σε μια αιρετική, λαϊκή και ευφάνταστη παράσταση.

(θ. Olvio)

 

         Η όπερα είναι ένα είδος που, δυστυχώς, έχει ένα πολύ περιορισμένο κοινό ακόμη στην Ελλάδα. Προφανώς επειδή δεν υπάρχει η αντίστοιχη κουλτούρα. Ωστόσο να ομολογήσουμε ότι τα τελευταία χρόνια η κατάσταση έχει κάπως καλυτερεύσει, ιδιαίτερα με προγράμματα της Λυρικής, όπως «Η όπερα-βαλίτσα», που έφερε μεγάλα έργα του είδους κοντά σε ένα ευρύ κοινό. Αλλά και το γεγονός ότι αρκετοί ανεξάρτητοι θίασοι τολμούν να ανεβάζουν πια μελόδραμα.

         Αντιθέτως η οπερέτα εξ αρχής υπήρξε και στον τόπο μας λαοφιλέστατη. Από την πρώτη φορά που ο Αντώνιος Νίκας ανέβασε την Mamzelle Nitouche του Florimond Ronger – Hervé με έλληνες καλλιτέχνες, το αθηναϊκό κοινό την αγκάλιασε με ενθουσιασμό και αργότερα χειροκρότησε καταιγιστικά τα έργα του Θεόφραστου Σακελλαρίδη και του Νίκου Χατζηαποστόλου, ενώ μελωδίες τους τραγουδιούνται ακόμα, χωρίς ίσως οι άδοντες ή σφυρίζοντες να γνωρίζουν από πού προέρχονται.

 La_belle_Helene_indoor_3_RGB_A4_300_dpi

         Το είδος της οπερέτας οφείλει πολλά, αν όχι την δημιουργία του την ίδια, σε ένα ταλαντούχο μουσικό, τον γερμανό Ζακ Όφενμπαχ, που πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στη Γαλλία. Με έργα όπως Ο Ορφέας στον Άδη, Η παρισινή ζωή ή η Ωραία Ελένη (που θα μας απασχολήσει σήμερα) διαμόρφωσε ένα είδος εύληπτο, χαρίεν, σχετικώς κωμικό, στο οποίο ο λόγος κέρδιζε έδαφος σε σχέση με τα τραγουδιστικά μέρη. Έργα του Όφενμπαχ ανεβαίνουν συχνά στη Λυρική αλλά, περιέργως, η Ωραία Ελένη (1864) δεν είχε ανέβει ποτέ μέχρι σήμερα. Το κενό ανέλαβε να κλείσει μια ομάδα ταλαντούχων λυρικών ηθοποιών με ωραίες φωνές και αξιοζήλευτες υποκριτικές δυνατότητες στο θέατρο Olvio.

         Παρότι είδος στραμμένο περισσότερο προς την διασκέδαση, η Ωραία Ελένη σε λιμπρέτο των Henri Meilhac και Ludovic Halévy, ρέπει προς μια μάλλον σκληρή, μολονότι έμμεση, κριτική της μεγαλοαστικής τάξης και των ηθών της στη Γαλλία του 19ου αι. (η οπερέτα είναι γραμμένη στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στο 1848 και την Παρισινή Κομμούνα). Το τρίπτυχο «πατρίς – θρησκεία- οικογένεια» (στη γαλλική εκδοχή του) σατιρίζεται ανελέητα. Ίσως γι’ αυτό η υποδοχή της κριτικής ήταν εχθρική, υπήρξαν μάλιστα κριτικοί που απέτρεπαν με απειλητικό τρόπο το κοινό να πάει. Προφανώς εδώ βρίσκεται και ο βασικός λόγος που επιλέχτηκε το συγκεκριμένο έργο, συνεπικουρούντος του γεγονότος ότι ήταν άπαιχτο στην Ελλάδα.

FFF_7334-1024x680

          Και πράγματι η υποκριτική ηθική, η διεφθαρμένη εξουσία, ο αρνητικός ρόλος του κλήρου, η οικογενειοκρατία των Ατρειδών του Όφενμπαχ συναντά θαυμάσια τα αντίστοιχα φαινόμενα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Από δω και πέρα έδρασε καταλυτικά ένας ευφάνταστος σκηνοθέτης, ο Παναγιώτης Αδάμ, που δεν άφησε τίποτε όρθιο. Η οπερέτα εκμοντερνίστηκε, πλησίασε το μιούζικαλ, και έφτασε στην εποχή μας μέσα από ένα στρόβιλο ευφάνταστων και οξυδερκών αναγνώσεων του χτες μέσα από το σήμερα. Σάτιρα πάνω στη σάτιρα, πασπαλισμένη με υγιή επιθεωρησιακότητα, μια σταλίτσα φαρσική διάθεση και αγνή ιερόσυλη πρόθεση κατεδάφιζε και οικοδομούσε ασταμάτητα. Και τι δεν χρησιμοποιήθηκε: η παράδοση του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου, διάσημες τηλεοπτικές σειρές όπως το Bay-Watch, λαϊκοί δημοτικοί χοροί, οι Ατρείδες να παίζουν γκολφ, σχεδόν άμεσες αναφορές στη σύγχρονη πολιτική ζωή και σε συγκεκριμένα πρόσωπα… Έρρεε η πολιτική κριτική αλλά και η κριτική κοινωνικών στρωμάτων και της κουλτούρας τους ανάλαφρη και κωμική, αλλά όχι γι’ αυτό λιγότερο αιχμηρή. Τονίστηκαν επίσης τα στοιχεία εκείνα των ηρώων που έφτιαχναν διακριτό χαρακτήρα.

La_belle_Helene_indoor_7_RGB_A4_300_dpi

         Στοίχημα της παράστασης η μεταφορά του λιμπρέτου στα ελληνικά. Η ιδέα ήταν λαμπρή, το κοινό, ειδικά το μη μυημένο, παρακολουθούσε χωρίς κόπο τι διαμειβόταν ανάμεσα στους ήρωες και μπορούσε να γελάσει άμεσα, χωρίς τη διαμεσολάβηση της επίπονης ανάγνωσης των υπέρτιτλων, που μας κάνει να χάνουμε μέρος της παράστασης. Την –ελαφρώς πειραγμένη- μετάφραση έκανε ο Ζιλ Γκουρντιέ, ενώ ο σκηνοθέτης επεξεργάστηκε τους διαλόγους. Τα ωραία κοστούμια –εμπνευσμένα από την Ευρώπη του μεσοπολέμου- με χιουμοριστική διάθεση σχεδίασε η Βάλια Συριοπούλου που επιμελήθηκε επίσης και τα σκηνικά (η σκηνή της παραλίας με κέντρο ένα ναυαγοσωστικό παρατηρητήριο ήταν εμπνευσμένη). Η διδασκαλία της κίνησης, με πολλά κλοουνίστικα και εν γένει τσιρκολάνικα στοιχεία, έγινε με κέφι από την Νατάσα Παπαμιχαήλ.

         Η τραγουδιστική ομάδα έδωσε τον καλύτερο εαυτό της. Γοητευτική ντάμα, η Ελένη της Ελένης Λιώνα (μολονότι η φωνή της «θάμπωνε» μερικές φορές), έπαιξε την Ελένη ως βαριεστημένη αστή, εγκλωβισμένη σε ένα αποτυχημένο γάμο που αναζητά τη λύση στην αγκαλιά ενός όμορφου εραστή. Ο Μενέλαος του Αντώνη Σιγάλα, λοιδωρούσε και περιέπαιζε τον στρατοκράτη εθνικιστή κυβερνήτη που προσπαθεί αμήχανος και ανίκανος να σώσει την τιμή του. Εκφραστικότατος και ζωηρός ο Στέλιος Κέλερης «ξετίναξε» τον Αχιλλέα. Σπουδαία φωνή ο Τίμος Σιρλατζής, έστησε ένα Κάλχαντα υστερικό και μακιαβελικό. Φαρσικός και απολαυστικός εραστής ο Πάρης του Νίκου Στεφάνου που σκαρφίζεται τεχνάσματα επί τεχνασμάτων για να σμίξει με το αντικείμενο του πόθου του. Πολύ καλοί φωνητικά και υποκριτικά και ο Παναγιώτης Τερζάκης και ο Μιχάλης Αγγελιδάκης (Ορέστης). Πολύ ωραίο το ζευγάρι Έρωτα (Λουκάς Θεοδοσόπουλος) και Αφροδίτη (Νατάσα Παπαμιχαήλ). Εκείνος ένα αδέξιο πειραχτήρι και εκείνη μια ερωτιάρα ανακατώστρα με πολύ καλή κίνηση.

         Ως είναι φυσικό, δεν θα ήταν δυνατό να υπάρχει χορωδία, η οποία αντικαθίσταται από το ομαδικό τραγούδι του θιάσου, ενώ η μουσική μεταγράφηκε για μικρή ορχήστρα τεσσάρων οργάνων (Γιούλα Ντούσικου, φλάουτο, Ελένη Λίγγρη, βιολί, Κώστας Σερελέας, τσέλο και Θοδωρής Ιωσηφίδης, πιάνο, ο οποίος έχει και τη μουσική διεύθυνση)

         Το όλο εγχείρημα αποτελεί μια έξυπνη, χαρίεσσα, διασκεδαστική πρόταση που επικαιροποιεί ένα είδος βραχύβιο και ένα έργο που μετρά 150 χρόνια ζωής. Προσεγγίζοντας άλλα θεατρικά είδη, όπως το μιούζικαλ και την επιθεώρηση, αλλά διατηρώντας το μουσικό μέρος σε υψηλά επίπεδα, η παράσταση της Ωραίας Ελένης προκαλεί ευφρόσυνη διάθεση, αλλά και εξάπτει την επιθυμία του κοινού της και για άλλα παρόμοια θεάματα/ακροάματα. Και αυτό είναι επίσης μια επιτυχία.

 EPOXH, 4.1.2015

Advertisements