Το μόνο μη διαλογικό κείμενο του Πλάτωνα στην σκηνή

από τον Δήμο Αβδελιώδη

για δεύτερη χρονιά φέτος

         Δεν θα μάθουμε ποτέ πώς πραγματικά εκφερόταν η αρχαία ελληνική γλώσσα κι ακόμα περισσότερο τις λεπτές διαφοροποιήσεις από συγχρονία σε συγχρονία και από ιδίωμα σε ιδίωμα. Ίσως ο Έρασμος να έχει δίκιο, ίσως αργότερα κάποιος λαμπρός ερευνητής να αλλάξει τις βεβαιότητες της ερασμιακής προφοράς. Το σίγουρο είναι ένα: οι αρχαίοι μας πρόγονοι δεν πρόφεραν τα ελληνικά όπως εμείς σήμερα. Ωστόσο, παρακάμπτοντας τις ιδεολογικές εμμονές περί συνέχειας ή μη της γλώσσας, που αμφότερες οδηγούν στις ακραίες εκδοχές τους σε καταγέλαστες πλην επικίνδυνες επιστημονικές αβελτηρίες, υπάρχει μια απλή πραγματικότητα: για τους έχοντες ως μητρική γλώσσα την ελληνική, είναι πολύ δύσκολο έως και ακατόρθωτο, να διαβάσουν κείμενο αρχαιοελληνικό (οποιασδήποτε εποχής) έξω από το ηχητικό σύμπαν της νέας ελληνικής. Έτσι αντιμετωπίσαμε πολύ θετικά την επιλογή του Δήμου Αβδελιώδη να ανεβάσει την πλατωνική «Απολογία του Σωκράτη» σε αρχαία ελληνικά με την εκφορά του νεοελληνικού λόγου.

         Ίσως όμως θα έπρεπε να αρχίσουμε την παρουσίαση της παράστασης αυτής από κάπου αλλού. Γιατί να ανέβει στην σκηνή το μόνο μη διαλογικό κείμενο του Πλάτωνα και γιατί στα αρχαία ελληνικά; Κατ’ αρχάς, ξεκινώντας από το δεύτερο ερώτημα, γιατί είναι ένας πολύ ενδιαφέρον πειραματισμός, που δεν είναι άγνωστος σε ανεβάσματα αρχαίας τραγωδίας από ξένους κυρίως, αλλά και έλληνες σκηνοθέτες –οι τελευταίοι συνήθως προτιμούν να χρησιμοποιούν εμβόλιμα αποσπάσματα από το πρωτότυπο κείμενο μέσα στην μετάφραση που έχουν επιλέξει. Προφανώς το όλον σχετίζεται με τις έρευνες του Δήμου Αβδελιώδη τόσο για την πνευματική παράδοση όσο και με την ιδιαίτερη μέθοδο που αναπτύσσει εδώ και χρόνια στην εκφορά του λόγου και την πρωτεύουσα θέση της στην ερμηνεία.

         Εδώ έχουμε ένα πεζό κείμενο μεγάλης αξίας από πολλές πλευρές. Αποτελεί μια μαρτυρία για τον ιστορικό Σωκράτη, μολονότι μάλλον πολύ πιο κοντά στο ιστορικό πρόσωπο βρίσκεται ο Σωκράτης του Ξενοφώντα. Ο Πλάτωνας μας δίνει όχι την εικόνα αλλά μια ολοκληρωμένη ανάγνωση της προσωπικότητας και του λόγου του φιλοσόφου. Το κείμενο φωτίζει ιδεολογικές και πολιτικές συγκρούσεις της Αθήνας του 4ου αι. π.Χ. και έχει την μοναδική γλωσσική και υφολογική ποιότητα ενός ανθρώπου που όσο κι αν καταπίεσε το ποιητικό του ταλέντο, αυτό ξεχειλίζει ακόμα και στα πιο «στριφνά» φιλοσοφικά του κείμενα.

ΟΙ Σωκράτες

         Συντηρητικός, δάσκαλος μερικών από τους πιο σκληροπυρηνικούς Τριάκοντα, θεωρητικός, κατά τον Πλάτωνα, μιας ιεραρχημένης κοινωνίας με σαφείς ταξικούς και σες γενικέ γραμμές άκαμπτους ρόλους, διαμορφωτής μιας μεθόδου, της μαιευτικής, που με μικρές ερωτήσεις καθοδηγεί τον συνομιλητή του στο συμπέρασμα που θέλει, πολέμιος των ευφυέστατων Σοφιστών, αλλά μαζί και ο διανοούμενος που έφερε την έννοια της ηθικής τόσο καθαρά και απροκάλυπτα στη φιλοσοφία, δημιουργώντας τελικά, εκ παραλλήλου, όχι μόνο ένα φιλοσοφικό σύστημα, αλλά μια ανθρωπολογία, ο Σωκράτης υπήρξε ένα αίνιγμα, έτσι που κάποιος ιστορικός της φιλοσοφίας είπε κάποτε πως ο καθένας μας έχει τον δικό του Σωκράτη και μπορεί να δώσει λόγο γι’ αυτόν.

        Ο Αβδελιώδης παρουσιάζει, λοιπόν, στην σκηνή τον Σωκράτη «του», ύστερα από 4ετή περίπου δουλειά πάνω στο κείμενο της «Απολογίας» (ξεκίνησε το 2012 και η παράσταση παρουσιάστηκε πρώτη φορά πέρυσι).   Χρησιμοποιεί και εδώ την γνωστή από τις προηγούμενες δουλειές του μέθοδο. Το κείμενο διαβάζεται και ερμηνεύεται σαν μουσική παρτιτούρα και ο ρόλος είναι η λεπτομερώς ψαγμένη φωνητική ερμηνεία του.

         Η σκηνή είναι σχεδόν γυμνή. Μια κλεψύδρα (κατασκευή Κώστας Κοτσανάς, Μουσείο Αρχαίας Τεχνολογίας) μετρά το χρόνο τελεσίδικα αλλά όχι τραγικά. Οι θεατές στη θέση του ακροατηρίου ενός δικαστηρίου. Ο Σωκράτης (Βασίλης Καραμπούλας) εισέρχεται, στέκεται όρθιος, με απλότητα, μπροστά στο ακροατήριο. Τα ρούχα του σημερινά, στα χέρια του ένα πλαστικό μισόλιτρο μπουκάλι νερού. Μιλά σαν σύγχρονος, καθημερινός άνθρωπος. Ανεπιτήδευτα. Μιλά για την ζωή του, τις προθέσεις του, εξηγεί το κατηγορητήριο, το ανασκευάζει. Δεν είναι είρων, δηκτικός, εμπαθής. Δεν σηκώνει καθόλου τους τόνους. Είναι ήρεμος και σίγουρος.

         Τι μένει απ’ αυτόν τον Σωκράτη; Μια σκέψη κυρίως: χρειαζόμαστε διανοούμενους με τόλμη, όχι μαριονέτες των τηλεοπτικών πάνελ. Διανοούμενους που θα ξαναμάθουν τους πολίτες να μιλούν, να επιχειρηματολογούν, να μην φοβούνται την πολυπλοκότητα της σκέψης, να ελέγχουν τις πολλές πλευρές των φαινομένων. Που θα αντέξουν να μάθουν τους πολίτες να τους αμφισβητούν και να τους ξεπερνούν. Με ένα λόγο, πέρα από τις συζητήσεις που ακόμα προκαλεί ο Σωκράτης και η απολογία του, το πολιτικό και το θρησκευτικό υπόβαθρο, το θέμα του νόμου και της σύγκρουσης με το δίκαιο αλλά και της λύσης που προτείνει ο φιλόσοφος ή ό,τι άλλο, αυτό που μπορεί να μείνει και (ή για) να το απαιτήσουμε είναι η μεταφορά της αλογόμυγας:

Γιατί, αν με σκοτώσετε, δε θα βρείτε εύκολα άλλον τέτοιο σαν και μένα, που, κυριολεκτικά, αν και   ακούγεται λίγο αστείο, τοποθετήθηκε από τον θεό στην πόλη όπως μία αλογόμυγα πάνω σε άλογο μεγαλόσωμο και καθαρόαιμο, νωθρό όμως εξαιτίας του όγκου του, που του χρειάζεται μία αλογόμυγα να το ξυπνάει.

         Μπορούμε να συζητήσουμε σοβαρά αν είναι υποτιμητική για το λαό η εικόνα του νωθρού, χοντρού αλόγου. Ο ρόλος όμως του διανοούμενου –χρησιμοποιώ εν πλήρει γνώσει τον νεώτερο όρο- είναι ακριβώς αυτός: να μην αφήνει σε ησυχία το νου μας ή, όπως το είπε αιώνες μετά ο Σαρτρ, να φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν. Να είναι παρών.

         Ο Βασίλης Καραμπούλας επωμίστηκε ένα πολύ δύσκολο έργο: επί μιάμιση ώρα ερμήνευσε ένα πολύπλοκο πρόσωπο στα αρχαία ελληνικά, εκφέροντας τον πλατωνικό λόγο σαν σύγχρονο κείμενο και καταφέρνοντας να ζωντανέψει την δίκη, το κατηγορητήριο και τα επιχειρήματα. Μαζί του ο Θανάσης Δισλής στο ρόλο του ενός από τους τρεις κατηγόρους του Σωκράτη, του Μέλητου.

          Είδα την παράσταση στο ιδιαιτέρως κινητικό Δημοτικό Θέατρο Πειραιά που ο Νίκος Διαμαντής μετατρέπει σιγά-σιγά σε ένα πολύ ζωντανό πνευματικό κύτταρο όχι μόνο για τον Πειραιά αλλά και για όλο το Λεκανοπέδιο. Υπήρχαν υπέρτιτλοι με την μετάφραση στα νέα ελληνικά. Ανάμεσα στους θεατές υπήρχαν μαθητές και μαθήτριες που είχαν έρθει με τους γονείς και τους δασκάλους τους. Και χάρηκα. Και μετά, για άλλη μια φορά, θύμωσα πολύ για την άθλια, παρωχημένη, εξοντωτική, κοντόφθαλμή, στείρα, ιδεολογικοποιημένη και ανόητη διδασκαλία του αρχαίου πολιτισμού και της γλώσσας του σε ό,τι η ελληνική πολιτεία εξακολουθεί να ονομάζει εθελοτυφλώντας «σχολείο» και «εκπαίδευση».

ΕΠΟΧΗ, 29.5.2016

Advertisements