Συνέντευξη με τον Γιώργο Σίμωνα, σκηνοθέτη της παράστασης

 

Το «Βόρνεο» είναι μια διαφορετική παράσταση, μια έκπληξη για το θεατή. Ονειρική, ατμοσφαιρική, μια ωραία, βαθιά αφήγηση ενός ταξιδιού στις μεγάλες θάλασσες που παίρνει το χαρακτήρα αναμέτρησης με το χρόνο, τη μνήμη, τις συνέπειες των πράξεών μας… Η σκηνή μετατρέπεται σε καράβι και οι θεατές σαλπάρουν μαζί με τους ναυτικούς της ιστορίας για τους επικίνδυνους ωκεανούς των άγνωστων νησιών και της ψυχής. Ο Γιώργος Σίμωνας, που υπογράφει την σκηνοθεσία, έγραψε το κείμενο χρησιμοποιώντας το λιμπρέτο του «Ιπτάμενου Ολλανδού», την νουβέλα του Κόνραντ «Γραμμή Σκιάς» και άλλα κείμενα της ναυτικής λογοτεχνίας.

 

 

Ομάδα Mannschaft, κύριε Σίμωνα… Ποιοι είστε; Ποιο είναι το καλλιτεχνικό σας στίγμα;

Γιώργος Σίμωνας: Η ομάδα Mannschaft είναι ένα γκρουπ ηθοποιών, ένα «χωριό» που μεγαλώνει και μικραίνει όπως γίνεται συνήθως με τις κοινωνίες των ανθρώπων και μελετά την έκφραση στα σκηνικά θεάματα μέσω μιας μεθόδου που ονομάζεται Συνθετική Ψυχοδυναμική. Η μέθοδος έχει τη βάση της στην Ψυχανάλυση από τη μία και στους κανόνες της Φυσικής από την άλλη -ο συνδυασμός τους χωρά πολλή συζήτηση βέβαια. Και ο στόχος της είναι η Οπτική Αντίληψη της τέχνης (ή στην Τέχνη, αν θέλετε). Το «Βόρνεο» είναι η τρίτη μεγάλη παραγωγή της ομάδας. Είναι ένα project για το οποίο εργάστηκε περίπου 8 μήνες και έκανε έρευνα σε διάφορους τομείς: αφήγηση, κατασκευή του θεάματος, πρόσληψη της ιστορίας από τον δέκτη-θεατή. Πιστεύουμε ότι το στοίχημα ολοκληρώθηκε με ικανοποίηση.

β1

Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για το «Βόρνεο», που είναι μια ιδιαίτερη ομολογουμένως παράσταση, πώς δουλέψατε; Πώς επιλέξατε τα κείμενα και τι δυσκολίες αντιμετωπίσατε;

Γ.Σ: Δεν αντιμετωπίσαμε ιδιαίτερες δυσκολίες με την προσαρμογή πηγών. Από την αρχή υπήρχε μια ιστορία γραμμένη με την μορφή διηγήματος, επηρεασμένη από τον μύθο του Ιπτάμενου Ολλανδού. Καθώς ο καιρός περνούσε, η ιδέα αυτή (και η ιστορία) απορροφούσε ιστορίες με κοινή πλοκή και ατμόσφαιρα, μέχρι που ήρθε και η σειρά του Κόνραντ που έδωσε λύσεις στην αφήγηση επί σκηνής. Καθοριστικό ρόλο και το Σολάρις του Λεμ. Άλλη θάλασσα αυτή βέβαια και άλλο νησί. Αλλά επηρέασε την παράσταση, όπως και ένα σημαντικό στοιχείο αυτής: το νησί που προβάλλεται και αυτό που συμβολίζει.

Η δουλειά σας στηρίζεται πολύ στο εικαστικό και μουσικό μέρος. Το βίντεο που προβάλλεται στην σκηνή είναι από τα πιο ευφάνταστα που έχω δει. Τι εκφράζει αυτή η ιδιαίτερη προσοχή; Και να προχωρήσω λίγο, φαντάζομαι ότι το οικονομικό κόστος είναι βαρύ για μια ομάδα σαν τη δική σας…

Γ.Σ: Σε όλα αυτά η απάντηση, κατά την γνώμη μου, έχει δοθεί, από έναν μεγάλο σκηνοθέτη, γνωστό σε όλους μας, τον Λευτέρη Βογιατζή, όταν είχε πει πως το θέμα δεν είναι οι σκέψεις που έχεις για να πεις κάτι, αλλά ο τρόπος για να τις πραγματοποιήσεις. Μπορεί να έχουμε πολλά στο κεφάλι μας, πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να εμφανιστούν όσο πιο κοντά γίνεται σε αυτό που έχουμε σκεφτεί. Αν δεν γίνεται, καλύτερα να μην πραγματοποιηθεί ποτέ. Αν το Βόρνεο ήταν να «ανέβει με εκπτώσεις», δε θα γινόταν ποτέ. Τώρα ο οικονομικός παράγοντας είναι πάντα ένα θέμα, αλλά κινείσαι με ένα σχεδιασμό παραγωγής και κατανοείς την κατάστασή σου και πού μπορείς να φτάσεις. Όλες οι ομάδες πρέπει να έχουν ένα τέτοιο προγραμματισμό γνωρίζοντας έτσι τις δυνατότητές τους και προχωρώντας. Όλοι, ιδίως αυτήν την εποχή, είμαστε σε δύσκολη κατάσταση αναφορικά με το κεφάλαιο στην παραγωγή. Υπάρχουν όμως λύσεις και ιδέες. Δεν πτοούμαστε.

Βόρνεο - 3

«Βόρνεο», το όνομα ενός μακρινού νησιού που για τους περισσότερους δεν παραπέμπει περίπου πουθενά. Στην παράστασή σας –και το λέω θετικά- δεν υπάρχουν συμβολισμοί, δεν υπάρχουν μηνύματα, αλλά μια καθαρή αφήγηση μιας ιστορίας που ο καθένας μπορεί να την διαβάσει όπως θέλει. Ο θεατής βυθίζεται σε ένα «κλίμα» και ταξιδεύει. Ένα κλίμα που αγγίζει μερικές φορές το spleen του 19ου αι. με πινελιές Πόε…

 Γ.Σ: Ναι, αν και πιστεύω ότι το Βόρνεο είναι μια παράσταση που δείχνει πως η εποχή μας δεν είναι μόνο οριακή για τους καλλιτέχνες, αλλά εξίσου και για τους θεατές. Για παράδειγμα, η ατμόσφαιρα του έργου που αναφέρεστε, λειτουργεί ελκυστικά για τους θεατές – πράγμα παράξενο: δεν ζούμε σε αισιόδοξες μέρες. Είναι παράδοξο πως ο θεατής όχι μόνο δεν απωθεί τη σκοτεινή ενέργεια της παράστασης αλλά αφήνει να τον παρασύρει. Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Από την άλλη, η αφήγηση είναι όντως καθαρή (είναι μια απλή ιστορία έτσι κι αλλιώς), αλλά μην ξεχνάμε ότι όταν «λες» μια ιστορία, ο ακροατής δημιουργεί μέσα του την δική του εκδοχή. Μια εκδοχή γεμάτη σύμβολα, προσωπικά βιώματα και εικόνες. Στο Βόρνεο, ο θεατής είναι το πείραμα, όχι η παράσταση.

Κεντρικό ρόλο έχει στην παράσταση η έννοια του χρόνου. Ο πραγματικός χρόνος και ο άχρονος, αν μπορώ να το πω έτσι, χρόνος της μνήμης. Γιατί σας απασχόλησε ένα τέτοιο θέμα;

Γ.Σ. Είναι το δομικό θέμα του έργου. Είναι ο λόγος που έγινε αυτή η παράσταση και είναι μια συνέχεια πάνω στο ζήτημα του χρόνου που απασχολεί όλες τις παραστάσεις που δημιουργώ. Στο Βόρνεο, ειδικά, ξανακοίταξα το θέμα της επιστροφής στον χρόνο, που είναι αδύνατη φυσικά. Το θέμα αυτό, είναι και η «ομπρέλα» στο έργο: η έννοια που αγκαλιάζει τα πάντα. Η ιστορία όμως μιλά για τις επιπτώσεις και πιο συγκεκριμένα για το τι σημαίνει, ποια είναι η φύση της επίπτωσης. Άρα δεν στεκόμαστε στην επιλογή, αλλά στην επίπτωση της επιλογής. Η παράσταση (θα ήθελα να πιστεύω) γίνεται κατανοητή, γιατί οι επιπτώσεις από τις λάθος επιλογές είναι θέμα οικουμενικό.

Βόρνεο 14

 Οι ρόλοι, εκτός από τον καπετάνιο, ερμηνεύονται από γυναίκες. Γιατί; Ήταν επιλογή ή είναι αυτή η σύσταση του θιάσου;

Γ.Σ: Ο Κόνραντ δεν είναι Μέλβιλ. Και το Βόρνεο δεν είναι Κόνραντ – έχει στηριχτεί σε αρκετές ιδέες του Κόνραντ, αλλά δεν είναι διασκευή του έργου του. Στηρίχθηκε, διότι ο Κόνραντ μιλά με ψυχαναλυτικούς όρους στα έργα του, οι ναυτικές του περιπέτειες χρησιμοποιούν τη θάλασσα ως ένα έρημο τοπίο – την ψυχή του ανθρώπου. Οι ναύτες του Κόνραντ δεν είναι άντρες, μεταφορικά μιλώντας. Είναι άτομα ομάδας, συντελεστές μια μικρής κοινωνίας, κομμάτια ενός όλου. Σ’ αυτή τη μικρή κοινότητα, την «πλεούμενη πόλη» οι ναύτες είναι «και άντρες και γυναίκες» όπως λέει και ένας χαρακτήρας του έργου. Επιπλέον, η σκέψη μου για την παράσταση αυτή είναι (και ήταν από την αρχή, δεν άλλαξε) πως ο καπετάνιος φεύγει από έναν κόσμο αντρών (γιατί θέλει – θέλει να εγκαταλείψει την θάλασσα και το επάγγελμα του ναυτικού) και επιστρέφει σε έναν κόσμο γυναικών (την γυναίκα του και την κόρη του). Η μεταστροφή της απόφασης, τον φέρνει σε ένα μεσοδιάστημα, που προβάλει γυναίκες σε πρόσωπα και σώματα αντρών. Η μεταφορά είναι ξεκάθαρη. Όπως και η επιλογή – δεν θα έκανα αυτό το έργο με άντρες, γιατί δεν θα ήταν «αυτό» το έργο. Η μόνη γυναίκα άλλωστε που ερμηνεύεται από γυναίκα, είναι η μαγείρισσα, αλλά είναι και η μοναδική που δεν έχει όνομα, άρα ταυτότητα. Και αυτό δεν είναι, επίσης, τυχαίο. 

Ταυτότητα της παράστασης

Κείμενο- σκηνοθεσία- φωτισμοί: Γιώργος Σίμωνας

Σκηνικά: Αλ. Λόγγος, Τώνια Ράλλη

Κοστούμια: Θάλεια Τσίγκου

Βίντεο: Παν. Λαμπής

Πρωτότυπη μουσική σύνθεση: Στάθης Νταφαλιάς

Παίζουν οι: Βίκυ Λέκκα, Βίκυ Τριανταφύλλου/ Μαριάννα Λάζαρη, Τώνια Ράλλη, Μελαχρινός Βελέντζας, Δανάη Ντέμου, Αριάδνη Μιχαηλάρη, Ξανθή Σπανού, Βίβιαν Πανταζή

ΕΠΟΧΗ, 6.12.2015

Advertisements