Μια συζήτηση εφ’ όλης της ύλης με τον

σκηνοθέτη Σάββα Στρούμπο

με αφορμή τη νέα δουλειά της ομάδας Σημείο Μηδέν,

«Αποστολή: η ανάμνηση μιας επανάστασης» του Χάινερ Μύλλερ

Κύριε Στρούμπο, ανεβάζετε την «Αποστολή» του Χάινερ Μύλλερ. Τι ρόλο παίζει το συγκεκριμένο έργο μέσα στο γενικότερο σκεπτικό που έχετε αναπτύξει τα τελευταία χρόνια με τις παραστάσεις σας; Αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης δουλειάς σας ή ανοίγετε μ’ αυτό ένα καινούριο κύκλο;

Σάββας Στρούμπος: Με το «Εμείς» κλείνει ένας κύκλος έρευνας με θέμα την από-ανθρωποποίηση του ανθρώπου. Είχαμε ξεκινήσει με την «Μεταμόρφωση» του Κάφκα, συνεχίσαμε με τους δυο «Βόυτσεκ» και την δεύτερη εκδοχή της «Σωφρονιστικής Αποικίας» και ολοκληρώσαμε με το «Εμείς» του Ζαμιάτιν. Στο «Εμείς», παράλληλα με την αριθμοποίηση των ανθρώπων που δουλεύουν σαν αυτοκινούμενα μηχανήματα, υπάρχει και το πρόταγμα της εξέγερσης, της κοινωνικής επανάστασης. Ο Ζαμιάτιν δημιουργεί ένα δυστοπικό κόσμο στον οποίο όμως, παρά τις δυσκολίες, η κοινωνική επανάσταση είναι αναγκαία και δυνατή.Η μετάβαση από την δυστοπία στη δυνατότητα της επανάστασης σηματοδοτεί και την αλλαγή στην έρευνά μας. Από την από-ανθρωποποίηση στην εξέγερση της ζωής.

Από το αρνητικό στο θετικό πρόσημο δηλαδή;

Σ.Σ. : Ναι. Από μια άποψη η απο-ανθρωποποίηση είναι η αρνητική έννοια το πολιτικού, το πολιτικό στο θέατρο δια της αρνητικής οδού. Τώρα ενώ αυτό εξακολουθεί, υπάρχει μια θετική διάσταση, η προσπάθεια για μιαν απάντηση.

Κεντρική έννοια την «Αποστολή» είναι η επανάσταση. Τι είναι η επανάσταση στο Μύλλερ;

Σ.Σ.: Ο Μύλλερ ως αιρετικός συνεχιστής του Μπρεχτ, χρησιμοποιεί την μπρεχτική μέθοδο της ιστορικότητας. Το έργο, λοιπόν, αναφέρεται στη γαλλική επανάσταση. Στην «Αποστολή» τρεις γάλλοι επαναστάτες παίρνουν εντολή από την κυβέρνηση των Γιακωβίνων να πάνε στην Τζαμάικα και να δημιουργήσουν εξέγερση των σκλάβων εναντίον των άγγλων αποικιοκρατών με σκοπό να μεταλαμπαδεύσουν την επανάσταση. Ο επικεφαλής, λευκός διανοούμενος και γόνος αριστοκρατών, προδίδει και πηγαίνει με το μέρος των δουλεμπόρων αντί να συνεχίσει τον αγώνα. Οι άλλοι δυο μαχητές είναι ένας πρώην σκλάβος και ένας πρώην αγρότης. Ενώ λοιπόν ο επικεφαλής μπροστά στις δυσκολίες μεταστρέφεται και παίρνει το μέρος των δουλεμπόρων, οι άλλοι δύο που έχουν υποστεί την σκλαβιά και την καταπίεση στο πετσί τους αποφασίζουν, παρ’ όλες τις δυσκολίες, να συνεχίσουν μέχρι τέλους.

Ταυτόχρονα, κατά την προσφιλή του τακτική, ο Μύλλερ εισάγει ένα εμβόλιμο κείμενο, γνωστό ως «Ο άντρας στον ανελκυστήρα». Αφορά στην αγωνία, το παραλήρημα, την ασφυξία που βιώνει ένας υπάλληλος επιχειρησιακού κολοσσού στην προσπάθειά του να φέρει σε πέρας την αποστολή που του έχει αναθέσει ο επικεφαλής του, ο οποίος στο μεταξύ αυτοκτονεί.

Πώς συνδέονται όλ’ αυτά με την έννοια της επανάστασης; Στον Μύλλερ η επανάσταση ως πρόταγμα, ως ιδέα μπορεί να ηττάται, να προδίδεται ή να εκφυλίζεται αλλά είναι πάντα επίκαιρη και πάντα αναγκαία. Όσο κι αν υπάρχουν εκείνοι που, μιλώντας στο όνομά της, την προδίδουν, θα υπάρχουν πάντα κι αυτοί που, έχοντας υποστεί την καταπίεση, την εκμετάλλευση και την σκλαβιά, θα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή. Πιστεύω πως ο Μύλλερ μεταξύ άλλων ασκεί κριτική στο ζήτημα της επαναστατικής ηγεσίας. Θεωρεί πως η ιεραρχική και γραφειοκρατική αντίληψη περί επανάστασης και επαναστατικής ηγεσίας στην ουσία οδηγεί σε προδοσίες και ήττες. Επιστρέφει τότε στο υποκείμενο που βιώνει στο πετσί του την καταπίεση, γιατί εκεί βρίσκει τον εν δυνάμει σπόρο της εξέγερσης ή και της επανάστασης. Η επανάσταση είναι γι’ αυτόν μια τομή στον κοινωνικό και ιστορικό χωρόχρονο όπου οι άνθρωποι ως συλλογικότητα προσπαθούν να αυτοκυβερνηθούν. Και παλεύουν οι ίδιοι για την χειραφέτησή τους

apostoli

Σε μια εποχή μακροχρόνιας κρίσης –και δεν μπαίνουμε τώρα σε μια σύνθετη θεωρητική συζήτηση αν μπορεί να ονομάζεται κρίση μια μακροχρόνια κατάσταση κοινωνικής και οικονομικής αποδόμησης και αποσύνθεσης με συγκεκριμένα οικονομικά αίτια, όπως αυτή που βιώνουμε τόσον καιρό- σε μια εποχή, λοιπόν, οικονομικής κρίσης που οδηγεί σε πολιτική κρίση ή και ακριβώς το αντίθετο, σε μια στιγμή της ιστορίας που η Ευρώπη γνωρίζει την άνοδο των αριστερών δυνάμεων, αλλά που αυτές οι αριστερές δυνάμεις, τα αριστερά κόμματα που διεκδίκησαν ή διεκδικούν την κυβέρνηση των χωρών, δείχνουν να μην μπορούν να οδηγήσουν αν όχι σε ριζικές ανατροπές, τουλάχιστον σε μεγάλες κοινωνικές αλλαγές, πράγμα που απογοητεύει, και ιδιαίτερα τους νέους, είναι δυνατόν να συμβεί κάτι σαν αυτό που υποστηρίζει ο Μύλλερ, να συγκροτηθούν σε υποκείμενο εύρωστες λαϊκές δυνάμεις που θα αντιπαρατεθούν στο σύστημα και θα δημιουργήσουν μια πραγματική ανατροπή;

Σ.Σ..: Όσο υπάρχει καπιταλισμός θα υπάρχει ταξική πάλη και όσο θα υπάρχει ταξική πάλη οι εξεγέρσεις και οι επαναστάσεις θα είναι αναπόφευκτες. Ο Λέον Τρότσκι λέει ότι το πρόβλημα των καταπιεσμένων είναι πρόβλημα πολιτικής ηγεσίας. Στη σκέψη αυτή βρίσκεται πολύ κοντά ο Μύλλερ. Ο προβληματισμός του είναι εναγώνιος και τραυματικός, κουβαλά μέσα του την ήττα των σοβιετικών καθεστώτων, αφού τελικά το όραμα του σοσιαλισμού δεν ευοδώθηκε παρά τα όσα θετικά. Οι ηγεσίες γραφειοκρατικοποιήθηκαν και οι επαναστάσεις προδόθηκαν.

Ως προς την κρίση και την σύγχρονη Ελλάδα: Πιστεύω ότι η κρίση βεβαίως είναι οικονομική, πολιτική και ηθική κρίση, αλλά έχω την εντύπωση ότι στις μέρες μας είναι και κρίση εξουσίας της αστική τάξης, η οποία δεν έχει εναλλακτικό σχέδιο. Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα το λαϊκό κίνημα έριξε πέντε κυβερνήσεις. Αν και η σημερινή έχει την ίδια τύχη, δεν βλέπω ποιο κυβερνητικό μείγμα θα μπορούσε να σταθεί. Για τον πολύ απλό λόγο ότι η αλυσίδα των μνημονίων θα συνεχίζεται χωρίς σταματημό, αν δεν ανατραπεί από τα κάτω και αριστερά. Επίσης πιστεύω ότι η Ελλάδα βρίσκεται στο σταυροδρόμι δύο ιστορικών καταστροφών: από τη μία, η Ευρώπη της κρίσης, της ανεργίας, των προσφύγων και των κλειστών συνόρων καταρρέει από τα μέσα, από τα ίδια της τα σπλάχνα, κι από την άλλη, οι αδιανόητοι πόλεμοι της Μ. Ανατολής, ένας μίνι παγκόσμιος πόλεμος, όπου όλοι είναι εναντίον όλων, ενώ δίπλα μας η Τουρκία είναι μια εστία διαρκών συγκρούσεων και πολέμων. Η χώρα μας, πιστεύω, είναι ένα εργαστήρι χειραφέτησης. Δεν το λέω από υπεραισιοδοξία, γιατί βεβαίως όλοι μας έχουμε υποστεί τις συνέπειες της λιτότητας και βλέπουμε τις ανεπάρκειες του κινήματος, αλλά είναι τέτοια η δυναμική στον πυρήνα της κοινωνίας που κάθε τόσο θα έχουμε ξεσηκωμούς με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Δεν είμαι της άποψης ότι ο κόσμος ή οι συνθήκες δεν είναι έτοιμες, ότι οι άνθρωποι κάθονται στον καναπέ τους, ότι είμαστε συμβιβασμένοι… Αν κοιτάξουμε από τον Δεκέμβριο του ’08 τουλάχιστον, και δεν θέλω να αναφερθώ σε παλιότερες στιγμές, η κοινωνία είναι πάντα παρούσα… Από τον Δεκέμβρη του ’08 μέχρι το δημοψήφισμα του Ιούλη του ‘15 και τις απεργίες το χειμώνα φέτος, η κοινωνία είναι πάντα παρούσα. Το έλλειμμα δεν είναι στην εργατική τάξη, στους άνεργους, τους νομάδες προλετάριους, είναι στην ίδια την αριστερά.

apostoli

Σας βλέπω, αν όχι σε αισιόδοξη φάση, πάντως σε θετική αναμονή…

Σ.Σ. Αν κοιτάξουμε την ιστορία του 20ου αι. στην Ελλάδα και διεθνώς, το εργατικό και λαϊκό κίνημα οργανώθηκαν και πάλεψαν σε δυσκολότερες πολλές φορές συνθήκες. Ακόμα κι αν αυτή την στιγμή μας φαίνεται αδύνατη μια επανάσταση ή ένας λαϊκός ξεσηκωμός δεν έχουμε παρά να κοιτάξουμε τι γίνεται στη Γαλλία, το κίνημα του «NuitDebout». Πριν λίγους μήνες είχαμε ένα τρομοκρατικό χτύπημα και η γαλλική κοινωνία πρόστρεξε στην αστυνομία και τον στρατό για προστασία. Οι ίδιοι άνθρωποι σήμερα δίνουν μάχες σώμα με σώμα με την αστυνομία, στις κινητοποιήσεις τους ενάντια στον αντεργατικό νόμο. Μιλάμε για ένα νέο Μάη.Οι λαοίδεν είναι ηττημένοι, αλλά προδομένοι…

Κουρασμένος όμως είναι μάλλον ο ελληνικός λαός…

Σ.Σ.: Είναι κουρασμένος και προδομένος, όχι ηττημένος. Αν υπάρχει κρίση εξουσίας στο αστικό σύστημα,το κίνημα και η κοινωνία οφείλουν να προτείνουν μια εναλλακτική πρόταση αντι-εξουσίας από «τα κάτω». Όλ’ αυτά βρίσκονται στον πυρήνα του προβληματισμού του Μύλλερ, που τον χαρακτηρίζουν συνήθως ως πεσιμιστή, όμως ο πεσιμισμός του βρίσκεται σε ένα πολύ συγκεκριμένο ζήτημα: αφορά την κυρίαρχη και αποστεωμένη αντίληψη περί ηγεσίας, επανάστασης και κόμματος, όπως επίσης και στη βαθιά συνείδηση ότι ο καπιταλισμός γεννάει τον αγριανθρωπισμό, δεν εξευμενίζεται, ούτε διορθώνεται, απλώς ανατρέπεται…

Αυτή είναι η αναγκαιότητα της ιστορίας και ο ρόλος της ιστορικής γνώσης ως βιωμένης εμπειρίας. Να θυμηθούμε ότι κι άλλοι έκαναν τους ίδιους δρόμους και οι πορείες τους άφησαν σημάδια πίσω τους, εμπειρίες, γνώσεις. Είναι μια αισιόδοξη προσέγγιση.

Σ.Σ.: Η μνήμη ανήκει στους λαούς. Δεν είναι των νικητών η μνήμη και το βλέπουμε αυτό όταν ξεσπούν πραγματικά λαϊκά κινήματα. Οι δρώντες άνθρωποι φέρουν τη μνήμη των αγώνων στο κύτταρό τους. Δεν είναι τυχαίο ότι στη Γαλλία σήμερα μιλάνε πάλι για το Μάη του ’68. Όχι στα βιβλία, αλλά στην ουσία: στους δρόμους, στις συνελεύσεις, στις συγκρούσεις.

apostoli

Όπως δεν είναι τυχαίο ότι ακριβώς αυτήν την «κυτταρική» όπως την ονομάσατε μνήμη προσπαθεί το σύστημα να σβήσει. Ας δούμε από αυτήν την πλευρά το ζήτημα της διδασκαλίας της ιστορίας στα σχολεία και την βαθιά έλλειψη ιστορικών γνώσεων των νεώτερων γενεών, που μερικές φορές δείχνουν να ζουν στο παρόν της γειτονιάς τους. Το σύστημα προσπαθεί να κατασκευάσει τον ανθρώπινο τύπο που χρειάζεται. Συχνά πετυχαίνει, έρχονται όμως στιγμές που φαίνεται πως υπάρχουν μεγάλες ρωγμές…

Σ.Σ. Κοιτάξτε τα συνθήματα, αυτό το σύνθημα του Δεκέμβρη του ’08, «Βάρκιζα τέλος», ο συμβολισμός του το πνεύμα του συνθήματος που το γράψανε 15χρονα παιδιά έχει μεγάλη σημασία. Το ξαναλέω, η μνήμη είναι των λαών, η λήθη είναι των νικητών. Οι νικητές θα προσπαθήσουν να σβήσουν με κάθε τρόπο τη μνήμη, μέσω του σχολείου, της βιομηχανίας του θεάματος, της καθημερινής ζωής. Εμείς οφείλουμε να σταθούμε απέναντι σ’ αυτή τη διαδικασία.

Γι’ αυτό ίσως ο προδότης της ιστορίας είναι ο διανοούμενος;

Σ.Σ.: Είναι αυτός που στέκεται από καθέδρας και νομίζει ότι γνωρίζει τα πάντα. Πιστεύει πως είναι ο αλάνθαστος ηγέτης, η αυθεντία, ενώ τελικά είναι ο εν δυνάμει προδότης. Εδώ ο Μύλλερ κάνει μια βαθύτατη αυτοκριτική, αφού βάζει τον εαυτό του στη θέση του λευκού διανοούμενου. Για μένα είναι η τραγωδία του ίδιου του προσώπου που ενδιαφέρει τον συγγραφέα. Δεν θεωρώ ότι είναι νομοτελειακά κακός, αλλά κατατρύχεται εσωτερικά από βαθύτατες πολιτικές και υπαρξιακές συγκρούσεις. Είναιπρόσωπο ταυτόχρονα τραγικό και γκροτέσκο, όπως τα πρόσωπα του Ντοστογιέφσκι. Βλέπουμε σ’ αυτόν όλη τη διαδρομή από τον ήρωα ως τον ανθρωπάκο.

Αυτή είναι η διάσταση που του δίνετε στην παράσταση; Και κάτι ακόμα, στέκεστε πολύ σ’ αυτόν. Ίσως επειδή έχει να κάνει με πολλά που μας απασχολούν στις μέρες μας;Δηλαδή τι κάνει η διανόηση; γιατί πολλές φορές σιωπά ή συντάσσεται με μια ψευτοδιάθεση αυτοκριτικής; Βάζει ίσως και ένα ερώτημα για τις τέχνες… Ποιος είναι ορόλος του καλλιτέχνη; Μπορεί να υπάρξει μια καλλιτεχνική πρωτοπορία που θα τραβήξει τα πράγματα μπροστά;

Σ.Σ. Οι καλλιτέχνεςμπορούν να είναι πολύ ευαίσθητοι δέκτες των σημάτων κινδύνου που εκπέμπει μια κοινωνία, αν δεχτούν ότι είναι οργανικό μέρος της. Ταυτόχρονα, μέσα από τη δουλειά τους, μπορούν να είναι και εξαιρετικοί πομποί αυτών των σημάτων. Αυτό έκανε η ρώσικη πρωτοπορία, η artepovera, τα κινήματα της αντικουλτούρας στην Αμερική και στην Ευρώπη τη δεκαετία του 60. Θεωρώ όμως ότι οι καλλιτέχνες σήμερα στην Ελλάδα και στον κόσμο έχουν αφομοιωθεί από τη βιομηχανία του θεάματος: Είμαστε τα πιόνια επιχειρηματικών ομίλων που ως λεβιάθαν θέλουν να απορροφήσουν την καλλιτεχνική ζωή μιας χώρας.

Όμως πώς μπορεί μια διαφορετική δουλειά να φτάσει στο κοινό;

Σ.Σ.: Μιλώντας μέσα από την οχτάχρονη περίπου εμπειρία της ομάδας, μπορώ να πω ότι σε ένα βαθμό μπορεί να φτάσει στον κόσμο, ίσως γιατί αντανακλά ζυμώσεις και αγωνίες που συντελούνται εντός αυτού του κόσμου.

Υπ’ αυτήν την έννοια μπορούμε έτσι να εξηγήσουμε και την πολυαριθμία θεατρικών ομάδων που δυσκολεύονται υπερβολικά, αλλά πάντως συνεχίζουν την δουλειά τους, υποστηριζόμενες από ένα κοινό…

Σ.Σ.: Προσωπικά είμαι υποστηρικτής της ανεξάρτητης παραγωγής. Ηκαλλιτεχνική δημιουργίαπρέπει να είναι δουλειά αυτόνομων καλλιτεχνών. Από κει και πέρα πιστεύω ότι πρέπει ως καλλιτέχνες να ανοίξουμε την φαντασία μας, να συναντηθούμε να συνομιλήσουμε μεταξύ μας και με την κοινωνία, να δούμε τι νέες μορφές δημιουργίας, συλλογικότητας, συνδημιουργίας μπορούν να γεννηθούν σήμερα, στην Ελλάδα της κρίσης. Πιστεύω ότι η εποχήμας είναι γεμάτη συγκλονιστικά ερεθίσματα.

 

Δηλαδή θεωρείτε ότι βρισκόμαστε σε μια δημιουργική περίοδο, μια περίοδο γέννας.

Σ.Σ.: Επιμένω πως ως καλλιτέχνες πρέπεινα αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε οργανικά μέρη της κοινωνίας, αντικρύζοντας τον κόσμο υπό το πρίσμα των καταπιεσμένων. Υπενθυμίζω τη θέση του Μπένγιαμιν που πίστευε πως η φασιστική τέχνη προσπαθεί νααισθητικοποιήσει την πολιτική και οι κομμουνιστές πρέπει να απαντήσουν με την πολιτικοποίηση της αισθητικής. Δεν μιλάω για στρατευμένη τέχνη αλλά για μια τέχνη που πιάνει τον παλμό, την αγωνία, τα σήματα κινδύνου, τους φόβους τα όνειρα, τις ελπίδες της κοινωνίας. Δεν πιστεύω στην στρατευμένη τέχνη και ακούγεται ίσως λίγο αιρετικό. Αν δούμε τον Μαρξ,λάτρευε τον Μπαλζάκ, που δεν έχει καμιά σχέση με στρατευμένο συγγραφέα, ήταν όμως οξυδερκής αναλυτής της κοινωνίας του και των αδικιών της. Το ίδιο συμβαίνει με τον Παπαδιαμάντη, που ανατέμνει την ύπαρξη στις πιο μύχιες καταστάσεις της και φυσικά με τον Κάφκα. Η τέχνηείναι πολιτική αυτή η ίδια.

Για να σας το πω και με ένα άλλο τρόπο . Αν ένας θίασος ανεβάσει Μπρεχτ ή Μύλλερ κάνειαυτόματα πολιτικό θέατρο; Αν οι ηθοποιοί είναι απλήρωτοι, οι σχέσεις μεταξύ σκηνοθέτη και ηθοποιών είναι ιεραρχικές και εξουσιαστικές, αν ο δημόσιος λόγος που αρθρώνεται μέσα από την παράσταση είναι συντηρητικός και αναπαράγει την κυρίαρχη αισθητική, αν η χρηματοδότηση δίνεται από μαικήνες και επιχειρηματικούς ομίλους, πού είναι το αριστερό πρόσημο, όπως το ονομάσατε; Αν δεν μας ενδιαφέρει ουσιαστικά η τέχνη υπό το πρίσμα των καταπιεσμένων να διαπεράσει όλες τις στιβάδες της δημιουργικής διαδικασίας, αν οι ίδιοι οι καλλιτέχνες δεν αντιληφθούν τους εαυτούς τους ως εν ενεργεία δημιουργική συλλογικότητααρνούμενοι την ιεραρχία, την εξουσιαστική αντίληψη του σκηνοθέτη προς τον ηθοποιό, αν οι ίδιοι οι ηθοποιοί δεν μπορούν να ζήσουν από αυτό που κάνουν, πώς να μιλάμε για πολιτική τέχνη;

Αυτό που περιγράψατε παραπάνω, υπάρχει στη λειτουργία της ομάδας Σημείο Μηδέν;

Προσπαθούμε να καλλιεργήσουμε σε βάθος την ιδέα της συλλογικότητας. Δεν είναι πάντα εύκολο. Όταν συνεργάζεσαι με κάποιον πολλά χρόνια βλέπεις τον εαυτό σου μέσα από τα μάτιατου και πολλές φορές συγκρούεσαι με τον εαυτό σου και τις αντιφάσεις σου. Αλλά αν αποδεχτείς τη συλλογική διαδικασία, σε βοηθάει να εξελιχτείς ως άνθρωπος και καλλιτέχνης. Ταυτόχρονα συναντιέσαι όλο και βαθύτερα με τους συνεργάτες σου, γνωρίζεστε ως άνθρωποι, ως καλλιτέχνες, ως δημιουργοί. Ένα δεύτερο είναι πως ηθοποιοί και συντελεστές αμειβόμαστε από τα εισιτήρια των παραστάσεων, κι αυτό δεν επιτρέπει να ζούμε εξ’ ολοκλήρου από αυτό που κάνουμε. Τρίτο, η δουλειά μας είναι ερευνητική σε όλα τα επίπεδα, από την τέχνη του ηθοποιού ως την αισθητική της παράστασης και τις φιλοσοφικές προεκτάσεις που γεννάει. Από τη μεριά μου στόχος μου είναι καθένας από τους ηθοποιούς να νιώθει δημιουργός της παράστασης κι όχι απλώς εκτελεστικό όργανο.

Παρ’ όλ’ αυτά εσείς είστε ο σκηνοθέτης. Ακόμα κι αν έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση το μοντέλο του σκηνοθέτη που επέβαλε ο 20ος κυρίως αιώνας, εσείς έχετε την οπτική. Πώς το ξεπερνάτε και δεν δημιουργεί σχέσεις ιεραρχίας;

Σ.Σ.: Κατά τη γνώμη μου, ο σκηνοθέτης είναι συνοδοιπόρος του ηθοποιού και όχι επικεφαλής. Πρόκειται για μια συνάντηση που απαιτεί αμοιβαία εμπιστοσύνη.Χρειάζεται να βαδίσουμε προς το ρόλο παρέα, σε βαθμό που να μην μπορείς να ξεχωρίσεις πού είναι ο ηθοποιός και πού ο σκηνοθέτης…

Σε περίπτωση διαφωνίας;

Προσπαθούμε να βρούμε σημεία συνάντησης,κοινούς τόπους έρευνας και έκφρασης. Μεταξύ άλλων, αυτός είναι ένας τρόπος να βαθαίνει η ιδέα της συλλογικότητας.Ποτέ δεν είναι όλα λυμένα, πάντα υπάρχουν αντιπαραθέσεις και ρήξεις αλλά πάντα προσπαθούμε… Άλλωστε είναι υγιές να υπάρχουν αντιθέσεις και διαφωνίες. Οι γκουρού και οι αυθεντίες είναι άχρηστοι στις μέρες μας.

Μέσα στις πρόβες αναρωτιέστε και για τον δικό σας ρόλο στο θέατρο και την ομάδα…

Σ.Σ.: Σαφέστατα. Προσπαθώ να μη φοβάμαι την αυτοαναίρεση, τη λάθος αντίληψη που ενδεχομένως έχω για τα πράγματα.Υπάρχουν φορές που οφείλω ν’ ακούσω και να ακολουθήσω τον ηθοποιό.

Θα μας δώσετε την ταυτότητα της παράστασης; Όσους δούλεψαν για την πραγματοποίησή της;

Σ.Σ. Ξεκινάμε στις 20 Μαΐου για 11 παραστάσεις μέχρι τις 5 Ιουνίου, από Πέμπτη ως Κυριακή. Η ομάδα μας αποτελείται όπως και πέρυσι από την Ελεάνα Γεωργούλη, τον Δαβίδ Μαλτέζε, τον Δημήτρη Παπαβασιλείου, την Έλλη Ιγγλίζ και την ΕβελύνΑσσουάντ. Οι φωτισμοί είναι του Κώστα Μπεθάνη. Η σκηνική εγκατάσταση έγινε σε συνεργασία με τον Ηλία Παπανικολάου.

Τα σκηνικά σας είναι πολύ χαρακτηριστικά πάντα, εγκαταστάσεις με αυτόνομη καλλιτεχνική παρουσία.

Σ.Σ. Συνήθως είχαμε αναφορά ένα καλλιτεχνικό ρεύμα (π.χ. τον γερμανικό εξπρεσιονισμό στην «Μεταμόρφωση», τη ρώσικη πρωτοπορία στο «Εμείς» κτλ). Στην «Αποστολή» είναι η πρώτη φορά που δεν υπάρχει αναφορά σε εικαστικά ρεύματα του παρελθόντος. Η παράσταση παίζεται πάνω σε ένα κόκκινο δάπεδο και οι ηθοποιοί φορούν μαύρα κοστούμια. Αλλά υπάρχει και μια εκπληκτική σύμπτωση: εφόσον βρέθηκε η ιδέα του δαπέδου και των κοστουμιών, έμαθα πως πάνω σε κόκκινο δάπεδο και με μαύρα κοστούμια παρουσίαζαν έργα στη ναζιστική Γερμανία του Μεσοπολέμου ομάδες κομμουνιστικής ή αναρχικής πολιτικής τοποθέτησης

Κάτι λέγατε προηγουμένως για κυτταρική μνήμη…

Στην «Αποστολή» του Μύλλερ το θέατρο είναι ένας χωρόχρονος όπου μνήμη και ιστορία συγκρούονται, αλληλεπιδρούν και συνδέονται, όπουδημιουργοί και θεατές αναζητούν τρόπους αυτοσυνειδησίας και χειραφέτησης,είναι οριακά θέατρο, γι’ αυτό και έχει μεγάλη θεατρικότητα. Η θέση αυτή με εκφράζει απολύτως, προσπαθώ και προσπαθούμε να έρθουμε σε ρήξη με όλα τα δεδομένα της θεαματικότητας, η δουλειά μας να είναι στα όρια του θεάτρου, ο θεατής να είναι μάρτυρας….

Η έννοια του θεατή-μάρτυρα και το μοντέλο θεάτρου που προτείνετε εξηγούν και την επιλογή σας να επιμένετε να παίζετε σε ένα πολύ μικρό χώρο, ενώ πια έχετε ένα κοινό που σαφώς ξεπερνά τις δυνατότητες του χώρου σας;

Σ.Σ.: Σχετικά με το θέατρο που παίζουμε, υπάρχει μία βαθιά σχέση και συνεργασία με τον Θόδωρο Τερζόπουλο και το «Άττις». Είναι ο δάσκαλός μου. Άλλωστε και τον Χάινερ Μύλλερ τον γνώρισα σε βάθος δουλεύοντας με τον Τερζόπουλο, ο οποίος αναγνωρίζει τον Μύλλερ ως μέντορά του. Το θέατρο «Άττις» για μένα είναι μία εστία… Πιστεύω πολύ στη σχέση δασκάλου-μαθητή, πιστεύω στην παράδοση. Στην τέχνη δεν υπάρχει παρθενογένεση. Η σχέση μαθητή-δασκάλου είναι πηγή δημοκρατίας. Διαφωνώ κάθετα με την μεταμοντέρνα αντίληψη που μας θέλει όλους suigeneris προσωπικότητες και μας έχει κάνει να αρνούμαστε δασκάλους και επιρροές, κοπιάροντας ταυτόχρονα παραστάσεις από το youtube. Ο Τερζόπουλος είναι ένας άνθρωπος πάρα πολύ συνεπής με τον εαυτό του και τις αρχές του, δεν έχει κάνει υποχωρήσεις. Για μένα είναι πηγή έμπνευσης.

ΕΠΟΧΗ, 22.4.2016

(η συνέντευξη παρουσιάστηκε σε συντομευμένη μορφή στο έντυπο φύλλο και

ολόκληρη στο ηλεκτρονικό, στην διεύθυνση:

http://epohi.gr/savvas-stroumbos-h-mnhmh-anhkei-stous-laous/)

Advertisements