Το προσφυγικό στη σκηνή του Θεάτρου του Νέου Κόσμου

 

         Η «Λαμπεντούζα» του Βρετανού Άντερς Λουγκάρτεν εκτελεί ένα επικίνδυνο ακροβατικό και κατορθώνει να φτάσει πάλι στο έδαφος, να σταθεί δυναμικά στα δυο της πόδια, προκαλώντας όχι μια επιφανειακή, στιγμιαία και εύκολη ευαισθητοποίηση αλλά την υπόγεια σύνθεση των αιτιών του προσφυγικού, που μερικές φορές, παρασυρμένοι από την αγωνία της διάσωσης και φροντίδας των προσφύγων τείνουμε να ξεχνάμε. Αλλιώς βέβαια δεν θα είχε τίποτε να πει σε ένα στοιχειωδώς ευαισθητοποιημένο στο προσφυγικό μέσο Έλληνα, και δεν θα ενδιέφερε δύο προσεκτικούς και «ψαγμένους» σκηνοθέτες που την ανέβασαν στην σκηνή σε κοντινά χρονικά διαστήματα: ο Μιχάλης Βιρβιδάκης στην Κρήτη και ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος στο Θέατρο του Νέου Κόσμου στην Αθήνα (σε διαφορετικές μεταφράσεις).

         Αν δεν απατώμαι το ελληνικό κοινό πρώτη φορά γνωρίζει τον Άγγλο συγγραφέα Άντερς Λουστγκάρτεν, παρότι έχει πλούσιο συγγραφικό έργο και μεγάλη ακτιβιστική δράση. Άλλωστε διδάσκοντας θέατρο σε φυλακισμένους, άρχισε να γράφει ο ίδιος, ενώ είναι στρατευμένος στο κίνημα για το ρόλο των πολυεθνικών στις αναπτυσσόμενες χώρες. Η πολιτική του ευαισθησία φαίνεται σαφώς στην «Λαμπεντούζα», χωρίς να κραυγάζει και χωρίς να καλύπτει το αισθητικό αποτέλεσμα. Διαλέγει για τίτλο του έργου του το όνομα του νησιού όπου έγινε το πιο πολύνεκρο ναυάγιο προσφύγων στην Μεσόγειο. Τότε που «γιόμισε η θάλασσα πανιά, το κύμα παλικάρια» σύμφωνα με το εκφραστικό δημοτικό «Του κυρ Βορηά». Ξέρει ο λαός από αγριεμένες θάλασσες και συναντιέται μυστικά με τον Αισχύλο και τη δική του θάλασσα που ανθίζει νεκρούς. Ο Λουστγκάρτεν δεν θέλει όμως να παίξει με το συναίσθημα, δεν τον ενδιαφέρει η εύκολη πρόκληση συγκίνησης. Το έργο του είναι πολιτικό: δυο παράλληλοι μονόλογοι, ένας ψαράς που μαζεύει τα πτώματα των θυμάτων ενός πολέμου ο οποίος προκαλεί μια από τις μεγαλύτερες μετακινήσεις πληθυσμών στα ιστορικά χρόνια και μιας κινεζοβρετανίδας φοιτήτριας που δουλεύει σε εταιρεία είσπραξης δανείων. Μάλλον ωστόσο θα έπρεπε να αντιστρέψουμε την σειρά παρουσίασης, για να φανεί καλύτερα η αιτιακή και χρονική σχέση των δυο καταστάσεων.

Image result for λαμπεντούζα θεοδωρόπουλος

          Από τη μια ένας ψαράς, λαϊκός φιλόσοφος, που ζει ως το κόκκαλο το προσφυγικό, αγγίζει με τα χέρια του το θάνατο, δεν ταυτίζεται με τους νεκρούς, πάντα υπάρχει μια απόσταση, ένα πρέπον «εμείς και αυτοί» που οριοθετεί γεωγραφικά και ψυχικά το θέμα. Δεν ξέρει όρους –διεθνισμός, αλληλεγγύη, εθελοντισμός, ακτιβισμός- αλλά ο φίλος του ο αγαπημένος είναι ένας ξένος που θέλει χαρτιά και ζωή. Από την άλλη η κοπέλα, τρομαγμένη και ανελέητη, ανελέητη επειδή φοβισμένη. Με τον φόβο κυβερνά το σύστημα. Μετατρέπεται σε παγωμένο ρομπότ εισπράξεων. Θύμα και θύτης μαζί. Σκληρή, αλύγιστη και τόσο ευάλωτη.

          Τι μπορεί να ενώνει τους δυο μονολόγους; Τίποτε ουσιαστικά. Κι όμως υπάρχει ένα νήμα που οδηγεί από τον ένα στον άλλο. Κλεινόμαστε στον κόσμο μας, λέει ο Λουστγκάρντεν, και γινόμαστε μέρος των αιτιών. Οι τράπεζες, τα δάνεια, οι κατασκευαστικές εταιρείες, τα χρηματιστήρια, οι βιομηχανίες όπλων, τα κραχ, οι κρίσεις, όλα είναι οργανικά και αναπόσπαστα μέρη του συστήματος που προκαλεί το προσφυγικό, τις αυτοκτονίες, τις χαμένες γενιές. Και όσο ο καθένας από μας, τους απλούς, καθημερινούς ανθρώπους, ταυτίζεται με την μεγάλη επιχείρηση, την δικαιολογεί, βάζει κτητικά πρώτου προσώπου καθώς μιλά γι’ αυτήν, δεν αποφασίζει να δει τη μεγάλη εικόνα και να δράσει, τόσο ένας ψαράς στις Λαμπεντούζες του πλανήτη θα μαζεύει πτώματα στις θάλασσες και θα λέει ξεκάθαρα την πιο απλή αλήθεια: ό,τι κι αν κάνουν, δεν σταματούν τους πρόσφυγες. Ο απελπισμένος άνθρωπος δεν σκέφτεται, ζητά να ξεφύγει, να ζητήσει μια νέα πατρίδα, χώμα να στήσει το σπιτικό του και να βρει τη γαλήνη. Στη βεβαιότητα του θανάτου προτιμά την πιθανότητα της ζωής. Πρόσφυγες όλοι κι ας λένε κάποιους ανάμεσά τους μετανάστες. Δεν έχει σύνορα η ανάγκη όπως δεν έχει σύνορα το συμφέρον. Χωρίς το δεύτερο μονόλογο, ο πρώτος θα αδυνάτιζε. Τώρα, στην παράξενη συνάφειά τους, δημιουργούν πολιτικό λόγο και θέση.

Image result for λαμπεντούζα θεοδωρόπουλος

          Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος σκηνοθέτησε ψύχραιμα, σχεδόν αποστασιοποιήμενα και η επιλογή του ήταν ορθή, γιατί έτσι και το θέμα αναδείκνυε στις πρέπουσες διαστάσεις αλλά και το ίδιο το έργο υπηρετούσε προτάσσοντας το πολιτικό ζήτημα. Οδήγησε αναλόγως τις ερμηνείες των ηθοποιών, πετυχαίνοντας ένα δυνατό αποτέλεσμα, που άγγιζε περισσότερο το νου από ό,τι την καρδιά. Και νομίζω ότι ακριβώς έτσι πρέπει να διαχειριζόμαστε τέτοια θέματα, αλλιώς αποδυναμώνονται. Το πολιτικό θέατρο δεν εκμαιεύει εύκολη συγκίνηση, ούτε λειτουργεί σαν μανιφέστο. στοχεύει στον στοχασμό και την εξέγερση.

         Ο ξερός, ριγμένος στο έδαφος, κορμός ενός δέντρου, που το σχήμα του θύμιζε νεκρό γυναικείο σώμα με τα πόδια ανοιχτά σε μια γέννα που ποτέ δεν θα ολοκληρωθεί, νεκροί και η μάνα και το παιδί, χώριζε την σκηνή στα δυο. Παράλληλα, υπέβαλλε την ιδέα του θανάτου με την αντίθεση της οριζοντιότητά του προς την καθετότητα των κινουμένων σωμάτων. Ο σκηνικός χώρος δεν ανακαλούσε το ζεστό μεσογειακό τοπίο αλλά τα άγρια βράχια του βορρά. Οι δυο ηθοποιοί δεν συναντιούνται ποτέ –με εξαίρεση μια βλεμματική επαφή στο τέλος, που θα μπορούσε να ήταν και τυχαία αν δεν ήταν τόσο μετρημένη χρονικά. Όπως φαινομενικά τα νήματα της ιστορίας δεν φαίνεται να συναντώνται αλλά όλα συνδέονται υπόγεια τόσο που δυσκολευόμαστε στο τέλος να ξεμπερδέψουμε τις έμπυρες αιτιακές σχέσεις των φαινομένων και του αποτυπώματός τους, αν όχι του καθορισμού , στην ζωή μας.

Image result for λαμπεντούζα θεοδωρόπουλος

         Ο Αργύρης Ξάφης, με πλήρη έλεγχο των εκφραστικών μέσων απέδωσε τον ψαρά με εσωτερικότητα, χωρίς περιττές εντάσεις: ήταν ο άνθρωπος που άγγιζε με τα χέρια του το θάνατο χωρίς να συνηθίζει ποτέ στην εικόνα των νεκρών, στην αίσθηση του νεκρού σώματος στα χέρια του και που έχει συνείδηση ότι αυτό θα αργήσει πολύ να τελειώσει. Υπήρχε μια σταξιά οδύνης στην ερμηνεία του, κρυμμένη σε μια «τυχαία» κίνηση, ένα ιδιαίτερο επιτονισμό που διαπερνούσε το κοινό σαν λάμα μαχαιριού. Η Χάρα Μάτα Γιαννάτου, παρά το νεαρό της ηλικίας της, ανταποκρίθηκε ικανοποιητικά στις απαιτήσεις του ρόλου, μολονότι η Ντενίζ της χρειαζόταν λίγο περισσότερο ψάξιμο. Οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη ψυχροί, νοσοκομειακοί δεν επέτρεπαν ψευδαισθήσεις. Η Μαγδαληνή Αυγερινού αναδεικνύεται σε μεγάλη δύναμη στην σκηνογραφία: δημιούργησε μια δυνατή και εξαιρετικά αποτελεσματική αντιστικτική συνθήκη.

ΕΠΟΧΗ, 11.12.2016

 

Advertisements