«… ήταν ανάγκη να βλέπουμε τα χέρια μας να ζούνε»

 Κιβώτιο-41-1024x683

         Με το εμβληματικό «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου αναμετράται ο Φώτης Μακρής τούτο τον χειμώνα. Τολμηρή επιλογή αλλά πόσο επίκαιρη. Ο ποιητής και (πολύ καλός μεταφραστής Άρης Αλεξάνδρου, εξόριστος στο Παρίσι, έγραψε εκεί το μοναδικό στην εργογραφία του μυθιστόρημα, που εκδόθηκε από τον «Κέδρο» το 1974. Πέθανε το 1978. Την χρονιά του θανάτου του εκδόθηκε ένα άλλο ωραίο μυθιστόρημα, το «Πένθιμο Εμβατήριο» του Σωτήρη Πατατζή, με γειτνιάζουσα θεματική, την κριτική στη σταλινική αριστερά, μολονότι στο δεύτερο τονίζεται περισσότερο το ανθρωπιστικό πρόταγμα. Τυχαία η χρονική συνάφεια; Φυσικά όχι. Μια πενταετία μεταπολίτευσης, αλλά και μια δεκαετία μετά την διάσπαση του ΚΚΕ, η λογοτεχνία έπρεπε να μιλήσει για τον μαρτυρικό εμφύλιο που τότε δεν είχε τελειώσει και να μετρήσει τα του οίκου της. Ο Αλεξάνδρου διαλέγει ένα ευφυή τρόπο να παρουσιάσει την κριτική του: μέσα από την ασθματική αφήγηση ενός βαθμοφόρου του Δημοκρατικού Στρατού που απολογείται γραπτώς για την έκβαση μιας καθοριστικής για την έκβαση του εμφυλίου υποτίθεται αποστολής.

         Το πράγμα έχει ως εξής: Σε ένα απόσπασμα 40 ανδρών αρχικώς, που έχουν επιλεγεί με αυστηρά κριτήρια από το Γενικό Αρχηγείο του Δημοκρατικού Στρατού, ως εθελοντές χαρακτηρίζονται σε μια αποστολή αυτοκτονίας, ανατίθεται το επικίνδυνο έργο της μεταφοράς ενός κιβωτίου από την πόλη Ν. στην πόλη Κ. Ήδη πριν το ξεκίνημα, πέντε ανάμεσά τους θα τουφεκιστούν ως ύποπτοι συμμετοχής σε ομάδα εκφράζουσα αντιθέσεις στην κομματική ηγεσία. Η ομάδα αυτή στο δρόμο αποδεκατίζεται και το κιβώτιο παραδίνει ο μοναδικός επιζών, ο αφηγητής. Το κιβώτιο όμως είναι άδειο. Ήταν άδειο από την αρχή; Κάποιος το άδειασε στο δρόμο από το περιεχόμενό του με επιδεξιότητα; Ποιος θα αναλάβει την ευθύνη; Ο αφηγητής την αποποιείται με τρόμο, γιατί να είναι διαφορετικά άλλωστε; Εκείνος πολέμησε, είδε τους συντρόφους τους να πεθαίνουν και παραλίγο να πεθάνει ο ίδιος για το πολύτιμο κιβώτιο, εξομολογείται. Η αγωνιώδης άγνοιά του τονίζεται διαρκώς –ίσως όχι μόνο για να αποσείσει από πάνω του την κατηγόρια αλλά και γιατί τυραγνιέται από υποψίες, κατατρώγεται από υπόνοιες και ερωτήματα που δεν θα τολμήσει να αρθρώσει αλλά είναι οδυνηρά παρόντα και απαιτούν απάντηση. Μεγάλο ενδιαφέρον έχει πως η αφήγηση απευθύνεται σε ένα ανακριτή που δεν τον βλέπουμε ποτέ. Σαν το μάτι του αόρατου Θεού που, αόρατος ων, το βάρος της συμβολικής   παρουσίας του είναι τόσο αφόρητο που προκαλεί την ανάγκη της εξομολόγησης, όσων έκαναν, όσων δεν έκαναν και όσων σκέφτηκαν οι πιστοί του. Το κόμμα λειτουργεί ως παντογνώστης και τα πανθ’ ορών Θεός. Η αμαρτία είναι διαρκώς παρούσα με την μορφή της αίρεσης, δηλαδή της εκλογής ενός δρόμου ελεύθερης σκέψης, μακριά από το δόγμα και τις απαιτήσεις του.

         Στο κατώφλι δύσκολων επιλογών η Αριστερά σήμερα, επαναδιαπραγματεύεται την ταυτότητά της. Τα διακυβεύματα είναι μεγάλα και τα λάθη που μπορεί να γίνουν ή έγιναν ήδη, ακόμη μεγαλύτερα. Η γραμμή ανάμεσα στην πολιτική σύνεση και την υπαναχώρηση πολύ λεπτή, όπως πολύ λεπτή και η γραμμή ανάμεσα στο βολονταρισμό και την αμετροέπεια. Ο μεγάλος κίνδυνος ήταν να συνηθίσει η Αριστερά να δικαιολογεί τα αδικαιολόγητα, να μάθει στην συναίνεση, στο λίγο. Να βαφτίζει το άχυρο, σπαθί. Αλλά τότε δεν είναι πια Αριστερά. Όπως οι δυτικές δημοκρατίες δεν είναι δημοκρατίες.

Κιβώτιο-1-1160x774

        Ο Φώτης Μακρής δεν έκρυψε πως στο εγχείρημα της παράστασης του «Κιβώτιου» οδηγήθηκε από την απογοήτευσή του για την πολιτική κατάσταση, από τις επιλογές της Αριστεράς. Η διασκευή, την οποία υπογράφουν ο Μακρής και η συνσκηνοθέτρια της παράστασης, Κλεοπάτρα Τολόγκου, κατάφερε να συγκεντρώσει μερικά από τα σημαντικότερα και δυνατότερα σημεία του βιβλίου και να αποδώσει το έργο και το κλίμα με συνέπεια, ενώ υπηρετήθηκε ουσιαστικά η αναγκαία δραματικότητα για τον μονόλογο. Κατάφεραν να τονίσουν την ματαίωση αλλά να μην συνηγορήσουν στην ματαιότητα.

         Λιτό το σκηνικό (Διονύσης Μανουσάκης), λωρίδες φωτός σχηματίζουν τον ασφυκτικό χώρο ενός κελιού, κάγκελα από στενές λωρίδες σκότους μέσα από τις οποίες περνάει μια υπόμνηση φωτός. Ένα κελί φυλακής και ένα κελί μοναχού που αγωνίζεται να μιλήσει στο Θεό του, να του δικαιολογηθεί. Να πείσει μια πανίσχυρη κομματική ιεραρχία πως δεν υπάρχει αμάρτημα αφού δεν υπήρξε πρόθεση, αλλά το αμάρτημα είναι πάντα παρόν κι ένας παραπάνω τουφεκισμένος δεν παίζει μεγάλο ρόλο. Όμως έτσι πώς θα υπηρετηθεί η μεγάλη υπόθεση; Ο φόβος πληροί την ψυχή. Και ο φόβος είναι ο φονιάς της ελευθερίας. Η ερμηνεία του Μακρή είναι εκρηκτική. Σε υψηλούς τόνους, με πάθος που φαίνεται ανεξέλεγκτο αλλά είναι πολύ καλά, ως την τελευταία του λεπτομέρεια δουλεμένο, για να δείξει μια παλέτα συναισθημάτων στην οποία οργή, πόνος, αγωνία, φόβος, ενοχή, απελπισία και ματαίωση είτε εναλλάσσονται είτε συνυπάρχουν αλληλοδιογκούμενα. Ερμηνεία που προκαλεί στον θεατή βαθιά συγκίνηση και συν-κίνηση. Αλλά και σκέψεις, πολλές, πάρα πολλές σκέψεις για την πορεία από το ζωντανό χτες του εμφυλίου στα σημερινά ερωτηματικά, την αμήχανη φλυαρία μας μπροστά σε ένα μέλλον που για να υπάρξει πρέπει να αποφασίσουμε μια δυναμική και ριζική ρήξη με το παρόν του σύγχρονου κόσμου.

κιβ

        Βγαίνοντας από το θέατρο, αναρωτιόμουν πόσο μπορεί ένα τέτοιο έργο να απευθύνεται σε γενιές ηλικιακά νεότερες από την δική μου, που μεγαλώσαμε μέσα στην πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο, με ζωντανές τις μνήμες του εμφυλίου, την λάμψη του αριστερού λόγου και την αδάμαστη πίστη πως κάποτε θα δικαιωθούμε και ο κόσμος θα γίνει καλύτερος. Είχα ένα φόβο ότι δύσκολα θα το καταλάβαιναν, ίσως και καθόλου. Καθώς κατηφόριζα τη Μαυρομιχάλη, πίσω μου έρχονταν δυο νεαρά, πολύ νεαρά ζευγάρια που κουβέντιαζαν με απλότητα, χωρίς όρους, χωρίς αναφορές, αν είναι αναγκαία η πολιτική στράτευση και μέχρι πού ένας άνθρωπος πρέπει να υπακούει στη πολιτική του συλλογικότητα και πότε να λέει όχι –μ’ένα λόγο μιλούσαν δηλαδή για την δυσκολία να είσαι πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος, την ευθύνη και το βάρος της ελευθερίας του ατομικού υποκειμένου μέσα στην πολιτική ομάδα –το θέμα που βάζει τόσο καλά ο Καμύ στους «Δίκαιους». Σκέφτηκα τότε πως το «Κιβώτιο» από άλλους δρόμους πλησιάζει τις νέες γενιές και αυτό απάντησε στο ερώτημά μου.

ΕΠΟΧΗ, 17.1.2016

 

Advertisements