[Το κείμενο παρουσιάστηκε στην εκδήλωση για τους «Ανθρωποφύλακες τότε και σήμερα: φυλακές ανθρώπων, κοινωνιών δικαιωμάτων» στο Θέατρο Βαφείο- Λάκης Καραλής, στις 27 Μαΐου. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε με αφορμή την παράσταση «Ανθρωποφύλακες» σε σκηνοθεσία Χάρη Γιουλάτου και ερμηνευτή τον Πάνο Τζίνο, από το ομώνυμο βιβλίο του Περικλή Κοροβέση. Στη συζήτηση συμμετείχαν ο Περικλής Κοροβέσης, η Μάνια Παπαδημητρίου, η Δέσποινα Κουτσιούμπα, οι συντελεστες της παράστασης. Συντόνισε η Πόλυ Κρημνιώτη]

ΠΚ 1

Ο Περικλής Κοροβέσης

 

Καλησπέρα σας, φίλες και φίλοι!

Είναι πράγματι μεγάλη χαρά και τιμή που μετέχω απόψε σ’ αυτό το τραπέζι. Παρόλο που δεν βλεπόμαστε σχεδόν καθόλου πια, θεωρώ τον Περικλή Κοροβέση έναν από τους σπουδαιότερους ανθρώπους που γνώρισα στη ζωή μου. Καθαρός λόγος, ανοιχτή σκέψη, απ’ αυτούς που δεν γεννήθηκαν (θα ‘ταν η μεγάλη ευκολία να το πούμε έτσι) δεν γεννήθηκαν αλλά σμίλεψαν ένα χαρακτήρα τέτοιο που τα μεγάλα «όχι» στη ζωή του τα είπε πολλές φορές με μεγάλα κάθε φορά κόστη.

         Ο Περικλής μάλλον δεν θυμάται πώς γνωριστήκαμε – σε ένα καφέ απέναντι από το πανεπιστήμιο Παρί 7, το Ζισιέ, που δεν θυμάμαι πια το όνομά του αλλά εμείς το λέγαμε «ο Βαλέσα», γιατί το σκυθρωπό γκαρσόνι είχε μουστάκι όμοιο με αυτό του Πολωνού συνδικαλιστή Βαλέσα, στον οποίο έφερνε και ολίγον στο πρόσωπο. Εκεί είχε ένα ραντεβού με τον κοινό μας φίλο καθηγητή πλέον της συγκριτικής φιλολογίας σε κάποιο ασιατικό πανεπιστήμιο, Κώστα Μακρή, στο οποίο παραβρέθηκα τυχαία. Αλληλοξεχαστήκαμε μάλλον και για να είμαι ειλικρινής, για κάποιο λόγο που δεν μπορώ να διερευνήσω, δεν συνέδεσα τον άνθρωπο στο καφέ με τον αγωνιστή ενάντια στη δικτατορία Περικλή Κοροβέση. Την σύνδεση την έκανα πολύ αργότερα, όταν, με αφορμή την περίφημη υπόθεση που τον έφερε ως αρχηγό της 17 Νοέμβρη, η οργάνωση του Ρήγα Παρισιού άρχισε την συλλογή υπογραφών συμπαράστασης. Τότε, και πηγαίνοντας να βρω τον καθηγητή Πιερ Βιντάλ Νακέ, κοντά στον οποίο μαθήτευσε ο Κοροβέσης, για να του πάρω την υπογραφή του θυμήθηκα εκείνη την συνάντηση και ταύτισα τον άντρα στο καφέ του Ζισιέ με τον Κοροβέση. Πού να ‘ξερα, ότι 20 χρόνια μετά, θα δούλευα για τον Περικλή, αποσπασμένη στο βουλευτικό του γραφείο.

           Εννοείται πως τότε τον γνώρισα πραγματικά. Είδα ένα άνθρωπο τρυφερό, γλυκό, μερικές φορές απότομο, κάποτε πιο μπρούτο απ’ ό,τι άντεχα, αλλά με μια βαθιά, γόνιμη καλοσύνη που την άπλωνε σαν τα κλαδιά πολύφυλλου αιωνόβιου πλάτανου τον ωραίο προστατευτικό ίσκιο του πάνω απ’ όλους και όλα. Έστησε το γραφείο του στον Α. Παντελεήμονα και νοιαζότανε για τη γειτονιά, αγωνιούσε να στήσουμε μικρά κινήματα, να ενεργοποιήσουμε τον κόσμο γύρω μας, Έλληνες και μετανάστες, να ανοίξουμε συνειδήσεις… Το μυαλό του ταξίδευε σε ένα κόσμο των ανθρώπων, σε ένα κόσμο πολύχρωμο, δυναμικό, θηλυκό και περήφανο, που αντέχει αλλά και επιζητά τις διαφορετικότητες, που ξέρει να συγχωρεί και να βαδίζει μπροστά έχοντας βαθιά και ουσιαστικά ωφεληθεί από την ιστορία του. Γνώρισα έναν άνθρωπο που δεν το ‘βαζε κάτω, είχε αγωνιστικότητα και ήξερε να κάνει όνειρα και να σε παρασύρει στα όνειρά του. Γνώρισα έναν καλό άνθρωπο. Και καλούς ανθρώπους δεν γνωρίζουμε πολλούς, λιγότεροι, πολύ λιγότεροι έρχονται στην ενεργή πολιτική δράση.

            Πριν από τρία περίπου χρόνια ένα νέο κορίτσι, η θεατρολόγος Αρτίνα Γκέτση, ήρθε και με βρήκε για να μιλήσουμε για την κοινή μας αγάπη, το θέατρο. Είχε στην τσάντα της ένα βιβλίο για το οποίο μου μίλησε με πάθος και μου εξομολογήθηκε ότι ήθελε να το δραματοποιήσει και να το ανεβάσει. Ήταν οι Ανθρωποφύλακες του Κοροβέση. Αποφασίσαμε να το ανεβάσουμε μαζί αλλά κάποιες συγκυρίες στη ζωή και των δυο μας, δεν μας άφησαν να πραγματοποιήσουμε το σχέδιο. Ίσως στο μέλλον. Γι’ αυτό χάρηκα διπλά όταν είδα ότι κι άλλοι είχαν την ιδέα και μάλιστα αυτοί το έφτασαν ως το ανέβασμα.

4DD82FDB3561DD554D3DCEC86AAC90E9

Το εξώφυλλο των «Ανθρωποφυλάκων» στην τελευταία

έκδοση από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων

 

          Οι Ανθρωποφύλακες τυπικά ανήκουν στο είδος που ονομάζεται μαρτυρίες. Και είναι πράγματι μια μαρτυρία για τα βασανιστήρια που υπέστη από την χούντα, γραμμένη με ειλικρίνεια και ψυχραιμία, με νηφαλιότητα. Είναι  εντυπωσιακό ότι δεν υπάρχει πουθενά στο βιβλίο μια λέξη εμπάθειας, αλλά ούτε και παράπονο. Δεν είναι συγχώρεση, είναι προσπάθεια κατανόησης του μηχανισμού που παράγει βασανιστές. Και προσπάθεια να κατανοήσει τι είναι οι βασανιστές επίσης. Με την έννοια αυτή είναι ένα γενναίο βιβλίο. Που δεν πέφτει στην παγίδα της ρομαντικής υπερβολής ή της κουραστικής επικότητας. Ο Κοροβέσης δεν ηρωοποιεί ούτε τον εαυτό του ούτε κάποιον άλλον από τους συγκρατούμενούς του. Κάνει μια ρεαλιστική, σχεδόν δημοσιογραφική καταγραφή των όσων υπέστη ο ίδιος και όσων είδε τους άλλους να υφίστανται. Αυτό ακριβώς είναι και το δυνατό σημείο του βιβλίου. Δεν εκβιάζει συναίσθημα, προκαλεί σκέψη και πολιτική αντίδραση. Ακόμα κι όταν εξηγεί συναισθήματα και αντιδράσεις, ακόμα και τότε είναι στεγνός και φειδωλός. Το πράγμα γίνεται εντυπωσιακότερο αν σκεφτεί κανείς πόσο κοντά στο γεγονός του βιώματος έχει γραφτεί το βιβλίο. Είναι ανοιχτές ακόμη οι πληγές σχεδόν.

          Στόχος του Κοροβέση δεν ήταν ποτέ να δείξει τι πέρασε αλλά η προσωπική του περίπτωση να γίνει αφορμή να ασχοληθούν στο εξωτερικό με την βία και την αγριότητα της δικτατορίας στην Ελλάδα. Να ευαισθητοποιήσει τους δημοκρατικώς σκεπτομένους, να δημιουργήσει κίνημα συμπαράστασης και αγώνα για την χώρα. Ξέρει ότι αυτό είναι αναγκαία συνθήκη για να απελευθερωθεί η χώρα: η κατακραυγή από το εξωτερικό, να μην έχει η χούντα την έξωθεν καλή μαρτυρία ή έστω την ανοχή. Να ξέρει ο κόσμος, δηλαδή. Και κάτι ακόμα: μετατρέπει την προσωπική περίπτωση σε οικουμενική πιθανότητα.

          Όλα τα αυταρχικά καθεστώτα από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα χρησιμοποίησαν τα βασανιστήρια για να γονατίσουν τις ψυχές και τις θελήσεις. Για να δημιουργήσουν ανθρώπους φοβισμένους με συνείδηση δούλου. Το σώμα γίνεται το όχημα για να εισβάλει στην ψυχή ο τρόμος και ο σωματικός πόνος η βασιλική οδός για να γραπώσουν την συνείδηση και να την καταβάλουν. Σε υπόγεια, σε πλυσταριά, στα πίσω δωμάτια ηχομονωμένων διαμερισμάτων μέρα- νύχτα εφευρίσκουν τρόπους να κάνουν το σώμα να πονά. Εκβιάζουν με νέα μαρτύρια, πανικοβάλουν με τις προθέσεις να βασανίσουν και να σκοτώσουν αγαπημένα πρόσωπα. Εξευτελίζουν. Προσπαθούν να βρωμίσουν τα ιερά και τα όσια των ανθρώπων. Με μυστικότητα. Όχι μόνο γιατί οι διεθνείς συνθήκες απαγορεύουν τα βασανιστήρια αλλά γιατί, καταφεύγω στον Φουκώ και παραθέτω «ο βασανιζόμενος παρουσιάζεται σαν κάτι που προκαλεί οίκτο ή θαυμασμό». Δημιουργείται ταύτιση και όχι η αγωνία της διαφοροποίησης, το παράδειγμα προς αποφυγήν, που έχουν κατά νου. Η ιδέα των βασανιστηρίων πρέπει να ίπταται ως ένα διακινούμενο εκφοβιστικό μυστικό για το οποίο να μην υπάρχει απόδειξη. Έτσι είναι και αποτελεσματικότερο.

ΠΑΝΟΣ%20ΤΖΙΝΟΣ

Ο Πάνος Τζίνος στους «Ανθρωποφύλακες»

         Ο βασανιζόμενος πρέπει να χάσει δύο πράγματα: τον χρόνο και το λόγο. Μια τιμωρία είναι αβάσταχτη όταν δεν έχει χρονικό ορίζοντα παύσης, τέλους. Όσο λίγος κι αν είναι ο χρόνος που θα κρατήσει ένα μαρτύριο, εξισούται με την αιωνιότητα γιατί δεν υπάρχει τρόπος να μετρήσεις την απόσταση από το τέλος. Έτσι φαίνεται σαν να μην υπάρχει τέλος και αυτό εξαφανίζει την ελπίδα.

          Τα βασανιστήρια είναι η διακοπή της σχέσης με το λόγο. Ως ομιλία, ως επικοινωνία δηλαδή, από τη μια μεριά, γιατί μεταξύ βασανιστή και βασανιζόμενου δεν υπάρχει διάλογος. Τα όργανα που ασκούν τους βασανισμούς είναι καλά επιλεγμένα : στα υψηλά κλιμάκια, άνθρωποι με υψηλότατο IQ του οποίου κάνουν διεστραμμένη χρήση, στα κατώτερα άνθρωποι από χαμηλά κοινωνικά στρώματα, χωρίς παιδεία, που το κάνουν ως μια οποιαδήποτε δουλειά, εμποτισμένοι από την ιδέα ότι κάνουν το σωστό, ότι έτσι μετέχουν σε κάτι ιδιαίτερο και μοναδικό, όπως είναι η πατρίδα ή το κόμμα, που αλλιώς δεν θα είχαν την δυνατότητα. Αλλά και με την λαχτάρα της υλικής αμοιβής. Και στις δυο περιπτώσεις δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική επικοινωνία, δηλαδή ανταλλαγή. Έτσι κι αλλιώς ο πόνος γρήγορα μετατρέπει την συμβολοποιητική ικανότητα του νου σε μονονοηματικές οιμωγές.

           Είναι επίσης η διακοπή της σχέσης με τη λογική, ως ειδοποιό διαφορά του είδους άνθρωπος, άρα η διάβαση των συνόρων του είδους και η επιστροφή στο ζωώδες. Και για τις δυο πλευρές. Για άλλο λόγο το λέει ο Καρυωτάκης μα κι εδώ ταιριάζει

                                    Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς,

μπορούνε με χίλιους τρόπους.

Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής,

όταν ακούσεις ανθρώπους

           Η εφευρετικότητα σε βασανιστήρια είναι ανεξάντλητη. Το σώμα εξακολουθεί να είναι ο τόπος της τιμωρίας. Από τους αρχαίους Ετρούσκους που έραβαν μέσα σε μια προβιά ζώου ένα νεκρό με ένα ζωντανό τον ένα στην αγκαλιά του άλλου αφήνοντας τον ζωντανό να πεθάνει αργά από πείνα και δίψα μέσα στη σήψη του νεκρού σώματος του άλλου μέχρι τα SS και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, μέχρι τις σταλινικές διώξεις, μέχρι τα λευκά κελιά και το Αμπού Γκράημπ, μέχρι τις Αμυγδαλέζες στη χώρα μας, την σπαρμένη με κορμιά αθώων Μεσόγειο,  δοκιμάστηκαν περίπου τα πάντα. Ωστόσο κάθε φορά μένουμε ενεοί μπροστά στην δημιουργικότητα του κακού. Και πάντα με τον ίδιο στόχο: να λυγίσουν οι ψυχές, να υποταχτούν, να πάψει η αντίσταση. Και πάντα, ευτυχώς, να αποτυγχάνουν. Αλλά με τι κόστος για τους εν τέλει νικητές (και ας βάλουμε και ένα ερωτηματικό στη λέξη).

ανθ

            Τούτος ο τόπος πέρασε και περνάει ακόμα πολλά. Ο νεοναζισμός φάνηκε να λούφαξε, αλλά μην μας ξεγελά η σιωπή του. Είναι εδώ, απλώς το φίδι αλλάζει δέρμα και περιμένει. Προφανώς η Χρυσή Αυγή θα πάρει ένα νέο όνομα, θα απαλλαγεί από μερικούς στιγματισμένους αρχηγούς κι έπειτα θα ξεχυθεί να μολύνει με υπόγειο μίσος τις ψυχές. Η Αριστερά φαίνεται μερικές φορές εγκλωβισμένη στη μνημονιακή καθημερινότητα μέσα στον ίλιγγο των διαπραγματεύσεων που μοιάζουν με κινούμενη άμμο μοιάζει να ξεχνά κάπως το θέμα ή το αντιμετωπίζει με αυτάρεσκες πορείες – λιτανείες. Χωρίς προσπάθεια να βοηθήσει τον κόσμο να καταλάβει τις ενώσεις, τα νήματα που φέρνουν από τα διάφορα χτες στο σήμερα:

          «Άμα σε βρει ο Ερυθρός Σταυρός, να μου γράψεις. Και ποιος είσαι εσύ που θα ενδιαφερθεί ο   Ερυθρός Σταυρός; Εμάς θα πιστέψουνε, τα γαλόνια μας, που τα ‘χουμε κερδίσει με αίμα, κι όχι εσένα, τζουτζέ, ε, τζουτζέ! Εδώ είναι Νταχάου ρε. Πάρτο απόφαση. Ούτε ο Ου Θαντ δεν μπορεί να σε σώσει. Θα περάσεις καλά στα Ες-Ες, έννοια σου! Πάρτονα, Βασίλη»,

λέει ο βασανιστής. Να τες οι υπόγειες διασυνδέσεις.

         Η δραματοποίηση ενός τέτοιου έργου είναι ιδιαίτερα δύσκολη κι ακόμη δυσκολότερη η υποκριτική απόδοση. Ακριβώς γιατί η παράσταση πρέπει να πετύχει τις πιο λεπτές ισορροπίες στους χρόνους, στο λεπτό νήμα που χωρίζει τη λογική από την διάρρηξή της, τον σωματικό κι τον ψυχικό πόνο… Το σώμα του ηθοποιού πρέπει να αντέξει να αποδώσει όχι το λεγόμενο αλλά το άρρητο, το βλέμμα του να χωριστεί στα δυο και η φωνή να υπονομεύει το νόημα. Γι’ αυτό εντυπωσιάζει διπλά που δυο νέοι άνθρωποι, ο 28χρονος σκηνοθέτης Χάρης Γιουλάτος και ο λίγο μεγαλύτερός του ηθοποιός Πάνος Τζίνος τόλμησαν και καταπιάστηκαν -και μάλιστα ουσιαστικά- με τους Ανθρωποφύλακες. Η δρώσα μνήμη στους νέους ανθρώπους είναι υποσχετική για όσα ονειρευόμαστε: στην τέχνη και στην κοινωνία.  άνοιξαν ένα δρόμο τολμώντας την πρώτη προσέγγιση.  Φαντάζομαι πως θα ακολουθήσουν κι άλλοι –  επίσης έχω την υποψία πως οι καλλιτέχνες που μόλις είδαμε την συγκινητική δουλειά τους θα επανέλθουν πολλές φορές σ’ αυτήν εμπλουτίζοντας την πρότασή τους. Με ένα τέτοιο έργο δεν τελειώνεις ποτέ. Ούτε ως δημιουργός ούτε  ως θεατής.

 

 

 

 

 

Advertisements