Από την «Ομάδα 7»

 

 γ 1

          72 χρόνια μετά το πρώτο του ανέβασμα στο Εθνικό Θέατρο, έρχεται πάλι στη σκηνή το έργο της Γαλάτειας Καζαντζάκη «Ενώ το πλοίο ταξιδεύει». Η παράσταση ανέβηκε από την «Ομάδα 7» και σκηνοθετήθηκε από την Βίκυ Μαστρογιάννη.

          Η Γαλάτεια Καζαντζάκη, το γένος Αλεξίου, πρώτη σύζυγος του Νίκου Καζαντζάκη και αδελφή της συγγραφέως Έλλης Αλεξίου, είναι μια ξεχωριστή παρουσία στα ελληνικά γράμματα. Γεννημένη στην Κρήτη το 1886, γρήγορα έδειξε το ταλέντο της στη λογοτεχνία και τη δοκιμιογραφία αλλά και τη μαχητικότητά της. Κομμουνίστρια, δημοτικίστρια, στρατευμένη στους αγώνες για ένα δικαιότερο κόσμο, με μεγάλο μέλημα για τις γυναίκες και την τύχη τους σε ένα ανδροκρατούμενο κόσμο. Πήρε μέρος δυναμικά στα μεγάλα πνευματικά ζητήματα της εποχής της και ήταν από τους λίγους της εποχής της με συγκροτημένη και σαφώς εκπεφρασμένη θέση για τους διανοούμενους και τον ρόλο τους στην ελληνική κοινωνία τους θεωρώντας ότι έπρεπε να εκφράζουν τα λαϊκά αιτήματα και να είναι «σάρκα από την σάρκα του λαού». Έγραψε πολλά και ασχολήθηκε με πολλά είδη: μυθιστόρημα, διήγημα, ποίηση και βέβαια θέατρο.

         Άδικα ξεχασμένη για χρόνια, παρόλο που κατά καιρούς όλο και ξεπηδούσανν δημοσιεύματα γι’ αυτήν εδώ κι εκεί, στη σκιά του Ν. Καζαντζάκη, η Γαλάτεια έχει να επιδείξει ένα πολύ ιδιαίτερο έργο με γλωσσική δύναμη και ιδεολογικό ενδιαφέρον. Ακριβώς αυτό είδαν νεότεροι μελετητές και επέστρεψαν τα τελευταία χρόνια στο έργο της, μεγάλο μέρος του οποίου έχει επανεκδοθεί με σοβαρή φιλολογική επιμέλεια.

         Μια σημαντική πλευρά του έργου της είναι τα θεατρικά της κείμενα. Η θεατρολόγος Βαρβάρα Γεωργοπούλου, που της αφιέρωσε μια πλούσια σε υλικό και παρατηρήσεις μελέτη με τον τίτλο «Γυναικείες Διαδρομές: Η Γαλάτεια Καζαντζάκη και το θέατρο» (εκδ. Αιγόκερως), τονίζει τη φεμινιστική πλευρά του έργου της. Γι’ αυτήν ο σοσιαλισμός ήταν συνδεδεμένος με τη γυναικεία χειραφέτηση. Γι’ αυτό επιλέγει το «Θέατρο των ιδεών» για την ενσάρκωση των δραματουργικών της στόχων, ενώ βρίσκει στον θριαμβεύοντα τότε νατουραλισμό το καλλιτεχνικό ρεύμα που θα την στεγάσει.

         Το 1932 παρουσιάζεται στο Εθνικό το έργο της «Ενώ το πλοίο ταξιδεύει», σε σκηνοθεσία Φώτο Πολίτη, για το οποίο η Β. Γεωργοπούλου υποστηρίζει ότι είναι το μόνο καθαρόαιμο εξπρεσιονιστικό δράμα της μεσοπολεμικής περιόδου. Το έργο είχε κατατεθεί σε διαγωνισμό του Εθνικού αλλά, ενώ θεωρήθηκε το καλύτερο, δεν βραβεύτηκε. Ήταν δύσκολο για την εποχή να το κατανοήσει:   κινείται άνετα μέσα στο μοντερνισμό και είναι σαφώς επηρεασμένο από τον «Μαλλιαρό Πίθηκο» του Ευγένιου Ο’ Νηλ, που συνιστά τη δική του εξπρεσιονιστική στροφή. Το έργο δέχτηκε ομοβροντία επιθέσεων από δεξιά και αριστερά –«αθλία καταγραφή κακοτέχνων φωτογραφιών», «ύβρις εναντίον της Δημοκρατίας»…- κάνοντας ένα εκ των ελαχίστων υπερασπιστών του, τον Red, κριτικό της εφημερίδας «Ακρόπολις» να γράψει πως το έργο δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από τα ξένα έργα της εποχής και πως οι ανθρώπινοι τύποι που παρουσιάζονται είναι πολύ ζωντανοί και πραγματικοί[1]. Μάλιστα μετά την έκδοση του Μεγάλου Ανατολικού του Εμπειρίκου θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς ότι τα δύο έργα –πολύ διαφορετικά βεβαίως- έχουν μια μυστική ακούσια συνομιλία.

γ 2

          Πράγματι είναι έργο που, ακόμα και σήμερα, 72 χρόνια μετά, εξακολουθεί να έχει ενδιαφέρον ιδεολογικά και παραστασιολογικά. Ένα πλοίο ταξιδεύει κι εμείς παρακολουθούμε τον απόπλου και τη ζωή των επιβατών στην πρώτη, τη δεύτερη και την Τρίτη θέση αλλά και τη ζωή του πληρώματος, ιδίως των θερμαστών στο μηχανοστάσιο. Παρελαύνουν πάρα πολλοί ανθρώπινοι τύποι και σχέσεις, δημιουργώντας ένα πανόραμα της κοινωνίας της εποχής: θρησκόληπτοι, μοιρολάτρες, λάγνοι, απελπισμένοι, φτωχοί, πλούσιοι… Της γης οι κολασμένοι και τα αφεντικά της κοινωνίας με της μοίρες της δεμένες πάνω στο πλοίο. Και είναι γνωστό ότι η μεταφορά της πόλης ως πλοίο είναι παλιά και πολυχρησιμοποιημένη, έρχεται από τα αρχαία χρόνια (π.χ. στον περίφημο μονόλογο του Κρέοντα στην Αντιγόνη).

***

         Η «Ομάδα 7» δημιουργήθηκε το 2003 από τους ηθοποιούς και σκηνοθέτες Βίκυ Μαστρογιάννη και Βαγγέλη Παπαδάκη . Στόχος της δουλειάς τους είναι ο πειραματισμός με νέες μορφές έκφρασης έτσι ώστε να συνδυάσει την ιδιαιτερότητα της πολιτισμικής πραγματικότητας της Ελλάδας με μεταμοντέρνες θεατρικές μεθόδους. Μέρος των πειραματισμών τους είναι ο ρόλος των κειμένων σε μια παράσταση, είτε πρόκειται για θεατρικά έργα είτε για άλλο κειμενικό υλικό που πρέπει να φτάσει στη σκηνή. H παράσταση του Ενώ το πλοίο ταξιδεύει έμεινε πιστή στις διατυπωμένες θέσεις της ομάδας.

        Το κείμενο «πειράχτηκε» αλλά όχι πολύ. Αφαιρέθηκαν μερικά πρόσωπα χωρίς να χαθεί τίποτε ούτε από τη βασική ιστορία ούτε από το ιδεολογικό υπόστρωμα. Αντιθέτως είχε λόγο η παρουσία του ποιήματος της Καζαντζάκη «Αμαρτωλό» που μπήκε εμβόλιμο σε κατάλληλη στιγμή.

       Επιλέχθηκε μια μέθοδος προσέγγισης   που «αφηγηματοποιούσε» το δραματικό. Γι’ αυτό το λόγο υπερτονίστηκε ο ρόλος του πλοιάρχου που λειτουργούσε ως αφηγητής-θεός (πράγμα που τονιζόταν και από την χριστική εμφάνιση του ηθοποιού). Όλη η δράση εικονοποιούσε την αφήγηση του καπετάνιου. Ο εξπρεσιονισμός του κειμένου συναντήθηκε γόνιμα και λαμπερά με τις αισθητικές επιλογές της ομάδας τόσο ερμηνευτικά όσο και στην όψιν της παράστασης.

γ 4

         Η σκηνοθέτρια «διάβασε» ορθά και ανέδειξε το πολιτικό επίπεδο, αφήνοντας στον θεατή να δει, αλλά όχι πιεστικά και με μονομέρεια, την ταξική διάρθρωση του πλοίου τόσο χωρικά (οι πάνω και οι κάτω) όσο και στο αποτύπωμά της σε συμπεριφορές, στάσεις ζωής, αντιλήψεις των επιβατών.   Η προσέγγιση των χρόνων του Μεσοπολέμου με ό,τι συμβαίνει σήμερα είχε ενδιαφέρον επειδή ακριβώς δεν έπεσε στην παγίδα ομοιοτήτων αλλά έφτασε σε μας ως ιστορική αναλογία από τη μελέτη της οποίας έχουμε πολλά να ωφεληθούμε. Σημαντική συνεισφορά στην κατανόηση η χιουμοριστική χροιά με την οποία αντιμετωπίστηκε η αναλογία (να σημειωθεί ότι το χιούμορ παίζει ρόλο εν γένει στην παράσταση) Οι ιστορικές αναφορές –με βίντεο γυρισμένα σε κεντρικά σημεία της σύγχρονης Αθήνας αλλά με τρόπο που να θυμίζουν βωβό κινηματογράφο- λειτουργούσαν ως ιντερμέδια μεταξύ των σκηνών. Ικανοποιητικές ερμηνείες από το σύνολο της ομάδας που δουλεύει με συνοχή και συλλογικότητα (Ανδρονίκη Αβδελιώτη, Γιώργος Ανδράκης, Αλκιβιάδης Ζούπας, Μαίρη Λούση, Μάνος Παπαδάς, Βασιλική Σκευοφύλαξ, Νίκος Χρηστίδης). Μια ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στο Μάνο Παπαδά που, στο ρόλο του καπετάνιου, ενορχήστρωσε μαεστρικά όλη την παράσταση. Λειτουργική η διαμόρφωση του σκηνικού χώρου από την Ελένη Νανοπούλου και εύγλωττοι φωτισμοί από τον Γιώργο Ζαφειρίου που επιμελήθηκε και τα βίντεο της παράστασης.

[1] Αρχείο του Εθνικού Θεάτρου, http://www.nt-archive.gr/viewFiles1.aspx?playID=96&pubID=326

ΕΠΟΧΗ, 14.6.2015

Advertisements