στ 1

Κόρη καλής οικογενείας αφηγείται

(θέατρο του Νέου Κόσμου)

 

       Ο μονόλογος για τον ηθοποιό είναι το δυσκολότερο είδος. Εκεί θα δείξει την δεξιοτεχνία του, όταν βρίσκεται ακάλυπτος από την παρουσία άλλων επί σκηνής, μόνος, αβοήθητος , πατάει σε γλιστερό έδαφος. Κάθε λάθος νότα γίνεται αμέσως –ή έστω εύκολα αντιληπτή- ενώ για να κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή πρέπει να έχει κατακτήσει το μέτρο μιας μετρημένης εφευρετικότητας που να μην ξεπέφτει στην ευκολία του εντυπωσιασμού αλλά ούτε και να παραμένει στη φοβισμένη αυτοσυγκράτηση. Γι’ αυτό –και παρά τις εξαιρέσεις νεότητας που μπορεί πάντα να υπάρχουν- απαιτεί ηθοποιό έμπειρο, με κατακτημένα εκφραστικά μέσα και ερμηνευτική οξυδέρκεια.

      Σκεφτόμουν τα παραπάνω –και ομολογώ πως δεν ήταν η πρώτη φορά και μάλλον δεν θα είναι η τελευταία- βγαίνοντας από την παράσταση «Σταματία, το γένος Αργυροπούλου» σκηνοθετημένη από τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, με ερμηνεύτρια την Ελένη Ουζουνίδου. Μάλλον αθόρυβη παρουσία στο θέατρο, η Ουζουνίδου, συχνά όχι σε πρωταγωνιστικούς ρόλους, άφηνε ένα στίγμα η παρουσία της, στις παραστάσεις που την είχαμε δει. Στην «Σταματία» ξεδίπλωσε όμως υποκριτικές ικανότητες αξιοζήλευτες, ανέδειξε με εντιμότητα, σοβαρότητα δουλειάς και πηγαίο χιούμορ ένα χαρακτήρα εύκολα αναγνωρίσιμο, γι΄αυτό και υπήρχε ο φόβος για την ερμηνεύτρια να πέσει στην παγίδα της ευκολίας, του κλισέ, του κακώς στ 3νοούμενου επιθεωρησιακού.

       Γιατί πράγμα μιλάμε όμως; Η «Σταματία» είναι μια νουβέλα του πεζογράφου Κώστα Σωτηρίου, που, γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο, και ως εκ τούτου, φέρει εγγενώς δραματικά στοιχεία και μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε θεατρικό μονόλογο. Ο Σταματίου σκιαγραφεί χορταστικά μια μετεμφυλιακή φιγούρα που, είτε σε σοβαρές είτε σε κωμικές εκδοχές, μπορούμε να βρούμε σε έργα αρκετών νεοελλήνων συγγραφέων (ιδιαιτέρως στον Καμπανέλλη, αλλά και στον Μουρσελά και αλλού): μια κοπέλα καλής οικογενείας, υπερπροστατευμένης, ερωτικά στερημένης, χωρίς πραγματική ζωή. Μια οριακά θεούσα, εύθικτη, τρυφερή, που διαβιοί στο περιθώριο της ζωής, για να μην πούμε το κλισέ μιας γυναίκας που δεν έζησε ουσιαστικά. Αιώνια παιδούλα, χωρίς εμπειρίες, χαρίζει –τα όχι πολλά- χρήματά της για να εξαγοράσει την αγάπη των ανθρώπων. Από δεξιά, ακροδεξιά μάλλον, οικογένεια, ενστερνίστηκε χωρίς καν να σκεφτεί τις αρχές και τις αξίες της οικογένειάς της και έμεινε διά παντός η αθώα και αφελής κόρη του μπαμπά. Είναι συμπαθητική, συγκινητική αλλά όχι γι’ αυτό λιγότερο επικίνδυνη. Πάνω στην άγνοια της Σταματίας, που δεν αναρωτιέται τι γίνεται γύρω της, που οι άνθρωποι γι’ αυτήν ενοικούν ένα δίπολο «καλού και κακού» μακράν των κοινωνικών συνθηκών και της συμβατικότητας των ηθικών όρων και χαρακτηρισμών, στηρίχτηκε η μετεμφυλιακή Ελλάδα. Με την ψήφο της ή την άρνησή της, όλοι αυτοί οι καλοί άνθρωποι -και οι Σταματίες είναι πράγματι καλές, ακόμα και η κακία τους είναι υποκοριστική, σχεδόν … άκακη, κάτι σαν ενοχλητικό παράπονο- όλοι αυτοί οι καλοί άνθρωποι, λοιπόν, επέτρεψαν τον διχασμό, τον αυταρχισμό, θεώρησαν ως σταθερότητα την στασιμότητα, έκλεισαν τα μάτια στην κρατική διαφθορά, ακόμα χειρότερα: πραγματικά δεν την έβλεπαν. Επιτρέποντες ήταν. Αγκυροβολημένοι στο μικρόκοσμο της οικογένειας, προστάτευαν στοργικά καθέναν από τους οικείους, μέχρι την στιγμή που κάποιος από αυτούς θα αποφάσιζε μια λίγο ή πολύ ηρωική έξοδο από την κλειστή περίβολο της οικογένειας. Και φυσικά ζητούσαν την συμπαράσταση ενός Θεού φτιαγμένου στα μέτρα του μικροαστισμού τους (πάντα στα μπακάλικα μέτρα των ανθρώπων χωράει ο Θεός τους και η προσβολή του ιερού γίνεται βαθύτερη, όταν προσκαλείται ο Θεός να ευλογήσει την ανομία και να κατακεραυνώσει το αίτημα της ελευθερίας, μέρος της ανθρώπινης ταυτότητας).

στ 2

      Ας είναι. Η Σταματία είναι χαριτωμένη, λίγο υστερική, με καταπιεσμένη θηλυκότητα. Αφηγείται την προσωπική της ιστορία και αφήνει να αναδυθεί παράλληλα η ιστορία τουλάχιστον 45 χρόνων ιστορίας του τόπου μας (μολονότι υπάρχει μια ηθελημένη ασάφεια εκ μέρους του συγγραφέα για το χρονικό όριο του τέλους της «Σταματίας», είναι φανερό ότι πάει μέχρι τα μέσα του 90. Μια ωραία, υπαινικτική σχεδόν αναφορά στην Χρυσή Αυγή, είναι εύρημα του σκηνοθέτη). Δεν είναι μόνο μια αφήγηση από την πλευρά των νικητών, αφήνει ο συγγραφέας αιχμές και για τα λάθη των νικημένων, τις ατέλειωτες διασπάσεις της αριστεράς, το ανθρωποφαγικό στοιχείο που δυστυχώς εμφανίζεται ξανά και ξανά διαλυτικό και επικίνδυνο.

       Η νεαρή σκηνογράφος Μαγδαληνή Αυγερινού είχε μια έξυπνη έμπνευση: γέμισε τη σκηνή πετσετάκια –πλεχτά, κεντητά, κοφτά, άσπρα, πολύχρωμα, μικρά καρεδάκια, σεμεδάκια κι ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Η Σταματία κινείται σε ένα σύμπαν από πετσετάκια, σήμα κατατεθέν μιας εποχής (η προίκα μια κοπέλας περιείχε οπωσδήποτε πετσετάκια), αλλά και μιας αισθητικής που πλησιάζει το κιτς –μολονότι εδώ προκαλούσε και μια γελαστή συγκίνηση. Τα πετσετάκια αποκάλυπταν και έκρυβαν ταυτόχρονα, λειτουργούσαν σαν κουρτίνα, σαν φερετζές, σαν μπούρκα και σαν σάβανο. Πραγματικά ένα ευφάνταστο, ευρηματικό σκηνικό. Ο Θεοδωρόπουλος στα ελληνικά έργα βγάζει τον καλύτερο εαυτό του. Η υπερκινητική Σταματία που φαντάστηκε «αλωνίζει» ακάθεκτη το μικρό χώρο του Δώματος του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, με την ορμή που θα της χρειαζόταν αν είχε να χρησιμοποιήσει μια μεγάλη σκηνή. Η Ουζουνίδου παίζει με το κοινό, χρησιμοποιεί το κοινό ως συμπρωταγωνιστή της, του απευθύνεται, του εξομολογείται, το μετατρέπει σε ένα ενιαίο σώμα με το οποίο διαλέγεται και που η οικειότητά της μαζί του της επιτρέπει χαριτωμένες απρέπειες, τόσο αντίθετες με την καλή ανατροφή της, όπως η ικανοποίηση του αμήχανου κνησμού των οπισθίων της. Κάποιες στιγμές «παγώνει» σε στάσεις άβολες και αστείες, σαν να ξεχνά και προσπαθεί να θυμηθεί, ανακαλώντας εικόνες ηλικιωμένων που ο νους αρχίζει λίγο-λίγο να δύει σε ένα πέλαγος σκοτεινό, που καμιά επιστήμη δεν μπορεί να περιγράψει.

Καλά επιλεγμένη η μουσική από το Νέστορα Κοψιδά. Ο άφθονος φωτισμός με τον οποίο έλουσε την παράσταση ο έμπειρος Σάκης Μπιρμπίλης επέτρεπε μερικές απαραίτητες σκιές για να σκεφτεί κανείς ότι αυτό που έβλεπε έχει και μια πλευρά καθόλου κωμική.

 

ΕΠΟΧΗ, 25.10.2014

 

Advertisements