Το γαρ εσλεύσσειν οικεία πάθη

μηδενός άλλου παραπράξαντος

μεγάλας οδύνας υποτείνει

Αίας, 260-262

 

Η εκ μητρός μάμμη μου, άγια γυναίκα και βασανισμένη, που έφτασε στην Ελλάδα από την μακρινή πατρίδα της, τη Σελεύκεια, τυραγνισμένη και φοβισμένη, αφού διέσχισε όλη την Ανατολή με τα πόδια, μ’ εκείνα τα παράξενα ελληνικά της, γεμάτα μυρωδιές της Μικρασίας, ανακατεμένα με λέξεις τούρκικες και αναστεναγμούς, με τη νοσταλγία τοπίων και ανθρώπων που δεν θα ξανάβλεπε ποτέ, έλεγε συχνά την παροιμία τη γνωστή «κάνε, κουζούμ’ , να μη δίνει ο Θεός ό,τι αντέχει ο άνθρωπος». Τη θυμήθηκα συχνά τη γλυκιά γριούλα, που έφυγε όταν ήμουν πολύ παιδί και δεν πρόλαβα να τη βάλω να μου διηγηθεί τα πάθια της, όπως εκείνη θα ‘θελε να τα πει –κάτι σπαράγματα έμειναν στη μνήμη μου κι αυτά σβήνουν σιγά-σιγά με το χρόνο, τα καλύπτουν οι διηγήσεις τρίτων για ‘κείνην-, την θυμήθηκα συχνά τούτο το καλοκαίρι, το δυσκολότερο καλοκαίρι που θυμάμαι στη ζωή μου, με την προσφυγιά να ματώνει τις ψυχές που κοιτούν άλαλες κι ανήμπορες να προσφέρουν στα τρομαγμένα ανθρώπινα πλήθη που έρχονται πάλι από την Ανατολή μια καινούρια πατρίδα και σίγουρα δεν μπορούν να τους γυρίσουν πίσω την δική τους… Το δυσκολότερο καλοκαίρι που θυμάμαι στη ζωή μου, όταν το όνειρο κατέρρευσε σαν παλιά σελίδα βιβλίου που την άγγιξε άσκεφτα φλόγα κεριού. Κι εκείνο που είναι αφόρητο –πόσες φορές το έγραψα, Θεέ μου, αναφερόμενη στους «άλλους»- είναι η επίθεση στη λογική μας, είναι η θανατηφόρα διλημματική σκέψη που προτίθεται λυσσαλέα να ροκανίσει την βούληση. Το 1984 θριαμβεύει. Οι λέξεις ανανοηματοδοτούνται κατά το δοκούν και πάνω απ’ όλα εκείνο το ανεξέλεγκτο και ποθούμενον διακαώς να ελεγχθεί «όχι». Γίνεται μια τερατώδης προσπάθεια ένθεν κακείθεν του διασπασμένου ΣΥΡΙΖΑ να χειραγωγηθεί η μνήμη και η κριτική, να διαπαιδαγωγηθεί το νέο αίσθημα, να κλίνει η ταλαίπωρη κεφαλή υποταγμένη σε νέα, παμπάλαια διλήμματα. Αχάριστοι, προσβλητικοί πολιτικαντισμοί , που δεν αξίζουν στην τιμή αυτών που εξέθρεψαν με θυσίες το όνειρο να μπει Ο ΣΥΡΙΖΑ των υπερβάσεων, ο ΣΥΡΙΖΑ της διαλεκτικής ενότητας των Αριστερών, ο ΣΥΡΙΖΑ των κινημάτων, και να διαρρήξει –στο βαθμό του δυνατού- την σεσηπυία συστημικότητα.

α 1

Το τέλος ενός κόσμου

         Περί του Αίαντα του Σοφοκλή ο λόγος σήμερα, που φέρνει στο προσκήνιο την έννοια της «τιμής» και πολύ ταιριάζει η προβληματική της στην πολιτική συγκυρία. Φέτος το καλοκαίρι ανέβηκε σε δυο διαφορετικές εκδοχές από δυο διαφορετικούς σκηνοθέτες: τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο και την Σίλβια Λιουλιου. Θα σταθούμε στην πρώτη παράσταση, γιατί, δυστυχώς, την δουλειά της Λιούλιου στη Μικρή Επίδαυρο δεν την είδαμε.

         Παρμένη μέσα από τον τρωικό μυθολογικό κύκλο η υπόθεση του Αίαντα, παρουσιάζει την διεκδίκηση των όπλων του Αχιλλέα από τον ομώνυμο ήρωα και τον πολυμήχανο Οδυσσέα. Παρόλο που η ανδρεία του Αίαντα είναι αδιαμφισβήτητη και άξια να συγκριθεί μ’ αυτήν του Αχιλλέα, με την υπόγεια παρέμβαση της Αθηνάς τα όπλα τα κερδίζει ο Οδυσσέας. Προσβεβλημένος βαθιά ο ήρωας αποφασίζει να τιμωρήσει τους στρατηγούς των Αχαιών σκοτώνοντάς τους με το ίδιο του το χέρι, αλλά η Αθηνά του θολώνει το νου και στη θέση τους σκοτώνει ένα κοπάδι βοδιών. Όταν το πρωί συνειδητοποιεί τι έκανε και αισθανόμενος ως ο περίγελως του στρατοπέδου για να διασώσει την τιμή του, αυτοκτονεί.

         Είναι ήδη φανερό ότι η μήνις του Αχιλλέα, που αποτελεί το κεντρικό θέμα της Ιλιάδας, συναντά την μανίαν            (: τρέλα) του Αίαντα. Η τιμή είναι η κεντρική έννοια στον Αίαντα και τιμή για τον ηρωικό κόσμο δεν είναι όμως απλώς η ανδρεία αλλά και η αναγνώρισή της και η απόδοση δημόσιου επαίνου γι’ αυτήν που συνοδεύει τον ανδρείο όλη του τη ζωή και μετά το θάνατό του είναι κληρονομιά των παιδιών του. Γι’ αυτό και η υστεροφημία έχει τέτοια θέση στην ομηρική και την αρχαϊκή εν πολλοίς κουλτούρα. Όταν ο ομηρικός ήρωας στερείται αυτού που δικαιωματικά θεωρεί πως του ανήκε, θολώνει ο νους του, γιατί νιώθει πως ατιμάστηκε. Όμοια με του Αίαντα είναι και η αντίδραση του Αχιλλέα να αποσυρθεί από την μάχη, όταν ένιωσε προσβεβλημένος που του πήραν την Βρισηίδα για να την δώσουν στον Αγαμέμνονα.

        Η σοφόκλεια τραγωδία ξεκινά ακριβώς στο τέλος της φοβερής εκείνης νύχτας. Ο Σοφοκλής επηρεάζεται σαφώς από την επική παράδοση και δίνει στον ήρωά του όλα τα χαρακτηριστικά αυτής της παράδοσης, αλλά ταυτόχρονα τον παρουσιάζει με τέτοιο τρόπο που μοιάζει να είναι ένας από τους τελευταίους, αν όχι ο τελευταίος ήρωας, αυτός που θα σημάνει το τέλος του κόσμου της τιμής, που δήλωνε όμως και ένα κόσμο εγωιστικό και φιλοπόλεμο (ο Αίαντας είναι απερίσκεπτος, παρορμητικός, εκδικητικός, φέρνει στο στρατόπεδο των Ελλήνων ξανά την εμφύλια διαμάχη, αρνείται το κοινό συμφέρον μπροστά στο θολωμένο του εγωισμό, όπως συμβαίνει με τους μεγάλους ήρωες της εποχής του), και το πέρασμα στον κόσμο της πόλης, τον κόσμο της οργανωμένης πολιτικής ζωής και του λόγου, που θα πορευτεί σιγά-σιγά προς την δημοκρατία. Δεν είναι τυχαίο που η τραγωδία –η παλιότερη σωζόμενη του ποιητή- γράφτηκε το 450 πάνω κάτω π.Χ. όταν η αθηναϊκή πολιτεία, περήφανη νικήτρια των περσικών πολέμων, διαμορφώνει τα νέα πολιτικά ήθη της ούτε που βρίσκεται πολύ κοντά χρονολογικά στην Αντιγόνη όπου η σύγκρουση της πολιτικής και της θεϊκής τάξης συγκρούονται ανελέητα, η έννοια του νόμου ελέγχεται εξονυχιστικά. Έτσι ο Αίαντας γίνεται η τραγωδία του περάσματος σε ένα νέο τύπο πολιτικών σχέσεων, που τον εκπροσωπεί ο εύγλωττος και έλλογος Οδυσσέας, ενώ ο συναισθηματικός και θαμπωμένος από την λάμψη του Αίαντα νεαρός Τεύκρος δημιουργεί ένα εξισορροπητικό τρίτο στοιχείο: γεμάτη ιδεαλισμό η νέα γενιά ζητά πρότυπα στο παρελθόν αλλά κινείται με άνεση στη ρητορική του παρόντος.

α 2

         Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος ερμήνευσε το έργο με αναφορά στην νεότερη ελληνική ιστορία, προσπαθώντας να βρει κοινά στοιχεία του αρχαίου ήρωα με τους ήρωες του 1821, και μάλιστα με τον τρόπο που τους φέρει το μυθοδίατο λαϊκό ασυνείδητο, διαφορετικά από την ορθολογημένη ιστορική έρευνα, από όπου και ο Αίας που σε κάποιες στιγμές θύμιζε φιγούρα Κουταλιανού. Η ερμηνευτική αυτή γραμμή έχει χρησιμοποιηθεί και στο παρελθόν (π.χ. στον Αίαντα της Φριτζήλα, όπου ο ήρωας ήταν φιγούρα του Θεάτρου Σκιών με πολλαπλές υποδηλώσεις). Την ίδια στιγμή και παίζοντας με τα επίπεδα χρονικοτήτων που δημιουργεί ένα έργο και η ερμηνεία του, έφερε το παρελθόν της ίδιας της τραγωδίας στη σκηνή, εντάσσοντας ένα ιδιότυπο αφηγητή-ραψωδό για να θυμίσει την επική καταγωγή των τεκταινομένων επί σκηνής. Ενδιαφέρουσα η μουσική επένδυση του Κυπουργού, που βοήθησε μελωδικά την σκηνοθεσία με ρυθμούς της δημοτικής μούσας. Η σκηνογραφική δουλειά της Ελένης Μανωλοπούλου παρέπεμπε διακριτικά στο θέατρο σκιών. Μια ένσταση ως προς τα κοστούμια ειδικά του χορού και της Αθηνάς, τα πρώτα έμοιαζαν ξένα προς την προβληματική της σκηνοθεσίας, σαν να παρέπεμπαν σε μια βαλκανική γραφικότητα και το δεύτερο έμοιαζε να ξεπηδά από τις μελέτες των αρχαιολόγων για τα χρώματα των αρχαίων αγαλμάτων. Αντιθέτως απέριττο και άψογο το κοστούμι της Τέκμησσας, κατευθείαν παρμένο από την γλυπτική των αρχαϊκών χρόνων (κόρες). Αμήχανος ο Νίκος Κουρής ως Αίαντας και αναποφάσιστος ο Οδυσσέας του Γιάννη Τσορτέκη (ηθοποιό που εκτιμώ ιδιαιτέρως για τις δυνατότητές του να βγάζει εύστοχα ψυχογραφήματα σε χαμηλούς τόνους). Τρυφερός και καίριος ο Τεύκρος του Γιάννου Περλέγκα, συνέλαβε όλες τις διακυμάνσεις της ψυχής του και σε πειστικούς τόνους η χαμηλόφωνη ερμηνεία της Τέκμησσας από την Μαρία Πρωτόπαπα. Στην πολύ αγαπητή στον Θεατή, άξια Ελένη Ουζουνίδου δεν ταιριάζει μάλλον η τραγωδία. Ο Χορός κινήθηκε με συλλογικότητα καθοδηγημένος από την έμπειρη Αγγελική Στελλάτου.

ΕΠΟΧΗ, 30.8.2015

Advertisements