καὶ δώσω ἐφ᾿ ὑμᾶς νεῦρα καὶ ἀνάξω ἐφ᾿ ὑμᾶς σάρκας,

καὶ ἐκτενῶ ἐφ᾿ ὑμᾶς δέρμα καὶ δώσω πνεῦμά μου εἰς ὑμᾶς,

καὶ ζήσεσθε· καὶ γνώσεσθε ὅτι ἐγώ εἰμί Κύριος.

Ιεζεκιήλ, 37,6

Ο «Θεατής» επιστρέφει από σήμερα στην αγαπημένη του γωνιά, στη σελίδα θεάτρου της ΕΠΟΧΗΣ μας. Με χαρά και αγάπη. Από όποια πλευρά του θεάτρου κι αν διακονείς την τέχνη του, το θέατρο χαρίζει απλόχερα τη μαγεία «του αενάως άπαξ». Και αυτή η έκπληξη είναι που το κάνει τόσο ουσιαστικό και επικίνδυνο. Έχουμε όμως όλο το καλοκαίρι να τα λέμε, για παραστάσεις και άλλα. Προς το παρόν ας επικεντρωθούμε στο έργο της σελίδας. Σήμερα θα μιλήσουμε για την παράσταση «Οστέα ξηρά σφόδρα» με κέντρο τον λόγο του προφήτη Ιεζεκιήλ.

***

         Στον σύγχρονο δυτικό κόσμο κρύβουμε τον θάνατο, ακόμα και μιλώντας γι’ αυτόν, δείχνοντάς τον σε ταινίες. Η υπερπροβολή τον αποδυναμώνει όσο και η σιωπή. Τον μετατρέπουμε σε «φυσικό γεγονός» στο οποίο μπορούμε και να μην μετέχουμε, να του στρέψουμε την πλάτη, να προστατέψουμε τα παιδιά από την γνωριμία του. Τον κρύβουμε κάτω από όρους, στατιστικά στοιχεία, νόμους και όλη η προσπάθεια «φυσικοποίησης» του θανάτου από την αστική κοινωνία αποτελεί μια προϊούσα προσπάθειά της να εξορκίσει και να εξορίσει το μυστήριο και τον τρόμο του γεγονότος, να το ελέγξει και στο φαντασιακό της να το νικήσει.

         «Ο θάνατος είναι για τον δυτικό κόσμο μια κατηγορία του ασέμνου» λέει ο Βοβέλ σε μια περίφημη μελέτη του για τον θάνατο στη Δύση, θέλοντας να καταδείξει την σιωπή που περιβάλλει τον θάνατο ουσιαστικά. Δεν ξέρω αν είχε κατά νου τη ρήση του ιστορικού ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Περικλής Μουστάκης, πάντως η παράστασή του, έμοιαζε να την εικονογραφεί θαυμάσια. Μίλησε για τον θάνατο απροκάλυπτα, αμείλικτα και γενναία. Συνέχισε επίσης μια ερευνητική δουλειά που έχει ξεκινήσει από καιρό πάνω σε ιερά κείμενα –αποκαλυπτικά ή προφητικά («Αποκάλυψη Ιωάννου» το 2012).

         Το κοινό στέκει απέναντι από ένα έργο του Ηλία Δόβρη, που καλύπτει όλο τον πίσω τοίχο της σκηνής. Ο καλλιτέχνης, χρησιμοποιώντας τις τεχνικές της διαφήμισης, παρουσιάζει με την δέουσα ειρωνεία την απελπισμένη προσκόλληση του σύγχρονου ανθρώπου στο μάταιο κυνήγι της νεότητας και της ομορφιάς. Γιατί η σύγχρονη βιομηχανία των καλλυντικών και των πλαστικών επεμβάσεων έχει εμπεδώσει καλά τον μύθο του Τιθωνού και παίζει απροκάλυπτα και επικίνδυνα με την ματαιοδοξία, την μοναξιά, την ανωριμότητα. Η σκηνή σπαρμένη με λουλούδια –τα πλαστικά που συναντάμε κατά κόρον στα νεκροταφεία μα και στα βάζα των μικροαστικών οικιών αλλά και αληθινά που η ευωδιά τους εκπλήττει τον θεατή (ομολογώ πως μου άρεσε ιδιαιτέρως η σπάνια για το θέατρο επιλογή οσφρητικών εικόνων και συμβολισμών). Ένα φέρετρο και μέσα ο νεκρός –ήρεμος, ακίνητος, μια κραταιή και οδυνηρή παρουσία της ήδη απουσίας του ανθρώπου. Και φως, ένα ανελέητο λευκό φως που δεν αφήνει τίποτε να κρυφτεί, καμιά σκιά ανάπαυσης δεν το λεκιάζει. Ένα πλάσμα που μιλά μέσα από τερατώδεις γκριμάτσες για την ιδεοληψία του δυτικού ανθρώπου για την ομορφιά, την νεότητα και την υγεία.

         Η παράσταση δουλεύει μέσα από αντιθετικά ζεύγη που εμπλέκονται, γεννούν το ένα το άλλο, παραλύουν το ένα μέσα στο άλλο και επανεμφανίζονται με νέες νοηματοδοτήσεις λίγο μετά. Πλαίσιο όλων η βασική αντίθεση κίνησης-ακινησίας. Ο Μουστάκης εξερευνά τη σχέση του απο-ϊεροποιημένου παρόντος με την έννοια του θαύματος, τον κόσμο του Διαφωτισμού και της επιστήμης με τον προφητικό λόγο που ανήκει σε ένα κόσμο μακρινό, γεμάτο πνεύματα και δαίμονες, που σε ένα μέρος του ο παντοδύναμος Γιαχβέ ετοίμαζε ένα λόγο τιμωρητικό, αρνητικό, γεμάτο παγίδες και νόμους για το τραγικό σκουληκάκι του μύθου του Πρωταγόρα. Ένα κόσμο χωρίς ελπίδα και αγάπη. Σ’ αυτόν τον κόσμο που η απορία σιωπά μπροστά στον φόβο, έρχονται οι προφήτες –φορείς του λόγου του Θεού- να αποκαλύψουν την αλήθεια μέσα από δύο δρόμους: την στιβαρή και απαράβατη ηθική συμβουλή και το ακατανόητο θαύμα. Το θαύμα –θεραπείας, σωτηρίας ή με στόχο την έκπληξη και την αποκάλυψη- έχει σχεδόν πάντα να κάνει με την έννοια του χρόνου. Οι προφήτες γνωρίζουν παρόντα, παρελθόντα και μελλούμενα, έχουν δει και αποκαλύπτουν μέρη της αλήθειας που το όλον θα το συμπληρώσει η σιωπή της πίστης. Και ποιο είναι το μεγαλύτερο θαύμα; Ο Ιεζεκιήλ συνενώνει την ενόραση και την πράξη: είδε στην έρημο το πνεύμα του Θεού να γεμίζει σάρκες και κίνηση τα ξερά οστά. Τον κάεεσε ο Θεός να προφητεύσει ώστε το Πνεύμα να αναστήσει τα ξεραμένα κόκκαλα. Είδε την ανάσταση ως επίδειξη δύναμης του Θεού του, που συγκροτεί μέσα από αυτό το θαύμα το λαό του και του δίνει υπόσταση, ταυτότητα και χώρο για να ζήσει.

         Μπορούμε σήμερα να καταλάβουμε το θαύμα; Όχι φυσικά να το δεχτούμε, αλλά να το καταλάβουμε, να νιώσουμε σε όλη του την έκταση, την προ-λογική, αντι-λογική και άφατη ουσία του όπως την συλλαμβάνανε οι άνθρωποι εκείνης της εποχής; Δύσκολο, περίπου ακατόρθωτο… Κι όμως για μια στιγμή, όταν η σκηνή έχει γεμίσει σαβανωμένα πτώματα, τότε που το φως χαμηλώνει και το ακίνητο, αμίλητο νεκρό σώμα μέσα στο φέρετρο αρχίζει να διηγείται μια ιστορία (ένα θαυμάσιο κείμενο του Μαλεβίτση), τότε, για μια στιγμή, μάρτυρες σε μια νεκρομαντεία, συνταξιδιώτες στο ξεκίνημα μιας Νέκυιας, βάζουμε θέλοντας και μη το ερώτημα για το θάνατο προσωπικά και συγκλονιστικά. Γι’ αυτό –κατά την προσφιλή τακτική του Μουστάκη- η παράσταση δεν τελειώνει. Οι ηθοποιοί δεν σηκώνονται για να υποκλιθούν, μένουν εκεί, ακίνητοι, προκαλώντας στους θεατές είτε ένα ακατανόητο και δυσδιαχειρίσιμο άγχος είτε ένα γέλιο αμήχανο, που εξορκίζει το κακό. Μόνο που το χαίνον στόμα του γέλωτος είναι την ίδια στιγμή και η άκρη της σπηλαιώδους διαδρομής που κάνει εκείνη η τρομερή τελευταία πνοή.

         Ο Μουστάκης εξερεύνησε το πένθος, την ενοχή του ζώντος, την έννοια του μέσα/έξω- εδώ/εκεί-τώρα/μετά και την μοναδική στιγμή της μετάβασης. Έψαξε τις αντιθέσεις από τον αστικό καθωσπρεπισμό του πωλητή στην γελοία ζωότητα του καταναλωτή ( η γραβάτα και το βάζο που κολλάει στο πρόσωπο σαν ρύγχος χοίρου – υπενθυμίζοντας αμυδρά την ιστορία της Κίρκης) μέχρι το πλέον αντιθετικό δίπολο, αυτό του ζώντος και του νεκρού (ο νεκρός παραμένει ο απόλυτος «άλλος»). Και κυρίως δεν απάντησε. Για να είμαι ειλικρινής, δεν έβαλε καν το ερώτημα. Η παράσταση είναι μια εμπειρία που οδηγεί τον κάθε θεατή διακριτά να βάλει το ερώτημα, όμως το σίγουρο είναι πως το ερώτημα του ενός θα διαφέρει από αυτό του άλλου.

        Από τις πλέον ενδιαφέρουσες παραστάσεις της τρέχουσας (και όχι μόνον) σεζόν, τα «Οστέα ξηρά σφόδρα», αφήνουν την υπόσχεση μιας συνέχειας, μιας επαναδιαπραγμάτευσης θεμάτων και σκηνικών επιλογών. Η υποκριτική ομάδα δούλεψε με συνέπεια και αποτελεσματικότητα: Σπύρος Αλιδάκης, Ελένη Γαρυφαλλή, Θανάσης Δόβρης, Περικλής Μουστάκης και Ντίνα Σταματούλου. Εξαιρετικοί φωτισμοί από τον Αλέκο Αναστασίου που ανέδειξε τις βασικές αντιθέσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται η παράσταση. Σκηνικό (Ελένη Σουμή) και κοστούμια (Μάριος Ράμμος) δημιουργούσαν την αναγκαία οπτική συνθήκη.

ΕΠΟΧΗ, 29.4.2016

Advertisements