Μια έμμετρη κωμωδία για την κρίση στο θ. του Νέου Κόσμου

 

         Δεν ξέρω αν η Μαρία Τρανού είχε κατά νου την λαϊκή έκφραση «θα πάρουμε τα βουνά», αλλά μια χαρά την εικονογραφεί το έργο της «Ο Έφορος και οι Κόρες», μια έμμετρη σχεδόν σουρεαλιστική κωμωδία με θέμα την κρίση.

τρ 3

       Η Τρανού, με ενδιαφέρον ποιητικό έργο, έχει μακροχρόνια παρουσία στο θέατρο –έργα της έχουν παρουσιαστεί στην Ελλάδα και την Μ. Βρετανία. Τον περασμένο Ιούλιο με το έργο της Στέγη, εκπροσώπησε την Ελλάδα στο «Διεθνές Φεστιβάλ Δραματουργίας Πάνω στην Κρίση PIIGS» (Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ιταλία, Ελλάδα και Ισπανία). Το 2006 κέρδισε το 1ο κρατικό βραβείο θεατρικού έργου για παιδιά. Ο Έφορος και οι Κόρες είναι προϊόν οργής απέναντι στην σημερινή κατάσταση. Είναι παρήγορο ότι με τους αργούς ρυθμούς που πάντα παρατηρούνται στο θέατρο, η ελληνική δραματουργία άρχισε να δημιουργεί έργα που σκιαγραφούν, ερευνούν ή ακόμα και προσπαθούν να ερμηνεύσουν τις σύγχρονες καταστάσεις, την κρίση όχι μόνο στην οικονομική της διάσταση αλλά και στα πολιτικά επίδικα και στην επίδρασή της στις ανθρώπινες σχέσεις εν γένει. Τα 8 μονόπρακτα που γράφτηκαν ειδικά για το Θέατρο Τέχνης και παρουσιάστηκαν σταδιακά σε όλη την περυσινή χειμερινή σεζόν έδειχναν ακριβώς αυτό.

τρ 6

        Οι Κόρες

        Ο Έφορος και οι Κόρες ανοίγει χιουμοριστικά –κάπως πληθωρικά- ένα μεγάλο αριθμό θεμάτων της οικονομικής πλευράς της κρίσης και των συνεπειών τους στην καθημερινή ζωή και τις ανθρώπινες σχέσεις. Δυο αδερφές, η μια εκ των οποίων είναι μητέρα, ανεβαίνουν στο βουνό για να επιβιώσουν με ό,τι η φύση μπορεί να τους προσφέρει δωρεάν: το καταφύγιο μια καλύβας, και φτωχική τροφή (λίγα λαχανικά, χορταράκια, κανένα φρούτο). Στη μοναξιά του βουνού και στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν όπως-όπως, εκδιωγμένες από την πόλη λόγω ανέχειας και ανεργίας, θα συναντήσουν έναν ατσαλάκωτο φοροεισπράκτορα με εξαιρετικό μορφωτικό οπλοστάσιο –μια φιγούρα αστείου Ιαβέρη, μια αναβίωση του σχολαστικού δημοσίου υπαλλήλου των κωμωδιών του 19ου αι., που θυμίζει όμως και τους υπαλλήλους νέας κοπής, χωρίς συνείδηση ταξικότητας και συλλογικότητας, που κάνουν ό,τι τους ζητούν χωρίς την σκέψη της συνέπειας, ελπίζοντας ότι δεν θα χάσουν τη δουλειά τους. Αυτός θα ζητήσει να τις φορολογήσει ακόμα και για τον αέρα που αναπνέουν. Από κει και πέρα ξετυλίγεται μια περιπέτεια στα όρια της σουρεαλιστικής κωμωδίας, που, όμως, οι «τραβηγμένες» καταστάσεις που δημιουργεί ντύνονται με παρατηρήσεις και περιγραφές που μεταφέρουν στο θεατή την τρέλα της καθημερινότητάς μας, την αγριότητα, τους φόβους, τον παραλογισμό, την καταπάτηση βασικών δικαιωμάτων, την απελπισία των ανθρώπων, την προσπάθειά τους να αποδείξουν πως είναι αθώοι απέναντι σε ένα τερατώδες σύστημα εχθρικό για τον μέσο άνθρωπο και τις ανάγκες του.

         Είναι προφανές πως η συγγραφέας έχει καλή γνώση της ιστορίας του θεάτρου: η φόρμα που επέλεξε δείχνει πως ξέρει καλά τη Μέση Κωμωδία και το αναγεννησιακό θέατρο, ενώ δεν λείπουν αναφορές στην κωμωδία του 19ου αι. και στο κωμειδύλλιο. Μια τάση επιστροφής στην έμμετρη φόρμα έχουμε δει τα τελευταία 20 πάω κάτω χρόνια και στην ποίηση. Ο δεκαπεντασύλλαβός της δεν οδηγεί καθόλου στον κόσμο του δημοτικού τραγουδιού. Η φύση είναι ένα συμβατικό πλαίσιο, όχι μια βιωμένη εμπειρία, οι ήρωές της πηγαίνουν σ’ αυτήν ως κάτοικοι της πόλης και ως τέτοιοι μένουν ως το τέλος, πράγμα που εντείνει το κωμικό στοιχείο.

τρ 5

         Και οι Έφοροι

        Η Κλεώνη Φλέσσα σκηνοθέτησε με απλότητα και λιτότητα, όπως ταιριάζει στο είδος. Ίσως θα έπρεπε να περικόψει λίγο το κείμενο προς το τέλος ώστε να είναι πιο σφιχτή η δομή. Μέσα σε ένα σκηνικό που το δημιουργούσαν εκατοντάδες πεσμένα κόκκινα φύλλα του φθινοπωριάτικου δάσους (Άρτεμη Φλέσσα που επιμελήθηκε επίσης και τα κοστούμια που παρέπεμπαν σε 19ο αι) καθοδήγησε σε ρεαλιστικές ερμηνείες με ισορροπημένη επίπαση κωμικού στην εκφορά και την κίνηση (Σεσίλ Μικρούτσικου) τους τέσσερις ηθοποιούς: Ιζαμπέλα Κυριαζή, Σοφία Μανώλη, Κώστας Σιλβέστρος, Ηλίας Τσιγριτσάρης. Οι νεαροί ηθοποιοί είχαν να αναμετρηθούν με ένα δύσκολο είδος: τον έμμετρο λόγο που χρειάζεται ειδική εκφορά και τα κατάφεραν πολύ καλά. Μια ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην Ιζαμπέλα Κυριαζή (που θυμόμαστε και από την μικρή μήκους ταινία του Δημήτρη Αθανίτη, «Madonna calls Fassbinder»), για την πλαστικότητα των εκφράσεων του προσώπου της.

ΕΠΟΧΗ, 2.11.2014

 

Advertisements