«Στον τοίχο της Καισαριανής μας ‘φεραν από πίσω» 

Γιορτή μνήμης για τους 200 κομμουνιστές που εκτελέστηκαν

από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής την πρωτομαγιά του 1944

καισ 6

          Την προηγούμενη Κυριακή (30.6.2014), παρακολουθήσαμε στο Σκοπευτήρι της Καισαριανής μια γιορτή μνήμης, που διοργάνωσε ο ραδιοφωνικός σταθμός «105,5 στο Κόκκινο»: την αναπαράσταση της εκτέλεσης των 200 αγωνιστών από τα ναζιστικά γερμανικά στρατεύματα κατοχής την 1η του Μάη του 1944. Την επόμενη μέρα, Δευτέρα 30 του Ιούνη, ο πρώην δήμαρχος Καισαριανής, νυν αντιπεριφερειάρχης Δ. Αττικής, Σπύρος Τζόκας, το πρόσφατο βιβλίο του οποίου «Ο κύκλος των «μάταιων» πράξεων» (εκδ. Εύμαρος) ήταν η ιστορική βάση του δρώμενου, θα δικαζόταν για μια ακόμη φορά, τη δωδέκατη, μαζί με άλλους πολίτες της Καισαριανής, επειδή έκαναν το καθήκον τους: σε αντιπαράθεση με την Σκοπευτική Εταιρεία, που διεκδικεί τον χώρο μέσα από ακανθώδεις γραφειοκρατικές ατραπούς, διέσωσαν τον ιερό χώρο και δημιούργησαν μια όαση μνήμης και ιστορίας, που στις μέρες μας περισσότερο από ποτέ είναι αναγκαία. Μνήμη και μάθηση πάνε χέρι-χέρι. Μνήμη και γνώση είναι όπλα ισχυρά ενάντια στο τέρας του ναζισμού που ξύπνησε ξανά και ζητά την εξουσία. Πώς, λοιπόν, να μην οργιστεί και να μην αντιδράσει ο πολίτης, όταν βλέπει πως η πολιτεία –ούτε χρόνος δεν είναι- προσπάθησε να βάλει το Σκοπευτήριο στο ΤΑΙΠΕΔ;

         Η εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή αποτελεί μία από τις μαζικές εκτελέσεις αντιποίνων που εφάρμοζε ο γερμανικός στρατός κατοχής για να εκδικηθεί και να σταματήσει κάθε πράξη αντίστασης. Τέτοιες μαζικές εκτελέσεις έγιναν πολλές, στην Κοκκινιά, στα Καλάβρυτα, στην Κάνδανο, στο Δίστομο… Στην Καισαριανή, με αφορμή το φόνο ενός γερμανού αξιωματικού, εκτέλεσαν 200 από τους κομμουνιστές που ο πόλεμος βρήκε έγκλειστους στην Ακροναυπλία και το δικτατορικό καθεστώς του Μεταξά αρνήθηκε να ελευθερώσει, όταν αυτοί ζήτησαν να τους επιτραπεί να πολεμήσουν στα αλβανικά βουνά. Έτσι, έμειναν στα χέρια των γερμανών και μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Από εκεί με φορτηγά τους μετέφεραν τη ματωμένη πρωτομαγιά στον τόπο εκτέλεσής τους. Ανάμεσά τους βρισκόταν ο Ναπολέοντας Σουκατζίδης, ένας νέος άντρας, μορφωμένος και πολύγλωσσος, που οι γερμανοί χρησιμοποιούσαν ως διερμηνέα. Τον χρειάζονταν, γι’ αυτό του πρότειναν να ζήσει και να εκτελεστεί κάποιος άλλος στη θέση του. Δεν το δέχτηκε. Οι άνθρωποι δείχνουν ποιοι είναι πραγματικά τότε που έρχεται η ώρα «να πουν το μεγάλο τ’ όχι», όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με οριακά διλήμματα. Ο Σουκατζίδης μας κάνει να σκεφτούμε ξανά την έννοια του «ήρωα». Δεν είναι η γενναιότητα το βασικό χαρακτηριστικό του. Είναι η πράξη.  που έρχεται ως αποτέλεσμα μιας διαδικασίας σκέψης, η οποία αποφασίζεται με περίσκεψη και γνώση όλων των συνεπειών της επιλογής και στην οποία είναι καταφανής η συνειδητή πρόθεση.

         Οι 200 πήγαν στο θάνατο όχι χωρίς φόβο. Αυτά είναι ανόητα τερτίπια του κακού Χόλιγουντ, που αντιπαραθέτει τον μοναδικό «ένα» στη μάζα που χρειάζεται αρχηγό για να παίρνει αποφάσεις και να καθοδηγεί. Ήρωας δεν είναι αυτός που δεν φοβάται, αλλά αυτός που αποφασίζει να πράξει το σωστό με περηφάνια, επιβάλλοντας στα δαιμόνια της ψυχής του να σωπάσουν για πάντα. Πήγαν με όλη τους την ανθρώπινη αρματωσιά: την αγάπη στη ζωή, την σκέψη των δικών τους, τους αγώνες και τα όνειρά τους. Ελπίζοντας πως ο θάνατός τους δεν θα πήγαινε χαμένος, πως θα γινόταν ένας ακόμη δρόμος προς την πάταξη του ναζισμού, προς την ελευθερία και τη δικαιοσύνη.

καισ 2

        Και πήγαν όλοι μαζί. Δίνοντας ο ένας κουράγιο στον άλλο. Ο αγώνας είναι συνειδητός και στοχευμένος, συλλογικός και την ίδια στιγμή προσωπικός –όχι ατομικός. Ο αγωνιστής είναι μέρος της συλλογικότητας και μαζί διατηρεί το δικαίωμα να παίρνει αυτόβουλες αποφάσεις. Οι 200 της Καισαριανής, απλοί άνθρωποι που τάχτηκαν σε ένα σκοπό, αποτελούν ένα σύμβολο, είναι το αναγκαίο παράδειγμα, μια αναφορά προσιτή τότε και τώρα. Πολύ περισσότερο τώρα. Τέτοιες ιστορικές αναφορές είναι αναγκαίες και πολύτιμες, ιδίως για τις νεότερες γενιές που απομακρύνονται από το σκληρό βίωμα. Τις γενιές αυτές που μεθοδικά –και επιτυχημένα δυστυχώς- το εκπαιδευτικό σύστημα και η κουλτούρα της τηλεόρασης αποκόπτει από την ιστορική γνώση, αλλάζοντας την αίσθηση του χρόνου, μετατρέποντας τον χρόνο σε ένα διαρκές παρόν και την ιστορία σε μια βαρετή ροή ασύνδετων γεγονότων και όχι ως το επικίνδυνο (και εξαιρετικά ενδιαφέρον) πεδίο ταξικών συγκρούσεων και ιδεολογικών πολέμων.

Παρών

         Η γιορτή μνήμης ξεκίνησε με μια μικρή παράσταση του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, τρεις μαρτυρίες από τη συλλογή της Έλλης Παπαδημητρίου, «Κοινός Λόγος». Η Έ. Παπαδημητρίου διέσωσε τις αυθεντικές ιστορίες απλών ανθρώπων που βίωσαν την προσφυγιά, τον ξεριζωμό και τον πόλεμο –πρόσωπα και ιστορίες που συνδέουν την μικρασιατική καταστροφή, με την κατοχή και τον εμφύλιο. Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος ασχολείται εδώ και χρόνια με αυτούς τους μοναδικούς μονολόγους και αυτή τη φορά επέλεξε τρεις σπαρακτικές περιπτώσεις, ανάμεσα στις οποίες και η μαρτυρία της Χαράς, της αρραβωνιαστικιάς του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, που περιγράφει πώς έμαθε το θάνατο του αγαπημένου της. Μπροστά στα κυπαρίσσια που στις ρίζες τους θανατώθηκαν εκατοντάδες αγωνιστές και καθώς το φως της μέρας έσβηνε σιγά-σιγά τρεις ηθοποιοί –η Ελένη Ουζουνίδου, η Ειρήνη Μακρή και ο Στέργιος Κοντακιώτης- αφηγήθηκαν τις ιστορίες τους -θάνατοι αγαπημένων προσώπων- με απλότητα και ηρεμία, όπως ταιριάζει σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν ο χρόνος έχει πάρει την ένταση και έχει αφήσει το τυραγνικό στίγμα του πόνου.

καισ 3

         Μετά μεταφερθήκαμε μπροστά για να παρακολουθήσουμε το δρώμενο που είχε ετοιμάσει η ομάδα «Πείρα (γ)μα». Η σκηνοθέτρια Αγγελική Κασόλα με ευαισθησία και γνώση αναπαράστησε τη μέρα της εκτέλεσης. Με τρόπο λιτό και χρησιμοποιώντας σχεδόν αποκλειστικά το φυσικό χώρο και τις διακυμάνσεις του φωτός που έσβηνε αργά, δίνοντας τη θέση του σε ένα αραιό σκοτάδι. Εκατοντάδες κόσμου παρακολουθούσε όρθιος, βαθιά συγκινημένος, τους εθελοντές που ενσάρκωσαν για λίγα λεπτά τους 200, να φωνάζουν «παρών», μόλις ακουγόταν το όνομα καθενός από τους εκτελεσμένους. Στο ρόλο του Σουκατζίδη ο Γιάννης Καρούνης. Το δρώμενο εμπλουτίστηκε με ανάγνωση σελίδων από το βιβλίο του Σπύρου Τζόκα που μιλούν για το βράδυ πριν την εκτέλεση και την ίδια τη μέρα της εκτέλεσης από τον ηθοποιό Κώστα Πέτρου. Έτσι δημιουργήθηκε μια πλήρης εικόνα των πραγμάτων, προσεγμένη δραματικά και πολύ καλά τεκμηριωμένη ιστορικά. Παράλληλα, η ηθοποιός Ειρήνη Μελά ερμήνευσε το μονόλογο της Φράνκα Ράμε «Μάμα Τόνι», όπου μιλά μια Ιταλίδα αγωνίστρια της αντίστασης ενάντια στο φασισμό, μάνα που χάνει το μονάκριβο παιδί της στον αγώνα και μετατρέπει τον πόνο της σε δύναμη και αγάπη. Ένα δυνατό κείμενο, όπου το πολιτικό και το ανθρώπινο στοιχείο δένουν σε μια αξεδιάλυτη ένωση για να φτάσει το αισιόδοξο μήνυμα: δεν θα περάσει ο φασισμός. Η Μελά απέδωσε με όρους τραγωδίας τον μονόλογο σε μια αξιοπρόσεκτη ερμηνεία, που ανέδειξε μια πλούσια γκάμα αποχρώσεων του κειμένου.

καισ 5

        Η φωνή της Μαρίας Κωσταράκη στο «Τζιβαέρι» και του Γιώργου Μεραντζα σε ηπειρωτικά μοιρολόγια και τη «Δίκοπη ζωή» ήταν από τις πιο δυνατές στιγμές της βραδιάς.

        Βαθιά συγκίνηση, βουρκωμένα μάτια και ψυχική ανάταση δημιουργήθηκαν στους θεατές, που έφευγαν έχοντας βιώσει μια σπουδαία εμπειρία. Θα πούμε άραγε κι εμείς το δικό μας «παρών», όταν μας καλέσουν οι συνθήκες, αποφασιστικά και αμετάκλητα; Χωρίς μεμψιμοιρίες και με ανοιχτοσύνη ψυχής; Θα ήθελα να το πιστεύω.  Με τυραννά ωστόσο ο λόγος του ποιητή  «κι ασήκωσα τα τρία έρμα μου δάχτυλα κι έκαμα το σταυρό μου».

ΕΠΟΧΗ, 6.7.2014

Advertisements