Ο ηθοποιός Δαβίδ Μαλτέζε μιλά για τον «Βόυτσεκ» του Σημείου Μηδέν  και για την πορεία του στο θέατρο

 

Στις  17 Οκτωβρίου η ομάδα Σημείο Μηδέν στο Νέο Χώρο του θεάτρου Άττις επαναλαμβάνει τον Βόυτσεκ, μια παράσταση που κίνησε πέρυσι το ενδιαφέρον κοινού και κριτικών και δικαίως (βλ. ΕΠΟΧΗ, 1.12.2014). Ο σκηνοθέτης Σάββας Στρούμπος παρουσίασε το περίφημο έργο Μπύχνερ βάζοντας το θεατή μέσα στο παραλήρημα του Βόυτσεκ. Ο συντριμμένος αποσπασματικός κόσμος του κεντρικού ήρωα συνάντησε την αποσπασματικότητα και το ημιτελές του κειμένου και αποκαλύφθηκε ο καταρρακωμένος κόσμος του Βόυτσεκ, η υποταγή του. Με μια αλλαγή στη διανομή –Βόυτσεκ φέτος θα είναι ο Ηλίας Μελέτης- το έργο θα παρουσιάζεται κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή. Με την ευκαιρία της επανάληψης, συναντηθήκαμε με τον ηθοποιό Δαβίδ Μαλτέζε που ερμηνεύει τον λοχαγό και τον αρχιτυμπανιστή. Η κεντρική ερμηνευτική άποψη οδήγησε σε μια ενδιαφέρουσα υποκριτική επιλογή, την οποία εξηγεί ο ηθοποιός.

μαλτέζε

 

Κύριε Μαλτέζε, έχετε αρκετά χρόνια στο θέατρο και συνήθως οι παραστάσεις στις οποίες σας βλέπουμε έχουν μέσα τους τον πειραματισμό, ενίοτε και την πρόκληση. Ήρθατε στην Ελλάδα ως ηθοποιός, αυτό ήταν το επάγγελμά σας και στην Γεωργία, την χώρα από την οποία κατάγεστε;

Δαβίδ Μαλτέζε(Δ.Μ.): Όχι, δεν ήμουν ηθοποιός. Στην Ελλάδα ήρθα ως οικονομικός μετανάστης την δεκαετία του ’90. Γεννήθηκα στη Σοβιετική Ένωση και ανδρώθηκα στην ανεξάρτητη Γεωργία. Δεν είχα καμιά σχέση με το θέατρο, δεν ήταν παιδικό μου όνειρο να γίνω ηθοποιός. Όμως η τέχνη υπήρχε πάντα στη ζωή μου. Ασχολήθηκα από πολύ νωρίς με τη μουσική. Υπήρξα μέλος συγκροτήματος παραδοσιακής μουσικής και αργότερα μπήκα σε συγκρότημα μοντέρνας μουσικής. Όμως μετά την διάλυση της Σ.Ε και τον πόλεμο, διαλύθηκαν τα πάντα και έπρεπε να κοιτάξουμε την επιβίωσή μας. Οι γονείς μου έχασαν τη δουλειά τους, έκλεισαν τα εργοστάσια, σας μιλώ για ολική καταστροφή. Η κρίση στην Ελλάδα με όλα τα προβλήματα που έχει φέρει στη χώρα είναι παράδεισος μπροστά σ’ αυτό που συνέβη στη Γεωργία. Ο κόσμος αναγκάστηκε να φύγει μαζικά για να δουλέψει στο εξωτερικό. Οι γονείς μου έφυγαν πριν από μένα, ακολουθήσαμε εγώ και ο αδερφός μου, αφού απολυθήκαμε από το στρατό και είδαμε ότι καλύτερο μέλλον για τα επόμενα 20 τουλάχιστον χρόνια δεν είχαμε να περιμένουμε. Η Ελλάδα δεν ήταν η πρώτη μας επιλογή αλλά ήρθαμε γιατί ήταν ήδη εδώ οι γονείς μας.

Ξέρατε τη γλώσσα, όταν φτάσατε εδώ;

Δ.Μ. Δεν ήξερα ούτε λέξη. Όμως όταν ένας άνθρωπος θέλει να ενταχτεί σε μια κοινωνία, πρέπει να επικοινωνήσει με τους ντόπιους. Ήθελα να βελτιώσω τη ζωή μου, έπρεπε να μάθω ελληνικά. Αργότερα, ως ηθοποιός  έπρεπε να μιλάω καλά και σωστά, αν ήθελα να παίξω στο θέατρο και να έχω επιλογές, να μην εγκλωβιστώ σε ρόλους μετανάστη. Έμαθα ελληνικά όχι σε κάποιο σχολείο –δεν υπήρχε ούτε ο χρόνος ούτε η οικονομική δυνατότητα- αλλά στη δουλειά και από την τηλεόραση και το ραδιόφωνο, από τραγούδια που άκουγα… Βελτίωσα τα ελληνικά μου όταν δούλεψα σε ένα εστιατόριο. Εκεί έμαθα και τους Έλληνες, τις νοοτροπίες τους. Μ’ αρέσει να ψάχνω τους ανθρώπους και να τους ψυχολογώ. Έκανα φιλίες. Έμαθα σαξόφωνο –μέχρι τότε έπαιζα μόνο κιθάρα- κι άρχισα να παίζω σε ένα πιάνο μπαρ, ξαναβρίσκοντας την τέχνη και ικανοποιώντας μια βαθιά ανάγκη μου που είχα αφήσει πίσω για την επιβίωση. Τότε αποφάσισα ξαφνικά να ασχοληθώ με το θέατρο, με γοήτευε η μαγεία της σκηνής και δεν ήθελα πια να είμαι θεατής αλλά δημιουργός. Τώρα πιστεύω η τέχνη είναι σωτηρία, λύτρωση, νιώθω καλά που ασχολούμαι με το θέατρο, μου κάνει τη ζωή πιο ενδιαφέρουσα, αναπνέω… δεν υπάρχει μονοτονία και επανάληψη.

Ποια ήταν η πρώτη σας θεατρική δουλειά;

Δ.Μ. : Η πρώτη παράσταση που με σημάδεψε ήταν το «Πεθαίνω σα χώρα» του Δημητριάδη σε σκηνοθεσία Μαρμαρινού. Το κείμενο του Δημητριάδη με συγκλόνισε, τον θεωρώ ένα πολύ σπουδαίο συγγραφέα. Μέσα στο ’15 θα ανεβάσω ένα μονόλογό του γραμμένο για μένα. Μετά ήρθε η παράσταση «Ένας στους δέκα» που μιλούσε για τους μετανάστες. Είμαι τυχερός γιατί μου δόθηκε η ευκαιρία να δείξω αν είμαι ικανός ή όχι πάνω στη σκηνή. Πολλοί συνάδελφοί μου, ταλαντούχοι μάλιστα, δεν είχαν ποτέ μια τέτοια ευκαιρία.

Η ξένη καταγωγή σάς δημιούργησε πρόβλημα;

Δ.Μ.: Σε μένα όχι… Πρέπει να ξαναπώ όμως ότι είχα την τύχη αμέσως να δουλέψω με σπουδαίους σκηνοθέτες και πως φρόντισα με μεγάλη επιμέλεια τα ελληνικά μου. Μου αρέσει να μαθαίνω και μάθαινα πάντα από τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργαζόμουν. Ένας ηθοποιός δεν πρέπει ποτέ να σταματά να είναι μαθητής. Κανείς και ποτέ δεν μπορεί να πει «ξέρω το θέατρο».

μαλτέζε 2

Είναι η δεύτερη χρονιά, νομίζω, συνεργασίας  με το Σημείο Μηδέν. Τι σημαίνει να δουλεύει κανείς μέσα σε μια ομάδα με σαφές καλλιτεχνικό και φιλοσοφικό στίγμα; Τι δυσκολίες αντιμετωπίζει επίσης, όταν ως  διαμορφωμένος καλλιτέχνης έρχεται να ενταχτεί μέσα σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο;

Δ.Μ. Όπως σας είπα και πριν, είμαι ανοιχτός στο να μαθαίνω. Είναι ένας τρόπος να εξελίσσομαι. Δεν είμαι δογματικός ηθοποιός -με ενδιαφέρουν όλα τα είδη του θεάτρου. Η μαθητεία σε συστήματα είναι πλούτος, όσο πιο πολλές και διαφορετικές εμπειρίες αποκτάς, τόσο πιο αποτελεσματικά γίνονται τα εργαλεία σου.

Στην ομάδα μπήκα θέλοντας να δω από μέσα τι προτείνει. Είχα δει κάποιες δουλειές αλλά δεν ήξερα πολλά πράγματα. Ήθελα να γνωρίσω το σύστημα του Τερζόπουλου που αποτελεί την παράδοση πάνω στην οποία στηρίζεται η ομάδα, μολονότι σιγά-σιγά αποκτά δική της γλώσσα. Μπαίνοντας σε ένα καινούριο τύπο θεάτρου μόνο ευχάριστη έκπληξη ένιωσα, γιατί ανακάλυψα ότι χρησιμοποιώντας περισσότερο σωματικές δράσεις, προσεγγίζω καλύτερα τον ψυχικό κόσμο. Πρέπει πάντως να πω ότι με τα παιδιά ταιριάξαμε γρήγορα ως άνθρωποι και καλλιτέχνες κι αυτό φαίνεται στις ανταλλαγές που γίνονται Έχουμε κοινές επιλογές φιλοσοφίας και στάσης ζωής.

Υπάρχει ερευνητικό κλίμα στο ελληνικό θέατρο;

Δ.Μ. Νομίζω περισσότερο τώρα απ’ ό,τι στο παρελθόν. Γίνονται πολλά πράγματα. Ίσως η κρίση μας κάνει πιο εφευρετικούς, βρίσκουμε τρόπους να εκφραστούμε… Υπάρχει φαντασία και δημιουργικότητα. Υπάρχει συνεργασία

Θα θέλατε να μας παρουσιάσετε τους δύο ρόλους που παίζετε στην παράσταση; Γιατί ο σκηνοθέτης σας ανέθεσε αυτούς τους δυο και όχι κάποιο άλλο ζευγάρι ρόλων;

Δ.Μ. Η οπτική γωνία μας ήταν να ακολουθούμε την παραληρηματική αγωνία του Βόυτσεκ. Και στους δύο ρόλους προσπαθώ να δω τα πράγματα μέσα από τα μάτια του, πράγμα αρκετά δύσκολο γιατί πριν ανακαλύψω τους χαρακτήρες που παίζω, έπρεπε να ανακαλύψω τον Βόυτσεκ και να περάσω μέσα από αυτόν για να δω τους άλλους. Στους δυο χαρακτήρες –τον λοχαγό και τον αρχιτυμπανιστή- έπρεπε να συνδυάσω δυο κόσμους : τον παραληρηματικό του Βόυτσεκ και τον υποτιθέμενα υγιή των άλλων δύο.

Οι ερμηνείες σας δημιουργούν εντάσεις στους θεατές οι οποίοι εδώ περιλαμβάνονται στην παράσταση ως οργανικό μέρος της διαδικασίας…

Δ.Μ. Ο θεατής στην παράστασή μας είναι μέτοχος. Δεν είναι θεατής αλλά ως θεατής μετέχει στις δράσεις. Προσωπικά, στη σκηνή με ενδιαφέρει το εδώ και τώρα. Θεωρώ λάθος να προσπαθείς να αναπαραγάγεις κάτι που πέτυχες σε μια πρόβα όσο καλό και αν ήταν.  Ο θεατής πιάνει το ψεύτικο, έχει ένα ιδιότυπο ραντάρ, δεν χρειάζεται να είναι ιδιαιτέρως γνώστης, αντιλαμβάνεται πότε υπάρχει κάτι αληθινό και πότε όχι. Πολύ περισσότερο που ο χώρος στο θέατρό μας είναι έτσι διαμορφωμένος, που ο θεατής βρίσκεται πολύ κοντά μας, είναι κυριολεκτικά μέρος της παράστασης.

Δεν θέλουμε πάντως να προκαλέσουμε ένταση μόνο για την ένταση. Ο Βουτσεκ είναι σε συνεχή υπερένταση γι’ αυτό ο λοχαγός του λέει όλη την ώρα « ήρεμα Βόυτσεκ». Ζει σε ένα διαρκές παραλήρημα, ο κόσμος του αλλάζει συνεχώς, όπως το κείμενο είναι αποσπασματικό, έτσι είναι και τρόπος σκέψης του. Ο λοχαγός είναι ο άνθρωπος που ασκεί την εξουσία για να ασκεί την εξουσία, απ’αυτό παίρνει τροφή για την ύπαρξη του. Δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ένα κατώτερο δίπλα του. Δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να είναι ανώτερος από κάποιον κι αν τον έχει. Βάζει τον Βόυτσεκ να τον ξυρίζει κάθε μέρα μολονότι δεν το έχει ανάγκη. Τον ταπεινώνει, του δείχνει ότι τον κάνει ό,τι θέλει.

μαλτέζε 3

Και ο αρχιτυμπανιστής;

Δ.Μ. Είναι η πρώιμη φάση του λοχαγού. Εφαρμόζει τον πόθο της εξουσίας σε ένα και μόνο πρόσωπο και παίζει ένα όργανο….

Αλήθεια, το όργανο που παίζει όμως στην παράστασή σας δεν είναι το τύμπανο…

Δ.Μ. Το όργανο αυτό το έφτιαξα μόνος μου, χωρίς να είμαι οργανοποιός… Ταιριάζει στην παραληρηματική εικόνα του κόσμου που έχει ο Βόυτσεκ. Δεν είναι σε θέση να ακούσει πραγματικά. Ακούει τον Σοπέν ως θόρυβο. Σε ένα αλουμινένιο βαρελάκι του καφέ κόλλησα ένα χεράκι μεταλλικό που κρατώ από χρόνια στο σπίτι. Πρόσθεσα τρεις χορδές και από πάνω έβαλα μια φυσαρμόνικα. Έτσι οι παράξενοι ήχοι που βγάζει το όργανο αυτό, συνδυάζουν τα κρουστά, τα πνευστά και τα έγχορδα. Το όργανο ένας συν-ηθοποιός που βοηθάει την δημιουργία ατμόσφαιρας.

Έχοντας περάσει την κρίση στην πατρίδα σου και τώρα τη νέα αυτή κρίση στην Ελλάδα, τι σκέφτεσαι για το μέλλον;

Δ.Μ. Δεν επιτρέπεται να παραιτηθούμε

 ΕΠΟΧΗ, 19.10.2014

Advertisements