σε μια πικάντικη και τρυφερή παράσταση για παιδιά μικρά

και μεγάλα από το Θέατρο του Νότου

 

 

         Την Κοιμωμένη που ξύπνησε παρουσιάζει το Θέατρο του Νέου Κόσμου σε πανελλαδική περιοδεία φέτος το καλοκαίρι. Το έργο των Ξένια Καλογεροπούλου και Θωμά Μοσχόπουλου, που υπέγραψε και τη σκηνοθεσία, παρουσιάστηκε στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών το 2006 με μεγάλη επιτυχία. Το έργο στηρίζεται στο γνωστό παραμύθι του Σαρλ Περώ «Η ωραία Κοιμωμένη» αλλά το συγγραφικό δίδυμο δεν δούλεψε απλώς μια ακόμα, γοητευτική ομολογουμένως, παραλλαγή του αρχικού παραμυθιού, αλλά δημιούργησε μια εντελώς νέα ιστορία, σύμφωνα με την οποία η πριγκίπισσα πέφτει σε βαθύ ύπνο και ξυπνά 500 χρόνια μετά. Οι συγγραφείς έκαναν μια ενδιαφέρουσα μελέτη με ψυχαναλυτική κατεύθυνση των συμβόλων που ενοικούν το αρχικό παραμύθι, αντιμετωπίζοντάς το ως την δύσκολη και μαγική περιπέτεια της διαδρομής προς την ενηλικίωση. Στο πρώτο μέρος, με πολύ χιούμορ είναι αλήθεια, το έργο αφηγείται την ιστορία της νεαρής πριγκίπισσας, που μια νεράιδα –εδώ μια αδέξια και όχι κακιά νεράιδα – άθελά της καταδικάζει σε θάνατο, όταν τρυπηθεί από κάτι αιχμηρό. Την άθλια μοίρα διορθώνει μια πιο επιδέξια νεράιδα, μετατρέποντας το θάνατο σε ύπνο, από τον οποίο το κορίτσι θα ξυπνήσει με το φιλί ενός πρίγκιπα που θα την αγαπήσει.

κοιμ

         Το δεύτερο μέρος, όμως, ανατρέπει την παραμυθική παράδοση. Περνούν 500 ολόκληρα χρόνια, κι ένα νεαρό αγόρι φτάνει τυχαία στο παλάτι του δάσους. Είναι παιδί της εποχής μας, από μονογονεϊκή οικογένεια, κλειστό, μοναχικό, με μια υπερπροστατευτική μαμά, που ζητάει λύση στη δική της μοναξιά, τρέχοντας διαρκώς σε ένα παιδοψυχίατρο για να λύσει μέσα από τα προβλήματα του γιού της, τα δικά της. Θα ξυπνήσει την πριγκίπισσα μ΄ένα φιλί, θ’ αγαπηθούν και θα χαθούν. Τότε το κορίτσι θα έρθει στην πόλη για να τον αναζητήσει. Η έκπληξή της μπροστά στον κόσμο που αντικρίζει είναι μεγάλη. Μαθαίνει να επιβιώνει μέσα στον κόσμο της τεχνολογίας, τι είναι χρήμα, πως πρέπει να δουλέψει σκληρά για να ζήσει, να κάνει φίλους, να γνωρίσει τον κόσμο… Να μεγαλώσει δηλαδή και να σταθεί στα πόδια της. Και ταυτόχρονα ψάχνει παντού τον πρίγκιπά της, τον έρωτα, το άλλο της μισό. Κι εκείνος μεγαλώνει κάπου μέσα στην πόλη, μαθαίνει να δουλεύει, δεν ικανοποιείται μόνο με τη δουλειά, κάτι του λείπει. Κι αυτό που του λείπει, έρχεται στο τέλος και τον βρίσκει, τον συναντά ύστερα από μακροχρόνιο ψάξιμο. Είναι η πριγκίπισσα. Και η ιστορία τελειώνει σε μια έκρηξη αγάπης.

         Για όσους αγαπούν το αρχαιοελληνικό μυθιστόρημα, θα αναγνωρίσουν πολλά μοτίβα του στις περιπέτειες των δυο ηρώων και στην τελική έκβαση. Για όσους αγαπούν τα παραμύθια, μπορούν να ξεχαστούν για λίγο και να θυμηθούν πώς ένα παιδί ανοίγει έκπληκτο τα μάτια μπροστά στα θαύματα του κόσμου, που εμείς οι ενήλικες προσπερνάμε πλέον βαριεστημένοι, πόσο συγκλονιστικό και μοναδικό κάθε φορά είναι να μεγαλώνει ένα παιδί. Για τα παιδιά – θεατές είναι μια ευχάριστη περιπέτεια που αφηγείται έξυπνα και τρυφερά την περιπέτεια της ενηλικίωσης και τονίζει την ανάγκη της αυτεξουσιότητας και της αγάπης, που δείχνει επίσης με προσοχή και πειστικότητα τα προβλήματα του κόσμου των ενηλίκων.

τιμ

        Η παράσταση που είχε σκηνοθετήσει ο Μοσχόπουλος απευθυνόταν κυρίως σε εφήβους. Ο Θεοδωρόπουλος αντίθετα απευθύνεται σε παιδιά. Έχοντας την πείρα από τη χρόνια ενασχόλησή του με παραστάσεις για παιδιά σε νοσοκομεία (μια συγκινητική δραστηριότητα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, για την οποία ο Θεοδωρόπουλος και οι συνεργάτες του είναι δικαίως υπερήφανοι), σκηνοθετεί με κέφι και υπευθυνότητα. Φαίνεται πως του πάει το παιδικό και ίσως πρέπει να το συνεχίσει. Η εκδοχή του είναι γλυκιά και παιχνιδιάρικη. Χαρούμενη. Μοιάζει να αφηγείται το παραμύθι σε ένα αγαπημένο παιδί, του οποίου θέλει να έχει συνέχεια την προσοχή του χωρίς όμως να υπερβάλει και να κουράζει. Ανοίγει παραθυράκια προς τα μυστικά του έργου, αλλά προτιμά να μείνει σε αθώους υπαινιγμούς που το παιδί θα δουλέψει αργότερα μόνο του και θα το βοηθήσουν στο δικό του ταξίδι του μεγαλώματος, να αντιμετωπίσει φόβους και εκπλήξεις του ίδιου του κορμιού του. Η ώρα της παράστασης είναι η ώρα της χαράς και της αυθόρμητης συμμετοχής, της φαντασίας και της απόλαυσης.

        Μέσα σε ένα ευρηματικό και ευφάνταστο σκηνικό από γεωμετρικούς όγκους κατασκευασμένους από ελαφρύ υλικό για να μετακινούνται και να δημιουργούν χώρους δράσης με ταυτότητα (Κλαιρ Μπρέισγουελ) η παρορμητική παιδούλα μετατρέπεται σε δυναμική νέα γυναίκα (οι συγγραφείς αναγνωρίζουν την προτεραιότητα στην ερωτική αλλά και κοινωνική ωρίμανση των κοριτσιών) και η Αμαλία Αρσένη ξεδιπλώνει με χάρη ένα αξιοπρόσεκτο ταλέντο που ωριμάζει. Απολαυστική στο ρόλο της αδέξιας νεράιδας Βιόλας η Φωτεινή Τιμοθέου, «κλέβει» την παράσταση, πλάθοντας ένα ολοκληρωμένο χαρακτήρα, δουλεμένο με αυθορμητισμό και κέφι. Ο Ορέστης Τζιόβας δημιουργεί ένα τρελούτσικο βασιλιά-μπαμπά, ξετρελαμένο με την κόρη του, που αποσπά αβίαστα το γέλιο του κοινού και ένα συμπαθητικό ψυχίατρο με όλα τα αναγνωρίσιμα κλισέ. Πολύ καλοί και οι υπόλοιποι ηθοποιοί στους διπλούς ρόλους τους: Ανθή Ευστρατιάδου (έμπειρή νεράιδα Ορτανσία και μαμά του μοναχικού πρίγκιπα) , Χρήστος Πίτσας (παλαβιάρης ξάδελφος της πριγκίπισσας και φίλος του νεαρού αγαπημένου της μετά) , Σταύρος Σβήγκος (μοναχικός πρίγκιπας) και Ευαγγελία Συριοπούλου (μαμά-βασίλισσα και εργαζόμενη). Χαριτωμένα τα κοστούμια που επιμελήθηκε επίσης η σκηνογράφος και αποτελεσματική η μουσική επένδυση του Σπύρου Γραμμένου.

 

Advertisements