vanya 1

 

         Πέρυσι οχτώ ωριαία μονόπρακτα που παράγγειλε σε ισάριθμους έλληνες δραματουργούς, φέτος, με διευθύντρια την Μαριάνα Κάλμπαρη πλέον, μια ενδιαφέρουσα θεματική «κλασικό έργο/σύγχρονη διασκευή», που ανατέθηκαν σε νέους καλλιτέχνες, το Θέατρο Τέχνης δείχνει σοβαρά σημάδια ανάκαμψης και μια τάση να δώσει και πάλι ένα ιδιαίτερο στίγμα στο ελληνικό θέατρο. Μακάρι.

****

          Σε ένα όμορφο τραγούδι της, ευαίσθητα τραγουδισμένο από την Τάνια Τσανακλίδου, η Αφροδίτη Μάνου αναρωτιέται «Πού πάει ο έρωτας όταν πεθάνει;». Να μια καλή ερώτηση. Όταν ο Λελούς γύρισε την συνέχεια της ταινίας «Ένας άνδρας και μια γυναίκα», στην οποία παρακολουθούσε τους ήρωές του του 1966 πώς εξελίχτηκαν 20 χρόνια μετά (1986), αυτό ακριβώς το ερώτημα προσπαθούσε να απαντήσει. Και είναι σχεδόν βέβαιο ότι όλοι μας, έστω οι περισσότεροί μας, έχουμε αναρωτηθεί για το πώς θα μπορούσαν να είναι μετά από χρόνια οι ήρωες αγαπημένων βιβλίων. Αλλά οι λογοτεχνικοί ήρωες δεν έχουν εξέλιξη. Είναι παγιδευμένοι στο αιώνιο παρόν του τέλους που τους επέβαλλε ο συγγραφέας.

          Η ομάδα Blitz γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 2004, από τρεις νέους ηθοποιούς, τον Γιώργο Βαλαή, την Αγγελική Παπούλια και τον Χρήστο Πασσαλή και είχε σαφές καλλιτεχνικό στίγμα από την αρχή. Με τα δικά τους λόγια, η ομάδα εκφράζει «Την ανάγκη τους να απαντήσουν στο ερώτημα τι ζητάει η κοινωνία από την τέχνη σήμερα και τι μπορεί να σημαίνει θέατρο στον 21ο αιώνα. Την ισότιμη σχέση των μελών όσον αφορά τη σύλληψη, τη συγγραφή, τη σκηνοθεσία, τη δραματουργία και την πεποίθηση οτι όλα είναι υπό αμφισβήτηση, ότι τίποτα δεν είναι σίγουρο, ούτε στο θέατρο ούτε στη ζωή». Οι Blitz (το όνομά τους σημαίνει περίπου ξαφνική επίθεση) κατασκευάζουν οι ίδιοι το κείμενο των παραστάσεών τους, στις οποίες πάντως ο λόγος παίζει μάλλον μικρό ρόλο.

v1

        Φέτος γιόρτασαν τα γενέθλια της δεκαετίας τους με μια παράσταση που τιτλοφορείται “Vanya. Δέκα χρόνια μετά» και στην οποία παρακολουθούν τους ήρωες από τον «Θείο Βάνια» του Τσέχωφ, αν, πώς και πόσο εξελίχθηκαν δέκα χρόνια μετά το τέλος του περίφημου έργου.

         Μετά από μια επιτυχή πορεία δεκαετίας, η ομάδα είναι ώριμη να αναρωτηθεί πια για τη δουλειά της και η παράσταση μετατρέπεται σε ένα αυτοαναφορικό αναστοχασμό: είναι σωστός ο δρόμος που επέλεξαν και ίσως, μολονότι όχι εμφανώς, μέχρι πού τους οδηγεί ο δρόμος που επέλεξαν. Εξού και η επιλογή του συγγραφέα που δεν τυχαία: ο Τσέχωφ με τη λεπτή ειρωνεία, το πικρό χιούμορ και την μοναδική ικανότητα στη διαγραφή χαρακτήρων μέσα από καταστάσεις που περιγράφουν με διαύγεια το ιστορικό πλαίσιο και την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής του και της πατρίδας του, της Ρωσίας, βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα του θεάτρου που υπηρετεί η ομάδα. Έτσι της δίνει τη δυνατότητα να δοκιμάσει τις απόψεις της και τις καλλιτεχνικές θέσεις της, να προβάλει και να επιβεβαιώσει το δικό της θέατρο που λειτουργεί με βάση την ατμόσφαιρα. Ένα θέατρο ερευνητικό και πειραματικό που δεν δίνει απαντήσεις, καμιά φορά δεν θέτει καν ερωτήματα, γιατί και το ερώτημα συχνά προϋποθέτει την νεφελώδη έστω σύλληψη μιας απάντησης. Τέλος ένας τύπος θεάτρου που προσπαθεί να ξεφύγει από την μέγγενη του μεταμοντέρνου και να θεμελιώσει μια νέα σχέση με το λόγο και την σημαίνουσα κίνηση.

v2

         Με χιουμοριστική και ήρεμη κατεδαφιστική διάθεση πασπαλισμένη με διακριτική ποιητικότητα «διάβασαν» τον Τσέχωφ και τον … προσπέρασαν. Πάντως στην παράσταση υπήρχαν ασάφειες ως προς την πρόθεση και στιγμές αμηχανίας. Προφανώς οι Blitz χρειάζεται να επανεξετάσουν τις δυνατότητες που τους προσφέρει η μέθοδός τους, ώστε να μην αποκλειστούν σε μια ποιοτική μεν, επανάληψη όμως των πρώτων, ουσιαστικών προτάσεών τους. Στα θετικά, δεν μπορεί να μην συμπεριλάβει κανείς την επιτυχή «αποδόμηση» της εύκολης συγκίνησης, την χαρακτηριστική για την ομάδα χρήση των κενών του χρόνου σε απευθείας συνομιλία με τις σιωπές στο τσεχωφικό θέατρο και την υποκριτική ικανότητά τους να συγκερνούν ένα ελαφρύ, παιγνιώδη μελοδραματισμό (κριτική στον τρόπο που συνήθως παίζεται ο Τσέχωφ) με μια επίπεδη εκφορά του λόγου που δημιουργεί ενδιαφέροντες συνειρμούς.

         Πολύ λειτουργική η χρήση του σκηνικού χώρου. Η «πλάτη» της σκηνής άνοιξε, ώστε να ενταχτεί και ο χώρος υποδοχής ως σκηνικό πεδίο (ακόμα και πριν αρχίσει η παράσταση, το πέρασμα των θεατών αποτελούσε μέρος της) και η σκηνογράφος Έφη Μπίρμπα υπέγραψε μια πραγματικά ενδιαφέρουσα δουλειά με βάση το σαλόνι ενός σύγχρονου αστικού σπιτιού. Οι ενδυματολογικές επιλογές της Βασιλείας Ροζάννα ακολούθησαν την σκηνογραφική έμπνευση και την πλαισίωσαν επιτυχώς. Ιδιαίτερη μνεία στις πολύ καλές φωτιστικές προτάσεις του Τάσου Παλαιορούτα που αναδείκνυαν την ειρωνεία και το χιούμορ της όλης παράστασης.

ΕΠΟΧΗ, 28.12.2014

 

Advertisements