι μια νέα γυναίκα, ένας ώριμος άνθρωπος, που μας έχει χαρίσει ήδη την πρώτη και  πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη της στον ιδιαίτερο επιστημονικό της τομέα, τα παιδαγωγικά και μάλιστα με ένα θέμα που απασχολεί πολύ την εκπαιδευτική κοινότητα και δείχνει επίσης πως για την Χριστίνα Κουτούβελα η πολιτική διάσταση των παιδαγωγικών είναι ίσως και η σημαντικότερη: μιλώ για τις έννοιες του μετρήσιμου και της αποτελεσματικότητας όπως λέει ο τίτλος του έργου της.

         Δεν έχω την επιστημονική επάρκεια να μιλήσω όπως αξίζει στο βιβλίο, που, ακόμα και μια πρώτη ανάγνωση, αποκαλύπτει την επιστημονική εμβρίθεια, την κοπιώδη βιβλιογραφική έρευνα, την εξαιρετική σύνδεση των πορισμάτων της διεθνούς και εντόπιας έρευνας ώστε να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα που μπορούν να βοηθήσουν όσους ασχολούνται με την εκπαίδευση να δουν και να κατανοήσουν το εκπαιδευτικό φαινόμενο καλύτερα και επαρκέστερα. Υπ’ αυτήν την έννοια, το πρώτο που έχω να πω για το βιβλίο είναι πως πρόκειται για ένα χρήσιμο σύγγραμμα, που έχει λόγο ύπαρξης και προοιωνίζεται μια σημαντική συνέχεια.

         Είπα ότι δεν έχω την επιστημονική επάρκεια για μια πραγματική ανάλυση, είμαι ιστορικός της Ύστερης αρχαιότητας, θα μιλήσω όμως για την δουλειά της Χριστίνας με την ιδιότητα της εκπαιδευτικού, 27 χρόνια μάχιμη στις σχολικές αίθουσες. Γι’   αυτό  το βιβλίο της με αφορά και νιώθω μάλιστα ότι μου απευθύνεται και με βοηθά να αναστοχαστώ.

          Δουλεύω σε μια γειτονιά του Πειραιά με μεγάλη ανεργία, χαμηλό πνευματικό επίπεδο, στην οποία βρήκαν καταφύγιο αρκετοί μετανάστες. Λίγοι γονείς καταλαβαίνουν την πραγματική αξία του σχολείου και λιγότερα παιδιά βλέπουν σ’ αυτό μια ευκαιρία πνευματικής ωρίμανσης. Το πρώτο δεν είναι άμοιρο του δεύτερου. Μεγαλώνουμε παιδιά που παίρνουν από νωρίς το μήνυμα ότι το σχολείο είναι ένα «πικρό ποτήρι» που πρέπει να το πιουν με επιτυχία για να εξασφαλίσουν το πολυπόθητο «χαρτί». Το «χαρτί» έχει μια σημασία μάλλον μαγική. Δεν έχει ουσιαστικά περιεχόμενο.  Ασαφές περιεχόμενο έχει και η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο και η φοίτηση εκεί, και εκεί ένα χαρτί αναζητείται για επαγγελματική αποκατάσταση. Έτσι που σιγά-σιγά όλος ο κόσμος του σχολείου, όλες οι βαθμίδες της εκπαίδευσης, δεν σχετίζονται με την πνευματική ανέλιξη, με την διεύρυνση των οριζόντων, την κριτική σκέψη, την φαντασία, την δημιουργικότητα.

         Παράλληλα, μέχρι τις μεσαίες βαθμίδες του, το σχολείο έχασε μέρος των δυνατοτήτων του να κοινωνικοποιεί, να δημιουργεί όχι απλώς πνεύμα αλλά και δυνατότητες συνεργασίας, έχασε την έννοια της μετάδοσης, που όσο κι αν ακούγεται ως έννοια συντηρητική, βοηθούσε στην συγκρότηση ταυτότητας, συνέχειας, σχέσης με την ιστορία.  Κι όσο κι αν φαίνεται αντιφατικό, βοηθούσε στον σχηματισμό των προϋποθέσεων για την αμφισβήτησή του και την ανατροπή.

        Το σχολείο είχε ένα ρόλο. Συντηρητικό; Ναι, και πολλά άλλα,  όμως ένα ρόλο.  Σήμερα  ο ρόλος είναι ασαφής, δυσδιάκριτος, καταρρέων. Την ίδια στιγμή το εκπαιδευτικό σύστημα λούζεται πανευτυχές μέσα σε μια απαράδεκτη, αντιδημοκρατική υποκρισία, ένα λαϊκισμό που χτυπά αλύπητα κυρίως τα παιδιά των χαμηλών οικονομικά τάξεων, τα παιδιά του κατώτερου θεού.  Ας δώσω ένα παράδειγμα,  η γνωστική παντοδυναμία του διαδικτύου που τους υποβάλλεται  -το Google στο μυαλό των εφήβων είναι μια μαγική δύναμη που μπορεί να τους λύσει όλα τα προβλήματα, ό,τι δεν υπάρχει εκεί, απλώς δεν υπάρχει. Ξαναγυρίσαμε δηλαδή στην πιο στυγνή θεοκρατική αντίληψη της γνώσης, μόνο που φορέας της δεν είναι πια ο Θεός και οι εκπρόσωποί του επί γης.  Και το σχολείο Γιατί ο νεαρός μαθητής, όταν κάνει εργασία, δεν έχει βέβαια πρόσβαση στις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες αλλά αρύεται το υλικό της δουλειάς του από όπου τον πρωτοβγάλει η λέξη κλειδί που θα χρησιμοποιήσει. Η νεαρή μου μαθήτρια με αμφισβήτησε πριν μερικά χρόνια: είχα ζητήσει να γράψουν μια παράγραφο για την θρησκεία των Περσών και έφερε πληροφορίες για το Ισλάμ. «αγάπη μου», της εξήγησα, «εμείς τόσο καιρό μιλάμε για 1000 χρόνια πριν τη γέννηση του Χριστού και το Ισλάμ γεννήθηκε πολύ μετά από τον Χριστιανισμό». «Αυτό μου έβγαλε το Ίντερνετ» μου απάντησε αφοπλιστικά «έβαλα θρησκεία Πέρσες και έβγαλε αυτό. Καλά δεν ξέρει τώρα το Ιντερνετ;». Σας φαίνεται υπερβολικό; Δεν είναι καθόλου. Η τεχνολογία είναι απαραίτητη αλλά πρέπει το παιδί να μπορεί να την χειριστεί. Όμως την ίδια στιγμή, οι εργασίες που παράγονται με αυτόν τον τρόπο μετρώνται, ποσοτικοποιούνται, γίνονται δείγμα ποιότητας και βάση αξιολόγησης.

Γιατί σας κουράζω με αυτά και τι σχέση έχουν με το βιβλίο της Χριστίνας; Αυτά ΕΙΝΑΙ το βιβλίο της Χριστίνας και απέναντί τους μπορεί να σταθεί ως όπλο. Οτιδήποτε στο σχολείο υπόκειται ήδη ή προσπαθεί να υπαχθεί στην έννοια του μετρήσιμου. Όλα γίνονται αριθμοί. Κι όπως στην οικονομία όλα προσκυνούν τα ποσοστά. Όπως όμως πίσω από τους αριθμούς της κρίσης βρίσκονται άνθρωποι, έτσι και πίσω από τους αριθμούς της εκπαίδευσης κρύβονται ψυχές. Και γι’ αυτές έχουμε πάψει να μιλάμε. Εννοώ ουσιαστικά.  Οι άνθρωποι που προτείνουν τα σχολικά προγράμματα μάλλον έχουν χρόνια να μπουν σε τάξη και να δουν αληθινά παιδιά. Η απάντηση στις παραδοξότητες του προγράμματος, που όλο και αλαφραίνει αλλά κάθε φορά γίνεται βαρύτερο και πολυπλοκότερο χωρίς να λαμβάνει υπόψη του ιδιαιτερότητες, δυνατότητες, ακόμα-ακόμα τις πρακτικές συνθήκες μέσα στις οποίες υλοποιείται αυτό το πρόγραμμα, είναι μια απελπισμένη, κατανοητή αλλά  και λαϊκίστικη πρακτική: οι εκπαιδευτικοί, πιεσμένοι συναισθηματικά και πολιτικά, μειώνουμε τις απαιτήσεις ώστε το παιδί «να περνάει» την τάξη. Αλλά είναι αυτό λύση; Πιέζεται έτσι ένας επανασχεδιασμός; Ξεκινάει μια σοβαρή συζήτηση;

Η Ελλάδα έχει ένα τεράστιο ποσοστό αριστούχων. Μεγάλο μέρος τους είναι αγράμματα παιδιά, που ξέχασαν το παπαγαλισμένο μάθημα το επόμενο λεπτό που βγήκαν από την αίθουσα της εξέτασης τον Ιούνιο, αν το είχαν μάθει ποτέ. Η γενική γνώση δεν ενδιαφέρει κανένα. Μετρούν το κόστος, τα μόρια, τα ποσοστά. Το αποτελεσματικό και το ποιοτικό δεν έχουν αναφορά σε καμιά πραγματικότητα αλλά στο αποτύπωμά τους στην οικονομία. Και ναι, το σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα είναι απολύτως συγχρονισμένο με τον τύπο πολίτη που θέλει να παραγάγει: ένα πολίτη play mobil: απασχολήσιμο, σιωπηλό και μόνο. Καθείς για τον εαυτό του.

 

Τι μετράμε λοιπόν; Πώς μετράμε την άγνοια και το λειτουργικό αναλφαβητισμό; Πώς μετράμε την αδυναμία να συνδεθούν πληροφορίες ώστε να γίνουν γνώση; Πώς μετράμε την ανυπαρξία κριτικής ικανότητας; Πώς συνδέουμε με ποσοστά το χαμηλότατο δείκτη αναγνωσιμότητας του Έλληνα με το σχολείο και την υποβάθμιση της λογοτεχνίας; Πώς μετράμε την αδυναμία συνειδητοποίησης των κοινωνικών προεκτάσεων των επιστημονικών θεωριών και την θεοποίηση μιας επιστήμης χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αναγκαιότητα ηθικών ερεισμάτων; Κι ακόμη πώς μετράμε τις ουσιαστικές απώλειες ανθρώπων στο δρόμο; Κι αυτό, μολονότι τα ποσοστά μαθητικής διαρροής δείχνουν πτωτικές τάσεις, αλλά πτωτικές σε σχέση με τι; Αναφέρομαι επίσης και στις απώλειες ενός δυναμικού που δεν θα μάθουμε ποτέ πόσο σημαντικό ήταν, γιατί οι ιδιαιτερότητές του δεν του επέτρεψαν να ολοκληρώσει το σχολείο ή το ολοκλήρωσε κακήν κακώς και αφήσαμε αξεδίπλωτα τα ταλέντα του. Όλ’αυτά αποτελούν και ερωτήματα του βιβλίου με εκτεταμένες αναφορές σε σύγχρονες έρευνας και κριτική τοποθέτηση πάνω στα συμπεράσματά τους και τις θεωρίες που αυτά στηρίζουν.

«Βασικό ερώτημα της εκπαιδευτικής πολιτικής»,  παρατηρεί και η Χριστίνα ήδη από την πυκνή και ουσιαστική εισαγωγή της «είναι εκείνο που βρίσκει τις αναφορές του στην κοινωνία που επιθυμούμε να οικοδομηθεί, αφού εντός του πρέπει να περιλαμβάνονται θεμελιώδεις ηθικές αποφάσεις οι οποίες θα λειτουργούν ως ασφαλή κριτήρια για την ποιότητα της ζωής». Τέλος του παραθέματος.

Όμως αυτό που θα έπρεπε να είναι ο βασικός γνώμονας κάθε εκπαιδευτικού σχεδιασμού, υποχωρεί ατάκτως μπροστά στην μεγάλη κυρία της σύγχρονης κοινωνίας, την οικονομία και μάλιστα την οικονομία των αγορών. Αυτήν δηλαδή που έχει ως βασικό εργαλείο το κόστος και μοναδικό ενδιαφέρον την μείωση των δημοσιονομικών δαπανών. Η εκπαίδευση είναι μια προσοδοφόρα βιομηχανία κέρδους και αυτό το συνειδητοποίησε η αγορά ήδη από την δεκαετία του ’60.

Η μεταμοντερνικότητα έφερε πειραματισμούς στην εκπαίδευση  και συνύπαρξη αλληλοσυγκρουόμενων μοντέλων που πολλές φορές αποτελούν απλώς ασκήσεις επί χάρτου και δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις πραγματικές συνθήκες και τις πραγματικές ανάγκες. Επίσης εφαρμόζονται και μένουν για πολλά χρόνια χωρίς, και παρά την κριτική που δέχονται, να αλλάζουν ουσιωδώς, αναπαράγοντας για χρόνια προβλήματα και αποτυχία. Ο πειραματισμός στην εκπαίδευση δεν είναι απλώς καλοδεχούμενος, είναι αναγκαίος αλλά δυστυχώς αυτός συνήθως συνδέεται υπόγεια με την σύνδεση της εκπαίδευσης με την οικονομία της αγοράς. Γι’αυτό κεντρικό ερώτημα στο βιβλίο είναι (το διατυπώνω με τα λόγια της Χριστίνας Κουτούβελα): «Αντέχει άλλους πειραματισμούς η εκπαίδευση στο όνομα της σύνδεσής της με την κοινωνία της οικονομίας;» και γι’ αυτό επίσης ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια του βιβλίου της είναι αυτό που επιγράφεται «Η κουλτούρα της αξιολόγησης της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας στην εκπαίδευση» στο οποίο μας θυμίζει την τρομακτική είσοδο στον εκπαιδευτικό χώρο εννοιών όπως το μάνατζμεντ της σχολικής μονάδας ή ο μαθητής ως πελάτης. «[… ] σε ό,τι επιδιώκεται να οριοθετηθεί ως «ποιότητα στην εκπαίδευση», γράφει, « κεντρική θέση κατέχουν  δείκτες ποιότητας όπως ο αριθμός μαθητών ανά υπολογιστή, η σύνδεση της πανεπιστημιακής φοίτησης, και επομένως μόρφωσης, με τις ανάγκες της αγοράς, ή η διεύρυνση των Φυσικών Επιστημών ως επιχειρηματικής και βιομηχανικής βάσης» σ.  143

Μέσα σ’αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο ο ρόλος του δασκάλου –συγχωρείστε με, μ’ αρέσει πιο πολύ η λέξη δάσκαλος από εκπαιδευτικός-  ο ρόλος του δασκάλου συρρικνώνεται σε ένα εξηγητή ύλης και μια μηχανή αριθμητικής αξιολόγησης  -το πιο ανόητο και αναξιόπιστο σύστημα αξιολόγησης- που με τη σειρά του θα αξιολογηθεί από τα αποτελέσματα όσων έχει προαξιολογήσει, ώστε μέρος των μαθητών και μέρος των εκπαιδευτικών να πέσει στον Καιάδα, αλαφραίνοντας το δημοσιονομικό κόστος της εκπαίδευσης.

Η ανθρωποκεντρική παιδεία έχει ποιότητα με βραδυφλεγή αποτελέσματα αλλά σταθερά και σημαντικά για το άτομο και την κοινωνία, αλλά ποιον ενδιαφέρουν; σίγουρα όχι τον ΟΟΣΑ, το ΔΝΤ και άλλα παρόμοια ευαγή ιδρύματα, που «διατάσσουν» μια παιδεία βαθιά ταξική.  Γι’ αυτό και οι πειραματισμοί –ειδικά των τελευταίων χρόνων-θολώνουν το τοπίο, δυσχεραίνουν την κατάσταση, δημιουργούν περισσότερα προβλήματα από όσα πάνε να λύσουν. Ένα απλό παράδειγμα: έλεγξε κανείς –με την αγαπημένη μέθοδο της ποσοτικοποίησης έστω-πόσοι μαθητές της Γ΄ λυκείου των Γενικών λυκείων μας δεν μπορούν να διαβάσουν με άνεση; Συνάρθρωσε τα ποσοστά με τον τρόπο εκμάθησης της ανάγνωσης, σύγκρινε με την τρομερή αύξηση μαθησιακών προβλημάτων και κυρίως διαφόρων τύπων δυσλεξίας; Με τα λόγια της Χριστίνας «προϋποτίθεται η κριτική θεώρηση του προβαλλομένου ως καινούριου στην εκπαίδευση, καθώς το καινοτόμο δεν συνεπάγεται απαραίτητα την βελτιωτική αλλαγή»σ. 144

 

Για ολ’ αυτά και πολλά άλλα η μελέτη της Χριστίνας Κουτούβελα είναι ενδιαφέρουσα και σημαντική. Με ψυχραιμία και διεισδυτικότητα παρουσιάζει όλες τις πτυχές του κυρίως θέματος και των υποθεμάτων που ανοίγονται. Ενώ δεν είναι καθόλου δευτερεύον το δώρο μιας εξαντλητικής σχεδόν βιβλιογραφίας των θεμάτων που συζητά και στα οποία μπορεί επίσης να προστρέξει ο αναγνώστης για να σκεφτεί περαιτέρω και να μάθει. Καλή συνέχεια, Χριστίνα.

 

 

 

Advertisements