Ο Χριστόφορος Χριστοφής και οι συνεργάτες του μιλούν για το ανέβασμα

της «Ασπίδας» του Μενάνδρου συμπληρωμένης

σε μια παράσταση που θέλει να συμπεριλάβει και θεατές ΑΜΕΑ

 

Το θεατρικό καλοκαίρι είναι συνυφασμένο με το αρχαίο θέατρο. Ο χειμώνας πάλι όχι. Ενίοτε ξεπετιέται καμιά Αντιγόνη ή Μήδεια εσωτερικού χώρου, αλλά λίγες έχουν τον αναμενόμενο πειραματικό χαρακτήρα, την αγωνία στο ψάξιμο και την ερμηνεία. Σχεδόν ποτέ πάντως δεν αποπειράται κανείς τον χειμώνα να ανεβάσει αρχαίο κωμικό θέατρο. Το καλοκαίρι αντιθέτως δεκάδες παραστάσεις τραγωδιών συμμετέχουν στο μεγάλο φεστιβάλ ή σε μικρότερα περιφερειακά είτε περιοδεύουν ανά την Ελλάδα, λιγότερες πάλι οι κωμωδίες και συνήθως τις αναλαμβάνουν γνωστά ονόματα του εμπορικού θεάτρου και π δόξες της πάλαι ποτέ ανθούσης τουβούλας μας. Και φυσικά πάντα Αριστοφάνης. Επικαιροποιημένος ο τάλας. Αντικαθιστών ατέχνως την επιθεώρηση που κάποτε δηκτικά και περήφανα σχολίαζε την επικαιρότητα. Ελάχιστοι, σπάνια θυμούνται τον γλυκύτατο Μένανδρο (342-292 π.Χ) και επιχειρούν να ανεβάσουν είτε τον «Δύσκολο» (το μοναδικό έργο του, από την πρώιμη περίοδο του συγγραφέα που σώζεται ολόκληρο) είτε να δουλέψουν δημιουργικά κάποια που σώζονται αποσπασματικά («Επιτρέποντες», «Σαμία», «Ασπίδα»…). Κι όμως, μπορεί πια να μην έχουμε πολιτική κωμωδία, έχουμε όμως χαρακτήρες, καταστάσεις, ένα ωραίο πορτραίτο της αθηναϊκής κοινωνίας των ελληνιστικών χρόνων, που, αν το χειριστεί κανείς με γνώση και μεράκι, λέει πολλά για τα πάθια των ανθρώπων στα μετααλεξανδρινά χρόνια.

Γι’ αυτό ο «Θεατής» ξαφνιάστηκε ευχάριστα, όταν έμαθε ότι ο Χριστόφορος Χριστοφής θα ανεβάσει την «Ασπίδα» και φρόντισε να τον συναντήσει για μια μικρή κουβέντα. Παρόντες στην συζήτηση ο Γιώργος Παπαθεοδώρου, συνσκηνοθέτης, ο Πάνος Δημητρόπουλος που ανέλαβε να συμπληρώσει το έργο προσθέτοντας το «Συμπόσιον» του Λουκιανού και ο ηθοποιός Γιάννης Παπαθύμνιος που ερμηνεύει τον. Η παράσταση έχει μια ιδιαιτερότητα για την οποία μας μίλησε ο κύριος Παπαθεοδώρου:

«Η παράσταση αυτή αποτελεί ένα πρωτοποριακό πρόγραμμα μοναδικό στην Ευρώπη που καλύπτει ισότιμα το σύνολο του πληθυσμού, εννοώ απευθύνεται σε ακούοντες και βλέποντες θεατές αλλά και σε θεατές κωφούς και τυφλούς. Για να γίνει αυτό στην παράσταση είναι ενσωματωμένοι δύο διερμηνείς της νοηματικής και αφηγητής για ακουστική περιγραφή στους τυφλούς. Η παράστασή μας εντάσσεται από τη μια σε ένα πλαίσιο σχετικών δραστηριοτήτων και από την άλλη είναι προϊόν ενός δικού μας ακτιβισμού, αντικείμενο του οποίου είναι να φέρουμε ισότιμα όλους τους ανθρώπους στο θέατρο, επειδή πιστεύουμε πως η τέχνη δεν μπορεί να λειτουργεί με αποκλεισμούς και επιλογές».

Κύριε Χριστοφή, παρότι περισσότερο συνδεδεμένος με τον κινηματογράφο (θυμόμαστε τη «Ρόζα» σας και την «Περιπλάνηση», αλλά και την τηλεοπτική «Χαμένη Άνοιξη» του Τσίρκα) έχετε μακρά πορεία στο θέατρο ως σκηνοθέτης και συγγραφέας, ενώ έχετε σκηνοθετήσει επίσης όπερες στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Τι σας έφερε στον Μένανδρο και ειδικά στην «Ασπίδα»;

Χ.Χ.: Ο Μένανδρος μου είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον από τα πολύ νεανικά μου χρόνια. Μιας και αναφερθήκατε στο βιογραφικό μου, θα ξέρετε έχω δουλέψει από παλιά πάνω στην ελληνική αρχαιότητα. Σπούδασα την αρχαία Ελλάδα τόσο εδώ όσο και στο εξωτερικό. Ευτύχησα να συγκαταλέγεται ανάμεσα στους δασκάλους μου ένας σπουδαίος φιλόλογος, ο Νίκος Χουρμουζιάδης, ενώ αργότερα στην Γαλλία είχα τον Πιερ Βινταλ Νακέ

Πριν σας μιλήσω για τον Μένανδρο, θα ήθελα να κάνω μια γενικότερη παρατήρηση, που εξηγεί γιατί ξεχνούμε τους συγγραφείς αυτής της περιόδου. Έχουμε μιμηθεί πολύ τους ξένους. Οι Ευρωπαίοι σταματούν την αρχαία ελληνική ιστορία στον Αλέξανδρο και αφήνουν έξω τρεις μοναδικούς αιώνες πνευματικότητας και ανακατατάξεων, την πολυπολιτισμική εποχή που ήταν η ελληνιστική. Μελετώντας την αρχαία ελληνική ιστορία και τέχνη –και είχα αυτή τη χαρά στο γαλλικό πανεπιστήμιο- βλέπει κανείς ότι η Ρώμη βρήκε σχεδόν τα πάντα έτοιμα. Οι περίφημες ρωμαϊκές επαύλεις είναι οι επαύλεις των εμπόρων της Αντιόχειας, η ρυμοτομία είναι η ρυμοτομία των ελληνιστικών πόλεων, αυτόν το ελληνισμό γνώρισαν οι Ρωμαίοι. Αυτό που συνέβη τρεις αιώνες μετά τον Αλέξανδρο είναι συνταρακτικό στις επιστήμες, στην πολεοδομία, στην τέχνη και τον στοχασμό. Γεννήθηκε η στωική, η επικούρεια φιλοσοφία οι σκεπτικιστές, αναπτύχθηκαν επιστήμες όπως τα μαθηματικά και η ιατρική…

Ας έρθω όμως στον Μένανδρο. Στην Ιταλία, όπου έχω δουλέψει πολύ, τον αγαπούν ιδιαιτέρως και τον θεωρούν πατέρα του λατινικού θεάτρου και της Commedia dell’ Arte. Όταν είδα, λοιπόν, τον Γιώργο Παπαθεοδώρου μετά από χρόνια και μου εξέθεσε το σχέδιο για το οποίο σας μίλησε, μια παράσταση για όλους δηλαδή. Όμως του εξήγησα πως δεν θα ήθελα να δουλέψω πάνω στον Αριστοφάνη και πρότεινα τον Μένανδρο, που είχα μελετήσει όταν ήμουν στην Γαλλία. Εκτός των άλλων, με συγκινούσε η ιδέα να παιχτεί μια σκηνοθεσία μου σε αρχαία θέατρα της Ελλάδας και της Μεσογείου.

Και ο Λουκιανός πώς προέκυψε;

Πάνος Δημητρόπουλος: Η «Ασπίς» καταλήγει σε ένα γαμήλιο γλέντι, αλλά το μέρος αυτό λείπει. Σκέφτηκα το «Συμπόσιον» του Λουκιανού, συγγραφέα του 2ου αι. μ.Χ.

Το έργο είναι μια θαυμάσια σάτιρα ρευμάτων και προσώπων της β΄σοφιστικής, αλλά πώς συνομιλούν τα δύο κείμενα; Η «Ασπίς» έχει τα χαρακτηριστικά θέματα του Μενάνδρου: έρωτες, δυσκολίες, ξεγελάσματα…

Π.Δ.: Ο Λουκιανός είναι πολύ ιδιαίτερος συγγραφέας και το κείμενο μια παρωδία. Ένα συμπόσιο, μια γιορτή όπου παίρνουν μέρος φιλόσοφοι όλων των σχολών: στωικοί, επικούρειοι, κυνικοί… και αφορμή της συνάντησής τους είναι ο γάμος της κόρης ενός φίλου τους στον οποίο γλεντούν, μεθούν, τσακώνονται. Παρόλο που παρακολουθούμε την αστεία πλευρά του πράγματος, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η σχέση του Λουκιανού με την φιλοσοφία είναι σημαντική, γνωρίζει την σκέψη της εποχής του, διασώζει με τον τρόπο του ονόματα και απόψεις που αλλιώς πολύ λίγα θα γνωρίζαμε γι’ αυτούς, π.χ. για τον Νιγρίνο. Παρότι έζησαν σε διαφορετικές εποχές, πρέπει να πούμε ότι και ο Μένανδρος είχε βαθιά γνώση της επικούρειας σκέψης.

Χ.Χ.: Προσωπικά, ο Λουκιανός δεν με συγκινεί ιδιαίτερα αλλά με ενδιαφέρει πολύ η εποχή του και η φιλοσοφία που αναπτύσσεται την περίοδο αυτή.

Αντιθέτως με τον Μένανδρο…

Χ.Χ. Ναι, βέβαια… Στον Μένανδρο βρίσκω στίχους μεγάλης αισθητικής αξίας. Έχει επηρεάσει πολλούς. Ακόμα και τον Απόστολο Παύλο, που στην Α΄ Προς Κορινθίους Επιστολή βρίσκουμε απόσπασμα από τον Μένανδρο, από ένα χαμένο έργο του την «Θαΐδα»[1]. Ανακάλυψα μια παλιά και ξεπερασμένη μετάφραση της «Ασπίδος» του Νίκου Σφυρόερα, που δεν θα ικανοποιούσε τον σύγχρονο θεατή και άρχισα να τη δουλεύω μόνος μου. Με τη φιλολογική δουλειά που έχει γίνει στις εκδόσεις Loeb και Belles Lettres, με τις γνώσεις μου και την βοήθεια των αγγλικών και γαλλικών μεταφράσεων. Πρέπει να πω ότι έκανα μια μικρή διασκευή, εντάσσοντας ένα-δυο μονολόγους από άλλα έργα του, οι οποίοι ταίριαζαν πολύ και ήθελα να τους χαρεί το κοινό.

Ποια ήταν η σκηνοθετική σας γραμμή;

Χ.Χ.: Ήξερα ότι τον Μένανδρο τον έβλεπαν στην Ελλάδα σαν τον Ψαθά της αρχαιότητας. Γενικά η Νέα Κωμωδία ανεβαίνει σαν μια φλυαρία του μέσου του απομυθοποιημένου ανθρώπου και δεν λαμβάνεται υπόψη ότι η κωμωδία ως είδος έχει τις παύσεις της, την ειρωνεία της, την τραγικότητά της. Αυτός είναι ο Μένανδρος που θέλω να παρουσιάσω.

Γιάννης Παπαθύμνιος: Θα το καταλάβετε καλύτερα αν σας πω λίγα πράγματα για τον ρόλο του Χαιρέστρατου που παίζω εγώ: πρόκειται για τον αδερφό του Σμικρίνη, που αντίθετα με τον άπληστο αδελφό του, είναι ένας άνθρωπος ευγενικός, έχει μέτρο. Όμως ένας χαρακτήρας δεν είναι μονοδιαστατο. Ψάξαμε μαζί με τον σκηνοθέτη μας να δείξουμε τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις του. Και επειδή είναι η πρώτη φορά που ασχολούμαι με κωμωδία, έχοντας μάλιστα απέναντί μου «θηρία» του είδους , όπως ο Πιατάς και ο Παλατζίδης, ψάξαμε και κάτι άλλο, τα ιδιαίτερα ερμηνευτικά μονοπάτια του ρόλου.

Χ.Χ. Πρέπει να πω επίσης ότι δεν ήθελα να φέρω τον Μένανδρο σε μια άλλη εποχή από αυτήν που έζησε, για παράδειγμα, να τον μεταφέρω στην περίοδο των βαλκανικών πολέμων βαλκανικοί πόλεμοι ή των Σύρων προσφύγων. Πήρα την έμπνευσή μου από αυτήν την τραγική και διφορούμενη εποχή του Μενάνδρου αλλά με υλικά διαχρονικά.

Ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση – Θεατρική Προσαρμογή: Χριστόφορος Χριστοφής ( Μένανδρος) Παναγιώτης Δημητρόπουλος ( Λουκιανός)

Σκηνοθεσία: Χριστόφορος Χριστοφής (« Ασπίς» ) και Γιώργος Παπαθεοδώρου («Συμπόσιο») Χορογραφίες: Έρση Πίττα Μουσική: Νίκος Πλατύραχος Σκηνικά – Κουστούμια: Χρήστος Ανδριόπουλος

Παίζουν οι ηθοποιοί: Δημήτρης Πιατάς , Τάσος Παλαντζίδης , Γιάννης Σιαμσιάρης , Γιάννης Παπαθύμνιος , Αλέξης Μαρτζούκος , Κυριακή Υψηλάντη , Πέτρος Τσαπαλιάρης , Κωνσταντίνα Σπάθη , Κέλλυ Νικηφόρου , Εβίτα Φυτσαντωνάκη , Παναγιώτης Γεωργούλας , Κίμωνας Δούσης , Ελένη Ζαφείρη , Ιουστίνα Μάτσιασεκ , Βασιλική Γεωργικοπούλου , Ισμήνη Κυρίτση

Διερμηνεία στην Νοηματική: Στράτος Πατρινός – Γιάννης Γιαλούρος

Πρώτη παράσταση: Δευτέρα, 13 Ιουνίου, στο Θέατρο Βράχων στο Βύρωνα

Θα ακολουθήσει περιοδεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

[1] Πρόκειται για την παροιμιακή πλέον φράση «φθείρουσιν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί» (Α’ Κορ. 15:33)

ΕΠΟΧΗ, 10.6.2016

Advertisements