Στην αρχή, όταν οι άνθρωποι ανακάλυπταν ακόμα τον κόσμο και τον μοίραζαν,
επίσημοι χαρτογράφοι του κράτους άφηναν κατά καιρούς κάποια νησάκια
στην μέση του ωκεανού αχαρτογράφητα, μετά από παράκληση κάποιων
ονειροπόλων. Έτσι κι εγώ…! Η ευτυχία τους βέβαια, δεν κρατούσε για πάντα.
Κάποτε τους ανακάλυπταν και… τους «έτρωγε»  κι αυτούς το σύστημα
(Βιβή Πηνιώτη, Villa Utopia)

 

         Δεν είναι τυχαίο που τα τελευταία χρόνια η μελέτη της Ουτοπίας επανέρχεται στο φιλοσοφικό και καλλιτεχνικό προσκήνιο. Είναι οι εποχές που το ζητούν, ως όραμα αλλά και ως εφιάλτη, αφού στην τέχνη ιδίως περισσεύουν οι δυστοπικοί τρόμοι, ως κώδωνες κινδύνου για να ευαισθητοποιήσουν, να καλέσουν σε αγώνες αλλά και για να απαιτήσουν με την εξ αντιθέτου μέθοδο ανατροπές και ελευθερία. Η ουτοπία περιγράφει μια κοινωνία μελλοντική υπερχρονική, εξωχρονική, τέλεια και, άρα, μη εξελίξιμη. Είναι η πλατωνική «Πολιτεία» ο παράδεισος των μονοθεϊστικών θρησκειών ή ο κόσμος του Τόμας Μουρ στην περίφημη «Utopia» του… Τέτοιες κοινωνίες αποτελούν το αποκορύφωμα μιας πορείας που από κει και πέρα μετατρέπεται σε ευθεία γραμμή ευτυχίας. Είναι αλήθεια πως δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε την ευτυχία και την τελειότητα ως διαρκή ροή και εξέλιξη και όχι ως ένα αιώνιο παρόν χωρίς αντιθέσεις και συγκρούσεις.

          Τόσο το θέατρο, όσο κυρίως ο κινηματογράφος μας έχουν δώσει πολλά και ενδιαφέροντα δείγματα. Εδώ μάλιστα θα μπορούσαμε να σταθούμε σε ένα ιδιαίτερο δυστοπικό μοτίβο που εκφράζεται με ταινίες όπως η μεξικάνικη «Ιδιωτική Ζώνη» (La Zona, 2007) του Ροντρίγκο Πλα ή η πρόσφατη αμερικανική “Elysium” (2013) του Νηλ Μπλομκαμπ, είτε το θεατρικό του Φαλκ Ρίχτερ «Σε κατάσταση εξαίρεσης», πού είδαμε στην Αθήνα το 2011 σε σκ. Νίκου Καμόντου (που όλα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αρύονται από την παράδοση του Χάξλεϋ). Πρόκειται για το μοτίβο όπου σε ένα προστατευμένο μέρος του κόσμου, οι άνθρωποι ζουν καλά κι ευτυχισμένα, ενώ λίγο πιο πέρα υπάρχει ο άγριος άδικος κόσμος, που κάποια στιγμή θα εισβάλει στην ουτοπία και θα την γκρεμίσει, για να δημιουργήσει την ελπίδα για μια άλλη ουτοπία, που θα περιλαμβάνει όλους τους ανθρώπους, όχι μόνο κάποιους τυχερούς προνομιούχους.

villa2

          Η «Villa Utopia», μια παράσταση του Θεάτρου του Πανικού και της Fabrica Athens προσπαθεί να σκιαγραφήσει μια τέτοια έννοια ουτοπίας, λαμβάνοντας υπόψη, όμως, την   εναλλαγή ουτοπίας και δυστοπίας, όταν η γιορτή συνυπάρχει με την κόλαση, όταν δηλαδή αυτό που είναι γιορτή για κάποιους, καταλήγει σε θρήνο για άλλους ενώ επικρέμαται ως διαρκής απειλή η ανθρωποφαγία κυριολεκτικά και μεταφορικά.

         Η παράσταση χωρίζεται σε τρία κεφάλαια: στο πρώτο κυριαρχεί ο εμπειρίκειος λόγος με την απαγγελία του τελευταίου πεζοποιήματος της Οκτάνας, «Όχι Μπραζίλια, μα Οκτάνα», αισθαντικά εικονογραφημένη από σκιές. Το δεύτερο στηρίζεται στο ομώνυμο κείμενο της Βιβής Πηνιώτη, που αποτελεί το βασικό κορμό της παράστασης, και προβάλλει ακριβώς την εναλλαγή ουτοπίας και δυστοπίας. Το τρίτο είναι η «Κιβωτός του Νώε», όταν μέσα από έναν υπολογιστή η ανθρωπότητα σαλπάρει για νέους τόπους.

          H παράσταση στήνει ένα ενδιαφέρον σχήμα: η Οκτάνα της δικαιοσύνης, του εκρηκτικού και απόλυτου έρωτα και της απόλυτης ελευθερίας αποτελεί ένα μόνιμο αίτημα, η γιορτινή βίλα και οι μεγαλοαστοί ιδιοκτήτες της, που φέρουν ονόματα μεγάλων ουτοπιστών της ιστορίας της σκέψης, παρουσιασμένοι ως να βγήκαν μέσα από παζολινικούς συνειρμούς, κρυμμένοι από την σκληρή πραγματικότητα «εκεί έξω», θα προσπαθήσουν μάταια να το πραγματώσουν κι όταν η βία και ο θάνατος –μεταφορικά και κυριολεκτικά, θα εισβάλουν και θα διαλύσουν τα πάντα, τότε δεν μένει παρά η αθωότητα της προσδοκίας. Όσοι γλιτώσουν από τον κατακλυσμό, θα ταξιδέψουν στον παράδεισο της τεχνολογίας, που γεννά το νέο μέσα από το παλιό, αφού φεύγοντας θα πάρουν μαζί τους κάτι αγαπημένο και πολύτιμο.

          villa3

        Ενδιαφέρον έχει και το κείμενο της Πηνιώτη (για την οποία έχουμε ξαναμιλήσει με την ευκαιρία της παράστασης του βραβευμένου έργου της Θάνατος του Αντονέλλο, πάλι από το Θ. του Πανικού, ΕΠΟΧΗ, 19.3.2012). Ωστόσο δυστυχώς χάνεται σε σκολιές διαδρομές όχι χρησιμοποιώντας αλλά διευκολυμένο από την παράδοση του υπερρεαλισμού και την μετατροπή των ονειρικών εικόνων σε κειμενική οθόνη και εξαντλείται σε χρησιμοποιημένα ευρήματα (ονόματα ηρώων που είναι τα ονόματα των μεγάλων ουτοπιστών της ιστορίας της σκέψης, ρόλος της διανόησης που εμπλέκεται σε παντοειδή συστήματα, ελεύθερος έρωτας που δεν απελευθερώνει, ανία, πλήξη, ανάγκη ασφάλειας πληρωμένης ακριβά, η εργατική τάξη ανίκανη να συντελέσει το ρόλο της δέχεται το βασανισμό της ενώ μπορεί να απελευθερωθεί, είτε γίνεται υποψία ανθρωποφαγικού δέιπνου). Παρ’ όλ’ αυτά είναι ένα κείμενο που έχει ψάξει το θέμα του «Εδώ ο χρόνος γυρίζει κυκλικά, μεσιέ Φουριέ. Κι ο τόπος παραμένει ανεντόπιστος χωρίς τις οδηγίες. Εδώ δεν επιθυμούμε καμία αλλαγή, καμία εξέλιξη. Δεν επιθυμούμε να γράψουμε καμία Ιστορία, με αρχή μέση, τέλος. Εδώ επιθυμούμε να ζούμε το όνειρο διαρκώς, χωρίς καμία διακοπή λόγω πραγματικότητας».

           Ο Λύσανδρος Σπετσιέρης σκηνοθέτησε την παράσταση χρησιμοποιώντας την μαθητεία του στην αισθητική και την φιλοσοφία της «Άσκησης» του Περικλή Μουστάκη, από την οποία όμως υπήρχαν σαφή βήματα μιας οριακής όμως ακόμη απομάκρυνσης. Πολύ καλή δουλειά από εικαστικής πλευράς, με προσεγμένη την εικονοποίηση της Οκτάνας και ευφάνταστη εικονοποίηση της Κιβωτού του Νώε– την τρισδιάστατη κατασκευή του ψηφιακού κόσμου δούλεψε άρτια ο Νίκος Παπαδόπουλος, ενώ ιδιαίτερη συμβολή στο αισθητικό αποτέλεσμα είχαν οι φωτισμοί (που ελλείψει άλλης αναφοράς στο δελτίο τύπου πρέπει να πιστωθούν άραγε στον σκηνοθέτη;). Όμως το στήσιμο της όλης παράστασης στηρίχτηκε σε πολυχρησιμοποιημένα κλισέ που κάποτε ήταν πρωτοπορία, τώρα πια δεν εκπλήττουν κανέναν. Το αντίθετο, δημιουργούν διαρκώς την εντύπωση του ιδωμένου και αναμενόμενου. Ακόμα και η ιδέα της διαδραστικότητας, όταν οι θεατές καλούνται πριν αρχίσει η παράσταση να γράψουν τι θα έπαιρναν μαζί τους αν ναυαγούσαν σε ένα νησί, δεν εντάσσεται λειτουργικά στην παράσταση, δεν ολοκληρώνεται. Έτσι, μια παράσταση που θα μπορούσε να είναι πολύ φρέσκια και να φέρει έναν ενδιαφέροντα προβληματισμό, ναυάγησε μέσα στην αγωνία της να είναι πρωτοποριακή και να ακολουθήσει οπωσδήποτε ένα συγκεκριμένο αισθητικό μοντέλο που δεν ταιριάζει σε όλα ούτε σε όλους.

          Ωστόσο, παρά τις αντιρρήσεις μας, πρέπει να παραδεχτούμε πως οι συντελεστές είχαν δουλέψει πολύ και με συνέπεια (δουλεύουν με διάφορους τρόπους από τον Μάιο του 2013) και πως οι ηθοποιοί που υποστήριξαν το εγχείρημα διαθέτουν ταλέντο και τσαγανό. Τους αναφέρουμε αλφαβητικά για να μην αδικηθεί κανείς: Κωνσταντίνος Εξαρχόπουλος, Έλια Ζαχαριουδάκη, Φάνης Κατέχος, Ειρήνη Λαμπράκη, Στέφανος Λώλος, Θανάσης Νικολακόπουλος και Γιώργος Τριανταφυλλίδης.

 ΕΠΟΧΗ, 12.1.2015

 

 

 

 

 

Advertisements