Πόσο αξίζει μια ανθρώπινη ζωή; Πολύ φτηνά μάλλον.

Για την ομότιτλη παράσταση στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων

          Αν ο ιστορικός του μέλλοντος αναδιφήσει στην περίοδο αυτή για να αναζητήσει το σπουδαιότερο πολιτικό γεγονός, θα σταθεί σίγουρα σε δύο: το προσφυγικό και τη δίκη της Χρυσής Αυγής. Αυτή η τελευταία θα έπρεπε να απασχολεί το κοινωνικό σώμα –για τον πολιτικό κόσμο ουδέν σχόλιο πλέον- πολύ περισσότερο, και ως προς τον τρόπο διεξαγωγής της, για τον οποίο, φαντάζομαι, πολλά θα ειπωθούν στα μελλοντικά εγχειρίδια της νομικής επιστήμης, και για τα φανερά και κρυφά τεκταινόμενα. Όλα στη δίκη προετοιμάζουν, ανοίγουν το δρόμο προς τη λήθη. Κι επειδή η λήθη είναι μια από τις πιο επικίνδυνες ασθένειες των καιρών, επειδή ζούμε το θρίαμβο της επιλεκτικής μνήμης, όπου τις επιλογές δεν τις κάνουμε εμείς αλλά άλλοι για μας, κι επειδή η μνήμη είναι ομόρριζη της μάθησης, πιστεύω πως μια παράσταση που εκφράζει τέτοιους σύγχρονους, οδυνηρούς προβληματισμούς με διεισδυτικότητα και παρρησία είναι η παράσταση του έργου του γάλλου συγγραφέα Λωράν Μωβινιέ «Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη».

         Ο συγγραφέας, πολύ γνωστός στην πατρίδα του, πολυμεταφρασμένος στο εξωτερικό, αλλά μάλλον άγνωστος στο ελληνικό κοινό, ασχολείται κυρίως με την πεζογραφία αλλά και με το θέατρο. Με γλώσσα που συνδυάζει την ακρίβεια, την σκληρότητα και την ποιητικότητα, εισβάλλει μέσα στις ιστορίες του και ανατέμνει χαρακτήρες και καταστάσεις πολυπρισματικά και γενναία. Στο «Αυτό που ονομάζω εγώ λήθη» προβληματίζεται με την διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης και ζητά να επαναπροσδιορίσει τι σημαίνει «σπουδαίο». Εκκινεί από ένα πραγματικό γεγονός: ένας νεαρός με καταγωγή από τη Μαρτινίκα μπαίνει ένα χειμωνιάτικο απόγευμα σε ένα σούπερ-μάρκετ, παίρνει ένα κουτάκι μπύρα, το ανοίγει και το πίνει επί τόπου. Οι σεκιουριτάδες της επιχείρησης τον βλέπουν, τον «συλλαμβάνουν», τον οδηγούν σε ένα απόμερο σημείο και αρχίζουν να τον χτυπούν μέχρι που πέφτει νεκρός. Το περιστατικό καταγράφεται από τις κάμερες, η νεκροψία μιλά για «μηχανική ασφυξία». «Ένα τυχαίο ατύχημα» όπως θα ‘λεγε ο Ντάριο Φο. Ένα νέο παιδί όμως έχει πεθάνει για ένα κουτάκι μπύρα. Η ιστορία απασχολεί για λίγες μέρες την κοινή γνώμη και έπειτα ξεχνιέται. Όπως συνήθως συμβαίνει. Ποιοι ήταν ο Κουμής και η Κανελλοπούλου; Τι λέει πια το όνομα Αϊλάν;

          Ο Μωβινιέ ανατέμνει την αγριότητα της σύγχρονης κοινωνίας, τις προκοινωνικές συμπεριφορές που εισβάλλουν ορμητικά στους καιρούς μας καταρρακώνοντας τις –ευάλωτες πάντα- αξίες του σεβασμού του άλλου και της διαφορετικότητας, της ανθρωπιάς. Δείχνει τα πρόσωπα του φασισμού της καθημερινότητας, την διαμόρφωση μιας κλίμακας εξουσίας που τα όργανα των τελευταίων σκαλοπατιών χωρίς ταξική συνείδηση, σε μια έκρηξη μάτσο-ανδρισμού και επίδειξη δύναμης, σκοτώνουν κάποιον αδύναμο ή διαφορετικό. Πώς μπορεί να είναι η ζωή μας ίδια μετά από τέτοια γεγονότα αναρωτιέται ο συγγραφέας. Η Ιστορία δεν μπορεί να ασχολείται μόνο μα τα «μεγάλα τε και θωμαστά» κατά Ηρόδοτο αλλά διαμορφώνεται από τις μικρές ψηφίδες της καθημερινής ζωής, στο πεδίο της πιο πραγματικής πραγματικότητας που είναι το σώμα, το αληθινό και μοναδικό πεδίο της Ιστορίας. Το σώμα που πεινάει, πονάει, αρρωσταίνει και πεθαίνει. Το σώμα που υφίσταται τη βία και γίνεται η οδός για να πάει το αποτύπωμά της στην ψυχή σαν φόβος και υποταγή ή σαν οργή και επανάσταση.

         Το πρόσωπο που αφηγείται είναι ανώνυμο. Και δεν είναι ένα, αλλάζει η οπτική κάθε φορά, ακούγονται όλων οι φωνές-θυμάτων και δημίων και του εισαγγελέα η φωνή που νιώθει ότι αυτό που έγινε είναι πολύ, ένας Γιάννης Αγιάννης των καιρών μας που καταδικάστηκε σε θάνατο δίχως δίκη για ένα κουτάκι μπύρα. Ανώνυμος είναι και ο νεκρός –ούτε τόπος υπάρχει ούτε χρόνος, έτσι που το συγκεκριμένο γίνεται οικουμενικό. Η αφήγηση μοιάζει να απευθύνεται στον αδερφό του αλλά βέβαια ο τελικός αποδέκτης είναι ο αναγνώστης/θεατής: όλοι είμαστε αδέρφια του όταν δεν είμαστε αυτός. Ο συγγραφέας κρατά αποστάσεις, δεν καταδέχεται τους φτηνούς συναισθηματισμούς, η γλώσσα του είναι κοφτή, λογική, ήρεμη. ελάχιστες φορές παρασύρεται σε έναν ασθμαίνοντα ρυθμό για να αποδώσει το στροβίλισμα των σκέψεων και των αισθημάτων.

          Πώς να αντισταθούμε στη λήθη; Πώς να κρατήσουμε ζωντανή την α-λήθεια; Όταν όλα σπρώχνουν προς τη λήθη, έρχεται η τέχνη. Στην αρχαϊκή εποχή, οι πρωτοπρόσωπες επιτύμβιες επιγραφές που ο διαβάτης διάβαζε με δυνατή φωνή κατά τα αναγνωστικά ειωθότα της εποχής, έδιναν φωνή στο νεκρό. Με τον ίδιο τρόπο η τέχνη –η λογοτεχνία και το θέατρο εν προκειμένω- δίνουν φωνή στο γεγονός. Το κείμενο λέει ξανά και ξανά την ιστορία καλώντας να μην ξεχάσουμε.

          Η Άσπα Τομπούλη έκανε μια λαμπρή σκηνοθετική δουλειά. Ο μονόλογος δεν είναι δύσκολο είδος μόνο για τον ηθοποιό, είναι επίσης και για τον σκηνοθέτη –ιδίως όταν έχει ένα τέτοιο πολυεπίπεδο, πολιτικό και υπαρξιακό κείμενο, πυκνό και απέραντο. Πρέπει να βρει τρόπους να αναδείξει τον πλούτο και την πολυπλοκότητα, να «διαβάσει» τις εσωτερικές ροές του και να κρατήσει την προσοχή του θεατή με διακριτικά τεχνάσματα, ενώ θα ξεδιπλώνει τα νοήματα και τις αγωνίες του. Η Τομπούλη χορογράφησε λεπτομερώς τον Νίκο Νίκα. Χώρισε την σκηνή σε χώρους και σε κάθε χώρο άλλαζε τον αφηγηματικό τρόπο δημιουργώντας γόνιμες εκπλήξεις και συναισθηματικές αντιδράσεις στο θεατή. Έδωσε επίσης λειτουργικό ρόλο στο βίντεο (Com. odd. Or) που όριζε χρονικότητες και υπονοούσε τη γεωμετρία των χώρων όπου συνέβαιναν τα γεγονότα. Καίρια η μετάφραση του Γιανναρά, κατατοπιστικοί οι έξυπνοι φωτιστικοί συνδυασμοί του Ηλία Κωνσταντακόπουλου. Ο Νίκος Νίκας κάνει μια εξαιρετικά ώριμη ερμηνεία. Απόλυτος κύριος των εκφραστικών του μέσων διασχίζει τα πρόσωπα του μωσαϊκού που έχει φιλοτεχνήσει ο Μωβινιέ ξετρυπώνοντας τον πυρήνα των καταστάσεων. Άλλοτε τρυφερός, άλλοτε καταγγελτικός, άλλοτε σκληρός, άλλοτε απορημένος, κάνει μια ερμηνεία κυβιστική και καταιγιστική που δεν αφήνει λεπτό ήσυχο τον θεατή και που σε αναγκάζει να πάρεις μαζί σου όλο τον προβληματισμό του έργου και να τον κάνεις δικό σου.

         Είχα καιρό να βγω από θέατρο με ένα κάψιμο στο στομάχι και τέτοια αισθητική πληρότητα.

ΕΠΟΧΗ, 11.10.2015

Advertisements