Ο Θόδωρος Τερζόπουλος σκηνοθετεί πάνω σε ποίηση

του Θωμά Τσαλαπάτη

Image result for ανκορ τερζοπουλος

         Το 1972 ο γάλλος ψυχαναλυτής Ζακ Λακάν αρχίζει να παραδίδει το 20ο  σεμινάριό του με τίτλο “Encore”, που στα ελληνικά σημαίνει «ακόμη».  Η γαλλική λέξη encore είναι περίπου ομόηχη με την φράση “en corps”, «στο σώμα», «εν σώματι»,  και ο Λακάν, που πάντα παίζει γοητευτικά με τα σημαίνοντα και τα οπτικά και ακουστικά απεικάσματα των λέξεων, σημειώνει την ομοιότητα και συγκροτεί μια θυελλώδη ανάλυση της αγάπης και της ηδονής. «Η αγάπη είναι ανέφικτη», λέει,  «και η σεξουαλική σχέση βυθίζεται στο μη νόημα, πράγμα όμως που δεν μειώνει καθόλου το ενδιαφέρον που πρέπει να έχουμε για τον Άλλον».

          Αυτό την ίδια λέξη “encore” και την ιδιάζουσα συνήχησή της, διάλεξε ως τίτλο της τελευταίας του παράστασης ο Θόδωρος Τερζόπουλος, παράστασης με την οποία γιορτάζει τα 30χρονα του «Άττις» (του). Ολοκληρώνοντας μ’ αυτήν και μια άτυπη τριλογία («Αλάρμ», «Αμόρ», «Ανκόρ», την τριλογία του «Α», όπως έχει αποκληθεί). Κι επειδή στο θέατρο το “encore” έχει μια ακόμη ιδιαίτερη σημασία, χάνοντας την επιρρηματική του διάσταση, γίνεται ο επιφωνηματοποιημένος ενθουσιασμός του κοινού όταν καλεί ξανά και ξανά τους ηθοποιούς στη σκηνή να επαναλάβουν μέρος από αυτό που γέννησε τον ενθουσιασμό, ο τίτλος παίρνει μια κρυπτική αυτοαναφορική  διάσταση για το σωματικό θέατρο και την σχέση του μεγάλου σκηνοθέτη με την τέχνη του.

Image result for ανκορ τερζοπουλος

         Ένας τεράστιος λευκός σταυρός ζωγραφισμένος στο πάτωμα της σκηνής – οι τεμνόμενοι άξονες ενώνουν και χωρίζουν ταυτόχρονα, δρόμοι μαρτυρίου και ελπίδας, απαίτησης και απελπισίας, όχι λύτρωσης, όχι αναστάσιμης χαράς. Το «Ανκόρ» πραγματεύεται τον έρωτα και το θάνατο. Την επιθυμία για τον Άλλον που γίνεται η επιθυμία του Άλλου και η επιθυμία να είμαι ο Άλλος. Ένα ζευγάρι πάνω στη σκηνή, αναζητούν με απληστία ο ένας τον άλλον, ο ένας το σώμα του άλλου –εκείνη πιο δυνατή, η θηλυκή δύναμη σε όλο το μεγαλείο της. Καθώς τα μαλλιά της Σοφίας Χιλ πέφτουν και σκεπάζουν τον Αντώνη Μυριαγκό, ζωντανεύει μπροστά στα μάτια του θεατή μια ενδιαφέρουσα αναφορά-ανάγνωση των σχετικών πινάκων του Έντβαρντ Μουνκ. «Πού με πας;» αναρωτιέται συνεχώς ο άντρας καθώς εκείνη τον παρασύρει αργά σε ένα θυσιαστικό ζευγάρωμα στο τελεστήριο που ανοίγεται σαν κόγχη ιερού στο πίσω μέρος της σκηνής, ένας βωμός όπου τελείται μια γαμήλια τελετή, μια ιερή ένωση. Βραχύχρονη, σχεδόν στιγμιαία, αλλά το στίγμα που αφήνει διαρκές.

Image result for ανκορ τερζοπουλος

        Κρατούν μαχαίρια, που αποτελούν προέκταση των χεριών τους σαν κοφτερά φτερά αγγέλων, που κατέβηκαν στη γη για να δώσουν μάχη,  μαχαίρια που είναι όργανα σπαραγμού και θανάτωσης αλλά και φαλλικά όργανα διείσδυσης στο σώμα του άλλου. Μιλούν ελάχιστα, το σώμα καταργεί το λόγο και γίνεται λόγος το ίδιο. Κοφτές ανάσες, μικρές κραυγές, ματιές που σαγηνεύουν για να καταλάβουν τον άλλον (να ένα ακόμα παράξενο ρήμα που εγκυστώνει τον Άλλον σε μια παρηχητική εκφορά του, κατ’ άλλον βαίνω), να τον κατακτήσουν. Η κίνηση των σωμάτων δημιουργεί μια ιερή, ερωτική τελετουργία κατά την διάρκεια της οποίας ο ένας επιζητεί να «φάει» τον άλλον.  Τα δόντια κροταλίζουν καθώς το φιλί πάνω στο άλλο σώμα γίνεται ένα συμβολικό μάσημα, κατά τη διάρκεια του οποίου το ανθρώπινο  υποχωρεί και αναδεικνύεται το χωρίς τις αναστολές του πολιτισμού ζωικό.

         Το ζευγάρι επιθυμεί τον επικίνδυνο, οργαστικό έρωτα. Τον καλεί, τον αποζητά άπληστα, «ανκόρ», «ανκόρ». Το σώμα δεν υπάρχει χωρίς την ματιά του αγαπημένου, την θωπεία του αγαπημένου, την οργή του αγαπημένου.  Και η τελική φράση που επαναλαμβάνεται επίσης με υγρούς επιτονισμούς «για να σου πω την αλήθεια, αγάπη μου, παιδί πρέπει να γίνω ξανά», δεν είναι επίκληση στην αθωότητα αλλά στην βουλιμική συναισθηματικά παιδική ηλικία. Μιλά για την απροκάλυπτη εκδίπλωση του ναρκισσισμού, για το θηριώδες ασυνείδητο που απλώνει σα μάγμα τα απροκάλυπτα «θέλω» του.

Image result for ανκορ τερζοπουλος

        Ο Θόδωρος Τερζόπουλος δούλεψε ένα σκηνικό ποίημα –μια θαρραλέα, απαιτητική δημιουργία, ώριμης έρευνας και υψηλής πνευματικότητας-πάνω στην ποίηση ενός δωρισμένου νέου ποιητή, του Θωμά Τσαλαπάτη. Από μια μεγάλη ποιητική ενότητα, επέλεξε μερικούς εγκαυματικούς στίχους και τους χρησιμοποίησε σχεδόν όπως την  ονειρική γλώσσα, εκεί που η λέξη είναι υλικό αντικείμενο και το συντακτικό των εικόνων δομεί μια πραγματική γλώσσα που οδηγεί στο ασυνείδητο. Ο Κώστας Μπεθάνης φώτισε με ριπές φωτός την επί σκηνής τελετουργία δημιουργώντας χώρους λάμψης και αποκάλυψης για τα σώματα και τις προθέσεις τους αλλά και σημαίνουσες σκιές για όσα θα φανερωθούν μέσα από την απουσία. Τη μουσική επέλεξε εύστοχα ο Παναγιώτης Βελιανίτης και τα ταιριαστά κοστούμια σχεδίασε η Λουκία Στην Σοφία Χιλ και τον Αντώνη Μυριαγκό κανείς υπερθετικός δεν είναι υπερβολή: γνωρίζοντας σε βάθος τη μέθοδο Τερζόπουλου, με μινιμαλιστικές κινήσεις απόλυτης ακρίβειας, φορτισμένα βλέμματα, επιλεγμένους επιτονισμούς, με την απροσποίητη, γήινη α καπέλα ερμηνεία της άριας από την όπερα «Διδώ και Αινείας» του Περσέλ από την Σοφία Χιλλ, υλοποιούν το άρρητο, που παραμένει άρρητο  ωστόσο, και δημιουργούν κραδασμούς και εντάσεις τέτοιες που αναγκάζουν το κοινό να τους ακολουθεί στην κατάβασή τους, στο επικίνδυνο ταξίδι στη χώρα της επιθυμίας, να γίνεται και αυτό μέρος των δρώμενων επί σκηνής.

ΕΠΟΧΗ, 22.1.2017

Advertisements