Το «Μάθημα» του Ιονέσκο σε μια φρέσκια και ενδιαφέρουσα εκδοχή

 

         Με ένα αιχμηρό, πλούσιο σε σημειοδοτήσεις, λογοπαίγνιο ως τίτλο, η νεαρή Δανάη Ρούσσου, γνωστή εκτός των άλλων από τις συνεργασίες της με τον Δήμο Αβδελιώδη, ανέβασε φέτος το περίφημο «Μάθημα» του Ιονέσκο. «Μα.θυμα» ονόμασε την παράστασή της και ομολογουμένως περισσότερο επίκαιρη επιλογή έργου δεν μπορούσε να έχει κάνει. Το θέμα «παιδεία» απασχολεί πολύ την πολιτική σκηνή και την ελληνική κοινωνία, οι προτάσεις πέφτουν βροχή (συνήθως από ειδικούς που η σχέση τους με την πραγματική τάξη σταμάτησε όταν πήραν το δικό τους απολυτήριο λυκείου), ο καθένας κάτι έχει να πει, κάτι βαθύτατα ιδεολογικώς προσδιορισμένο, αφού η παιδεία (συν)δημιουργεί τον πολίτη του μέλλοντος (ας μου επιτραπεί να χρησιμοποιώ για ανθρώπους μόνο τον όρο «παιδεία», εκπαίδευση παίρνουν τα κουτάβια για να μην λερώνουν το σαλόνι μας, τα παιδιά μας παίρνουν παιδεία, αυτό είναι το ζητούμενο και οτιδήποτε άλλο είναι ανεπίτρεπτο και να το συζητάμε).

         Το «Θέατρο του παραλόγου» δεν ρίζωσε ούτε στην Γαλλία, όπου ουσιαστικά δημιουργήθηκε αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ούτε, πολλώ μάλλον, στην Ελλάδα που εκείνα τα χρόνια την τυραγνούσαν άλλα βάσανα, μεγάλα. Όμως άφησε σπουδαίους καρπούς, τόσο σε ό,τι αφορά την εξέλιξη της θεατρικής γραφής όσο και στις παραστάσεις. Αν μάλιστα χρειαστεί κανείς ένα παράδειγμα για να στοιχειοθετήσει την σχέση της τέχνης με την κοινωνία και τις ιστορικές συνθήκες, αποτελεί ένα από τα λαμπρότερα. Θα μπορούσε να το θεωρήσει κανείς γέννημα των αναζητήσεων της μεταπολεμικής κοινωνίας, των ηθικών διλημμάτων της, του υπαρξιακού κενού, της έλλειψης επικοινωνίας. Εικονοποιεί το αίτημα του νοήματος, την αναζήτηση του νοήματος, σε ένα κόσμο χωρίς Θεό, όπου ο άνθρωπος είναι μόνος, γελοίος και ανέτοιμος να αντέξει την ελευθερία. Ο Ιονέσκο ήταν ο δημιουργός του, έστω κι αν αυτός που το πήγε πιο μακριά ήταν ο Μπέκετ.

         Το «Μάθημα» είναι χαρακτηριστικό δείγμα του είδους: οι χαρακτήρες είναι εντελώς σχηματικοί, η πλοκή θα μπορούσε να αποτυπωθεί σε μερικές σειρές, ο διάλογος επαναλαμβανόμενος απολύτως και ακριβώς ή περίπου. Μια νεαρή κοπέλα, προφανώς της αστικής τάξης έρχεται να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα με ένα δάσκαλο για να «πάρει πολλά πτυχία», όπως θέλουν οι γονείς της. Εκείνος έχει την αρχετυπική σεμνότητα του δάσκαλου απέναντι σε ένα νεαρό όμορφο κορίτσι που πρόκειται να διδάξει, εκείνη είναι μια αφελής και περιορισμένων δυνατοτήτων κοπελίτσα. Μετά τις πρώτες αναμενόμενες ατάκες, το πράγμα ανάμεσά τους σκληραίνει. Ο λόγος, η γλώσσα που μεταφέρει την εξουσία της γνώσης διαλύεται, οι λέξεις ανασυντίθενται ανανοηματοδοτημένες είτε στερημένες εντελώς από νόημα πράγμα που τις κάνει ακόμα πιο πανούργες, ακόμα πιο εξουσιαστικές. Η σχέση μεταξύ τους γίνεται σαδιστική. Ο καθηγητής ζητά από την μικρούλα να επαναλάβει τις λέξεις με τις οποίες την βομβαρδίζει κι εκείνη το μόνο που μπορεί να πει είναι ένα συνεχές «πονάει το δόντι μου», λες και η ανακοίνωση του πόνου είναι οδός διαφυγής ή έστω μια σπαρακτική έκκληση ακατόρθωτης όμως επικοινωνίας. Μέχρι το οδυνηρό τέλος που έχει μέσα του όχι μόνο τον θάνατο, με την μορφή του φόνου, αλλά και την υπόσχεση της διαρκούς, της αέναης επανάληψής του. Και όλ’ αυτά υπό το άγρυπνο βλέμμα της υπηρέτριας. Ανεστραμμένος καφκικός εφιάλτης με πολύ χιούμορ που ωστόσο παγώνει το χαμόγελο του θεατή όταν αυτός αναλογιστεί τι ακριβώς συμβαίνει στο δωμάτιο, ποιο είναι το πραγματικό παιχνίδι.

         Η Δανάη Ρούσσου διάβασε το έργο με την φρέσκια ματιά ενός νέου καλλιτέχνη στην Ελλάδα, στην Ευρώπη της κρίσης –κρίσης πολιτικής και κρίσης αξιών, που ξαναφέρνουν στο προσκήνιο το «Θέατρο του Παραλόγου» (δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν οι παραστάσεις). Είδε σ’ αυτό την δυνατότητα να μιλήσει για την αδυναμία επικοινωνίας, τις εξουσιαστικές σχέσεις που παράγονται σε όλα τα πεδία των ανθρώπινων δραστηριοτήτων και που σε περιόδους σαν αυτή που διανύουμε γίνονται εντονότερες και περισσότερο επικίνδυνες, επειδή οριοθετούν την εξουσία από την μια πλευρά. Ακολουθώντας την τεχνική με την οποία δουλεύει ο ίδιος ο Ιονέσκο, γελοιοποίησε τη φιγούρα του καθηγητή αλλά και δεν δικαίωσε την μαθήτρια. Έγιναν και οι δυο μαριονέτες σε ένα σύστημα που μπερδεύει την γνώση με τα πτυχία, ακόμα και όταν αυτά αντιπροσωπεύουν ένα κενό γράμμα. Οι ήρωες του Ιονέσκο κινήθηκαν από την λογική της βωβής κωμωδίας στο κουκλοθέατρο, έτσι που η γκροτέσκα κλουονερί τους με χαρακτηριστικό την κινησιακή επανάληψη που υπογράμμιζε την λεκτική, δημιουργούσε ενδιαφέρουσες υποδηλώσεις και προβληματισμούς. Αόρατη αλλά κραταιή η παρουσία της υπηρέτριας, έπαιρνε το ρόλο μιας δυνατής συμβολικής μητέρας, ενορχήστρωνε την παράσταση. Ένα τεράστιο φόρεμα –σύμβολο κι αυτό μιας απαιτητικής, καθοριστικής και παντοδύναμης μητέρας- κατέβαινε αργά μέχρι να πνίξει στις απαιτήσεις και τις οριοθετήσεις της το όλον. Αυτό είναι ένα σημείο που, επειδή είναι κεντρικό στην προβληματική της σκηνοθέτριας, σε επόμενη παράσταση πρέπει μάλλον να δουλευτεί λίγο παραπάνω για να είναι οι συμβολισμοί πιο καθαροί.

         Η Δανάη Ρούσου επωμίστηκε τον ρόλο της μαθήτριας και πέτυχε την πρόθεσή της όπως αυτή φαίνεται στον τίτλο: η αρχική αμηχανία της πρώτης συνάντησης ποτίστηκε με άγχος, μετά με τρόμο και τέλος μετατράπηκε στο θύμα του τίτλου πολύ φυσικά -και πολύ υποβλητικά επίσης- για τους θεατές που την ακολουθούν στην αγχωτική και επικίνδυνη πορείας της με ενδιαφέρον αστυνομικού θρίλερ στην αρχή που μεταλλάσσεται σε υπαρξιακή αγωνία στο τέλος. Ο Νίκος Παντελίδης για να αποδώσει το ρόλο του δάσκαλου χρησιμοποίησε όλο του το σώμα και κυρίως τα χέρια από όπου έρρεε ένταση και πάθος . Έπαιξε το ρόλο ισορροπώντας θαυμάσια δυο διαφορετικές κατευθύνσεις: πιστός στο ψυχολογικό περιεχόμενο το οποίο ερευνούσε με σαφήνεια και αποδίδοντας το σύμβολο με την δύναμη και την απόσταση που του έπρεπε.

         Ο Ηλίας Λόης δημιούργησε ένα έξυπνο σκηνικό στο οποίο κυριαρχεί το τεράστιο φόρεμα που προαναφέρθηκε και το οποίο καταπίνει αργά και απειλητικά τους ήρωες. Η Ιόλη Μιχαλοπούλου έντυσε τον δάσκαλο και την μαθήτρια όπως όριζε η αρχική συνθήκη της σχέσης τους ρίχνοντας μια αδιόρατη σατιρική νότα πάνω στο αναμενόμενο των προτύπων. Με το ίδιο πνεύμα επέλεξε την μουσική επένδυση ο Παναγιώτης Καλημέρης. Ο Δήμος Αβδελιώδης, εκτός όλων των άλλων ικανοτήτων του, είναι και εξαιρετικός φωτιστής: καθώς το φως τονίζει κυρίως τα πρόσωπα και δημιουργεί «φονικές» σκιές και χρώματα, τα πολλαπλά επίπεδα της ερμηνείας αναδύονται εύγλωττα και επικίνδυνα.

 ΕΠΟΧΗ, 19.6.2016

Advertisements