Συμβολή σε ένα διάλογο που δεν θα τελεσφορήσει

(και πάλι)

           Δεν έχω καμιά εμπιστοσύνη στο διάλογο για την παιδεία. Συγχωρήστε μου τον αφοριστικό τόνο αλλά προτιμώ να είμαι ειλικρινής και ξεκάθαρη. Μιλώντας για την μέση βαθμίδα, την οποία υπηρετώ, θα γίνουν πάλι μερικές δεκάδες συσκέψεις, θα γραφούν μερικές εκατοντάδες άρθρα, θα γεμίσει το Διαδίκτυο σχόλια –ο καθένας και μια τουλάχιστον άποψη, που την παρουσιάζει με τη σιγουριά ότι οπωσδήποτε είναι καλύτερη από του διπλανού του. Κάποιοι πανεπιστημιακοί θα φορτώσουν με μια ακόμα σελίδα το βιογραφικό τους, ακόμα χειρότερα, θα επιβάλουν τις θεωρητικές και ιδεολογικές εμμονές τους σε ένα χώρο που δεν γνωρίζουν πραγματικά, κάποιοι συνδικαλιστές θα ξιφουλκήσουν ως καρικατούρες Ροβεσπιέρων ελπίζοντας στην επόμενη βαθμίδα δραστηριότητας –βουλευτές, ίσως-ίσως και υπουργοί, γιατί όχι. Όλοι αυτοί θα συναγωνίζονται σε κοινότυπες «πρωτοτυπίες» και αφόρητες μεγαλοστομίες. Και το σχολείο θα παραμείνει ως έχει ή, για να είμαι ειλικρινής θα γίνει χειρότερο –δυσκολότερο, πολυπλοκότερο πιο ακατάληπτο, περισσότερο άχυμο και ανούσιο. Μήπως δε ξοδεύτηκαν από το Τμήμα Παιδείας του πάλαι ποτέ ΣΥΡΙΖΑ χιλιάδες «εργατοώρες» σε συνεδριάσεις και συζητήσεις, μήπως δεν έχουν κατατεθεί προγράμματα επί προγραμμάτων, δεν έχουν δημοσιοποιηθεί ιδέες και ιδέες… Ένα χρόνο τώρα το σχολείο δεν άλλαξε, βαδίζει τον μοιραίο δρόμο του προς τον γκρεμό και κανείς δεν φαίνεται ικανός να τον ανακόψει.

         Δεν μιλώ θεωρητικά, δε ξέρω να τεκμηριώσω με σοφές αναφορές αυτά που γράφω, δεν είμαι ειδική σε κάποιο τομέα των επιστημών της αγωγής. Δασκάλα είμαι και ό,τι λέω, βγαίνει μέσα από 25 χρόνια δουλειάς στο δημόσιο σχολείο, στο δημόσιο Λύκειο της γειτονιάς και συνήθως δουλεύω σε γειτονιές υποβαθμισμένες ακόμα και πριν την κρίση. Πριν πάει ο όποιος Υπουργός να εφαρμόσει το οποιοδήποτε μοντέλο, όσο επιτυχημένο κι αν είναι αυτό στη χώρα προέλευσής του, πρέπει πρώτα να ξέρει καλά, πολύ καλά και πολύ βαθιά την πραγματικότητα του ελληνικού σχολείου και των μαθητών του. Να μπει μέσα σε πραγματικές τάξεις, με πραγματικά παιδιά, σε πραγματικά σχολεία και την πραγματική τους υλικοτεχνική υποδομή. Και πρέπει να είναι έτοιμος να γκρεμίσει, όχι να προσθέσει δωματιάκια στην ετοιμόρροπη καλύβα. Και το γκρέμισμα είναι δύσκολο και απαιτεί διάθεση και ηθικό σθένος να συγκρουστεί η πολιτική ηγεσία και ο κόσμος της εκπαίδευσης με πολλές και χρόνιες αγκυλώσεις.

         Μέσα στις αφόρητες ιδεοληψίες που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά είναι και η αναγκαιότητα διδασκαλίας συγκεκριμένων παραδοσιακών αντικειμένων και ο φόβος ενός προγράμματος που θα στηρίζεται στην επιλογή από το μαθητή, δηλαδή ο φόβος της ίδιας της επιλογής – η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν είναι ούτε ατομική ούτε ανεξέλεγκτη. Ενώ και η αξιολόγηση των διδασκομένων αντικειμένων γίνεται με βάση τα πιο συντηρητικά κριτήρια, που οδηγούν σε μια ξεπερασμένη ιεράρχηση των επαγγελμάτων και δραστηριοτήτων. Και φυσικά, ένα από τα μεγάλα προβλήματα του ελληνικού σχολείου, ειδικά της μέσης βαθμίδας και ειδικότερα του πολύπαθου λυκείου, είναι ότι χρησιμοποιείται ως χώρος απορρόφησης πτυχιούχων χωρίς όμως εκπαιδευτικό σχεδιασμό και κυρίως χωρίς καμιά έγνοια για το μαθητή. Αν αυτό δεν μπει στο κέντρο του διαλόγου, πάλι μια τρύπα στο νερό θα ‘χουμε κάνει. Γιατί το σχολείο και εμείς οι δάσκαλοι (και το Υπουργείο και όλα όσα αφορούν την εκπαίδευση) υπάρχουμε χάριν του μαθητή και η δικιά του έγνοια πρέπει να πρωτεύει. Είναι όμως η πολιτεία έτοιμη να συγκρουστεί με δυνάμεις της κοινωνίας που εκκινούν από κατηγορίες που προστατεύουν ίδια συμφέροντα και φτάνουν σε ομάδες με τραγικές και νεοκτόνες ιδεοληψίες;

          Τέσσερις παρατηρήσεις μόνο για αρχή. Καμιά αλλαγή δεν μπορεί να έχει λόγο ύπαρξης:

  • με διάρκεια σχολικής ώρας 45 λεπτά (40΄ η 7η στα Λύκεια). Για να ολοκληρωθεί μια διδασκαλία –μια διαδραστική διδασκαλία- χρειάζεται ένα κανονικό δίωρο. Αυτό σημαίνει όμως μια πλήρη ανακατάταξη της φιλοσοφίας τόσο του ημερήσιου προγράμματος όσο και του σχολικού προγράμματος ανά τάξη.
  • με ημερήσιο πρόγραμμα διδασκαλίας που παρουσιάζει πληθώρα και ετερογένεια αντικειμένων ο μαθητής δεν μπορεί να προσεγγίσει πραγματικά, ερευνητικά και κριτικά τη γνώση. Έτσι βασιλεύει η αποσπασματικότητα. Η προσέγγιση αντικειμένων πολύ διαφορετικών μεταξύ τους (π.χ. 1η ώρα άλγεβρα, 2η αρχαία, 3η οικονομία, 4η βιολογία και πάει λέγοντας) δημιουργεί σύγχυση. Το εβδομαδιαίο πρόγραμμα πρέπει να χωριστεί σε ζώνες όμορων επιστημονικών αντικειμένων ανά ημέρα, πράγμα που εκτός από σημαντικό για την διανοητική ωρίμανση του παιδιού, είναι επίσης σπουδαίο για την κατανόηση των σχέσεων των αντικειμένων μεταξύ τους αλλά έχει και χωροταξικές θετικές συνέπειες, όπως η δημιουργία αιθουσών αφιερωμένων σε συγκεκριμένα αντικείμενα με την στοιχειώδη υποδομή για την κάλυψη των αναγκών του συγκεκριμένου μαθήματος.
  • με το εξετασιοκεντρικό σχολείο όπου όλα κινούνται γύρω από το επόμενο τεστ. Αυτό δεν σημαίνει τον λαϊκισμό της διευκόλυνσης, που δυστυχώς υπεράσπισε άκριτα η αριστερά. Το θέμα δεν είναι να έχουμε, από τη μια, ένα εκπαιδευτικό σύστημα απαιτητικό και με υψηλό βαθμό δυσκολίας, για λίγους που συνήθως βρίσκονται στα μεσαία και πάνω κοινωνικά στρώματα, και από την άλλη, όσο θα πηγαίνουμε προς τις επικίνδυνες ζώνες των ευαίσθητων τάξεων, να γινόμαστε όλο και πιο ελαστικοί και να ζητάμε την πτώση της βάσης που είναι και ένα επιπλέον αίτιο της αγραμματοσύνης ακριβώς των παιδιών του «κατώτερου θεού». Και αυτό ταξικό είναι και μάλιστα πιο επικίνδυνα.  Το ελληνικό σχολείο βγάζει αγράμματους πολίτες. Μπορεί να ισχύει πράγματι πως «εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω» -το σχολείο δεν είναι μια αποκομμένη όαση έρευνας και γνώσης, όταν έξω στην κοινωνία άλλα ήθη επικρατούν. Χρόνια απαξίωσης της γνώσης και της αξιοκρατίας από τη μια, και μια τρελή κούρσα απόκτησης τίτλων σπουδών που κοστίζει πανάκριβα και συντηρεί μια τεράστια βιομηχανία παραγωγής τους που στο μεγαλύτερο εύρος της μακράν απέχει από την γνώση και τη γοητεία της έρευνας. Ένας υπερκαταναλωτισμός τίτλων που συμπιέζει όλο και πιο πολύ την αξία των κάτω βαθμίδων. Το απολυτήριο λυκείου στην αγορά εργασίας δεν έχει πια κανένα ρόλο και τείνει ρόλο να μην έχει πια και το πτυχίο.
  • με την δαμόκλειο σπάθη της ύλης να επικρέμεται απειλητική πάνω από τις κεφαλές διδασκόντων και διδασκομένων. Στην εποχή του διαδικτύου δεν μπορεί να κυνηγάμε στα σχολεία μας τις σελίδες που πρέπει να ξέρει απ’ έξω ο μαθητής. Το ζήτημα είναι να του προσφέρουμε τα εργαλεία να προσεγγίζει τη γνώση, να συνενώνει πληροφορίες, να διασχίζει κάθετα και οριζόντια τα αντικείμενα με τα οποία ασχολείται, να έχει κρίση και άποψη, φαντασία και εφευρετικότητα. Κυρίως να ξέρει τι μαθαίνει και γιατί το μαθαίνει. Ας μου εξηγήσει κάποιος, τόσα χρόνια με το κυνήγι της ύλης, γιατί έχουμε αποφοίτους λυκείου στο μεγαλύτερο μέρος τους λειτουργικά αναλφάβητους; Σ’ αυτό, ας προσθέσουμε και την ανάγκη ενός σχολείου που πρέπει να λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις ιδιαίτερες ικανότητες αλλά και τα ιδιαίτερα προβλήματα των μαθητών. Αυτό δεν σημαίνει (ή δεν σημαίνει μόνο) ώρες πρόσθετης διδασκαλίας, σημαίνει να δώσουμε το δικαίωμα σε ένα παιδί να είναι αυτό που λέει ο Γληνός, όχι πηλός να το πλάσεις όπως θέλεις αλλά δέντρο να το βοηθήσεις να απλώσει τα κλαδιά του ως εκεί που πάνε. Αλλιώς το σχολείο θα είναι πάντα πολύ ταξικό και η μαθητική διαρροή των χαμηλών οικονομικά τάξεων θα μεγαλώνει με τα αποτελέσματα που όλοι ξέρουμε. Αλλιώς θα έχουμε απελπισμένες ανθρώπινες μάζες «περιορισμένων δεξιοτήτων» (αυτή δεν είναι η σύγχρονη ορολογία;) χωρίς αυτοσυνείδηση και συνείδηση της θέσης τους. Πρέπει να είναι πάντα αυτός ο στόχος;

          Θα επανέλθουμε επί ειδικοτέρων θεμάτων.

ΕΠΟΧΗ, 10.1.2016

 

Advertisements