Η τραγικωμωδία της αθωότητας

 σόνια 1

 

          Στις χώρες της Βαλτικής, που κάποτε αποτελούσαν τμήματα της Σοβιετικής Ένωσης, υπάρχει μια ιδιαίτερη άνθιση του θεάτρου εδώ και χρόνια: η Λιθουανία πρώτα, αλλά και η Λετονία και σε μικρή απόσταση η Εσθονία. Ό,τι έχουμε δει τα τελευταία 30 πάνω-κάτω χρόνια στην Ελλάδα, φιλοξενίες του Φεστιβάλ ή ιδιωτικών πρωτοβουλιών, είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον, ακόμα κι αν τοποθετείται κανείς σκεπτικά για τους πειραματισμούς και τις ερμηνείες. Ενδεικτικά να αναφερθούμε στους Νεκρόσιους, Κορσουνόβας, προσφάτως τον Χερμάνις και φυσικά τον εγκατεστημένο πλέον μόνιμα στη χώρα μας Γκραουζίνις, ενώ και στον κινηματογράφο ο εσθονός Ουρουσάντζε γοήτευσε με τα αντιπολεμικά «Μανταρίνια» του.

         Τον Λετονό σκηνοθέτη Άλβις Χερμάνις έχουμε ξαναδεί στην Ελλάδα το 2010, με το «Sound of Silence», με θέμα την συναυλία των Σάιμον και Γκαρφάνκελ στη Ρίγα το 1968, που δεν έγινε ποτέ, παράσταση που αποτελούσε έρευνα πάνω στην ουτοπία. Φέτος, ο διευθυντής του Νέου Θεάτρου της Ρίγας, ενός κρατικού θεάτρου που απασχολεί 25 ηθοποιούς, ξανάρθε με μια τρυφερή, νοσταλγική, έξυπνη και διεισδυτική παράσταση, την «Σόνια» βασισμένη σε ένα διήγημα της ρωσίδας διηγηματογράφου Τατιάνα Τολστάγια.

          Η αγγελική αλλά άσχημη και χαζούλα Σόνια ζει   στο Λένιγκραντ. Είναι φοβερή νοικοκυρά, μοναδική μαγείρισσα και τρυφερή παραμάνα. Και μόνη, πολύ μόνη και ανέραστη. Μια παρέα γνωστών της, στην οποία έχει πρωτεύοντα ρόλο μια έξυπνη αλλά ανάλγητη γυναίκα, αποφασίζει να της κάνει μια απάνθρωπη φάρσα: της στέλνουν ένα γράμμα, σύμφωνα με το οποίο, ένας παντρεμένος άντρας, που την είδε στο θέατρο, την ερωτεύτηκε παράφορα αλλά φυσικά δεν μπορεί να την διεκδικήσει λόγω του γάμου του. Η διψασμένη για έρωτα μοναχική γυναίκα «τσιμπάει» αμέσως και ξεκινά έτσι μια μακρόχρονη επιστολογραφία που τελειώνει με το θάνατο της Σόνιας τις μέρες της άγριας πείνας κατά την θρυλική πολιορκία του Λένιγκραντ. Ένα θάνατο που φτάνει λυτρωτικά, ένα μόλις βήμα πριν ανακαλύψει η γερασμένη παιδούλα την φριχτή αλήθεια: την πλάνη στην οποία ζούσε όλ’ αυτά τα χρόνια.

         Η ιστορία είναι απλή, το ψυχογράφημα βαθύ, μολονότι καμιά φορά υπερβολικό, οι ισόποσες, καλοζυγιασμένες δόσεις χιούμορ και συγκίνησης ανάγουν απευθείας στον Τσέχωφ. Ωστόσο στα χέρια του Χερμάνις αυτή η απλή ιστορία μετατρέπεται σε ένα σκηνικό αριστούργημα.

σόνια 2

          Η παράσταση αρχίζει με μια διάρρηξη. Δυο κωμικοί διαρρήκτες μπαίνουν στο σπίτι της Σόνιας και αρχίζουν να ψαχουλεύουν τα πράγματά της. Το σκηνικό είναι καρφωμένο ανελέητα στον ρεαλισμό, προσεγμένο στην τελευταία του λεπτομέρεια –το παλιό σιδερένιο κρεβάτι, η ντουλάπα με το καθρέφτη, τα καδράκια στους τοίχους, το τραπέζι με το παλαϊκό τραπεζομάντηλο, η ραπτομηχανή, η κουζίνα με τα ντουλάπια της και τα ραφάκια της με τα γλυκά του κουταλιού, ακόμα και τα ρουχαλάκια και ιδίως τα εσώρουχα της Σόνιας που βγαίνουν βάρβαρα από την ντουλάπα της, περιγελώντας και σχεδόν δηώνοντας τον προσωπικό της χώρο, προσβάλλοντας την παρθενικότητα της αιώνιας κόρης…

          Ο Χερμάνις βάζει στο κέντρο της παράστασης τον ηθοποιό εκμαιεύοντας εξαιρετικές ερμηνείες από τους δυο πρωταγωνιστές του: τον Γιεβγκένι Ισάγιεφς και τον Γκουντάρ Αμπόλινς. Ο πρώτος αρχίζει να διηγείται την ιστορία της Σόνιας και υποχρεώνει τον δεύτερο να φορέσει τα ρούχα της και να την μιμηθεί. Από κει και πέρα η παράσταση απογειώνεται κυριολεκτικά. Η αφήγηση του Ισάγιεφς εικονοποιείται από τον σιωπηλό Αμπόλινς, που δημιουργεί μια απολαυστική Σόνια μέσα στην μιμική παράδοση της γαλλικής σχολής που αποκορυφώθηκε με τον περίφημο Μαρσέλ Μαρσό και αρυόμενος από τις τεχνικές του βωβού κινηματογράφου, στον οποίο παραπέμπει επίσης και το μακιγιάζ. Πραγματικό μάθημα δεξιοτεχνίας ο τρόπος που μαρινάρει το κοτόπουλο σαν να κάνει μασάζ σε αθλητή πριν τον αγώνα αλλά και οι πιο τρυφερές στιγμές, όταν ξαπλώνει με τις κούκλες-παιδιά στο κρεβάτι ή κοιτάζει με ρομαντική αναμονή ένα αστέρι στον ουρανό, φαντασιωνόμενη πως έτσι συναντιέται με τον ανύπαρκτο αγαπημένο της. Ο Ισάγιεφς αφηγείται με φωνή που ακολουθεί τους κανόνες της αφήγησης του παραμυθιού, συμμετέχοντας συναισθηματικά πότε από την πλευρά των φαρσέρ και πότε από την πλευρά της Σόνιας, η ερμηνεία του έχει έντονα στοιχεία αυτοσχεδιασμού –άλλωστε η τεχνική του σκηνοθέτη, τουλάχιστον στις τελευταίες παραστάσεις, είναι το τελικό δραματουργικό μέρος να προκύπτει από μια βάση κειμένου που δουλεύεται με αυτοσχεδιασμούς από τους ηθοποιούς του. Μου θύμισε –από μια άλλη πλευρά- το λεπτοδουλεμένο μυθιστόρημα του Ζαν Ντιτούρ Les horreurs de lamour (που κάποιος εκδοτικός οίκος πρέπει να αποφασίσει να το μεταφράσει και να το εκδώσει κάποτε στα ελληνικά) όπου ένας καλός συγγραφέας δεν βρίσκει θέμα να αφηγηθεί και ο φίλος του, ένας λαλίστατος, εκπληκτικός και διεισδυτικός, γλαφυρός αφηγητής, του διηγείται με ασύλληπτες λεπτομέρειες και ψυχολογικές παρατηρήσεις την ερωτική ιστορία ενός κοινού γνωστού τους, παίζοντας ανελέητα με τις αντιθέσεις και τις συμπληρώσεις γραπτού λόγου και προφορικότητας.

σόνια 3

          Το όλο αποτέλεσμα ξεχείλιζε από ανθρωπιά και τρυφερότητα. Από μια ξεχασμένη αλλά αναγκαία αθωότητα. Χωρίς καθόλου να λείπει η έμμεση πολιτική κριτική. Η Σόνια αντιπροσωπεύει ένα κόσμο καθαρότητας, συναισθημάτων, παιδικότητας που έχει χαθεί πια. Η απώλεια ήταν απότομη κι αυτό που ήρθε μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης δεν ήταν ένας κόσμος ελευθερίας και χαράς. Ο Χερμάνις δείχνει να αναζητά την ουτοπία ενός παραδείσου που η καλοσύνη, η αλληλεγγύη, η ειλικρίνεια, η πίστη στο καλό, δεν θα είναι ελαττώματα, δεν θα προκαλούν γέλιο αλλά θα είναι αυτονόητη κατάσταση. Καθώς ο Αμπόλινς απεκδύεται την Σόνια –που μόλις έχει πεθάνει τελώντας μια σχεδόν θυσία στο βωμό του έρωτά της, της δικής της μοναδικής και ακριβής ουτοπίας, ένα λεπτό μόνο πριν μάθει την αλήθεια- και ντύνεται τα δικά του ρούχα, φαίνεται πως κάτι έχει πια αλλάξει. Η αθώα Σόνια, που είχαν (είχαμε) τόσο γελάσει μαζί της με την αφέλειά της και την ευπιστία της, άφησε ένα μικρό αλλά ορατό σημάδι καλού στην ψυχή του, που ακόμα ο ίδιος δεν το γνωρίζει, αλλά είναι σίγουρο πως θα δράσει.

 ΕΠΟΧΗ, 28.6.2015

Advertisements