papagiannis

          Ο Γιάννης Παπαγιάννης είναι συγγραφέας ανήσυχος που του αρέσει το ψάξιμο και ο πειραματισμός. Αυτό φαίνεται πολύ εύκολα αν παρακολουθήσει κανείς την συγγραφική του πορεία από τις «Πέντε ώρες» (1989) και την «Πικρή γεύση» (1992) ως το τελευταίο του «Το άλλο πρόσωπο του νου» που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό. Οι υφολογικοί πειραματισμοί και η αφηγηματολογική έρευνα δείχνουν πως έχει διανύσει ένα μακρύ και ενδιαφέροντα δρόμο, υπόσχονται δε μια ακόμα πιο ενδιαφέρουσα συνέχεια. Είναι επίσης ένας συγγραφέας με πολύ καλή γνώση της λογοτεχνίας και ειδικά της σύγχρονης, της εποχής μας. Και είναι πολύ σημαντικό για ένα συγγραφέα να διαβάζει και κυρίως να ξέρει να διαβάζει και να ωφελείται δημιουργικά από την μελέτη της λογοτεχνίας της εποχής του.

          Τόσο στην “Ασθένεια της πεταλούδας» (2009) και πιο πολύ τώρα, στο νέο του μυθιστόρημα, το «Δεύτερο πρόσωπο του νου», η φροντίδα της μορφής, η έγνοια της επιλογής μιας πρωτότυπης και πειραστικής για τον ψαγμένο αναγνώστη αφήγησης είναι μεγάλη. Φαίνεται να έλκεται από το αστυνομικό μυθιστόρημα, που τα τελευταία χρόνια έχει χάσει ουσιαστικά τον αστυνομικό χαρακτήρα, και αποτελεί πλέον μια άλλη μορφή του κοινωνικού μυθιστορήματος. Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται ένα φόνος, από τον οποίο σαν ιστός αράχνης εξυφαίνεται ένα τεράστιο, πολύπλοκο δίχτυ προσώπων, καταστάσεων και σχέσεων. Λόγω του τρόπου αφήγησης, οι σχέσεις και οι καταστάσεις μοιάζουν να έχουν μια υδάτινη, ονειρική ή καλύτερα εφιαλτική διάσταση. Μια προσεκτικότερη όμως ανάγνωση αποδεικνύει ότι είναι πολύ στέρεα δομημένες και καρφωμένες στην πραγματικότητα. Καρφωμένες στην σύγχρονη Ελλάδα με τις αβεβαιότητες και τις πολλαπλές κρίσεις, την μπερδεμένη και φοβισμένη Ελλάδα, και γι’ αυτό ο πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων κινείται ζωντανός στους δρόμους και διηγείται ιστορίες τρέλας και μίσους ή, στην καλύτερη περίπτωση, ιστορίες ποτισμένες σε οντολογική ειρωνεία.

         Στο σύμπαν του Παπαγιάννη οι άνθρωποι αναζητούν απελπισμένα αγάπη και συντροφιά, αλλά δεν ξέρουν να συγχωρούν, δεν μπορούν καν να βρουν αυτό το οποίο πρέπει να προσπαθήσουν να συγχωρέσουν. Δεν είναι ευφυή τέρατα, είναι φοβισμένοι άνθρωποι χωρίς σαφείς ηθικές διαστάσεις, χωρίς ξεκάθαρη άποψη για το καλό και το κακό. Μπερδεύονται, αναζητούν πρόσωπα του παρελθόντος σε νέες γνωριμίες, αναζητούν τον εαυτό τους σε νέες καταστάσεις που νομίζουν ότι αναβιώνουν το παρελθόν τους. Η ανάμνηση παίρνει την θέση της πραγματικότητας, αναδομεί και επαναπροσδιορίζει την πραγματικότητα που την προκάλεσε αλλά και την χρονικότητα μέσα στην οποία ανακαλείται. Γι’ αυτό και επιλέγει ως μότο, σε ένα από τα τελευταία κεφάλαια του έργου του τη φράση του Τανιζάκι «Χρησιμοποιούσε την πραγματική Σούνκιν για να θυμάται την Σούνκιν των αναμνήσεών του». Ο έρωτας ως πάθος και διεκδίκηση αμφισβητείται, γίνεται αντικείμενο μιας καυστικής ειρωνείας που τον αναιρεί αν δεν τον γελοιοποιεί κιόλας.

papayannis_yannis

         Πρόσωπο μέσα στο κείμενο είναι ο ίδιος ο συγγραφέας, που εμπλέκεται ως ήρωας μέσα στο ίδιο του το έργο, χωρίς όμως να υπάρχει η ελάχιστη αυτοβιογραφικότητα, με επιμελημένη παραμόρφωση του προσώπου ώστε σε τίποτε να μην θυμίζει τον πραγματικό Παπαγιάννη. Παραβιάζει έτσι με ενδιαφέροντα τρόπο τα πιραντελικά όρια της ζωής και της τέχνης, της ζωής που γίνεται αντικείμενο τέχνης, για να μη μοιάζει σε τίποτε με το πραγματικό αντικείμενο αλλά να είναι έτσι που πάντα να το θυμίζει. Η τελική επίγευση από την ανάγνωση του μυθιστορήματος μοιάζει με αυτήν που αφήνει ένας πίνακας του Λούσιεν Φρόυντ.

         Τα κεφάλαια και τα υποκεφάλαια της ιστορίας του συναιρούν εσκεμμένα τεχνικές διαφόρων ρευμάτων και συγγραφέων. Ένα προσεκτικό μάτι αναγνωρίζει διαφορετικές υφολογικές επιλογές από κεφάλαιο σε υποκεφάλαιο, ακούει υπόγεια γνωστές φωνές, ενώ ο συγγραφέας κλείνει το μάτι βοηθώντας ως ένα βαθμό τον αναγνώστη του να ανακαλύψει τα παιχνίδια αυτά, να τα ξεσκεπάσει με ευχαρίστηση, δίνοντας ένα νέο αναγνωστικό βάθος. Δεν διστάζει να αποκαλύψει τη μεθοδολογία του, σαν επιστήμονας που περιγράφει το πολύτιμο πείραμά του με απλότητα και φυσικότητα αλλά και αυτοακυρωτική διάθεση:

 «Η ανάγνωση είχε γίνει πάθος σαν κάπνισμα. Είχα ξεκινήσει ως συγγραφέας, πολύ φοβόμουν  όμως ότι δεν ήμουν πια ακριβώς. Τα ξένα βιβλία μού είχαν πάρει τη ψυχή. Εάν δημιουργούσα δικό μου μυθιστόρημα, θα ήταν σαν να καρπώνομαι διπλή ψυχή. Εκείνο που στην πραγματικότητα έπραττα, ήταν να κόβω κομμάτια από ένα βιβλίο και να τα κολλάω δίπλα σε αποσπάσματα από άλλο βιβλίο και με τέτοιον τρόπο να σχηματίζω κάτι που έμοιαζε με βιβλίο. Ένα λογοτεχνικό παράσιτο. Ένας μοντέρ. Με μυαλό ακόμη γεμάτο ιδέες, (ούτε ο ξένος θάνατος, ούτε ο πόλεμος, οικονομικός, τα ερείπια, η φτώχεια με πτόησαν), είχα αρχίσει να σχεδιάζω ένα βιβλίο όπου δεν θα υπήρχε τίποτα δικό μου. Όλα, ακόμη και οι λέξεις, ακόμη και οι χαρακτήρες, θα ήταν κλεμμένα. Η Βερονίκη, έγκριτη ποιήτρια, δικαίως αποδοκίμασε, όμως εγώ είχα πάρει τη μεγάλη απόφαση: θα δημιουργούσα ένα μυθιστόρημα αντίθετο του βιωματικού. Ένα άθυρμα ιστοριών που ούτε μία από αυτές δεν θα την είχα ζήσει. Οι ήρωες θα ήταν όλοι παντελώς και συνειδητά ψεύτικοι. Ψεύτικος είναι ο χαρακτήρας που περιέχει μονάχα μία ή υπερβολικά πολλές διαστάσεις. Ο Χριστός, ο Γιάννης Αγιάννης, ο Ιαβέρης, ο ΤρίστραμΣάντι, ο ΤάιρονΣλόθροπ. Ψεύτικος είναι ο χαρακτήρας που περικλείει άλλους χαρακτήρες ή είναι ένα κομμάτι χαρακτήρα. Ο Γιάννης Αγιάννης, ο Ιαβέρης, περιέχονται σε κάθε άνθρωπο, ο Τρίσαμ Σάντισε κανέναν, γι’ αυτό τους περιέχει όλους. [….]»

            Ο συγγραφέας Γιάννης Παπαγιάννης στο μυθιστόρημα είναι ο ντεντέκτιβ που κατηγορείται για ένα φόνο και περιγράφει την μεθοδολογία και την πορεία της έρευνάς του για την επίλυση του μυστηρίου αλλά και την προσωπική του σωτηρία, που, όμως τελικά δεν τον ενδιαφέρουν καθόλου και τα δύο. Στο κείμενο εγκιβωτίζονται ιστορίες, πλοκές μπαίνουν η μια μέσα στην άλλη, πρόσωπα αλλάζουν μέσα στη ροή της αφήγησης, πρόσωπα ονοματίζονται από ήρωες άλλων, γνωστών μυθιστορημάτων, μολονότι δεν έχουν άλλη σχέση με τα πρωτότυπα, φράσεις από άλλα κείμενα παρεισφρέουν αυτούσιες ή παραλλαγμένες, συχνά γίνονται πυρήνας ολόκληρων ενοτήτων μέσα στο κείμενο (το υλικό παρατίθεται σχεδόν εξονυχιστικά στο τέλος του βιβλίου).

            «Το διπλό πρόσωπο του νου» είναι ένα κατεξοχήν μεταμοντέρνο μυθιστόρημα, που μιλά για την περιπέτεια της γραφής, περιγράφει με τον εαυτό του αυτή την περιπέτεια. Διαχειρίζεται έμμεσα ένα πλούτο σύγχρονων φιλοσοφικών θεωριών για την γλώσσα και την χρήση της, με αφετηρία τον Βιτγκενστάιν του Tractatus, ενώ συνομιλεί ευθέως με την ντεριντιανή θεωρία της αποδόμησης. Η γλώσσα, μια ζωντανή, χυμώδης ελληνική, αλλάζει από κεφάλαιο σε κεφάλαιο ανάλογα με τις συγκεκριμένες κάθε φορά ανάγκες και τις αναφορές άλλοτε ακύμαντη, στεγνά περιγραφική, άλλοτε κοφτερή και ειρωνική, άλλοτε στα όρια της προφορικότητας, πράγμα που επιτρέπει στον συγγραφέα να παρασύρει τον αναγνώστη σε συν-δημιουργικές αναγνώσεις και στην ψευδαίσθηση ότι αυτό που διαβάζει γράφεται εκείνη τη στιγμή και το γράφει ο αναγνώστης μαζί με τον συγγραφέα του.

στο ηλεκτρονικό περιοδικό diastixo.gr, τον Ιούνιο 2015

(http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/4004-prosopo-nous)

Advertisements