Σε εκδήλωση που διοργάνωσε ο πολιτιστικός χώρος ΕΥΜΑΡΟΣ

στις 4 Δεκεμβρίου 2015

Φίλες και φίλοι καλησπέρα!

Είναι ιδιαίτερη χαρά και τιμή για μένα να παρουσιάζω τον Χάρη Αθανασιάδη και το νέο του βιβλίο «Τα αποσυρθέντα βιβλία. Έθνος και σχολική ιστορία στην Ελλάδα, 1858-2008 ». Όχι μόνο γιατί τον γνωρίζω πάνω από 20 χρόνια και παρακολουθώ όσο μπορώ την πορεία του, την αγωνία του και την προσφορά του στον πολύπαθο χώρο της εκπαίδευσης με μελέτες και έρευνες και πολλά – πολλά άρθρα που προσπαθούν να εισχωρήσουν στα προβλήματα του χώρου και στην ιστορία αυτών των προβλημάτων, αλλά και γιατί αυτό το τελευταίο του βιβλίο ανοίγει ένα σοβαρό και γόνιμο προβληματισμό στην σχολική ιστορία, μακριά από υστερικές φωνές ένθεν κακείθεν που στο βωμό της εκάστοτε επικαιρότητας ή ιδεοληψίας, αφήνουν κατά μέρος το σημαντικότερο: την ενδελεχή, ψύχραιμη και ουσιαστική μελέτη των φαινομένων. Και συνήθως εγκαταλείπουν μόλις κοπάσει ο θόρυβος για να επανέλθουν μένεα πνέοντες την επόμενη φορά που ένα θέμα θα τραβήξει την προσοχή των καναλιών. Ο Αθανασιάδης είναι στον ακριβή αντίποδα αυτής της πρακτικής.

Κανείς ή έστω κανείς έξω από την επιστημονική κοινότητα και κάποιους φωτισμένους διδάσκοντες δεν ασχολείται με το τι γράφεται μέσα στα βιβλία της φυσικής και των μαθηματικών. Με το πώς γράφεται ακόμα πιο πολύ. Εκεί η γνώση είναι στο απυρόβλητο. Ή χειρότερα δεν ενοχλεί. Αν ενόχλησε κάτι από το χώρο των θετικών λεγομένων επιστημών την τελευταία πεντηκονταετία, ας πούμε, ήταν μερικές θεωρίες βιολογίας που ανέτρεπαν τα όσα έπρεπε να πιστεύουν τα ελληνοχριστιανόπουλα για τη γένεση του κόσμου, ακριβώς όπως συνέβη με τις ίδιες θεωρίες και στις ΗΠΑ. Και πάντως το θέμα δεν απασχόλησε ιδιαίτερα. Κανείς δεν ασχολείται με τα αρχαία ελληνικά, παρά μόνο για να τονίσει την ανάγκη διδασκαλίας τους, γιατί αλλιώς δεν θα μάθουν την γλώσσα τους, 5 ‘ωρες αρχαία στην α΄ λυκείου 2 ώρες νεοελληνική γλώσσα. Σε άλλο αναφερόμουν όμως. Πχ σ’ αυτές τις φρικτές γεμάτες λάθη εισαγωγές στην τραγωδία που παρά την έκτασή τους παρουσιάζουν παροιμιώδη αποσπασματικότητα με όλες τις συνέπειες. Ας πούμε, η εισαγωγή στην «Αντιγόνη» που διδάσκεται στη Β΄ Λυκείου, ελέγχθηκε κριτικά σε μερικά άριστα άρθρα που δημοσιεύτηκαν πριν από χρόνια, θυμάμαι αίφνης την τοποθέτηση της ποιήτριας Τασούλας Καραγεωργίου, έμεινα στο στενό κύκλο κάποιων συναδέλφων και ερευνητών. Όταν όμως πρόκειται για την ιστορία, τότε όλοι έχουν λόγο. Θα πρέπει μάλιστα να γίνουμε ακριβέστεροι, όχι γενικά μιλώντας για την ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία αλλά κυρίως για την νεότερη ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία. Γιατί στην συντριπτική τους πλειονότητα οι αντιδράσεις αυτήν αφορούν. Δεν άκουσα κανέναν να διαμαρτύρεται για το κυριολεκτικά άθλιο βιβλίο Βυζαντινής και Μεσαιωνικής Ιστορίας της Β΄ Λυκείου. Δεν άκουσα κανένα να διαμαρτύρεται για την αποσπασματική ύλη όλων των περιόδων. Δεν άκουσα κανέναν να διαμαρτύρεται γιατί την ιστορία, όπως έγραψε χαριτολογώντας στο twitter του ο νεαρός ιστορικός Κώστας Παλούκης, οι μόνοι που αδικούνται και δεν την διδάσκουν είναι οι μαθηματικοί. 24 χρόνια δασκάλα σε πάνω από 10 λύκεια της χώρας, ιστορικός με διδακτορικό στην αρχαία ιστορία, με ειδικότητα την ύστερη αρχαιότητα, έχω διδάξει 5 χρόνια αρχαία ιστορία και τον έναν εξ αυτών μισό, γιατί έφυγα με απόσπαση. Γιατί η ιστορία και δη η αρχαία ιστορία είναι ένα δίωρο προς συμπλήρωση ωραρίου.

Το πρόβλημα της σχολικής ιστορίας δεν είναι τελικά ένα θέμα διδασκαλίας –ή έστω μόνο διδασκαλίας- όπως συνήθως λέγεται. Δεν χωλαίνει η μέθοδος. Το πρόβλημα είναι η στοχοθεσία του μαθήματος, και από κει προκύπτουν και τα μεγαλύτερα προβλήματα στη διδασκαλία. Η αφήγηση του παρελθόντος όπως επιλέχθηκε να διαμορφωθεί για να διαμορφώσει μέσα από αυτήν όχι ιστορική συνείδηση αλλά εθνική συνείδηση. Και η εθνική συνείδηση έχει επιλεκτική μνήμη και αναδημιουργική ικανότητα. Σε τελείως άλλες ιστορικές περιστάσεις και σε μια εντελώς διαφορετική κοινωνία, όταν εγκαινιάζεται το Φλάβιο αμφιθέατρο, το Κολοσσαίο, ο αυτοκράτορας Τίτος παραγγέλνει μια ναυμαχία, ένα υπερθέαμα μίμηση ναυμαχίας μέσα στο πλημμυρισμένο εν είδει λίμνης δάπεδο του αμφιθεάτρου. Θα παρασταθεί η ναυμαχία Αθηναίων και Συρακουσίων το 414 π.Χ. Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα έχουν νικήσει οι Συρακούσιοι. Και η Ρώμη ταυτίζεται με την Αθήνα. Το πρόβλημα επιλύεται πολύ απλά. Αλλάζει το αποτέλεσμα της ναυμαχίας και οι Ρωμαίοι θεατές βλέπουν την νίκη των Αθηνών. Στην εποχή μας βέβαια η αναδιαμόρφωση και η ψευδοανάπλαση του παρελθόντος δεν γίνεται τόσο μπρούτα. Όμως πόσο μακριά είμαστε από τον Τίτο, όταν παρουσιάζουμε μια σειρά δημοσιονομικών μέτρων του αυτοκράτορα Νικηφόρου Α΄ με σκοπό τον δραστικό περιορισμό των μεγαλογαιοκτημόνων και την φορολόγηση της μοναστικής περιουσίας (για το συμφέρον του παλατιού φυσικά) με το όνομα που τους δίνει ο εικονολάτρης Θεοφάνης, «κακώσεις», ενώ τίποτε στο σχετικό κεφάλαιο δεν βοηθά τον μαθητή να συνδέσει την πληροφορία που του δίνεται ξαφνικά με το αμέσως προηγούμενο κεφάλαιο της εικονομαχίας και τίποτε δεν του εξηγεί τον κεντρικό ρόλο που έπαιξαν τα μοναστήρια στην διαμάχη εξαιτίας ακριβώς της μοναστικής περιουσίας. Για να μην πω ότι το βιβλίο αφήνει καταφανώς την εντύπωση ότι όλη η περίοδος λήγει με νίκη της εκκλησίας, παραποιώντας δηλαδή μια τετριμμένη αποδοχή των ιστορικών, ότι στο Βυζάντιο πολύ δυνατή ήταν η εκκλησία, παποκαισαρισμό δεν είχαμε όμως.

Ο Χάρης Αθανασιάδης παίρνει αφορμή από την περίφημη διαμάχη για το βιβλίο της Στ’ Δημοτικού που υπέγραψε η Ρεπούση και η ομάδα της, που οδήγησε στην απόσυρσή του και πηγαίνοντας ένα-ένα βήμα προς τα πίσω μελετά άλλες περιπτώσεις απόσυρσης σχολικών εγχειριδίων ιστορίας στον 20ο αι. –στον 19ο δεν υπάρχουν τέτοια φαινόμενα. Η σχολική ιστορία, μολονότι προσπαθεί να παρακολουθεί στοιχειωδώς τις εξελίξεις στην ιστορική επιστήμη, αναγκάζεται να προσαρμοστεί στα αναλυτικά σχολικά προγράμματα, αποτυπώνοντας την επίσημη και εμφανιζόμενη ως μοναδική άποψη για το παρελθόν της χώρας. Θεωρεί μάλιστα ότι ο τόπος της σχολικής ιστορίας, με δική του διατύπωση, είναι «ο ασαφής χώρος στον οποίο συναντώνται η δημόσια και η ακαδημαϊκή ιστορία». Ωστόσο το ακαδημαϊκό κομμάτι υποχωρεί μπροστά στον βασικό στόχο που βάζει η εκπαίδευση του κάθε εθνικού κράτους: να μορφοποιήσει τη συνείδηση μιας εθνικής ταυτότητας λαμπερής και ελκυστικής. Το βασικό σχήμα πάνω στο οποίο στηρίζεται με παραλλαγές η αφήγηση όλων των σχολικών εγχειριδίων του 20 και 21 αι. με μια-δυο ίσως εξαιρέσεις που δεν ευδοκίμησαν (πχ. Η ιστορία του Καλοκαιρινού) είναι το παπαρρηγοπούλειο ιδεολόγημα της ιστορικής συνέχειας και της ενότητας του ελληνισμού από την αρχαιότητα ως την σύγχρονη εποχή με ενδιάμεσο σταθμό το Βυζάντιο. Να θυμίσω πολύ σύντομα εδώ ότι για χρόνια ο κυκλαδικός και μινωικός πολιτισμός δεν διδάσκονταν ή διδάσκονταν υποβαθμισμένα, γιατί δεν είναι ελληνικοί πολιτισμοί και ακόμα και σήμερα το βιβλίο της Α΄ Λύκειου διαθέτει ένα κακογραμμένο περίπου δισέλιδο που στην πραγματικότητα μπερδεύει τον μαθητή αντί να τον βοηθήσει να καταλάβει τι σημαίνει «κυκλαδικός πολιτισμός». Και όλα’ αυτά παρά το γεγονός, και εδώ επιστρέφω στο βιβλίο του Χάρη, πως στα μεταπολιτευτικά χρόνια έγινε μια προσπάθεια να ενταχτούν κάποιες νέες οπτικές κυρίως για τον αρχαίο κόσμο, αφού έπρεπε το όλον της αφήγησης να ενταχθεί σε μια ευρύτερη αφήγηση της ευρωπαϊκής ιστορίας. Έτσι, και ελπίζω ότι δεν προδίδω το βιβλίο, νομίζω ότι μπορούμε να συμπεράνουμε πως η ιστορία γίνεται ένα μάθημα προπαγάνδας, σε πολλά ομοιάζον με το μάθημα των θρησκευτικών. Τα τελευταία 30 χρόνια, περισσότερο απ’ ό,τι παλιότερα αλλά με τελείως διαφορετική έκφραση από την εθνική συνείδηση προδικτατορικά, και για λόγους που δεν είναι της ώρας να συζητήσουμε, οι ιδεολογικές παρεμβάσεις στη νέα γενιά γίνονται με έναν άλλο πιο επικίνδυνο τρόπο: μια τομή στην ιστορική συνέχεια, μια αλλαγή στην αίσθηση του χρόνου, η παροντοποίηση του χρόνου, και μια απίστευτη αντίφαση: τα παιδιά μισούν την ιστορία, δυσκολεύονται μ’ αυτήν όσο με κανένα άλλο αντικείμενο και την ίδια στιγμή αναπαύονται πάνω στην εύκολη σχηματοποίηση ενός ανύπαρκτου «εμείς», ενός υποτίθεται ενιαιοποιημένου λαού, «είμαστε Έλληνες», χωρίς καμιά ταξικότητα και καθόλου αντιθέσεις (κουβέντες όπως «γιατί έχουμε τόσα κόμματα, ενώ είμαστε όλοι Έλληνες»; κτλ).

Από την εκδήλωση

Το βιβλίο του Χάρη Αθανασιάδη δεν εξαντλεί τις περιπτώσεις των εγχειριδίων που αποσύρθηκαν. Ασχολείται με 6 κυρίως εγχειρίδια που πιάνουν όλο τον 20 αι. και την δεκαπενταετία του τρέχοντος 21ου. Τα ψηλά βουνά του Ζαχαρία Παπαντωνίου, την Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική Ιστορία του Κώστα Καλοκαιρινού, την ιστορία του Γιώργου Κόκκινου, το βιβλίο της ομάδας Ρεπούση, και το μακροβιότερο αναγνωστικό, το «Γερο Στάθη» του Μελά ως κείμενο ελέγχου. Παρακολουθώντας τις περιπτώσεις αυτές, προσφέρει ένα ικανοποιητικό ερμηνευτικό σχήμα των αιτίων που οδήγησαν σ’αυτές τις αποσύρσεις.

Τα αποσυρθέντα εγχειρίδια εγκρίθηκαν σε περιόδους μεταβατικές, πολιτικών αλλαγών μέσα στο σύστημα. Η ένταξή τους προκάλεσε ιδεολογικές διαμάχες που δεν εδράζονταν στην επιστήμη αλλά στην ιδεοληψία της διατήρησης του παπαρρηγοπούλειου σχήματος και της απόρροιάς του ότι το έθνος υφίσταται πόλεμο διότι έχει μια ιδιαιτερότητα, κάτι σαν περιούσιος λαός. Και επούλωνε το τραύμα της μικρής συμμετοχής της Ελλάδας ως φτωχού και τεχνολογικά ασήμαντου χώρου στο παγκόσμιο οικονομικό και πολιτισμικό ΑΕΠ. Αν και είμαστε μικρός λαός έχουμε μεγάλο παρελθόν. Στις διαμάχες αυτές μπαίνει ενεργά ένα πλήθος κόσμου που καμιά σχέση δεν έχει με την επιστήμη της ιστορίας και απαιτεί να διδαχτεί η ιστορία «όπως του την έμαθαν κι εκεινού γονείς και δάσκαλοί του».

Με δεδομένο μάλιστα ότι στην τελευταία περίπτωση της Ρεπούση έχουμε πια ανοιχτά τα κανάλια της ηλεκτρονικής επικοινωνίας, η δημοσιοποίηση χιλιάδων άρθρων και σχολίων προκαλεί λαϊκή πλημμυρίδα. Από την εποχή του γλωσσικού είχε να γίνει κέντρο συζητήσεων στα καφενεία ένα επιστημονικό και παιδαγωγικό θέμα. Ειρήσθω εν παρόδω, και αυτό είναι μια παρατήρηση που βγαίνει από την μελέτη του βιβλίου, επειδή το ιδεολογικό και μόνο βαρύνει, καθόλου δεν απασχολεί τους επικριτές των βιβλίων η παιδαγωγική τους επάρκεια. Ούτε το γεγονός πως η κάθε φουρνιά παιδιών τελειώνει το λύκειο πιο ανιστόρητη από την προηγούμενη και εξαιρετικά περήφανη γι’ αυτό, δηλώνοντας με τόλμη «δεν μ’αρέσει η ιστορία», παπαγαλίζοντας για να περάσει τις εξετάσεις και ξεχνώντας το επόμενο λεπτό της παράδοσης του τελικού γραπτού ό,τι διδάχτηκε όλη τη χρονιά.

Ένα αίτημα των ιστορικών δασκάλων στα σχολεία, που στηρίζει το βιβλίο του Χάρη είναι το παρακάτω: Να περάσει στα σχολεία αυτό που ξέρει η κοινότητα των επιστημόνων με τρόπο εύληπτο, γλαφυρό, απλό, με πλούσιο εικονογραφικό υλικό, να συνδεθεί η γεωγραφία με την ιστορία και να αποτελέσει μέρος της η ιστορία των ιδεών, των επιστημονικών ανακαλύψεων και των θρησκευτικών φαινομένων κάθε εποχής μέσα στην εποχή τους. Δείχνοντας δηλαδή στο νεαρό πολίτη πως η κάθε φορά καθημερινότητά του ορίζεται από μια πολύπλοκη αλυσίδα πολιτικών, διπλωματικών, οικονομικών, κοινωνικών γεγονότων, πως ό,τι ονομάζουμε πολιτισμός και θρησκεία ανήκει σ’ αυτήν την πολύπλοκη αλυσίδα και εξηγείται μέσα απ’ αυτήν. Την έννοια του διαφορετικού –ζητούμενο της πολυπολιτισμικής εποχής μας- μόνο μέσα από την ιστορία και τη λογοτεχνία μπορεί να την πάρει ο νεαρός πολίτης.

 

 

Advertisements