Εταιρεία Θεάτρου Sforaris

Αβελάρδος και Ελοϊζα

σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλαβριανού

Με μια παθιασμένη ερωτική ιστορία από τον Μεσαίωνα άνοιξε

το Φεστιβάλ Αθήνας

αβελ1

         Γιατί μπορεί να ενδιαφέρει σήμερα μια ερωτική ιστορία (μια παθιασμένη ερωτική ιστορία έστω) από το Μεσαίωνα; Γιατί ο Γιάννης Καλαβριανός και ο θίασος Sforaris αποφασίζουν να ασχοληθούν με τον μεσαιωνικό φιλόσοφο Πιερ Αμπελάρ και την επίσης φιλόσοφο, μαθήτριά του, Ελοΐζ , που η σχέση τους είναι πια μυθική ανάμεσα στους ερωτευμένους όλου του κόσμου και όλων των εποχών και οι οποίοι σπέυδουν να προσκυνήσουν τον κοινό τους τάφο στο περίφημο νεκροταφείο του Περ Λασέζ στο Παρίσι;

        Οι μέχρι τώρα δουλειές του Καλαβριανού περιελάμβαναν αναζητήσεις στο χώρο της ανάδειξης των θρησκευτικών συμβάσεων, της μνήμης, της παράδοσης, των άγριων αλλά γοητευτικών και δυσεξήγητων σχέσεων του κόσμου του παραμυθιού, του έρωτα και του κυνηγιού της ευτυχίας. Έτσι μόνο επιφανειακά μπορεί να εκπλαγεί κανείς από την επιλογή αυτή που περιέχει προβληματικές τις οποίες βρίσκουμε αναπτυγμένες σε προηγούμενες παραστάσεις του. Ο «Αβελάρδος και η Ελοΐζα» έχουν το στοιχείο του θρύλου πια, είναι μια τραγική ερωτική ιστορία, ένας παθιασμένος έρωτας, το θρησκευτικό στοιχείο λειτουργεί καταλυτικά πάνω στην ανθρώπινη βούληση, δυο χαρισματικοί άνθρωποι χάνουν την ευτυχία συνθλιμμένοι από τις κοινωνικές προκαταλήψεις και εμμονές. Όλα τούτα όμως δεν είναι μόνο θέματα του σκηνοθέτη και δημιουργού του κειμένου. Απασχολούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλους τους ανθρώπους, που προσπαθούν με αγωνία να επιβιώσουν μέσα στην κρίση και να βρουν δύσκολες ισορροπίες και ψυχική γαλήνη. Άλλωστε μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες, άνθιζαν πάντα μεγάλοι έρωτες, που μόνο μικρόψυχοι και στεγνωμένοι άνθρωποι τους θεωρούσαν παράκαιρους. Οι υπόλοιποι έβρισκαν σ’ αυτούς ανάπαυση και ελπίδα, πως θα ανθίσει ξανά ο κόσμος και πως κάθε φορά που δυο άνθρωποι αγαπιούνται πολύ, γεννιέται μια αντίσταση, ένας, μικρός ίσως αλλά ουσιαστικός, πυρήνας ανατροπής. Κι είναι κι αυτός ένας λόγος που φοβίζει ο έρωτας τα καθεστώτα και που μόνο ο καθαγιασμός της νομιμοποίησης (και της επιπεδοποίησης) τον κάνει ανεκτό.

Δυο ριζοσπάστες κι ένας μεγάλος έρωτας

         Ο Πιερ Αμπελάρ γεννήθηκε το 1079 στη Γαλλία. Αποδείχθηκε γρήγορα ένα ρωμαλέο πνεύμα με πολύ ριζοσπαστικές για την εποχή του αντιλήψεις, που ασκούσαν κριτική στην κυριαρχία της θεολογικής σκέψης. Θεωρούσε πως η αμφιβολία είναι πηγή της επιστημονικής έρευνας, ενώ έδινε ιδιαίτερη θέση στην έννοια της πρόθεσης, καταργώντας έτσι την παραδοσιακή έννοια της αμαρτίας, αφού δίδασκε ότι αμαρτία υπάρχει, όταν υπάρχει η αντίστοιχη πρόθεση. Δεν άργησε να συγκρουστεί με συναδέλφους του και να κινήσει τον φθόνο και το μίσος. Η μεγάλη επιρροή της Εκκλησίας στις κοσμικές δραστηριότητες και ο έλεγχος που ασκούσε στην πνευματική ζωή, έδιναν όπλα ενάντια στα ανήσυχα πνεύματα όπως ο Αβέλαρδος, που δίδαξε με μεγάλη επιτυχία και απέκτησε γοργά κύκλο πιστών μαθητών.

αβελ 3

        Ο εφημέριος Φιλμπέρ αποφάσισε να εμπιστευτεί στον ονομαστό δάσκαλο την εκπαίδευση της 16χρονης ανεψιάς του Ελοΐζας, γνωστής σε όλη τη Γαλλία για την μόρφωση και την ευφυΐα της. Και έτσι ξεκίνησε ένας από πιο γνωστούς έρωτες στην ιστορία της Δύσης. Στον έρωτα αυτό πάντως το δυνατό στοιχείο είναι η μικρή Ελοΐζ. Χωρίς να υπολογίσει τις συνέπειες, όταν μένει έγκυος, δεν θέλει να παντρευτεί τον αγαπημένο της, για να μην του ανακόψει την πορεία. Με τα πολλά δέχεται μόνο ένα μυστικό γάμο για χάρη του θείου της κυρίως. Κι όταν ο εφημέριος Φιλμπέρ βάζει να ευνουχίσουν τον Αβελάρδο, αυτή δέχεται την πρότασή του να κλειστεί σε μοναστήρι ενώ δεν πιστεύει ουσιαστικά στο Θεό και εν έχει καμιά κλίση για τη μοναστική ζωή. Επειδή ο Αβελάρδος δεν αντέχει στην ιδέα να είναι η αγαπημένη του έξω στον κόσμο και ίσως να ζήσει κάποτε με κάποιον άνδρα, η Ελοΐζ θα ζήσει όλη την υπόλοιπη ζωή της (από τα 21 μέχρι 63) στο μοναστήρι ως υποδειγματική καλόγρια και κατόπιν ηγουμένη έχοντας ένα και μοναδικό Θεό, τον Αβελάρδο και το άγριο πάθος της γι’ αυτόν.

Αμήχανα και αναποφάσιστα

         Το κείμενο που συνέθεσε ο Καλαβριανός «έπαιζε» διστακτικά και αναποφάσιστα ανάμεσα στην αφήγηση και τη δραματοποίησή της. Έτσι ένα μεγάλο μέρος του έργου φτάνει στο θεατή αφηγημένο κυρίως από τον Φιλμπέρ αλλά και άλλους, ακόμα και από το ίδιο το ζευγάρι κι ένα άλλο περνάει μέσα από τους διαλόγους, που κατά σημεία μεταφέρουν αυτούσια την αλληλογραφία των δυο ηρώων. Παρ’ όλ’ αυτά όμως ήταν ένα κείμενο που απέδιδε την ιστορία και έβαζε τα βασικά θέματα. Είδε μάλιστα πολύ σωστά τη διαφορά των δύο ηρώων: την ριζοσπαστική Ελοΐζ που μιλά για το σώμα της και την επιθυμία της με τόλμη και διεισδυτικότητα πρωτόγνωρη όχι μόνο για την εποχή της και τον φιλόσοφο Αβελάρδο που, παρά την δυναμική σκέψη του, στην ζωή του δεν καταφέρνει να ξεπεράσει τελικά τις συμβάσεις και τους θεσμούς των καιρών. Όμως δεν μπόρεσε να το εκμεταλλευτεί σκηνοθετικά. Η παράσταση είναι αμήχανη και αναποφάσιστη. Δεν σκάβει βαθιά στους χαρακτήρες, δεν αναλύει την σχέση, δεν παιδεύεται με τον έρωτα, ούτε όμως δημιουργεί σύμβολα. δεν ερευνά μια εποχή, μια φιλοσοφική σκέψη, μια σύγκρουση. δεν εξερευνά ένα είδος και τις δυνατότητες δραματοποίησής του, παγιδεύεται όμως στους κανόνες του. Ως θεατές δεν γίναμε κοινωνοί των παθών. Η δραματική αμεσότητα που χαρακτηρίζει ένα δοκιμασμένο και αποδεδειγμένα ταλαντούχο σκηνοθέτη όπως ο Καλβριανός, εδώ δεν υπήρχε.

αβ 2

         Προσωπικά με προβλημάτισε ιδιαίτερα η ανεξήγητη παρουσία ενός ασπροντυμένου χορού που σχολίαζε τα δρώμενα τραγουδώντας με χιουμοριστική μάλλον διάθεση και με αντίστοιχες μουσικές επιλογές, υπονομεύοντας έτσι όσα συντελούνταν εκείνη τη στιγμή. Μοναχοί που επικρίνουν έτσι τις θρησκευτικές υπερβολές, κάτι που απασχολεί τον σκηνοθετή από παλιά. Ωστόσο αυτή η μιουζικαλίστικη νότα, που έφερνε μια προτεσταντική αισθητική μέσα στο κρεσέντο του μεσαιωνικού χριστιανισμού της Δύσης αφαιρούσε –τουλάχιστον- πολύτιμες εντάσεις.

        Η Ελένη Κοκκίδου, ηθοποιός με δυνατή υποκριτική αρματωσιά και θεωρητική γνώση, εδώ δεν όρισε με σαφήνεια τα όρια των προσώπων που ενσάρκωνε ως συνδετικός κρίκος. Η Χριστίνα Μαξούρη αναμετρήθηκε με μια πολύ απαιτητική και πολυδιάστατη ηρωίδα, από την οποία απέσπασε και έδειξε αρκετά καλά μόνο μία πλευρά της: την ερωτευμένη γυναίκα. Ο Γιώργος Γλάστρας έκανε το ίδιο με τον Αβελάρδο παγιδεύοντας την ερμηνεία του πιο πολύ στην πνευματική προσωπικότητα παρά στον άντρα που την έφερε. Ενδιαφέρον και λειτουργικός ο βιντιακός σκηνικός περίγυρος (videomapping)του Στάθη Μήτσιου με το διαλεκτικό παιχνίδι των μεταφυσικών συμβόλων.

 

 Μερικές παρατηρήσεις

 Ο χορός της παράστασης απαρτίζεται από την θεατρική ομάδα του Πολιτιστικού Κέντρου Εργαζομένων ΑΤΕ- Πειραιώς. Πρόκειται για μια δραστήρια ερασιτεχνική θεατρική ομάδα. Το θέμα όμως δεν είναι αυτό. Ας βάλουμε μερικά ερωτήματα:

  1. Οι ερασιτέχνες πληρώθηκαν για τη συμμετοχή τους στο χρηματοδοτούμενο από το κράτος κατά μεγάλο μέρος των δραστηριοτήτων του Φεστιβάλ Αθήνας; Αν ναι, ποιος κωδικός χρησιμοποιήθηκε και πώς δικαιολογείται; (αυτά χωρίς καθόλου να αγνοούμε την μείωση και φέτος του ποσού που δόθηκε στο Φεστιβάλ -2 εκ. ευρώ έναντι 2,7 πέρυσι. Και δηλώνοντας εκ των προτέρων ότι μας άρεσε το άνοιγμα σε νέα ελληνικά σχήματα, ανεξαρτήτως των λόγων που οδήγησαν σ’ αυτήν την επιλογή)
  2. Αν όχι, υπό ποίες συνθήκες δούλεψαν και ποιος κάλυπτε την ασφάλεια από ατύχημα 13 ανθρώπων;
  3. Ποιο ασκό του Αιόλου ανοίγει μια τέτοια συμμετοχή, με δεδομένα α. την τεράστια ανεργία του κλάδου των ηθοποιών (περί το 97% με στοιχεία του ΣΕΗ) β. λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ακούγονται για πολυπρόσωπες παραστάσεις όπου οι ηθοποιοί για 2 μηνών πρόβες και παραστάσεις πληρώνονται λιγότερο από συνολικά 700 ευρώ;
  4. Το Φεστιβάλ Αθήνας έχει κάποια θεσμοθετημένη σχέση με την ερασιτεχνική δημιουργία;

Όλα τα παραπάνω δεν αφορούν καθόλου τον κ.Καλαβριανό που προφανώς δεν ευθύνεται. Εκείνος έκανε μια καλλιτεχνική επιλογή, μια σύμπραξη επαγγελματιών και ερασιτεχνών που για εκείνον είναι εμπειρία με καλλιτεχνικό ενδιαφέρον. Το θέμα είναι τι κάνει το Φεστιβάλ. Ποιος θα απαντήσει;

 ΕΠΟΧΗ, 15.6.2014

Advertisements