Ο Νίκος Χατζόπουλος μιλά για την παράσταση του Μπέρχαρντ

στην οποία πρωταγωνιστεί και για το ελληνικό θέατρο

Τον «Θεατροποιό» του Μπέρνχαρντ είδαμε στο θ. «Πόρτα». Χαρακτηριστικός τύπος του Μπένχαρντ ο θεατροποιός Μπρουσκόν, συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία της τεχνικής του μεγάλου αυστριακού συγγραφέα: την ακατάσχετη φλυαρία –δεν υπάρχει τίποτε που να μη λέγεται, ακόμα κι αν αποτελεί πλαίσιο μιας σκέψης ή εικόνα που τυχαία μπήκε στο οπτικό του πεδίο- την κυριαρχία και την πτώση του λόγου. Ο Μπρουσκόν είναι άνθρωπος με υψηλή πνευματικότητα, όραμα αλλά και αλαζονεία, η μεγαλομανία και η εμμονή. Συνομιλεί με την ιστορία, συνδιαλέγεται με την εξέλιξη του θεάτρου. Και ταυτόχρονα έχει μια συγκινητική γελοιότητα. Ο Μπέρνχαρντ επανέρχεται στο αγαπημένο του θέμα, τον κόσμο του θεάτρου και τον ηθοποιό, που αποτελούν μια γνωστή μεταφορά του κόσμου και των προβλημάτων του, της θέσης του δημιουργού και των αυταπατών του. Ταυτόχρονα ασκεί μια σκληρή, δηκτική κριτική στην πατρίδα του, τη Αυστρία (το έργο είναι γραμμένο την δεκαετία του ’80), από την οποία ένιωθε απογοητευμένος. Δεν πιστεύει στο ευρωπαϊκό όραμα και εν μέρει ούτε στον ρόλο της κοινής ευρωπαϊκής κληρονομιάς. Ο «Θεατροποιός» ανέβηκε   πρόσφατα σκηνοθετημένος προσεκτικά από τον Ακύλλα Καραζήση και με πρωταγωνιστή τον Νίκο Χατζόπουλο, που κάνει εδώ μια καλοδουλεμένη και εύστοχη ερμηνεία

 

Κύριε Χατζόπουλε, τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν οι παραστάσεις του Μπέρνχαρντ στην Ελλάδα. Γιατί πιστεύετε ότι επιλέγεται ο συγγραφέας; Εσάς τι σας κέντρισε στο ρόλο του Θεατροποιού;

Νίκος Χατζόπουλος: Ο Τόμας Μπέρνχαρντ έχει γράψει 20 θεατρικά έργα. Δεν είναι και λίγα. Για την ώρα, μόνο 6 ή 7 έχουν παιχτεί στην Αθήνα. Δεν νομίζω όμως ότι η σύμπτωση να υπάρχουν μέσα σε μια χρονιά 2 ή 3 παραστάσεις δικών του έργων αποτελεί τάση. Σίγουρα μέσα στις διαρκώς αυξανόμενες υπερχίλιες θεατρικές παραστάσεις της Αθήνας, πληθαίνουν και οι πιθανότητες να συναντήσουμε έργα του Μπέρνχαρντ. Ωστόσο, τα έργα του ήταν πάντα δελεαστικά για τους ηθοποιούς. Ίσως επειδή τους ηθοποιούς πάντα τους θαύμαζε, όσο κι αν διαρκώς τους βρίζει ως ηλιθίους, αφού και ο ίδιος σπούδασε θέατρο. Συχνά έγραφε ρόλους έχοντας στο μυαλό του συγκεκριμένους ερμηνευτές. Και το δέλεαρ (αλλά και η πρόκληση) για τους ηθοποιούς έγκειται στον καταιγισμό του λόγου, αφού οι ήρωές του μιλούν ακατάσχετα, λες και αν πάψουν να μιλούν θα πεθάνουν. Λες και αυτό το σύμπαν των λέξεων είναι το ζωτικό τους οξυγόνο.

Ο «Θεατροποιός» μιλά για τους ανθρώπους του θεάτρου – αγαπημένο θέμα του Μπέρνχαρντ, όπου διαρκώς επανέρχεται. Ίσως επειδή, στο πρόσωπό τους, βλέπει όλη τη ματαιότητα των ανθρώπινων προσπαθειών. Είναι πλάσματα που μοχθούν για κάτι ανώτερο, που έχουν ευγενείς στόχους, αλλά συχνά είναι καταδικασμένα να αποτύχουν. Ίσως εξαιτίας της ίδιας της μεγαλομανίας και της γελοιότητάς τους, ίσως εξαιτίας του ασφυκτικού κοινωνικού τους περίγυρου, ίσως εξαιτίας της ανθρώπινης βλακείας που αδυνατούν να υπερνικήσουν. Θυμίζουν κάτι από Δον Κιχώτη, αλλά και από τα πρόσωπα του Μπέκετ.

Ο Μπέρχαρντ ασκεί σφοδρή κριτική στην πατρίδα του την Αυστρία. Στο συγκεκριμένο έργο, και παρότι πέθανε το 1989, η οργή και η θλίψη του για τη χώρα του είναι μεγάλες, έτσι που μοιάζει έχει γραφεί μόλις χτες. Όταν επιλέγατε το έργο (φαντάζομαι ότι το συναποφασίσατε με τον κύριο Καραζήση, αλλά μπορεί να κάνω λάθος)  είχατε κατά νου να μιλήσετε για σύγχρονα πολιτικά φαινόμενα; 

Ν. Χ. Οι επιλογές μας δεν είναι πάντα τόσο συνειδητές. Πολλές φορές, καθαρά τεχνικής φύσης συγκυρίες μάς φέρνουν κοντά σε ένα έργο, ως ύστατη λύση. Φυσικά, αν αυτό το έργο δεν μας ενδιαφέρει καθόλου, δεν το κάνουμε! Αλλά ο Μπέρνχαρντ ήταν πάντα μέσα στα ενδιαφέροντά μας. Και επειδή, πάλι για τεχνικούς λόγους, ματαιώθηκε ένα άλλο έργο που σχεδιάζαμε με τον Ακύλλα Καραζήση, καταφύγαμε στον «Θεατροποιό». Ξέρετε, συχνά οι δημοσιογράφοι μάς ρωτούν γιατί επιλέγουμε ένα έργο και τι θέλουμε να πούμε σήμερα μέσα απ’ αυτό. Όμως αυτό που θέλουμε να πούμε, αυτό που διαρκώς και αναπόφευκτα λέμε, δεν λέγεται μόνο μέσα από το έργο. Λέγεται και μέσα από την επαγγελματική μας στάση, από τον τρόπο που ζούμε και υπάρχουμε μέσα στον θεατρικό χώρο. Και από τις επιλογές μας σε επίπεδο συνεργασιών, αισθητικής, ή και προσέγγισης του κοινού.

Ο Μπέρνχαρντ ήταν πάντα σε σύγκρουση με το κατεστημένο, κοινωνικό ή πνευματικό, της χώρας του. Έβριζε διαρκώς τους συμπατριώτες του ως μικρόνοες και ναζιστές, με αποτέλεσμα να απαγορεύσει με τη διαθήκη του οποιαδήποτε χρήση του έργου του στα όρια του αυστριακού κράτους. Ουσιαστικά διαπίστωνε ότι το περίφημο όραμα μιας Ευρώπης που προχωρά μπροστά ήταν στην πραγματικότητα διάτρητο, αφού οι άνθρωποι έσερναν ακόμη μια νοσηρή παθογένεια απ’ τον καιρό του Α΄ Πολέμου. Και το ίδιο διαπιστώνουμε και σήμερα, με όλα αυτά τα επίφοβα συμπτώματα συντηρητισμού που λάνθαναν κάτω από την ευμάρεια, αλλά η οικονομική και πρόσφατα η προσφυγική κρίση τα έβγαλαν στην επιφάνεια.

 «Τι καλά που είχαμε πάντοτε έναν ειρωνικό τρόπο θεώρησης, όσο σοβαρά κι αν ήταν πάντοτε όλα για μας». Μου φάνηκε πως στην παράστασή σας η φράση αυτή από την αυτοβιογραφία του Μπέρνχαρντ ήταν καθοδηγητικό νήμα…

Ν.Χ. Αν μιλάτε για την ελαφράδα ή το χιούμορ, ναι, αυτά τα δύο είναι πολύ σοβαρά εργαλεία. Και νομίζω ότι τα σημαντικά ή τα βαρύνουσας σημασίας θέματα, μόνο με αυτά τα εργαλεία μπορούν να προσεγγιστούν. Αλλιώς δεν περνούν στον θεατή. Αυτά ήταν και τα κύρια εργαλεία μας στον τρόπο που είδαμε αυτό το έργο, σκηνοθετικά και ερμηνευτικά. Τον «θεατροποιό Μπρουσκόν» τον αντιλαμβανόμαστε μέσα από το μεγαλείο αλλά και τη γελοιότητά του, μέσα από τη συμπάθεια αλλά και την υπονόμευσή του.

Συνήθως μιλώντας για την τέχνη σε περίοδο κρίσης, αναφερόμαστε στα οικονομικά προβλήματα. Χωρίς να τα παραβλέπουμε καθόλου, θα θεωρούσατε την τέχνη, και ειδικά το θέατρο,  ως εκφραστή της κρίσης, καταφύγιο είτε εναλλακτική λύση σε μια στιγμή αμφισβήτησης των παραδοσιακών πολιτικών μοντέλων και δράσεων  ή  μέρος της λύσης;

Ν. Χ. Τα πράγματα στην Ελλάδα είναι πολύ πιο σύνθετα από το να λέμε ότι η τέχνη είναι μέρος της λύσης ή σύμπτωμα της κρίσης. Το ελληνικό θέατρο παλεύει αυτή τη στιγμή ανάμεσα σε δύο αντίρροπες τάσεις. Από τη μια, η ζωογόνος παρουσία του κοινού, που, εν μέσω κρίσης, δεν έβγαλε το θέατρο από την ψυχαγωγία του, αντιθέτως το τόνωσε. Αυτή η υποστήριξη του κοινού επιτρέπει να υπάρχει και τέτοια υπερπληθώρα προσφοράς θεατρικών παραγωγών (όσο κι αν οι λόγοι για αυτό το φαινόμενο είναι ανάμικτοι, θετικοί και αρνητικοί). Από την άλλη, αυτή ακριβώς η υπερπληθώρα, σε συνδυασμό με την προϊούσα οικονομική δυσπραγία και την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, έχουν ένα κακό επακόλουθο: το θέατρο κατρακυλά ολοταχώς προς τον ερασιτεχνισμό. Έχει πάψει να αποτελεί επάγγελμα, αφού κανέναν δεν μπορεί να συντηρήσει. Και οι συνέπειες σύντομα θα φανούν και στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα: όταν κανείς δεν πληρώνεται, δεν μπορούμε να έχουμε επαγγελματικές απαιτήσεις, άρα διαρκώς κατεβάζουμε τον πήχυ (ο οποίος, σημειωτέον, τα τελευταία χρόνια είχε ανέβει πολύ ψηλά). Και το κερασάκι στην τούρτα; Η απαξίωση της πολιτείας! Καταργώντας τον θεσμό των επιχορηγήσεων (ακριβώς χάρη στον οποίο το ελληνικό θέατρο είχε ανέβει πολύ ψηλά τις τελευταίες δεκαετίες – και αυτό δεν το λέμε μόνο εμείς αλλά και όσοι ξένοι έχουν δουλέψει εδώ) η Πολιτεία εξαλείφει ελαφρά τη καρδία ένα ζωντανό κομμάτι του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού, στο οποίο θα μπορούσε να επενδύσει και να το αναδείξει σε προσοδοφόρα πηγή, όπως κάνουν τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη. Ανάμεσα σ’ αυτές τις συμπληγάδες, πόσο θα αντέξει η όρεξη και η θέρμη των καλλιτεχνών, αλλά και η ανοχή του κοινού στον εκφυλισμό και τον ερασιτεχνισμό;

ΕΠΟΧΗ, 10.4.2016

Advertisements