«Αφέντης μου ο Διόνυσος, όχι η Θήβα»

 

         Η δυσκολία της ερμηνείας των «Βακχών» είναι γνωστή. Οι «Βάκχες» δεν είναι ανοιχτές σε ερμηνείες με τον τρόπο που είναι άλλες τραγωδίες. Είναι επικίνδυνα ερμητικές, γι’ αυτό το ερμηνευτικό σχήμα που θα επιλέξει ένας σύγχρονος σκηνοθέτης οφείλει εδώ να μεγαλύτερη έχει συνοχή, συνέπεια, ολοκληρωμένη φιλοσοφική θεώρηση και βαθιά γνώση του αρχαίου κόσμου και των ιδιαιτεροτήτων της αρχαίας θρησκείας, ιδία της πολιτικής θρησκείας της Αθήνας (όπως την ανέλυσε ευφυώς ο Ρόμπερτ Πάρκερ στο βιβλίο του Η θρησκεία στην αρχαία Αθήνα). Ίσως γιατί ο Ευριπίδης αγγίζει τον συγκλονιστικό πυρήνα του υπαρξιακού ερωτήματος και επιχειρεί να το συνδέσει με την πολιτική οργάνωση της κοινωνίας. Πόσο ποιο δύσκολο στοίχημα θα μπορούσε να βάλει ένας ποιητής;

          Το ερώτημα που τίθεται είναι η ίδια η έννοια της ανθρωπινότητας. Ο Πενθέας αποτελεί σύμβολο του έλλογου ανθρώπου, σύμβολο του πολίτη. Άντρας πάνω στην ακμή της ηλικίας του και άρχοντας μιας πόλης που έχει οργανωμένη πολιτική ζωή, θεσμούς και νόμους, αρνείται τον άλογο κόσμο των παθών και των ενστίκτων, την υποταγή σε μια έννοια του θείου που επαναφέρει τον άνθρωπο στις ζωικές του ρίζες. Που καταστρέφει μ’ ένα λόγο την ανθρωπινότητα. Αντίθετα, τον κόσμο του Διονύσου τον εκπροσωπούν οι γεροντότεροι, που τιμούν τα πατροαπαράδοτα και τα ταυτίζουν με την σοφία (στχ. 200), σύμβολα αυτοί .ενός κόσμου χαμένου στο μυθικό, στο θαυμαστό και το ανεκλάλητο, το τερατώδες. Ο ιδρυτής της Θήβας, Κάδμος, και ο μάντης Τειρεσίας –αυτός που υπήρξε άντρας και γυναίκα διαδοχικά μέσα στο ίδιο σώμα. Ένας κόσμος μαγείας και συντήρησης, γήινος και χθόνιος μαζί (την χθόνια φύση του Διονύσου έδειξε καλά στο βιβλίο της Ο Διόνυσος και η θεά Γη, η Μαρία Δαράκη), στον οποίο κυριαρχούν οι γυναίκες, αυτές που δεν είναι πολίτες, δεν έχουν πολιτικά δικαιώματα και υποχρεώσεις. Ο Ευριπίδης είναι σκεπτικιστής, αν όχι άθεος. Δεν είναι μισογύνης κατά πώς λανθασμένα τον θέλει μια παράδοση, είναι όμως άνθρωπος του καιρού και του τόπου του, και μέσα από την ιστορική του εμπειρία ορίζει την έννοια του πολίτη.

βακχες 1

          Η κοινωνία των ανθρώπων, η κοινωνία της λογικής ερμηνείας των πραγμάτων, των θεσμών και των νόμων ο κόσμος, απέναντι στη φύσιν, είναι δύσκολη και εύθραυστη. Οι άνθρωποι είναι έτοιμοι πολύ γρήγορα να απαρνηθούν τους κουραστικούς συλλογισμούς και τον έλεγχο των συμπερασμάτων τους, την συμπερίληψη στην προσπάθεια ερμηνείας πολλών και διαφορετικών παραμέτρων που οδηγούν σε πολλές εναλλακτικές λύσεις από τις οποίες πρέπει κάθε φορά με συνέπεια να επιλεγεί η καλύτερη. Είναι έτοιμοι να δεχτούν το θαύμα. Ας διακινδυνεύσουμε μια αναλογία με την σύγχρονη εποχή: όλες αυτές οι θεωρίες συνωμοσίας, τα μυστικά σχέδια, η καταφυγή σε μια υποβαθμισμένη θρησκευτικότητα όπου το θείο και το ιερό παίζουν μικρό ρόλο, οι αποκρυφιστικές οργανώσεις με πολιτικές βλέψεις (ξεχνάμε συχνά το αποκρυφιστικό κομμάτι των ναζιστικών θεωριών και την επιρροή που ασκεί), ακόμα και η ιδεολογία μιας παντοδύναμης απόϊδεολογικοποιημένης επιστήμης ασκούν τρομερή γοητεία και έρχονται να αντικαταστήσουν τον δύσκολο κόσμο της λογικής σκέψης και ερμηνείας των φαινομένων. Δεν θα επεκταθούμε στην ανάπτυξη της αναλογίας.

         Σ΄αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται και το ολίσθημα του Πενθέα: δεν φτάνει ως το τέλος, δεν υπερασπίζεται ως το τέλος τον κόσμο του. Αμφιβάλλει. Ζητά να δει την άλλη πλευρά, ταλαντεύεται. Και τιμωρείται. Ο κόσμος του Διονύσου είναι άγριος, ορμητικός, ενστικτικός. Δεν είναι ένας κόσμος ελεύθερου ερωτισμού. Είναι ο κόσμος που καταλύει τα μεγάλα ταμπού του πολιτισμού: ανθρωποφαγία, ωμοφαγία, αιμομιξία. Που καταλύει τα όρια των αντιθέτων. Μπροστά του υποχωρεί και η Άρτεμη και η Αφροδίτη.

βάκχες 2

         Οι «Βάκχες» γράφτηκαν στο τέλος της ζωής του Ευριπίδη, παραστάθηκαν μάλιστα το 405 π.Χ., μετά το θάνατό του. Λίγο καιρό μετά έληξε και ο Πελοποννησιακός Πόλεμος αφήνοντας πίσω του μια πληγωμένη Αθήνα, μια αποδυναμωμένη Ελλάδα, τον μεγάλο θεσμό της αρχαίας Ελλάδας, την πόλη-κράτος σε πτωτική πορεία και το όνειρο της δημοκρατίας σχεδόν αποσαθρωμένο. Ο άγριος Διόνυσος των «Βακχών» είχε νικήσει. «Αλλά Πενθέως η τάλαιν’ έχω κάρα», αναφωνεί η Αγαύη συγκλονισμένη, όταν, καθώς συνέρχεται, βλέπει να κρατά στα χέρια της το κεφάλι του παιδιού της, ξεριζωμένο από το σπαραγμένο του σώμα. Η συνείδηση της πράξης έρχεται, όταν είναι πια πολύ αργά.

         Στην παράσταση της Άντζελας Μπρούσκου υπήρχε μια συνέπεια στην επιλογή της ανισοβαρούς ερμηνείας προς την πλευρά του Διονύσου κι αυτό εγγράφεται στα θετικά της παράστασης, που, ομολογουμένως, είχε καλές προθέσεις, αλλά σ’ αυτές έμεινε. Η σκηνοθέτρια ήταν αναποφάσιστη: να προτιμήσει τη γυναικεία οπτική, την πολιτική, την ψυχολογική; Κάτι άλλο; Όλα μαζί;

βάκχες 3

         Όμως υπήρχαν και σοβαρές παρερμηνείες και ατοπήματα. Όποια κι αν είναι η ερμηνευτική θέση, τίποτε δεν δικαιολογεί ένα Πενθέα με σκευή και παρουσία φανατισμένου στρατοκράτη. Ο Άρης Σερβετάλης διαθέτει πλούσια εκφραστικότητα και ασύγκριτη σωματική κίνηση, εδώ ωστόσο καθηλώθηκε σε μια αμήχανη ερμηνεία, πολύ υψηλότονη στην αρχή –παρουσιαστικό, κοστούμι και εκφορά του λόγου παρέπεμπαν σε έργα πολιτικής επιστημονικής φαντασίας του τύπου «Εμείς» του Ζαμιάτιν- η οποία γρήγορα χαμήλωνε τους τόνους και άφηνε αδικαιολόγητη στα μάτια του θεατή την μεταστροφή. Η Αγλαΐα Παππά ήταν ένας εξίσου αμήχανος Διόνυσος, που δυσκολευόταν να διαχειριστεί τα θηλυκά στοιχεία στην ερμηνεία της και δεν έβρισκε τρόπο να απελευθερώσει τα αρσενικά. Κατά στιγμές ωστόσο πασπάλιζε το λόγο με μια υπόγεια, ελαφρώς θυμωμένη ειρωνεία, που έδινε ενδιαφέρουσες υποδηλώσεις. Η Αγαύη της Άντζελας Μπρούσκου δεν απέδιδε την εκρηκτική βακχεία που απαιτείται για να δικαιολογηθεί ο σπαραγμός και η ωμοφαγία, πολύ περισσότερο η ακούσια παιδοκτονία. Ήταν πειστικότερη όμως μετά την αποκάλυψη. Η χρήση του μικροφώνου (επιτέλους γιατί; Συνηθισμένο πια, άκομψο και βαρετά αναμενόμενο) «έκοψε» γρήγορα τις τραγικές νότες του Κάδμου, οδηγώντας τον Γιώργο Μπινιάρη, ακόμα και μετά την απελευθέρωσή του από αυτό, σε μια ερμηνεία που αδικούσε και τον ήρωα που ερμήνευε και τις δυνατότητες του καλού ηθοποιού. Ο Χορός, αποτελούμενος από άντρες και γυναίκες μαζί για να φανεί το φυλετικό επίπεδο των «Βακχών», ήταν ένα αρκετά δυνατό σημείο της παράστασης. Ειδικά επειδή δεν πλεόναζε ο ερωτισμός, που χρησιμοποιούν λανθασμένα πολλοί σκηνοθέτες (επιμέλεια Ερμής Μαλκότσης). Τα κοστούμια παρέπεμπαν διαρκώς, αλλά η παραπομπή χανόταν ολοένα, γιατί δεν υπήρχε συνέπεια και αιτιολόγηση στην επιλογή. Κορυφαίο ενδυματολογικό ατόπημα η «Βάκχη» του Πενθέα με το στενό φόρεμα και τις πέρλες… Ενδιαφέρουσα η μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού, γινόταν ένας ηχητικός χώρος μέσα στον οποίο διαδραματίζονταν τα γεγονότα. Η μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά είναι μνημείο λόγου, μια πραγματική διατριβή στην ποιητική μεταφορά και ανάδειξη του αρχαίου λόγου στη νεοελληνική γλώσσα.

ΕΠΟΧΗ, 14.9.2014

Advertisements