(Πνευματικό Κέντρο Ζεφυρίου, 4 Νοεμβρίου 2014)

 

 

         Φίλες και φίλοι καλησπέρα!

         Ειλικρινά χαίρομαι ιδιαίτερα που ο Θανάσης Παπαθανασίου, με τον οποίο μπορεί να μην βρισκόμαστε συχνά αλλά τον συγκαταλέγω στους εκλεκτούς ανθρώπους της ζωής μου, τους φίλους εκείνους που πρώτους τους σκέφτεσαι όταν έχεις μια αναρώτηση, μια τυραγνική και ανειρήνευτη απορία, συνομιλητής μέσω των άρθρων και των βιβλίων του, χαίρομαι λοιπόν ειλικρινά που μου έκανε την τιμή να πω δημόσια δυο λόγια για το βιβλίο του, εδώ στο Ζεφύρι. Που είναι η πόλη όπου διδάσκει, μια περιοχή που χρειάζεται περισσότερη αγάπη και φιλοτιμία, ζέστα ψυχής και αφοσίωση, τέτοια που ο Θανάσης Παπαθανασίου έχει και δίνει με αφθονία από την καρδιά του.

        Για όσους δεν γνωρίζουν όλες του τις ιδιότητες, θα πω μερικές, μολονότι σίγουρα θα ξεχάσω μερικές του πολυπράγμονα συγγραφέα μας: θεολόγος και διευθυντής του περιοδικού «Σύναξη», ένα από τα συνεπέστερα και πιο ενδιαφέροντα περιοδικά ορθόδοξου στοχασμού, μάχιμος εκπαιδευτικός, δημοτικός σύμβουλος στο Βύρωνα, με ακαδημαϊκό επίσης παρελθόν. Το μέχρι τώρα έργο του είναι πολύ πλούσιο τόσο σε επιστημονικές μελέτες του ιδιαίτερου αντικειμένου του όσο και σε μονογραφίες και άρθρα εκλαϊκευτικά δύσκολων ζητημάτων αλλά και πολιτικής παρέμβασης. Μας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα αυτά τα μικρότερα σε έκταση κείμενα: θα το πω με τα λόγια του αγαπημένου μου δάσκαλου μακαρίτη πλέον φιλόσοφου Θεόφιλου Βέϊκου: πρέπει να ξέρεις τόσο καλά αυτό που λες ώστε να μπορείς να το δώσει να το καταλάβει ακόμη και ένα παιδί. Και αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο. Να εκλαϊκεύσει δηλαδή κανείς και με συντομία και γλαφυρότητα να αποδώσει ένα δύσκολο θέμα. Αυτό ακριβώς καταφέρνει με την αρθρογραφία του ο Θανάσης Παπαθανασίου. Να πει τα πιο περίπλοκα με τρόπο απλό και να ανοίξει για όλους ατραπούς σκέψης και προβληματισμών, χώρους γόνιμων πνευματικών συναντήσεων. Όπως πρέπει να κάνει πάντα ένας δάσκαλος, όπως είναι ο ρόλος του πνευματικού ανθρώπου που κατά νου έχει πρωτίστως την ανάταση της κοινωνίας.

       Το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα ανήκει σ’ αυτήν ακριβώς την κατηγορία. Πρόκειται για τη συλλογή σχετικά ολιγοσέλιδων άρθρων και κειμένων πολιτικού και θεολογικού προβληματισμού με τον εύγλωττο τίτλο «Η ρήξη με το μηδέν. Σφηνάκια πολιτικής θεολογίας». Ήδη ο τίτλος έχει πολλά αποκαλύψει για το περιεχόμενο. Ας τον δούμε από πιο κοντά. Αρχικά δημιουργείται στον αναγνώστη η αίσθηση ότι ανάμεσα στα δυο μέρη υπάρχει μια αντίφαση: το πρώτο έχει φιλοσοφική χροιά: Η ρήξη με το μηδέν. Και εδώ προφανώς θα εννοήσουμε το μηδέν ως την έλλειψη νοήματος, και ως ρήξη την αναζήτηση της κρίσιμης κοινότητας που θα διασφαλίσει τον δρόμο προς την πραγματική ελευθερία και ολοκλήρωση. Θα το εννοήσουμε ως τις δυνάμεις του μίσους αλλά και της αδιαφορίας που ζητούν να οπισθοδρομήσουν τον κόσμο σε προκοινωνικά στάδια, όπου θα επικρατεί η βία και ο εγωισμός (που ο Παπαθανασίου θεωρεί ως την πρώτη αλλά ασφαλώς απορριπτέα ιθαγένεια του ανθρώπου).

        Το δεύτερο είναι περισσότερο δημοσιογραφικό, ίσως και κάπως παιγνιώδες. Στην πραγματικότητα ο τίτλος απηχεί   τον συγκερασμό που επιχειρείται στα κείμενα που απαρτίζουν το σώμα του βιβλίου: μια θεολογική ματιά πάνω στην κοινωνική και πολιτική καθημερινότητα. κείμενα ή μικρές πραγματείες εύληπτα, γραμμένα σε ζωντανή γλώσσα χωρίς πολλή ορολογία, με σκοπό να ανοίξουν συζητήσεις, να παρέμβουν σε συζητήσεις και να συζητηθούν τα ίδια. Κείμενα σαν σφηνάκια, αναζωογονητικές δηλαδή γουλιές ποτού που προκαλούν ευχάριστη και ξαφνική διέγερση στο νου και την καρδιά αλλά και μικρές σφήνες στο εσωτερικό μιας συζήτησης που ήδη διεξάγεται και ο συγγραφέας μας αποτελεί μέρος της, ως πομπός ιδεών αλλά και ως αντικείμενό της. Θα την ονομάσουμε την συζήτηση αμέσως μετά.

        Κατηγοριοποιημένα σε τέσσερις ενότητες –θα αναφέρω τους τίτλους γιατί είναι ενδεικτικοί- («Εορτολόγιο πολιτευόμενο», «Στον ανοιχτό αέρα της πλατείας», «Άνθρωποι με σάρκα και όνειρα», «Ευθύνη, της αγάπης αυτάδελφος») καλύπτουν μια περίοδο από περίπου από το 2007 ως το 2015. Πρόκειται δηλαδή για κείμενα που καλύπτουν το τέλος της προηγούμενης περιόδου και φυσικά αγγίζουν όλη την περίοδο της κρίσης. Είναι δημοσιευμένα σε περιοδικά και εφημερίδες, έντυπα ή ηλεκτρονικά, μερικά είναι αναρτήσεις στην προσωπική του σελίδα στο Facebook, τολμηρό και ενδιαφέρον εγχείρημα, σύνηθες στο εξωτερικό, το οποίο αρχίζει και στην Ελλάδα να αποδίδει καλούς καρπούς.

               Σ’ αυτά τα κείμενα ο συγγραφέας συγκερνά αγαστά την χριστιανική πίστη και τον πολιτικό προβληματισμό, προτείνει το μοντέλο ενός χριστιανού πολίτη, που χρησιμοποιεί τα ερμηνευτικά εργαλεία της θρησκείας του για να καταλάβει και να αλλάξει τον κόσμο. Ο άνθρωπος που διαγράφεται σ’ αυτά τα κείμενα μετέχει στην κοινωνία με πολύ ουσιαστικό τρόπο, αγωνίζεται, δεν αρνείται να ενεργοποιηθεί πολιτικά και να πάρει θέση σε ελληνικά και διεθνή ζητήματα. «Μήπως η χριστιανική συμμετοχή σε ένα παγκόσμιο κίνημα διαγραφής των καταχρηστικών και τοκογλυφικών χρεών δεν είναι τίποτε παραπάνω από απαίτηση του ίδιου του μυστηρίου της πίστης;» αναρωτιέται ρητορικά σε ένα κείμενο του 2011, που επιγράφεται «Χριστούγεννα των ρήξεων και της απελευθέρωσης». Στα κείμενά του λοιπόν, σχηματίζει αργά μια χριστιανική ανθρωπολογία. Ο χριστιανισμός για τους πιστούς του, υποστηρίζει, αποτελεί αφεαυτού μια ρήξη και μια επανανοηματοδότηση του κόσμου, άρα φέρει εντός του το πολιτικό στοιχείο: «Ο χριστιανισμός, λέει ο Παπαθανασίου, έφερε μιαν επανάσταση: αναγνώρισε την δυνατότητα του υποκειμένου (δηλαδή του κάθε ανθρώπου) να επιλέξει μιαν άλλη αλήθεια από την πατρογονική, να μετασχηματίσει τον πολιτισμό του, ακόμα και να έρθει σε ρήξη με τα πατρογονικά του χάριν της αληθείας που το ίδιο επέλεξε. Για τον χριστιανισμό η αλήθεια έρχεται απέξω. Είναι ο ερχόμενος Θεός. Κι έτσι αληθεύω όταν ανταμώνω τον ριζικά άλλον –όχι τα ίδια μου τα σωθικά! Ο χριστιανισμός συνεπώς δώρισε στην ίδια την ανθρωπότητα, την απάντηση στο αδιέξοδο που είχε έξοχα καταγράψει η αρχαιοελληνική τραγωδία. Δώρισε το άλμα στην ελευθερία: την δυνατότητα του ανθρώπου να επιλέξει την ελευθερία χωρίς να δεσμεύεται από το αίμα του και το παρελθόν του.» (σ.135-136).

         Αυτή είναι λοιπόν η συζήτηση στην οποία μας καλεί –και με αυτό το βιβλίο και με άλλες προηγούμενες δουλειές του ο Θανάσης Παπαθανασίου: να μελετήσουμε τους τόπους συνάντησης των θρησκευόμενων χριστιανών με την πολιτική. Γιατί, και δεν θα καταφύγω στο κοινότοπο και αυτονόητο πλέον, την πολιτική διάσταση της θρησκείας, αλλά θα υποβάλω ένα ρητορικό ερώτημα: μπορεί ένας πνευματικός άνθρωπος όπως είναι ο εν εκκλησία χριστιανός να εγκαταλείψει τον κόσμο, να μην ζητήσει να γονιμοποιήσει την πολιτική με την διάσταση του δικού του λόγου, του δικού του τρόπου σκέψης και κυρίως δράσης; Και μάλιστα σε εποχές σαν τη δική μας που η κρίση, οικονομική μαζί και ηθική, επέτρεψε το ξύπνημα των δυνάμεων του μίσους, των δυνάμεων του φασισμού και του ναζισμού;   Αυτό που με είχε εντυπωσιάσει στο παλιό αλλά ακόμα χρήσιμο βιβλίο του Γιοχάνες Βάις «Ο αρχέγονος χριστιανισμός» ήταν η πολιτική διάσταση του Παύλου, πώς δηλαδή ο Παύλος έβλεπε τις ανάγκες των νεοϊδρυμένων χριστιανικών κοινοτήτων, την πάλη των ιδεών και τις σχέσεις μεταξύ των ομάδων της κοινότητας πολλές φορές ομάδων συγκρουόμενων, αλλά και της κοινότητας με την ρωμαϊκή εξουσία και πώς ενέτασσε όλα αυτά μέσα στη θεωρία προσπαθώντας να προσφέρει λύσεις. Για να το πούμε πιο απλά, αν υπάρχει για τον χριστιανό ένα πρότυπο, θα πρέπει να το αναζητήσει τόσο παλιά όσο τα πρώτα αποστολικά χρόνια και στο πρόσωπο του Παύλου.

Ο Θανάσης Παπαθανασίου

         Η ρήξη με το μηδέν συνίσταται τελικά στην αποκατάσταση μιας ισότιμης σχέσης μεταξύ των ανθρώπων, της αποκατάστασης της δικαιοσύνης και της ισότητας, όπως την προτρέπει μια ανάγνωση του ευαγγελίου. Το νόημα που βρίσκεται στη σχέση του χριστιανού με το Θεό, με την αποδοχή της θεότητας του Ιησού και της πίστης στο γεγονός της σάρκωσης του Θεού για την σωτηρία του κόσμου, έχει μια ακόμη διάσταση: ο χριστιανός υπηρετεί τον άνθρωπο μέσα από την πολιτική του δραστηριότητα, τον πλησίον της παραβολής, αυτόν που ο Θεός τον προτρέπει να αγαπά ως σεαυτόν. Και η ενασχόληση του χριστιανού με την πολιτική αναδεικνύεται σε πράξη γνωριμίας και αγάπης. Άλλωστε η λέξη πολιτική έχει μέσα της το επίρρημα πέλας που σημαίνει κοντά.

        Με τα κείμενά του ανοίγει ευθεία συζήτηση με την αριστερά. Για τους προαναφερθέντες λόγους, η αριστερά πρέπει να οριοθετήσει εκ νέου τις σχέσεις της με τους σκεπτόμενους χριστιανούς και να δει την ανάγκη του διαλόγου και της σύμπραξης με τους πολιτικοποιημένους πιστούς. Για να το πω με απλά λόγια, η ταύτιση του χριστιανού με ακραία συντηρητικά μορφώματα σπρώχνει ομάδες του θρησκευόμενου λαού ακριβώς σε αυτούς τους πολιτικούς χώρους, επιτρέπει σε ταγούς της εκκλησίας με λόγο που παρασάγγας απέχει από το ευαγγέλιο της αγάπης να σπείρουν αυτές τις ιδέες σε νόες νέων ανθρώπων και βοηθά στον παραγκωνισμό ιεραρχών με δημοκρατικό ήθος που θα έπρεπε να είναι στην πρώτη γραμμή των αγώνων, αλλά και του παραδείγματος. Η θεολογία της απελευθέρωσης και οι ιερείς της Λατινικής Αμερικής που συνέδεσαν την δράση τους με την επανάσταση ας έρθουν αρωγοί των παραπάνω. Μάλλον το λέει καλύτερα ο ίδιος ο Θανάσης Παπαθανασίου, όταν μιλώντας για την ανθρωπολογία των Τριών Ιεραρχών γράφει: «η μοναδικότητα του κάθε προσώπου δεν σημαίνει άτομο περίκλειστο, αλλά υποκείμενο που αληθεύει μόνο στο βαθμό που αγαπητικά ανοίγεται στον άλλον».

        Όσοι παρακολουθούν το έργο του, θα δουν στα κείμενα αυτά μερικά από τα αγαπημένα του θέματα, όπως ο χωρισμός της Εκκλησίας από το κράτος, που τίθεται από την πλευρά του χριστιανού διανοητή και πιστού: η Εκκλησία πρέπει να ανακτήσει την πνευματικότητά της και το ρόλο της ως οδηγού αυτών που έχουν αποδεχτεί πραγματικά την χριστιανική πίστη. «Η Εκκλησία αποτελεί όραμα αλλιώτικης ζωής, όχι μηχανισμό επιβολής του», γράφει σε ένα κείμενο του 2009 με τίτλο «Ποια θρησκεία και ποια πολιτική;». Προστατεύει με αυτόν τον τρόπο την πνευματικότητα της Εκκλησίας και την προφυλάσσει από λάθη για τα οποία όλοι μας, πιστοί είτε όχι, αισθανόμαστε το λιγότερο άβολα. Ο συγγραφέας μας δεν αρνείται την πολιτική στράτευση στους ιερωμένους, όμως κάθε πολιτική δραστηριότητα οφείλει να υπόκειται στις ευαγγελικές προτροπές. Για τον Παπαθανασίου, η θρησκεία δεν μπορεί να ασκεί κρατική εξουσία, αλλά οφείλει να βρίσκεται στο δημόσιο χώρο, ο οποίος νοείται ως «forum διαλόγου και αναμέτρησης», όπου διαφαίνεται [παραθέτω] «τι απειλεί την ανθρώπινη ζωή και την αξιοπρέπεια ή, αντιθέτως, τι συνιστά την ελπίδα». Εξ αυτών πηγάζουν οι θέσεις του για τον θρησκευτικό όρκο, τον πολιτικό γάμο και άλλα τέτοια θέματα. Για να αποδώσει άσπιλη την πνευματικότητα της εκκλησίας, της ζητά να μην εμπλέκεται σε κοσμικές εκδηλώσεις. Με αυστηρότητα απαιτεί εκεί που υπάρχει ο κίνδυνος να χρησιμοποιηθούν τα ιερά και τα όσια καθ’ υποχρέωσιν, κάνοντας ανθρώπους που δεν πιστεύουν και δεν μετέχουν των μυστηρίων της εκκλησίας να υποκριθούν, δηλαδή οδηγώντας ανθρώπους στο ψέμα, απαιτεί να υπάρξει απόλυτη διάκριση και ελευθερία. Ελευθερία συνείδησης, αυτό το μέγιστο οικουμενικό ιδανικό που τόσο εύκολα καταστρατηγείται ακόμα και στο ίδιο του το όνομα.

        Το μεταναστευτικό –το προσφυγικό πλέον- ζήτημα είναι κεντρικό στη σκέψη του και τον απασχολεί σε πολλά κείμενα. Εδώ θα μου επιτρέψετε μια απλή αναφορά σε ένα άλλο βιβλίο του που αγαπώ ιδιαίτερα στο Ο Θεός μου ο αλλοδαπός, όπου με απλότητα και παρρησία καλεί την εκκλησία να σταθεί δίπλα στους μετανάστες, θυμίζοντας την συγκλονιστική φράση του Ιωσήφ εξ Αριμαθείας, όταν ζητά να του επιτρέψουν να κατεβάσει το σώμα του Ιησού από το σταυρό για να του προσφέρει την αναγκαία ταφή: δος μοι τούτον τον ξένον –τον παράξενο και τον ξενομερίτη, τον άλλο και τον διαφορετικό, αυτόν που δεν καταλαβαίνω αλλά που σ’ αυτόν δοκιμάζεται η αληθινή αγάπη. Και ομολογουμένως τούτη η εποχή, με τα κύματα των απελπισμένων προσφύγων, έδειξε πόσο εύκολα είναι τα μεγάλα λόγια και πόσο δύσκολες οι πράξεις. Πόσο ευκαιρία δίνει ο πόνος των ανθρώπων για εκμετάλλευση και δημιουργία εύκολων στόχων. Στα κείμενά του εδώ, στο νέο του βιβλίο, που αφορούν το θέμα και είναι κάμποσα, όσο χαίρεται τις προσπάθειες κάποιων ιερέων, άλλες τόσες εγκαλεί την χριστιανική κοινότητα και την Εκκλησία άλλοτε για αδιαφορία κι άλλοτε για μια ύποπτη ανοχή, που δεν εδράζεται στην αγάπη και την αλληλεγγύη («Ο ξένος που δέχομαι, ο ξένος που γίνομαι»).


Από την εκδήλωση

        Τον απασχολούν ακόμη θέματα όπως η οικονομική κρίση, η Ε.Ε., τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο φονταμενταλισμός –πολιτικά και θρησκευτικά- η άνοδος της ακροδεξιάς και του ναζισμού. Το τελευταίο θέμα τον απασχολεί πολύ, αφιερώθηκε μάλιστα διπλό τεύχος της Σύναξης σ’ αυτό και δεν είναι τυχαίο που θεολόγοι με σπουδαία σκευή (Ζουμπουλάκης, Αργυρόπουλος κ.ά) επανέρχονται ξανά και ξανά: όταν υψηλόβαθμα στελέχη στην ιεραρχία της εκκλησίας χαϊδεύουν και δημόσια την Χρυσή Αυγή, κρίνεται απολύτως απαραίτητο. Σε μια του ομιλία μάλιστα που συνδιοργάνωσε το Αντιφασιστικό Μέτωπο Γιαννιτσών, η μητρόπολη της Έδεσσας και οι τοπικές οργανώσεις δασκάλων και καθηγητών –ο συνδυασμός των συνδιοργανωτών έχει από μόνος του μια σημασία, στον αντιφασιστικό αγώνα καμιά δύναμη δεν είναι περιττή και ο ακτιβισμός του κινήματος πρέπει να συναντήσει τους δασκάλους που μεταλαμπαδεύουν στα όρια που η απαξίωση της παιδείας επιτρέπει ιδέες δημοκρατίας και δικαιοσύνης και τους χριστιανούς πιστούς που εφαρμόζουν την προτροπή από την προς Γαλάτας επιστολή «πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» με το παράδειγμα της ζωής τους- σ’ αυτήν την ομιλία ο Παπαθανασίου το λέει ξεκάθαρα: οι άνθρωποι που ασπάζονται τέτοιες ιδεολογίες δεν ανήκουν στο χριστιανισμό, δεν έχουν θέση στην εκκλησία (ελπίζω να μην προδίδω κάτι απ’ τις ιδέες του με την παράφραση)

         Δύο τέλος σημεία που αξίζει να προσέξουμε ιδιαίτερα στη σκέψη του: είναι η σημαντική θέση που κατέχει στους προβληματισμούς του η έννοια του συμβολισμού και της τελετουργίας. Στη χώρα μας, ίσως και αλλού, οι τελετουργίες συρρικνώνονται και αποχυμώνονται. Μένουμε σιγά-σιγά χωρίς τελετουργίες, χωρίς πραγματικές γιορτές, που δηλώνουν την ίδια στιγμή επιβεβαίωση της κυκλικής χρονικότητας όσο και διάρρηξη της συνέχειας του χρόνου. Η ρουτίνα σπάει για την επανεύρεση του αρχέγονου κοινωνικού και την ανασύνταξη δυνάμεων. Όπως μόνο στο δημόσιο χώρο μπορεί να συμβεί. Γιατί στην ιδωτικότητα των σύγχρονων εορτών πρέπει να αντιπαραβάλουμε τον δημόσιο χαρακτήρα τους σε παλιότερους καιρούς. Ο συγγραφέας μας λοιπόν Τονίζει την αναγκαιότητα της γιορτής σε συνάρτηση με την έννοια του δημόσιου χώρου για να βρεθούν οι άνθρωποι σε ρέουσες και ουσιαστικές συναντήσεις. Να ξανανακαλυφθεί η τελετουργία που συνενώνει τους ανθρώπους και τους πηγαίνει σε μύχιες ρίζες ενότητας.

         Τέλος, σημαντικό μέρος των κειμένων καταλαμβάνει η αγωνία για την τύχη των ανθρωπιστικών επιστημών στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο των μετρήσιμων μεγεθών και των κερδών, εννοώντας ως ανθρωπιστική κάθε επιστήμη που στο κέντρο της έχει «τη διερώτηση περί του νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης», άρα τεντώνοντας την κατηγορία ακόμα και σε ό,τι ανήκει στην τεχνογνωσία, αν κέντρο του είναι ο άνθρωπος και μάλιστα ο άνθρωπος πάνω από τα υλικά κέρδη. Στο κείμενο «Το μπουζί και το Νταχάου», όπου συζητείται μια χριστιανική επιστημολογία, διαβάζουμε: «Ανθρωπιστική είναι η επιστήμη που δεν ασκείται πατερναλιστικά, δηλαδή για να υπαγορεύσει στους νέους ανθρώπους τι να σκεφτούν αλλά διακονικά, δηλαδή για να αναδείξει την ικανότητά τους να σκέφτονται και να διακρίνουν».

         Με όλα αυτά, αιτιολογείται, λοιπόν,   η ανάγκη να παρεμβαίνει ο χριστιανός πολίτης στην πολιτική και με τις δύο αυτές ιδιότητες. Η πολιτική θεολογία την οποία προτείνει αρύεται από το μεγάλο κίνημα της θεολογίας της απελευθέρωσης (Καμίλο Τόρες και Όσκαρ Ρομέρο). Με αναγνώριση της ταξικής διάστασης της αδικίας, το κίνημα προσπάθησε να δείξει στους πιστούς καθολικούς λαούς της Λατινικής Αμερικής ότι η ταξικότητα και η εκμετάλλευση δεν είναι θέλημα Θεού, αντιθέτως ο Θεός ευλογεί τους αγώνες για την ισότητα και την ελευθερία, άρα είναι «ευαγγελικό καθήκον και αποστολή της Εκκλησίας η καταπολέμηση των κοινωνικών δομών που παράγουν αδικία και εξαθλίωση.

        Τελειώνοντας «Αλλαγή του κόσμου στη χριστιανική οπτική» γράφει σημαίνει απελευθέρωση από κάθε θάνατο κυριολεκτικό και μεταφορικό: από κάθε τι που νεκρώνει την ανθρωπιά και βάζει ημερομηνία λήξης στην αγάπη, που διακόπτει τον έρωτα και κολοβώνει το δίκιο». Ακριβώς έτσι θα το έλεγε και ένας άνθρωπος που δεν είναι πιστός, δεν πιστεύει στο θεό, δεν δέχεται την σάρκωση του θεού και τη σωτηριολογική διάστασή της, αλλά σκύβει με ευλάβεια και δέος μπροστά στο σταυρωμένο Ιησού βλέποντας σ’αυτόν ένα σύμβολο του αγωνιζόμενου ανθρώπου. Σ’ αυτό το σημείο συναντιούνται οι άνθρωποι που έχουν βρει την αγάπη και δεν την διαπραγματεύονται, που διακονούν την δικαιοσύνη ή υπουργεύουν τον άνθρωπο, ας διαλέξουμε το ρήμα. Και αυτή η συνάντηση είναι σημαντική και αναγκαία.

       Η «Ρήξη με το μηδέν» είναι μια συλλογή κειμένων στα οποία ένας θεολόγος που βρίσκει το νόημα στην πίστη στον Χριστό ως σαρκωμένο Θεό, δεν μπορεί να μην είναι ταυτόχρονα και ενεργός πολίτης που οφείλει να πάρει θέση για όσα απασχολούν την κοινωνία στην οποία ζει. Τα τελευταία χρόνια έχει ανοίξει ξανά ένας σοβαρός διάλογος για το ζήτημα αυτό και ο Παπαθανασίου συνεισφέρει πολλά στην αποτελεσματική διεξαγωγή του.

 

 

Advertisements