fantastico 1 

Καλό φθινόπωρο!

         Γι’ άλλη μια φορά άκαιρη ηχεί η ευχή ή έστω αμήχανη και φρούδα. Παλαιστίνη, Συρία, Ιράκ, Ουκρανία… Και τούτη η χώρα, η δική μας… «Κάνει πολύ θόρυβο η αγωνία», λέει ο Βέγγος σε μια από τις πιο εμπνευσμένες σκηνές του ελληνικού κινηματογράφου, στο «Βλέμμα του Οδυσσέα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου.

        Η υπογράφουσα την στήλη έχει πλείστες όσες φορές επιχειρηματολογήσει υπέρ της ανάγκης ύπαρξης θερινής θεατρικής δραστηριότητας στην Αθήνα εκτός Φεστιβάλ. Παρακάμπτω τις άθλιες επιθεωρήσεις των τελευταίων ετών και δεν συμπεριλαμβάνω τις παραγωγές των ΔΗΠΕΘΕ –ανεξαρτήτως ποιότητας- που έρχονται όμως στις αρχές του ζεστού αττικού φθινοπώρου. Ειδικά στην Αθήνα της κρίσης, που οι διακοπές έχουν περιοριστεί σε ελάχιστες μέρες περί τον δεκαπενταύγουστο, η καλλιτεχνική ανάγκη των προηγούμενων χρόνων, γίνεται κοινωνική ανάγκη. Το εμπορικό θέατρο δεν κατάφερε να ανταποκριθεί επαρκώς στην πρόκληση –μολονότι υπήρξαν φέτος μερικά νεανικά κυρίως σχήματα που το τόλμησαν. Το κενό ήρθε να καλύψει το Εθνικό. Έτσι επικροτούμε μετ’ επιτάσεως την πρωτοβουλία του να ανεβάσει παράσταση εντός του καλοκαιριού.

sxoleion

«Σχολείον» ένα παλιό νέο θέατρο στην Αθήνα

         Ιδιαιτέρως ευχάριστο είναι το γεγονός ότι η παράσταση ανέβηκε στο «Σχολείον» (Πειραιώς 52). Το κτιριακό συγκρότημα στο οποίο περιλαμβάνεται το θέατρο, βιομηχανικών κυρίως χρήσεων στο παρελθόν του, έχει κηρυχθεί διατηρητέο. Παραχωρήθηκε στην Ειρήνη Παππά από το ΥΠΕΚΑ επί υπουργίας Λαλιώτη μέχρι το 2027 για καλλιτεχνικές χρήσεις, αλλά ελάχιστα χρησιμοποιήθηκε. Το «Σχολείον» περιήλθε στη χρήση του Εθνικού μέχρι το 2027 με τριμερή συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ της κρατικής σκηνής, της Εταιρείας Ακινήτων Δημοσίου και του «Κέντρου Εφαρμοσμένων Τεχνών Θεάματος Ακροάματος- Ειρήνη Παππά» σωματείου που είχε ιδρύσει η Παππά για λόγους διευκόλυνσης της γραφειοκρατίας και το οποίο δεν είχε μέχρι σήμερα σημαντικές δραστηριότητες. Το Εθνικό θα πληρώνει ένα συμβολικό ενοίκιο 700 ευρώ το μήνα (100 χιλιάδες ευρώ για τα 13 χρόνια χρήσης, στα οποία θα πρέπει να προστεθούν και τα έξοδα συντήρησης του χώρου). Ακούστηκε επίσης ότι πληρώθηκαν χρέη του Σωματείου ύψους 50 χιλιάδων ευρώ. Ας το επιβεβαιώσει ή ας το διαψεύσει αυτό το ίδιο το Εθνικό. Πάντως κατά δήλωση του διευθυντή του, Σωτήρη Χατζάκη, ο χώρος θα χρησιμοποιηθεί επίσης για διεθνείς συναντήσεις και για εκπαιδευτικούς λόγους, ενώ θα δίνεται και σε «άστεγες» ομάδες για την προετοιμασία και παρουσίαση της δουλειάς τους.

         Με το «Σχολείον» ενισχύεται ο περίφημος άξονας της Πειραιώς (Μπενάκη-Καλών Τεχνών- Πειραιώς 260-Σχολείον) και μεταφέρεται πλέον πολύ μεγάλο μέρος των καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων στο νότο της πόλης, όπου λειτουργεί ήδη η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση και θα λειτουργήσει οσονούπω η Λυρική Σκηνή του Ιδρύματος Νιάρχου (μαζί με την Εθνική Βιβλιοθήκη).   Αντιθέτως –της κρίσης βοηθούσης- απισχνάζεται καλλιτεχνικά το κέντρο και ιδιαίτερα, με τα προβλήματα των μικρών θεάτρων και άλλων καλλιτεχνικών χώρων, οι δύσκολες γειτονιές της Αθήνας.

φαντ 1

Η ευθύνη για την διαφθορά

         Το έργο που επιλέχτηκε παρότι χαρίεν και ευφρόσυνο με μια πρώτη ματιά, μια προσπάθεια αναβίωσης της Κομμέντια ντελ’ Άρτε από ένα Ισπανό συγγραφέα του 20ου αιώνα, στην πραγματικότητα κρύβει ένα ισχυρό πολιτικό προβληματισμό. Πρόκειται για το έργο του Χαθίντο Μπεναβέντε «Τα δημιουργηθέντα συμφέροντα», που εδώ ανέβηκε με τον τίτλο «Fantastico, τα δημιουργημένα συμφέροντα». Καλή η επιλογή, μολονότι το έργο θα χρειαζόταν μια μικρή παρέμβαση ως προς την έκταση.

         Ο Χαθίντο Μπεναβέντε (1866-1954, Νόμπελ Λογοτεχνίας 1922) υπήρξε μια δυνατή φωνή ανανέωσης του ισπανικού θεάτρου στο α΄ μισό του 20ου αιώνα και το συγκεκριμένο έργο, γραμμένο το 1908, αποτελεί ίσως το αριστούργημά του. Ωστόσο με το πέρασμα του χρόνου γινόταν όλο και περισσότερο κομφορμιστής και τα έργα του έχαναν την φρεσκάδα και την κριτική ματιά. Σ’ αυτό συνέβαλε και η πολιτική του θέση: υπήρξε συντηρητικός και φίλα προσκείμενος στο φρανκικό καθεστώς, το οποίο του επιδαψίλευσε πολλές τιμές ως το θάνατό του. Στα «Συμφέροντα» δανείζεται, όχι μηχανικά, χαρακτήρες και τρόπους της Κομμέντια ντελ’ Άρτε (Φασουλής, Αρλεκίνος, Κολομπίνα κτλ) και με καμβά μια κλασική ερωτική φάρσα –δυο νέοι που αγαπιούνται αλλά βρίσκουν εμπόδια για να φτάσουν στο γάμο- ασκεί μια ανελέητη κριτική στον τρόπο με τον οποίο μια κατάσταση δημιουργεί συμφέροντα στα οποία υποτάσσονται ολόκληρες κοινωνικές ομάδες (απλός λαός, αστοί, αριστοκράτες, κανένας δεν γλιτώνει), εμποδίζοντας την αλλαγή και την ηθικοπολιτική κάθαρση προς χάριν και εξυπηρέτησή τους.

       Ένας πανέξυπνος και αδίστακτος νεαρός παριστάνει τον υπηρέτη του πανέμορφου φίλου του για να εκμεταλλευτεί μια ολόκληρη πόλη. Σκοπεύει να τον παντρέψει με την όμορφη θυγατέρα ενός υπόπτως πλούσιου και μολονότι ανάμεσα στα δυο παιδιά αναπτύσσεται πραγματική αγάπη, αυτή δεν θα θριαμβεύσει, γιατί το άνθισμά της θα λάβει χώρα μέσα στην συναλλαγή και τους εκβιασμούς. Στους μακροσκελείς μονολόγους των ηρώων που αντιπροσωπεύουν κοινωνικές κατηγορίες αναπτύσσεται η βδελυρή διαπλοκή, ενώ το ψέμα, η υποκρισία, η ηθική κατάπτωση κερδίζουν έδαφος και δένουν χειροπόδαρα τον έναν με τον άλλο, βυθίζοντας όλους στη διαφθορά. Και δεν σώζεται κανείς, ούτε καν οι ερωτευμένοι νέοι που διατηρούν πάντως ως το τέλος μια λάμψη αθωότητας, που ατυχώς γίνεται και αυτή ακόμη αντικείμενο διαπλοκής.

Χωρίς το πολιτικοκοινωνικό στοιχείο

         Ο Σωτήρης Χατζάκης έστησε μια παράσταση μπριόζα και ανάλαφρη, στροβιλιστική, με πολλά χρώματα και μουσικές, μέσα στα οποία «πνίγηκε» ο λόγος και αποδυναμώθηκε τελείως το πολιτικό μέρος του έργου, στο οποίο κυριαρχεί η έννοια της εξ όλων των πλευρών ευθύνης για την διαφθορά. Έτσι φάνηκε και γιατί άλλαξε ο τίτλος και έγινε «Fantastico». Αυτό ακριβώς ήταν μια φαντασμαγορία. Που, όμως, κούραζε στο τέλος, αφού η ερωτική ιστορία δεν είχε ενδιαφέρον για τον σύγχρονο θεατή και αυτό που τον ενδιέφερε είχε θολώσει. Και είναι κρίμα, γιατί πριν από δώδεκα χρόνια, ο Σ. Χατζάκης είχε σκηνοθετήσει με χιούμορ και ρυθμό τη «Μοσκέτα» του Ρουτζάντε, δείχνοντας ότι κατέχει το είδος ενώ μπορεί να βλέπει με σύγχρονη ερμηνευτική ματιά.

         Δύσκαμπτες οι περισσότερες ερμηνείες, μάλλον δυσκολεύονταν μέσα στον ειδικό κώδικα, που, ωστόσο, δεν ακολουθήθηκε παρά ακροθιγώς –και η παρατήρηση έχει θετική χροιά. Ο Βασίλης Μπισμπίκης στο ρόλο του ερωτευμένου Λέανδρου χρειαζόταν περισσότερη δουλειά στην εκφορά του λόγου για να φανερώσει την καμπύλη συναισθημάτων που απαιτεί ο ρόλος του. Αμήχανος ήταν και ο Αρλεκίνος του Βασίλη Ευταξόπουλου. Η νεαρή Ευγενία Δημητροπούλου στο ρόλο της μικρής Σίλβιας βοηθήθηκε από τον αέρινο σωματότυπό της να δείξει την αθώα ερωτευμένη κόρη. Χυμώδης και πλανεύτρα, η κυρία Σειρήνα της Μαρίας Διακοπαναγιώτου, ήταν από τις πιο στέρεες παρουσίες στην παράσταση. Συμπαθής ο φλύαρος Ντοτόρος του Νίκου Μαγδαληνού. Ο Γιάννης Σοφολόγης θέλησε να δώσει τον Κρισπίν του, τον δολοπλόκο και πανέξυπνο «υπηρέτη», που κινεί σχεδόν μόνος του τα νήματα της ιστορίας, με κυνισμό και αμοραλισμό. Σε αρκετά σημεία τα κατάφερε.

         Η Έρση Δρίνη τοποθέτησε την παράσταση σε ένα λειτουργικό σκηνικό και έντυσε με εύχρηστα, πλουμιστά κοστούμια τους ηθοποιούς, μολονότι – μακράν ημών ο πουριτανισμός- δεν καταλάβαμε σε τι εξυπηρετούσε να είναι φαινομηρίδες μερικές πρωταγωνίστριες. Η μουσική του Θοδωρή Οικονόμου και οι χορογραφίες της Κικής Μπάκα θα μπορούσαν να είναι περισσότερο ευφάνταστα. Η μετάφραση του Παντελή Πρεβελάκη αγέραστη, αντίθετα δεν μας φάνηκε να εξυπηρετεί κάτι η προσθήκη του μονολόγου του «Ρωμαίου και της Ιουλιέττας» σε μια συγκινητική καθαρεύουσα.

ΕΠΟΧΗ, 30.8.2014

 

 

 

 

Advertisements