(Στο θ. Αγγέλων Βήμα)

…φίδι ωραίο κι αλαργινό

Φίλες και φίλοι, καλή χρονιά! Και να ‘ναι λίγο πιο τρυφερή με τους ανθρώπους, γιατί περίσσεψε ο πόνος και λιγοστεύει η ελπίδα. Κι όταν η ελπίδα λείψει, κατά που λέει ο αγαπημένος μου Ντοστογιέφκσκι, γίνεται ο άνθρωπος θηρίο. Θα ‘ναι και το 2016 μας λέγουν μια δύσκολη χρονιά. Φτάνει να μην το συνηθίσουμε και μάθουμε να ζούμε έτσι, χωρίς μέλλον. Φτάνει να μην το συνηθίσουμε και θεωρήσουμε πως η βία, ο πόλεμος, η προσφυγιά, η φτώχια κι ό,τι τα συνοδεύει είναι μια προαιώνια κατάσταση που δεν αλλάζει. Αν έχω μια ευχή μονάχη για το 2016 είναι να κρατήσουμε στη μνήμη μας ζωντανά όσα ονειρευτήκαμε κι αυτά να μας καθοδηγούν. Ακοίμητα και τροφοδοτικά.

         Πρώτη παράσταση που είδε ο Θεατής τη νέα χρονιά, η «Λούλου», τα περίφημο εμβληματικό έργο του Βέντεκιτ, που ανέβασε η Λίλυ Μελεμέ στο «Αγγέλων Βήμα». Είχα καιρό να δω θεατρική ομάδα να ανεβάζει ένα πολυπρόσωπο θεατρικό έργο στη σκηνή και πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για ένα δύσκολο και τολμηρό έργο, όπως η «Λούλου». Αξίζει να επαινέσουμε και να ενθαρρύνουμε την προσπάθεια. Αξίζει την συμπάθειά μας και για ένα ακόμη λόγο, για την συνένωση δυο γενιών ηθοποιών, που είναι ένα ευχάριστο υποκριτικό πείραμα στην συνομιλία των διαφορετικών υποκριτικών παραδόσεων.

Λούλου

        Ο γερμανός συγγραφέας Φρανκ Βέντεκιτ (1868-1914), αγαπημένος συγγραφέας των ελληνικών σκηνών, που τα έργα του ανεβαίνουν συχνά, ήταν ριζοσπαστικός συγγραφέας και τολμηρό πνεύμα, που τα έργα του σκανδάλισαν την κοινωνία της εποχής του, αφού σ’ αυτά ασχολείται με την σεξουαλικότητα και την ελευθερία –θέματα, που αν σήμερα είναι πιο συνηθισμένα στην τέχνη, ήταν αδιανόητα για την συντηρητική κοινωνία της Γερμανίας του τέλους του 19ου αι..- ενώ οι κοινωνικές καταγγελίες, έμμεσες και άμεσες, είναι πάντα παρούσες. Έγραψε τη «Λούλου» στη δύση του 19ου αι.   Στο έργο σκιαγραφεί ένα δαίμονα με αγγελικό πρόσωπο που ο ασυγκράτητος ερωτισμός της σκορπίζει γύρω της πόνο και θάνατο. Στον φαύλο κύκλο όμως συμπεριλαμβάνεται και η ίδια που δεν μπορεί να βρει την πραγματική ευτυχία. Νατουραλιστής ο Βέντεκιντ δεν μένει στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων και στην περιγραφή των καταστάσεων. Προχωρά σε μια διεισδυτική κριτική στην αστική, πατριαρχική κοινωνία της εποχής του και στα σημεία που φαίνεται η ανηθικότητα και η σήψη.

         Η Λούλου είναι η ασπαίρουσα θηλυκή δύναμη που εκδικείται τον τρόπο που οι άντρες χρησιμοποιούν κυριολεκτικά τις γυναίκες, είναι επίσης ο γοητευτικός, τρομερός, απειλητικός «άλλος» στα ήθη μιας υποκριτικής ηθικής που αναζητά την ηδονή με κάθε τρόπο αλλά κρυφά, στο ημίφως. Δεν είναι τυχαίο πως οι εραστές της Λούλου δημιουργούν την εικόνα όλου του φάσματος της κοινωνίας της εποχής της: από τον ζιγκολό-ακροβάτη, στον επιτυχημένο ζωγράφο, από τον διακεκριμένο γιατρό στον μεγαλοεκδότη εφημερίδας και στον πολλά υποσχόμενο συγγραφέα. Ξέροντας την πολιτική διάσταση της σεξουαλικότητας, ο συγγραφέας πηγαίνει ακόμα πιο μακριά, την χρησιμοποιεί ως πολιτική μεταφορά: όλη η γερμανική ίσως και η δυτικοευρωπαϊκή οικονομία της περιόδου   πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μπαίνουν στο στόχαστρο και η ταξική κοινωνία της εποχής με τα πολύ διακριτά όρια των τάξεων και τις σαφείς σχέσεις εκμετάλλευσης περνούν μέσα στις σκηνές του έργου συμβολοποιημένες στους έρωτες της Λούλου. Τολμά επίσης να φέρει στη σκηνή –ίσως πρώτη φορά τόσο καθαρά στο σύγχρονο θέατρο- την ομοφυλοφιλία και μάλιστα τη γυναικεία ομοφυλοφιλία αλλά και την αιμομιξία.

        Πριν να ξεκινήσει το έργο, ο συγγραφέας προτάσσει μια σκηνή στην οποία όλοι οι ήρωες εμφανίζονται ως ζώα ενός τσίρκου και η Λούλου ως επικίνδυνο και ηδονικό φίδι, που καταβροχθίζει όσους το πλησιάζουν. Στη σκηνή ξεδιπλώνεται η ποιητική και τσουχτερή γλώσσα του Βέντεκιντ, φαίνονται η αγάπη του για το τσίρκο και η επιρροή που δέχτηκε από αυτό.

Η Λίλη Μελεμέ έστησε μια παράσταση ρεαλιστική με μικρά ανοίγματα στο ονειρικό και υπογράμμισε διακριτικά τα γκροτέσκο και σουρεαλιστικά στοιχεία στη ροή του κειμένου. Το χιούμορ την βοήθησε να ισορροπήσει για να μην περάσει σε μια δραματική απόδοση προσώπων και καταστάσεων, μολονότι σε μερικά σημεία ιδίως στο τέλος υπάρχει μια μικρή παραπανίσια δόση μελοδραματισμού. Έδωσε τη βασική ηρωίδα μέσα από ένα πλέγμα παιδικότητας και υπουλότητας μαζί, που υπεράσπιζε τη βασική της θέση, ότι η Λούλου είναι δημιούργημα των κοινωνικών ανισοτήτων και της εκμετάλλευσης –από τον πατέρα της μέχρι τον τελευταίο εραστή της. Έτσι έμαθε να χρησιμοποιεί τα θέλγητρά της για να επιβιώνει και να εκδικείται.   Στον ομώνυμο ρόλο η Ευτυχία Γιακουμή, μια νεαρή ηθοποιός με δυνατότητες και ταλέντο, που έχει δοκιμαστεί σε πολλά είδη της τέχνης της. Το πρόσωπό της θύμιζε την Λουίζ Μπρουκς στο φιλμ του F.W. Pabst στο οποίο ο γερμανός σκηνοθέτης συνένωσε τα δύο έργα του Βέντεκιντ που έχουν ως βασικό χαρακτήρα τη Λούλου. Έβγαλε την παιδικότητα που είχε κατά νου η σκηνοθέτρια, την απελπισία, το φόβο, την μοναξιά και την σκληρότητα. Ο Αγαπητός Μανδαλιός ήταν ένας ζηλιάρης, κτητικός γιατρός, σύζυγος της Λούλου, ο Δημήτρης Πετρόπουλος έκανε μια αιχμηρή ερμηνεία του αδίστακτου πατέρα της και ο Νίκος Αλεξίου έδωσε με συναισθηματική υπερβολή τον μεγαλοδημοσιογράφο εραστή της. Στους ίδιους τόνους κινήθηκε η Πηνελόπη Μαρκοπούλου –ερωτευμένη αριστοκράτισσα- με ένα πολύ καλό κρεσέντο πάθους στο τέλος, που αναδείκνυε τον πόνο και τη γελοιότητα που οδηγεί ο αδύνατος έρωτας. Στην ομάδα των νεώτερων, η Μάγδα Κόρπη ήταν μια πολύ συμπαθητική παιδούλα έτοιμη να θυσιαστεί για την πτωχευμένη αριστοκράτισσα μητέρα της, ο Χρήστος Καπενής έδωσε με μετρημένο γκροτέσκο τον ακροβάτη, ο Ιάσων Bitter-Κουρούνης είχε ωραίες στιγμές και στους δυο ρόλους που εμφανίστηκε και ο Δημήτρης Γκουτζαμάνης είχε ψάξει με συνέπεια τους ρόλους που επωμίστηκε, ιδίως τον Άλβα, και τους απέδωσε με μέτρο και υπευθυνότητα.

         Τα κοστούμια της παράστασης επιμελήθηκε η Αριάδνη Βοζάνη (έξυπνη επιλογή το κοστούμι με το οποίο πρωτοεμφανίζεται η Λούλου, που παραπέμπει σε αρλεκίνο, τονίζοντας το στοιχείο των ρόλων που καλείται να παίξει η γυναίκα, ρόλων τραγικωμικών), την κίνηση η Μόνικα Κολοκοτρώνη –κατά τη γνώμη μας θα έπρεπε να είναι λιγότερο έντονη και διαρκής για να βγει εναργέστερα η ένταση των προσώπων. Την παράσταση έντυσε ηχητικά και μουσικά με προσοχή και κέφι ο Λεωνίδας Μαριδάκης, προσθέτοντας ενδιαφέρουσες διαστάσεις και ερμηνείες, με μια μουσική που εκινείτο από το παιγνιώδες και σκωπτικό μέχρι το σκοτεινό και τραγικό.

ΕΠΟΧΗ, 10.1.2016

Advertisements