Παρά τον τίτλο του, το βιβλίο του Δημήτρη Κουκουλά Οι Αριστεριστές δεν είναι πολιτικό δοκίμιο. Όπως και το βιβλίο με το οποίο ο συγγραφέας συστήθηκε στο αναγνωστικό κοινό, το 2011, Τα φορτηγά και άλλες ιστορίες (εκδ. Απόπειρα), είναι μια αυτοβιογραφική αφήγηση. Αποτελεί, δηλαδή, μια πολύ προσωπική περιδιάβαση στον δαιδαλώδη πολιτικό χώρο που ονομάστηκε συλλήβδην αριστερισμός, όρος με ομιχλώδη μάλλον χρήση στην πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο, μέσα στον οποίο εντάχθηκαν πολιτικοί σχηματισμοί με σοβαρή πολιτική παρουσία και θέσεις, ολιγομελή γκρουπούσκουλα που προέκυπταν διαρκώς από τις συνεχείς διασπάσεις του χώρου, ακόμα και πολιτικές παρέες συνήθως γύρω από κάποιο βραχύβιο έντυπο – εκδόσεις συνήθως χειροποίητες και πολύ διακριτές εκδοτικά από τα χρώματα, το φωτογραφικό υλικό που τις συνόδευε και τα «σεντονιαία» κείμενα «γραμμής».

         Μέλος ο ίδιος μιας από τις μικρές αριστερίστικες ομάδες την εποχή της νεότητάς του και γνωρίζοντας από μέσα πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις, παρουσιάζει στο βιβλίο του, με τρόπο απολαυστικό και νοσταλγικό, με ευγένεια, αγάπη και τρυφερότητα, το πολύπλοκο τοπίο του αριστερισμού από τα τελευταία χρόνια της δικτατορίας μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν άρχισαν ραγδαίες αλλαγές στην έκφραση της πολιτικής στράτευσης και τη διαμόρφωση των πολιτικών συλλογικοτήτων. Όταν η Ελλάδα πέρναγε στην εποχή της πλαστής ευμάρειας και του δόγματος του α-πολιτικού.

ΑΡΙΣΤΕΡΙΣΤΕΣ

        Μέσα στο βιβλίο παρελαύνουν ονόματα πολιτικών αρχηγών και αρκτικόλεξα οργανώσεων μάλλον άγνωστα στις νεότερες γενιές, για τη δεκαετία του ’70 όμως ήταν σημαντικές πολιτικές αναφορές και πηγές ομηρικών καυγάδων. Δεν είναι στόχος του ένα πολιτικό δοκίμιο ούτε καν η ιστορία του χώρου. Θυμάται τα όσα έζησε και τα μεταφέρει με το ιδιαίτερο χιούμορ του, που μερικές φορές αγγίζει κομψά τον αυτοσαρκασμό. Ο λόγος του έχει την αβίαστη ροή και ζεστασιά της προφορικότητας – αρετή που είχε διαπιστωθεί και στο προηγούμενο βιβλίο του. Ωστόσο, όσο κι αν ο συγγραφέας δεν πέφτει ούτε στιγμή στην παγίδα μιας δοκιμιογραφίας που θα αδικούσε την πρόθεση, άρα δεν υπάρχει σε γενικές γραμμές τεκμηρίωση, ντοκουμεντάρισμα -στις αναμνήσεις και τις κρίσεις του στηρίζεται με τιμιότητα- Οι Αριστεριστές έχουν σαφή και εκπεφρασμένη άποψη για τον χώρο και τις ασθένειες που τον ταλάνιζαν (και ταλανίζουν ακόμη τους πιστούς του): την πολυδιάσπαση και τη βεβαιότητα της κατοχής μιας μοναδικής και απόλυτης αλήθειας. Εγωισμοί, προσωπικές αντιπαραθέσεις, έκτακτοι ηρωισμοί, επαναστατικές αναγνώσεις των κλασικών και φειδωλές προτάσεις νέων -αφού σε κάθε νέα φωνή ελλόχευε ο κίνδυνος του… ρεφορμισμού και της προδοσίας-, συνομιλίες με επαναστατικά κινήματα χωρών της Ασίας και της Αφρικής και πάντα η επανάσταση που βρισκόταν προ των θυρών, η αναμενόμενη λαϊκή εξέγερση που ποτέ δεν έπαιρνε την ποθούμενη γενίκευση.

         Το βιβλίο έχει μια συγκινητική αφιέρωση, που θυμίζει έναν αδίκως ξεχασμένο, αλλά σημαντικό αγωνιστή τής Αριστεράς: «Στον αείμνηστο γιατρό Βάσο Τσιρώνη, τον μοναχικό και αγνό αγωνιστή του ανθρωπισμού και της ελευθερίας, που δεν τον άντεξε η κατεστημένη υποκρισία και τον δολοφόνησαν ύπουλα μέσα στο σπίτι του οι δυνάμεις της καταστολής». Ο γιατρός Βασίλης Τσιρώνης τίμησε όσο λίγοι τον όρκο του, προσφέροντας ως αγροτικός γιατρός στον Αϊ-Στράτη υπηρεσίες στους εκεί εξορίστους και τιμωρήθηκε γι’ αυτό. Το κράτος της ΕΡΕ τον κυνήγησε με όποιους τρόπους μπορούσε και προσπάθησε να τον εξοντώσει επαγγελματικά τουλάχιστον. Έπειτα από πολλές περιπέτειες που κορυφώθηκαν στη δικτατορία, διέφυγε μαζί με την οικογένειά του στα Τίρανα και από ‘κει στη Σουηδία με αεροπειρατεία. Επέστρεψε το ’74 και συνέχισε τους αγώνες του. Ίδρυσε το Ουδετερόφιλο Ελλαδικό Μέτωπο (ΟΕΜ) και έκανε διάφορους ακτιβισμούς (π.χ. πυροβόλησε με καραμπίνα μια φωτογραφία του Κων/νου Καραμανλή στην οδό Αθηνάς). Κήρυξε το διαμέρισμά του στο Π. Φάληρο ανεξάρτητο κράτος και κάθε βράδυ έβγαζε πύρινους λόγους. Τότε άρχισαν οι διαμαρτυρίες του Τύπου, πρωτοστατούντος του «Βήματος». Η αστυνομία ανέλαβε τον συνήθη ρόλο της και στις 11 Ιουλίου του 1978 ο γιατρός Τσιρώνης έπεφτε νεκρός από σφαίρες μέσα στο διαμέρισμά του. Το επίσημο ανακοινωθέν μιλούσε για «αυτοκτονία».

         Παρ’ ότι ο συγγραφέας κλείνει το μάτι στη γενιά του και τους λίγο νεότερους, ωστόσο είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί από τη σημερινή νεολαία κυρίως (έστω την πολιτικοποιημένη νεολαία): με έναν απλό, φιλικό τρόπο, αφηγείται μια εποχή συναρπαστική όσο και τραυματική. Είναι δηλαδή Οι Αριστεριστές κατά κάποιον τρόπο ένα είδος προφορικής ιστορίας που στέριωσε γερά μέσα στον γραπτό λόγο για να μεταφέρει ένα βίωμα, μια εμπειρία, ένα συναίσθημα, πολύ αποτελεσματικά ομολογουμένως.

ΑΥΓΗ, 18.8.2015

 

Advertisements