«Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε.

Απ’ αυτό βγάζω το συμπέρασμα

πως είσαστε εκατομμυριούχοι»

Μπρεχτ  [1]

      Διάβασα πρώτη φορά τον «Βίο του Γαλιλαίου» στη Β΄ Γυμνασίου. Κατά λάθος. Τον δανείστηκα από την σχολική βιβλιοθήκη, Κύριος οίδε πώς βρέθηκε εκεί. Το όνομα Μπρεχτ μου ανακαλούσε κάτι θετικό. Δεν κατάλαβα περίπου τίποτε, ούτε καν την υπόθεση καλά-καλά. Έτσι κι αλλιώς ο ήρωάς μου ήταν πάντα ο Τζιορντάνο Μπρούνο. Έτσι τους ήθελα τους επιστήμονες. Ανυποχώρητους και ωραίους. Τον επόμενο χρόνο έπεσαν στα χέρια μου οι αρχαίοι Λυρικοί, εκείνος ο Αρχίλοχος με το απύλωτο στόμα. Και διάβασα το ποίημα που επιγράφεται «ο Ρίψασπις». Φυσικά και δεν έκανα την σύνδεση αμέσως. Μου πήρε χρόνια να χρησιμοποιήσω τον Αρχίλοχο για να καταλάβω κάποια σημεία από τον Γαλιλαίο του Μπρεχτ. Θυμήθηκα τούτα τα διαβάσματα του παιδιού που υπήρξα, παρακολουθώντας την παράσταση του έργου του Μπρεχτ στο Εθνικό, σκηνοθετημένη από τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο.

γαλ 3

      Τα ερωτήματα για τα όρια της επιστήμης είναι από τα πιο καυτά της εποχής μας. Η ηθική της επιστήμης είναι ίσως ο κλάδος εκείνος της φιλοσοφίας που παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον και τις μεγαλύτερες δυσκολίες. Το μοντέλο που σχεδόν επιβάλλεται μετά τον Διαφωτισμό είναι θεολογικό. Η επιστήμη προοδεύει γραμμικά και τείνει προς την αλήθεια, μέρη της οποίας αποκαλύπτει συνεχώς και έτσι κάποτε θα αποκαλύψει την ίδια ολόκληρη. Στο σχολείο, ας πούμε, ουδέποτε (έστω σχεδόν ποτέ γιατί ευτυχώς υπάρχουν φωτισμένοι δάσκαλοι) ο μαθητής πληροφορείται για συνυπάρχουσες αντικρουόμενες θεωρίες, για τις περιόδους σύγκρουσης θεωριών και τις ταραχές που ξεσήκωναν στην επιστημονική κοινότητα, το ιδεολογικό υπόβαθρο των διαφόρων επιστημονικών θεωριών, το ρόλο του παρατηρητή στο πείραμα και άρα στα συμπεράσματά του και πάει λέγοντας. Έτσι, θα μάθει, αν μάθει χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο πως η βασική δογματική διαφορά των δύο εκκλησιών, ορθόδοξης και καθολικής είναι το filioque, αλλά ποια η σχέση του με το φεουδαρχικό σύστημα και τη θέση του βασιλιά, δεν θα την πληροφορηθεί ποτέ. Ούτε θα μπει στον κόπο κανείς να του δείξει –του μαθητή που μετά θα γίνει πολίτης- πώς καίγονταν τα σώματα πριν ο Λαβουαζιέ ανακαλύψει το οξυγόνο και ποιες θεωρίες καταρρίφθηκαν και με πόσο κόπο –για να θυμηθώ το παράδειγμα που δίνει εύστοχα ο Κουν στ «Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων». Ναι, τα περί την επιστήμη ερωτήματα είναι πολύ καυτά, γιατί τα όρια ανάμεσα στην ελευθερία της έρευνας και την ανεξέλεγκτη και ενάντια στον άνθρωπο επιστήμη είναι εξαιρετικά λεπτά. Είναι επίσης βαθύτατα ταξικά τα ερωτήματα.

γαλ 2

      Το έργο γράφτηκε το 1938 αλλά ο Μπρεχτ το διασκεύασε και το παρουσίασε μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο υπό το φως της ατομικής βόμβας. Στον «Γαλιλαίο» ερευνά, μεταξύ άλλων, δυο σημαντικά ερωτήματα: Το πρώτο αφορά την σχέση εξουσίας και επιστήμης και τον έλεγχο της θεωρίας και του παραγομένου από αυτήν προϊόντος από τις κυρίαρχες τάξεις. Για να επιτευχθεί αυτό όμως, υποστηρίζει ο Μπρεχτ, πρέπει ο επιστήμονας να έχει στην συνείδησή του την επιστήμη του ως κάτι απογυμνωμένο από κοινωνικοπολιτικές προσλαμβάνουσες. Τότε αυτός πιστεύει ότι κάνει μια καθαρή έρευνα ενώ η κυρίαρχη τάξη, η αστική εν προκειμένω που ήταν στο στόχαστρο του συγγραφέα, εκμεταλλεύεται το προϊόν των ερευνών προς ίδιον οικονομικό, πολιτικό και συμβολικό όφελος. Και επειδή για την έρευνα προϋποτίθενται υλικοί όροι που δημιουργούν εξαρτήσεις της επιστήμης από τις κυρίαρχες τάξεις, αυτές ως αντάλλαγμα μπορεί να ζητήσουν ακόμα και στρέβλωση της θεωρίας ώστε να χωρέσει το κέρδος από ένα επικίνδυνο πχ προϊόν. Η θεωρία του Γαλιλαίου θα έκανε το θρόνο του Θεού, και άρα του Πάπα, να μετακινηθεί, την εκκλησία να ξανασκεφτεί τους τρόπους ύπαρξής της, θα ανέτρεπε δεδομένες από αιώνες αντιλήψεις, δίνοντας τη δυνατότητα στους ανθρώπους να σκεφτούν την ίδια την ανατροπή. Γι’αυτό έπρεπε να σιωπήσει. Η πυρά θα έκαιγε αυτόν και όποιον σκεφτόταν να σκεφτεί σαν αυτόν. Προληπτικά. Ο Γαλιλαίος δεν τους κάνει το χατίρι. Για να ολοκληρώσει το έργο του πρέπει να το προδώσει.

       Το δεύτερο ερώτημα όμως μοιάζει να αναιρεί το παραπάνω συμπέρασμα: αν οι θεωρίες του Γαλιλαίου αφορούν την αυγή ενός νέου κόσμου, τότε μήπως μια τέτοια στάση ανακόψει την επιστημονική παρρησία και κάνει τους επιστήμονες να κλειστούν στον μικρόκοσμό τους; Το ερώτημα του Μπρεχτ προχωρά κι άλλο: θα μπορέσει η επιστημονική σκέψη να σπάσει τα στεγανά των εργαστηρίων και των συνεδρίων και να φτάσει πραγματικά στον κόσμο; Απομαγευμένη και απομαγεύουσα;

γαλ

      Δεν ήταν νοσταλγικά ενθυμήματα τα όσα είπα στην αρχή για τα νεανικά μου διαβάσματα. Μου τα έφερε στο νου η σκηνοθετική γραμμή του Θεοδωρόπουλου, που έστησε μια παράσταση απευθυνόμενη σε μια μεγάλη γκάμα κοινού, μεταξύ των οποίων και κάποιοι που δεν είναι εξοικειωμένοι με τον Μπρεχτ και τους προβληματισμούς του, και έχοντας στο νου πιο πολύ ένα κοινό νεανικό, που έχει ανάγκη, φως, τραγούδι και χιούμορ. Προσπάθησε να φέρει το έργο πιο κοντά στα πολιτικά διακυβεύματα των ημερών μας –το μνημόνιο και η ανυπακοή ήταν συχνά παρόντα στο λόγο των ηρώων. Για να το πετύχει αυτό, μετατόπισε τα ερωτήματα προς μια άλλη κατεύθυνση: πώς επιβιώνει κανείς μέσα σε ασφυκτικές συνθήκες –ιδεολογικές, πολιτικές, οικονομικές, θρησκευτικές… Αυτό τον οδήγησε και στην τελική επιλογή του πρωταγωνιστή. Ο Χρήστος Στέργιογλου αλάφρυνε το ρόλο, αριστοφάνισε τον Γαλιλαίο, τον παράστησε αθώο μαζί και πονηρό, εγωιστή και χαμένο στον κόσμο του, έναν άνθρωπο που αγαπά τη ζωή και θέλει να ζήσει και να κάνει τη δουλειά του, στην οποία πιστεύει θερμά. Η ερμηνεία του εκκινούσε και σκιαγραφούσε μια φράση που ακούγεται προς το τέλος : «Αλίμονο στις χώρες που έχουν ανάγκη από ήρωες». Και οι υπόλοιποι ηθοποιοί κινήθηκαν σε πάνω –κάτω ίδιους τόνους. Η Μαίρη Σαουσοπούλου εξελλήνισε την κυρία Σάρτι και η Αμαλία Αρσένη φόρεσε στην Βιργινία της ένα οπερετίστικο ταμπεραμέντο. Ο Σταύρος Σβήγκος βρήκε σωστά πατήματα για τον Αντρέα του, τον μαθητή του Γαλιλαίου, το ίδιο και ο Κώστας Γαλανάκης και στους τρεις ρόλους που ερμήνευσε. Ευφάνταστα κοστούμια από την Κλαιρ Μπρέισγουελ και ενδιαφέρον σκηνικό από την Έλλη Παπαγεωργακοπούλου.

ΕΠΟΧΗ, 3.10.2016

Advertisements