Ακόμα κι ένας φανατικός θεατρόφιλος, ακόμα κι ένας επαγγελματίας θεατής, όπως είναι ο κριτικός, έρχονται στιγμές που νιώθει την ανάγκη να απέχει από την αγαπημένη του … εξάρτηση. Η βραχύχρονη αποχή από την συνεχή ροή θεατρικών εμπειριών του δίνει χρόνο να σκεφτεί και να επαναπροσδιορίσει τα ουσιώδη και τα ουσιαστικά της τέχνης που υπηρετεί. Ο «Θεατής» φέτος το καλοκαίρι, βοηθούσης και της κρίσης για να είμαστε ειλικρινείς που μείωσε αρκούντως τις δυνατότητες αγοράς εισιτηρίων, δεν είδε πολύ θέατρο. Εισέπραξε ωστόσο τον απόηχο των θεατρικών δρώμενων μέσα από το πολιτιστικό ρεπορτάζ των εφημερίδων και τις στήλες –έντυπες ή ηλεκτρονικές- συναδέλφων του. Καλοκαίρι των «Αντιγονών» θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε. Δύο σοφόκλειες σε μετάφραση (η μια περυσινή παραγωγή σκηνοθετημένη από τον Μουμουλίδη, η άλλη φετινή, από τον Λιβαθηνό) , μία στην εκδοχή του Ανούιγ (σε σκηνοθεσία Ε. Ευθυμίου) και στο τέλος του καλοκαιριού μια στο αρχαίο πρωτότυπο (από τον Γ. Σταματίου), αν δεν μας διαφεύγει κάποια. Έλειψε πάντως ως γόνιμη αντίστιξη ο δηκτικός πολιτικός λόγος του Μπρεχτ, μιας και κανείς εδώ και χρόνια δεν αποφασίζει την δική του εκδοχή του μύθου.

%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%b3

         Δεν είναι η πρώτη φορά που παρουσιάζονται πέραν της μιας σκηνικές εκδοχές του ίδιου έργου μέσα στην ίδια περίοδο, το αντίθετο. Αν συζητούμε σήμερα την «Αντιγόνη» είναι για την σημαίνουσα πολιτική συγκυρία.

        Τι είναι αυτό που έλκει στην «Αντιγόνη»; Από τον Πρόλογο ήδη, όπου ο αριθμός «δύο» τονίζεται είτε από την χρήση του δυικού είτε και με άμεση αναφορά στον αριθμό, είναι φανερό ότι η τραγωδία κινείται πάνω σε αντιθετικά δίπολα, η σύγκρουση των οποίων είναι επικίνδυνη αλλά αναγκαία: η Αντιγόνη εκφράζει ένα κόσμο παλιό, σκοτεινό, χθόνιο, σε ευθεία αναφορά με το θάνατο. Όμως η αφοσίωσή της μας δελεάζει, ξυπνά μέσα μας ξεχασμένα αντανακλαστικά σε ηθικά δέοντα, θα θέλαμε να ήμασταν σαν αυτήν όταν (αν ποτέ) καλούμασταν να αντιμετωπίσουμε παρόμοια διλήμματα, την σύγκρουση με την εξουσία – ξεχνώντας για λίγο ότι κι εκείνη προσφέρει στήριξη σε μια άλλη μορφή εξουσίας. Ο Κρέων εκπροσωπεί ένα ιστορικό προχώρημα, την ανάγκη της έλλογης οργάνωσης της πόλης, της σαφήνειας του πολιτικού νόμου που διατυπώνεται δημόσια και υπόκειται στην λαϊκή κριτική. Στον εισαγωγικό λόγο του, σκιαγραφεί τις αρετές του κυβερνήτη και πάνω απ’ όλα την υπεροχή του καθήκοντος να υπηρετήσει με αυταπάρνηση το κοινό καλό. Παρουσιάζεται ως το είδος του πολιτικού που θα θέλαμε αλλά εκπίπτει στο τέλος σ’ αυτό που έχουμε. Ο Κρέοντας μετατρέπεται έτσι στο σύμβολο του πολιτικού που στα λόγια του, τα γεμάτα από την μακαριότητα του δέοντος, ενεδρεύει το φαρμάκι του πολιτικού ρεαλισμού και της απερίσκεπτης επίδειξης. Είναι, περιέργως και αυτός, παιδί του κόσμου της Αντιγόνης που όμως τον αρνείται και προσπαθεί να αποστασιοποιηθεί, διατηρώντας ωστόσο στοιχεία του στην επιβολή του κανόνα –όχι στον ίδιο τον κανόνα. Και αυτό είναι το ζήτημα: το παλιό δεν έχει ανατραπεί, το νέο εκπροσωπείται από πολιτικούς του παλιού. Αυτός που θα μπορούσε να συνθέσει ώστε να επιτευχθεί η ομαλή μετάβαση, ο Αίμων, θα συνθλιβεί πολύ γρήγορα.

        Κι εμείς, οι σύγχρονοι θεατές, παρακολουθούμε ενεοί: Στο τέλος του «Άμλετ» έρχεται ο Φορτεμπρά να επιβάλει μια νέα κατάσταση πραγμάτων στο σπαραγμένο βασίλειο της Δανίας. Στη Θήβα το μέλλον είναι ασαφές, έστω κι αν στην επικράτεια του θανάτου που είναι εκείνη τη στιγμή η πολιτική σκηνή της πόλης, ο Κρέοντας τελικά μένει ο μόνος ζωντανός. Εμείς, οι σύγχρονοι θεατές, κοιτάζουμε αμήχανοι, προσπαθώντας να μην γλιστρήσουμε μέσα στο κενό που ανοίγεται μπροστά μας από την σύγκρουση και μεγαλώνει χωρίς να φαίνεται αυτό που θα το γεμίσει. Αυτό που ονομάζουμε «κρίση» (λανθασμένα από ιστορικής απόψεως, γιατί η κρίση είναι στιγμή και εδώ η διάρκεια πια είναι μεγάλη) ξυπνά συντηρητικά αντανακλαστικά, ωθεί πολυπληθή στρώματα προς τα πίσω, μια παράδοση που μπορεί να είναι χρήσιμη για την συγκρότηση της ταυτότητας αλλά ανοίγει επίσης επικίνδυνες ατραπούς για την συνάντηση των απογοητευμένων στρωμάτων με ακραίες αντιλήψεις. Η αναστάτωση από την απλή αλλαγή της ομολογιακής κατεύθυνσης του μαθήματος των θρησκευτικών, η αποδεκτή από πλατιά κοινωνικά στρώματα της εμπλοκής της εκκλησίας στα θέματα του κράτους, ο πανικός μπροστά σε κάθε προσπάθεια εξορθολογισμού των μαθημάτων της ιστορίας και της γλώσσας στην εκπαίδευση, είναι ενδεικτικά για τούτο, μεταξύ άλλων φυσικά. Από την άλλη, η ελπίδα μιας διαφορετικής κατεύθυνσης των πραγμάτων δεν κράτησε για πολύ, η πολιτική της ανάθεσης δεν πολεμήθηκε, το αντίθετο, όσο καλές κι αν είναι –ελπιστέον- οι προθέσεις, η εικόνα είναι παλιά και πικρά αναγνωρίσιμη, το αδιέξοδο παρόν και σχεδόν συνθλιπτικό.

         Ο Κρέων φεύγει συντριμμένος από την σκηνή, αλλά τι θα ακολουθήσει; Κι αυτό το ερώτημα τόσο σύγχρονο και χειροπιαστό ίσως μας κάνει σήμερα να επιστρέφουμε ξανά και ξανά στην «Αντιγόνη».

Η «Αντιγόνη» σε σκηνοθεσία Γιάννη Σταματίου

         Από τις «Αντιγόνες» του φετινού καλοκαιριού στο σημερινό μας σημείωμα θα ασχοληθούμε με την τελευταία χρονικά, αυτήν της ομάδας ΕΚΣΤΑΝ σε σκηνοθεσία του Γιάννη Σταματίου.

antig

         Παρότι ο «Θεατής» δεν συμφωνεί με τις παραστάσεις του αρχαίου δράματος στο πρωτότυπο –η ανάγκη χρήσης υπέρτιτλων με τη μετάφραση δείχνει πόσο μακριά είμαστε από την γλωσσική συγχρονία μέσα στην οποία εκφράστηκε ο τραγικός λόγος. Μια προσεγμένη μεταφορά στην νεοελληνική από μάστορες του νεοελληνικού λόγου, μπορεί να ανοίξει άριστους δρόμους προσέγγισης των ιδεών αλλά και της αρχαίας ποίησης. Άλλωστε, αν η «Αντιγόνη» είναι σχετικά προσεγγίσιμη, εξαιτίας της διδασκαλίας της στο σχολείο (και μέχρι τη μέση συνήθως, γιατί για τόσο φτάνει η σχολική χρονιά!), μπορεί να πει κανείς το ίδιο για τον αισχυλικό «Προμηθέα Δεσμώτη», ακόμα-ακόμα και τον γλυκό «Ίωνα» του Ευριπίδη;

         Παρ’ όλ’ αυτά, η παράσταση σε σκηνοθεσία Γιάννη Σταματίου που παρακολουθήσαμε σε φυσικό τοπίο, ένα κτήμα στον Άγιο Στέφανο, έφερε στην σκηνή το αρχαίο κείμενο ακέραιο και άφησε θετικές εντυπώσεις στο κοινό που την παρακολούθησε και μάλιστα έκανε πολλά χιλιόμετρα ως τον τόπο που παραστάθηκε. Παράσταση χειροποίητη, με απλά υλικά, χαμηλών τόνων, κλασική, έντιμη, καλά στηριγμένη υποκριτικά από τον ίδιο τον έμπειρο Γιάννη Σταματίου στον ρόλο του Κρέοντα και την νεαρή Μαρίτα Βλασσοπούλου που έδωσε μια μετρημένη Αντιγόνη. Η υπόλοιπη ομάδα στάθηκε με αξιοπρέπεια και εξέφερε με φυσικότητα και καθαρότητα τον αρχαίο λόγο, επιτρέποντας σε όσους ξέρουμε καλά το κείμενο να το παρακολουθήσουμε χωρίς την ανάγκη των υπερτίτλων, στο υπόλοιπο κοινό ένα άκουσμα μακρινό, στο οποίο αναγνώριζε κάποιες λέξεις ή κάποιες παροιμιακές εκφράσεις. Αναφέρω τα ονόματα αλφαβητικά για να μην αδικηθεί κανείς: Βασίλης Κυριακού (Εξάγγελος) Κώστας Λάσκος (Τειρεσίας), Χριστίνα Μωρόγιαννη (Ισμήνη),Παναγιώτης Ξανθόπουλος (Αγγελιαφόρος), Μάριος Τσαμαντιώτης (Αίμονας), Γιώργος Φώσκολος (Φύλακας).

         Ο σκηνοθέτης ασχολήθηκε κυρίως με τις ψυχολογικές μεταπτώσεις των προσώπων, αφαίρεσε το τελετουργικό στοιχείο της τραγωδίας, προτίμησε την εκδοχή να φέρει τα πρόσωπα σε ανθρώπινες, σύγχρονες διαστάσεις, πράγμα που δημιουργούσε μια αντίφαση με την γλωσσική επιλογή. Αυτό ήταν εντελώς φανερό στο στήσιμο του Χορού (Γ. Γιούλης, Α. Σταθογιαννόπουλος, Γ. Τριανταφυλλόπουλος) που παρά τα αρχαιοπρεπή του ενδύματα ήταν άνθρωποι της διπλανής πόρτας που σχολίαζαν, συμμετείχαν, έκριναν ως σύγχρονοι πολίτες και εξέφεραν ομοίως τον λόγο. Ενδιαφέρουσα η μουσική επένδυση: ο Χρίστος Θεσσαλονικεύς έπαιξε αρχαία λύρα και «διάβασε» βυζαντινότροπα –όπως προτείνουν κάποιοι ερευνητές να εξεταστούν οι δρόμοι της αρχαίας μουσικής για την οποία ελάχιστα γνωρίζουμε – μουσικά μοτίβα με τα οποία έντυσε μικρό μέρος από τα χορικά.

ΕΠΟΧΗ, 2.10.2016

 

Advertisements