ΟΝΕΙΡΟ%2033

 

         Η Ονειρική Παρανομία είναι η δεύτερη συλλογή διηγημάτων του Γιώργου Μπουγελέκα. Η πρώτη είχε τον τίτλο Διαβατήρια και μάλλον οι τίτλοι συνομιλούν, τα Διαβατήρια επιτρέπουν την διαδρομή προς την Ονειρική Παρανομία. Αυτή η δεύτερη συλλογή αποτελείται από 10 διηγήματα που έχουν όλα ένα κοινό αφηγηματικό άξονα: μια ανάμνηση του παρελθόντος, μια ιστορία που αναφέρεται στο παρελθόν, στο πρόσφατο παρελθόν που χρονικά συμπίπτει σε γενικές γραμμές με την χρονική διάρκεια της ζωής του συγγραφέα, γίνεται όχημα για ένα άλλοτε έμμεσο και άλλοτε πολύ σαφές σχόλιο της Ελλάδας της κρίσης. Η Αθήνα διαρκώς παρούσα ως γεωγραφικό και κοινωνικό πλαίσιο.

         Η γραφή του Μπουγελέκα είναι ρεαλιστική. Ακόμα και στο πρώτο διήγημα, που έδωσε τον τίτλο της συλλογής: ενώ είναι φανερό ότι αρύεται την έμπνευση από τις φουτουριστικές δυστοπίες του πρώτου μισού του 20ου αι., εν τούτοις μένει βαθιά ριζωμένο στο ρεαλισμό. Ο ήρωάς του, όπως ο ήρωας του Ζαμιάτιν στο Εμείς, θα υποστεί, χωρίς τη βούλησή του όμως αυτός, μια θεραπεία μετά από την οποία δεν θα μπορεί να ονειρεύεται. Από την αρχή, λοιπόν, ο συγγραφέας μας διασαφηνίζει την πρόθεσή του. Τον ενδιαφέρει να περιγράψει τη μετάβαση προς μια κοινωνία ανθρώπων χωρίς βούληση, με μειωμένες αντιστάσεις. να δει πως το κυρίαρχο σύστημα από τη μια, αλλά η γραφειοκρατικοποίηση του κινήματος από την άλλη, αποχύμωσαν την διάθεση, αν όχι ανατροπών, τουλάχιστον όμως ριζικών αλλαγών.

         Έτσι, το διήγημα που, κατά τη γνώμη μας, αποτελεί κέντρο της συλλογής είναι το τιτλοφορούμενο «Για το σχέδιο», κάτι που φαίνεται και από τη θέση που επιλέγει ο συγγραφέας να το τοποθετήσει, έκτο στα δέκα, στο μέσο δηλαδή του βιβλίου. Αφιερωμένο στον Δ. Χ. , τον Δημήτρη Χατζή, είναι επηρεασμένο, όχι μόνο από τη ζωή και την πολιτική στάση του, αλλά και ως φόρμα και ως ύφος από τον μεγάλο συγγραφέα της αριστερής προσφυγιάς.

         Στο διήγημα αυτό, όπου ένας νεαρός διανοούμενος, εξόριστος στην Ουγγαρία, με σοβαρές επιστημονικές περγαμηνές και ελεύθερη σκέψη αλλά (είτε ακριβώς γι΄αυτό) ήδη σε κομματική δυσμένεια, αποφασίζει να ανατρέψει την ανιστόρητη προσέγγιση της αρχαιότητας και του Βυζαντίου από τον Ζαχαριάδη. Αποφασίζει δηλαδή να ανατρέψει το ιδεολόγημα της φυσικής συνέχειας του ελληνισμού και να δείξει πως η ιστορία προχωρά ως τεθλασμένη και όχι ως ευθεία, που ανέρχεται σε ιδεατούς ουρανούς εθνικής τελείωσης –θεώρηση που προέρχεται από την πιο βαθιά αστική θεώρηση της ιστορίας. Πως η αγνεία είναι, σε τελευταία ανάλυση, άγνοια. Ίδιον συνήθως της Αριστεράς, με όποιον επιθετικό προσδιορισμό αυτοπροσδιορίζεται και διασπάται, να μην χρησιμοποιεί την θεωρία για να ερμηνεύσει τον κόσμο αλλά να τεντώνει την πραγματικότητα ώστε να τη φέρει στα μέτρα της εκάστοτε θεωρίας της. Ο νεαρός διανοούμενος, παρά τις συμβουλές των φίλων του, καταθέτει επισήμως τις επιστημονικά τεκμηριωμένες αντιρρήσεις του. Σχολιάζει ο συγγραφέας: «Ποτέ του δεν συμπάθησε τους παλικαράδες. Αντίθετα, τιμούσε εκείνους που πλήρωναν μέχρι την τελευταία δεκάρα το τίμημα της ελευθερίας τους». Και μας θυμίζει, από ένα άλλο δρόμο, «εκείνο τ’ όχι το σωστό» του Καβάφη που τυραγνάει όποιον το πρόφερε την δύσκολη ώρα «εις όλην την ζωήν του».

         Χρόνια μετά, γέροντας πλέον ο διανοούμενος της Βουδαπέστης θα ξαναβρεί τους προβληματισμούς του σε ένα άρθρο εφημερίδας που πραγματεύεται τον ελληνοκεντρισμό των σχολικών εγχειριδίων. Μετά από δυο περίπου αιώνες ζωής, η ελληνική εκπαίδευση διαμορφώνει την ιστορική συνείδηση των παιδιών με εθνοκεντρικές αντιλήψεις και διδάσκει φοβισμένα και μόνο ως ύλη εξετάσεων της θεωρητικής κατεύθυνσης (άρα υπονομεύοντας το νόημα με την ένταξή του στην αθλιότητα των πανελλαδικών) τη ρωμαλέα σύλληψη του Αριστοτέλη, πως ο άνθρωπος ήρθε στον κόσμο για να γίνει πολίτης.

        Τον συγγραφέα απασχολούν πολλά από τα κοινωνικά φαινόμενα που παρήγαγε η κρίση: η αστεγία ( στο τρυφερό «Στο δρόμο»), η μετανάστευση των νέων ( «Ο Μάκης»). Ο Μπουγελέκας είναι εκπαιδευτικός και γνωρίζει πολύ καλά τον κόσμο των νέων, όχι ως ωραιοποιημένη οντότητα αλλά ως σκληρή και πολύμορφη πραγματικότητα, η άνοδος του νεοναζισμού («Ο χορός της Ηλέκτρας», όπου όμως η ιστορία γίνεται εμφανώς προσχηματική και επιπολάζει ο πολιτικός λόγος, χωρίς να γίνεται οργανικό μέρος της αφήγησης). Η αυτοβιογραφικότητα δεν κρύβεται (π.χ. τα στοιχεία που δίνει ο αφηγητής για τον εαυτό στον «Μάκη» ή στον «Χορό της Ηλέκτρας»). Ο συγγραφέας απογυμνώνει από την εύκολη νοσταλγία ιστορίες που αναφέρονται στο παρελθόν και παρακολουθεί χωρίς συναισθηματική εμπλοκή τους ήρωές του, χωρίς να τους κρίνει επίσης. Αφήνει στον αναγνώστη τον τελευταίο λόγο, επιτρέποντας ωστόσο κάποτε στον εαυτό του μια λεπτή πινελιά θέσης στις ακροτελεύτιες φράσεις των κειμένων του.

        Δυο διηγήματα της συλλογής ξεφεύγουν από τον γενικότερο τύπο, το παπαδιαμαντικό «Τα δικαιώματα» και το προσιδιάζον σε μικροδιήγημα (ή διήγημα-μπονζάι, όπως το ονομάζουν οι ποιητές Γ. Πατίλης και Ηρώ Νικοπούλου που εργάζονται αόκνως πάνω στο νέο γραμματειακό είδος) «Liecin», μια έξυπνη περιγραφή της κρίσης μέσα από την περιγραφή ενός φαρμάκου, των δράσεων και των παρενεργειών του.

ΑΥΓΗ, 16.6.2015

Advertisements