(Παρουσίαση του βιβλίου του Σπύρου Τζόκα «Ο κύκλος των ‘μάταιων’ πράξεων» (εκδ. Εύμαρος) σε εκδήλωση που οργάνωσε η δημοτική κίνηση «Κόντρα στο Ρεύμα» με επικεφαλής, υποψήφιο δήμαρχο, τον Κώστα Παπαδόπουλο, στο δημαρχείο του Ρέντη, στις 29 Απριλίου 2014)

         Φίλες και φίλοι, καλησπέρα!

        Διπλή χαρά έχω σήμερα: μια που είμαι εδώ, ανάμεσα σε φίλους και συντρόφους, σε μια εκδήλωση που διοργανώνει μια δημοτική κίνηση που παρακολουθώ εδώ και καιρό και χαίρομαι τις παρεμβάσεις της στην πόλη αλλά και γενικά στην τοπική αυτοδιοίκηση. Να ευχηθώ λοιπόν πρώτ’ απ’ όλα ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ στο “Κόντρα στο Ρεύμα” και στον επικεφαλής, τον φίλο και σύντροφο Κώστα Παπαδόπουλο. Βάλαμε ένα στοίχημα –επιτρέπετε βεβαίως το α΄ πληθυντικό, αφού και το δικό μου πάθος είναι η τοπική αυτοδιοίκηση, 10 χρόνια τώρα στην Καλλιθέα- βάλαμε ένα στοίχημα και δεν μπορούμε παρά να το κερδίσουμε, δεν έχουμε άλλη επιλογή. Η μεγάλη ανατροπή, η πραγματική ανατροπή, ξεκινά από την Τοπική Αυτοδιοίκηση: στην άμεση δημοκρατία, στην ανανοηματοδότηση της πολιτικής συμμετοχής που σημαίνει η Τοπική Αυτοδιοίκηση. Η άλλη μεγάλη χαρά και τιμή είναι πως είμαστε εδώ για να μιλήσουμε για το βιβλίο του Σπύρου Τζόκα «Ο Κύκλος των ‘μάταιων’ πράξεων».

        Όπως θα διαπιστώσατε και από τα όσα ανέφερε η ακριβή μου φίλη Κάτια Γαλοπούλου στην παρουσίασή της, είμαστε ένα πάνελ όπου η τέχνη συναντά την πολιτική: ο εκδότης μας, ο καλός μου φίλος, ο Πέτρος Κακολύρης, είναι υποψήφιος περιφερειακός σύμβουλος με το ψηφοδέλτιο «Δύναμη Ζωής», με τη Ρένα Δούρου. Η ηθοποιός και σκηνοθέτρια, η αγαπημένη φίλη, Μάνια Παπαδημητρίου, προσφάτως έγινε βουλευτής και χαίρομαι πολύ γι’ αυτό. Υποψήφια δημοτική σύμβουλος με τη Δημοτική Κίνηση Πολιτών Καλλιθέας είμαι κι εγώ. Υποψήφιος αντιπεριφερειάρχης στον κεντρικό τομέα είναι και ο Σπύρος Τζόκας.

        Ο Σπύρος Τζόκας –που πρώτ’ απ’ όλα τον θεωρώ ένα αγαπητό φίλο- είναι αυτοδιοικητικός –υπήρξε δήμαρχος Καισαριανής, εκπροσώπησε άξια και μαχητικά τις ιδέες της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην ΚΕΔΕ. Είναι ιστορικός με ακαδημαϊκή καριέρα. Και προσφάτως πέρασε σε ένα νέο χώρο δημιουργίας: στη λογοτεχνία. Τούτο το βιβλίο είναι η πρώτη του λογοτεχνική δημιουργία –τουλάχιστον η πρώτη που αποφάσισε να βγάλει προς τα έξω. Στο βιβλίο συνδυάζονται αγαστά η αγάπη της Ιστορίας και η αγάπη για την πόλη του, την Καισαριανή. Θα μπορούσε, λοιπόν, να αποτελεί ένας είδος εκλαϊκευμένης τοπικής ιστορίας με μορφή λογοτεχνικής αφήγησης. Ωστόσο είναι κάτι περισσότερο: είναι η ανάπλαση μιας ανθρώπινης μορφής, ενός ωραίου ανθρώπου –με την αρχαιοελληνική έννοια της λέξης: που φέρει δηλαδή την ομορφιά της ωριμότητας.

ΤΖΟΚΑΣ

        Με δεδομένο ότι κανένα βιβλίο δεν γράφεται χωρίς αποχρώντα λόγο, κανένα βιβλίο δεν γράφεται αν ο συγγραφέας δεν νιώσει την ανάγκη να αφηγηθεί αυτή την συγκεκριμένη ιστορία σε μια συγκεκριμένη στιγμή, αξίζει να αναρωτηθούμε γιατί άραγε ο Σπύρος Τζόκας ασχολήθηκε με τον Σουκατζίδη και γιατί τώρα; H κρίση, που έχει συνθλίψει οικονομικά την κοινωνία, έχει αίτιο αλλά και συνέπεια μαζί μια βαθύτατη πολιτική κρίση: την αποσάθρωση και κατάρρευση του πολιτικού συστήματος. Η έννοια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας έφτασε στα όριά της. Η διαφθορά, η κατάρρευση των αξιών και η αγωνία που την συνοδεύουν, αυτή η δύσκολη και τραγική απορία μέσα στην οποία ζει ο πολίτης –η απορία με την έννοια την φιλοσοφική, εκεί που ο νους δεν βρίσκει πόρο, πέρασμα δηλαδή, για να απαντήσει στα ερωτήματα και να πάει παρακάτω μέχρι να βρεθεί μπροστά σε καινούρια θαύματα και απορίες- κουβαλούν μαζί τους άλλοτε τη γόνιμη αμφισβήτηση κι άλλοτε την παραλυτική αμφιβολία.

        Στη δεύτερη περίπτωση, βρίσκουν χώρο και παρεισφρέουν δυνάμεις σκοτεινές που ζητούν την διάλυση του κοινωνικού ιστού, την υποταγή του πολίτη στον ολοκληρωτισμό και τη βία. Ο φασισμός δηλαδή. Σε μια τέτοια δύσκολη στιγμή, εκτός των άλλων, πρέπει να βρεθούν ισχυρά ερείσματα για να κρατηθεί ο άνθρωπος, να νιώσει ότι μπορεί να ακουμπήσει η ψυχή του σε ένα παράδειγμα, να μάθει ή να θυμηθεί την ιστορική του παράδοση… Hμνήμη μάς σώζει, γιατί η μνήμη είναι αδερφή της μάθησης (τυχαίο είναι που έχουν κοινή ρίζα οι δυο λέξεις;). Γι’ αυτό προφανώς κυνηγούν τόσο πολύ την ιστορία. Τα παιδιά δεν πρέπει να μάθουν ιστορία –κυρίως τη νεότερη, την σύγχρονη ιστορία- οι μεγάλοι πρέπει να ξεχάσουν. Πρέπει να ζούμε σε ένα αιώνιο παρόν που θα νομιμοποιεί κάθε αυταρχισμό, κάθε κατεδάφιση ιδανικών, που θα προσπαθεί να μας εθίσει στο παράλογο και το άλογο χωρίς αντίδραση.

        Ο Τζόκας ερευνά τη ζωή ενός ανθρώπου που είναι φανερό ότι θαυμάζει και μετά την αφηγείται όχι με την ακριβολογία ενός ιστορικού δοκιμίου που πιθανόν να έφτανε στα χέρια των ειδικών μονάχα και μονάχα αυτούς να ενδιέφερε. Την αφηγείται σαν παραμύθι, μια φορά κι ένα καιρό στα μέρη της Μικράς Ασίας, τότε ακόμα που ζούσαν εκεί Έλληνες, γεννήθηκε ένα παιδί που έμελλε να γίνει κάτι ξεχωριστό: ένας δίκαιος και έντιμος άνθρωπος, ένας γενναίος άνθρωπος… και ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής του Ναπολέοντα Σουκατζίδη. Παρακολουθούμε τον Ναπολέοντα να ξεριζώνεται, να έρχεται παιδί στην Κρήτη, να μεγαλώνει. Να στρατεύεται στο κομμουνιστικό κίνημα, να ονειρεύεται ένα καλύτερο κόσμο, να αγωνίζεται με όποιο τρόπο μπορούσε, με όποιο τρόπο του ζητούσε το κόμμα. Την ίδια στιγμή τον βλέπουμε και στις πιο τρυφερές προσωπικές του στιγμές: μικρό παιδί να αποζητά με λαχτάρα το χαλβά της μάνας του, να επισκέπτεται τους συγγενείς του, να ξεχωρίζει και να ζητά την συντροφιά μεγαλύτερων συγγενών και φίλων, να μαθαίνει γράμματα και να ερωτεύεται. Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου τον εγκλείει στην Ακροναυπλία μαζί με πολλούς κομμουνιστές, που, με την κήρυξη του πολέμου, θα ζητήσουν να ανέβουν στο μέτωπο για να υπερασπίσουν την ελευθερία της πατρίδας, αλλά δεν θα τους αφήσουν. Εκεί στην Ακροναυπλία θα τους βρουν οι Γερμανοί κατακτητές, οι θηριώδεις ναζί. Ανάμεσα στους έγκλειστους ο Γληνός, ο μεγάλος δάσκαλος, που θα προσπαθήσει να στήσει ένα σχολείο για τους φυλακισμένους και δίπλα του θα βρει συμπαραστάτη τον Σουκατζίδη. Η πένα του Τζόκα δεν αφήνει καμιά πτυχή της ζωής του ανέγγιχτη. Και φυσικά εκεί που επιμένει είναι η μεγάλη ώρα της θυσίας, η τρομερή πρωτομαγιά της εκτέλεσης των 200 στην Καισαριανή, όταν, όπως λέει ο Καββαδίας, «στον τοίχο της Καισαριανής μας ‘φέραν από πίσω/ κι όσο ένα αντρίκιο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό».

        Ο συγγραφέας περιβάλλει τον ήρωά του με έλλογο θαυμασμό. Δεν υπερβάλλει. Δεν αφήνεται σε συναισθηματικές ακρότητες, ούτε προβαίνει σε ψυχολογικές εξηγήσεις ή πολιτικές θέσεις. Προτιμά το διάλογο –στο βιβλίο συναντάμε μεγάλο μέρος λεγομένων του Σουκατζίδη που έχουν διασωθεί και φτάσει ως εμάς. Παρεμβαίνει με σύντομες παρατηρήσεις, κάποιες απαραίτητες περιγραφές, λίγη αφήγηση, όπου χρειάζεται και μερικές ιστορικές ερμηνείες που όμως εντάσσονται οργανικά στο διάλογο και την αφήγηση. Το βιβλίο είναι ανθρωποκεντρικό. Η μορφή του Σουκατζίδη στήνεται μέσα από επεισόδια, δράσεις και λόγους.

ΡΕΝΤΗΣ 1

        «Ο κύκλος των «μάταιων» πράξεων» θέτει δυο σοβαρά ερωτήματα. Το πρώτο είναι να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει «ήρωας». Θα μου επιτρέψετε να σας διηγηθώ μια ιστορία από την αρχαία γραμματεία, την βρίσκουμε στον Όμηρο, αν και ωραία αφηγημένη, με σαρκαστικό χιούμορ, είναι και από τον Λουκιανό. Ο πρώτος νεκρός του τρωικού πολέμου ήταν ο Πρωτεσίλαος. Ωστόσο οι Έλληνες καθόλου δεν τον τιμούσαν. Αντιθέτως μάλιστα. Γιατί; Επειδή σαν κατέβηκαν από τα καράβια, έτρεξε παραβιάζοντας τις εντολές, και χτυπήθηκε με τους Τρώες. Παράφορος, παρενέβη έναν κανόνα, το μέτρο και έφτασε στην ύβρι. Έδωσε άσκοπα τη ζωή του, όταν ο αγώνας χρειαζόταν αγωνιστές. Στέρησε μια ζωή πολύτιμη για τους συμπολεμιστές του. Του γύρισαν την πλάτη του φτωχού Πρωτεσίλαου που έφυγε πάνω στα πρώτα του νιάτα. Ο Πρωτεσίλαος δεν είναι ήρωας. Δεν είχε φόβο και συνείδηση θανάτου. Γιατί αυτός είναι ο ήρωας: να πηγαίνει στην τιμή και την πεποίθησή του αλλά έχοντας πλήρη συνείδηση των κινδύνων και με φόβο για την ζωή του, ελπίζοντας ότι θα ζήσει αλλά και ελπίζοντας ότι θα ζήσουν και οι σύντροφοί του. Ωστόσο επίσης την ίδια ώρα έτοιμος να πεθάνει για τα ιδανικά του. Ακριβώς αυτό ήταν ο Σουκατζίδης. Του δίνεται η ευκαιρία να ζήσει: έξυπνος και πολύγλωσσος είναι απαραίτητος ως διερμηνέας στους Γερμανούς. Του προτείνουν να σωθεί. Δεν λέει όχι. Δεν θέλει να πεθάνει. Όμως για να δεχτεί τη σωτηρία του, πρέπει να σωθούν και οι σύντροφοί του, να μην μπει άλλος στη θέση του. Κι όταν αυτό δεν γίνεται, περήφανα δεν δέχεται την πρόταση του ναζί αξιωματικού διοικητή του στρατοπέδου.

        Και σήμερα δεν έχουμε ανάγκη από ανθρώπους που άσκεφτα χτυπούν από εδώ κι από εκεί πιστεύοντας ότι έτσι μάχονται το κακό. Ο αγώνας μας πρέπει να είναι συνειδητός και στοχευμένος, συλλογικός και την ίδια στιγμή προσωπικός –όχι ατομικός. Ο αγωνιστής είναι μέρος της συλλογικότητας και μαζί διατηρεί το δικαίωμα να παίρνει αυτόβουλες αποφάσεις. Και σήμερα δεν έχουμε ανάγκη από λόγια, από πομπώδεις διαξιφισμούς αλλά από πράξεις, με θεωρητική βάση και φλόγα ψυχής. Υπ’ αυτή την έννοια ο νεαρός Ναπολέοντας Σουκατζίδης είναι ένα σύμβολο, το αναγκαίο παράδειγμα, μια αναφορά, ειδικά από και προς τους νέους. Δεν είναι το πρώτο βιολί στην ορχήστρα και ακριβώς αυτό τον κάνει πιο ακριβό σύμβολο. Είναι ένας από μας. Αν έρθει η ώρα, μας λέει, κι εμείς θα μπορέσουμε και θα βρεθούν πολλοί να μπορέσουν μαζί μας. Αυτό μας λέει.

         Το δεύτερο ερώτημα σχετίζεται με τη λέξη «μάταιος». Πολλές φορές αναρωτήθηκα γιατί ο συγγραφέας διάλεξε να βάλει τη λέξη αυτή στον τίτλο του έστω και μέσα σε εισαγωγικά. Ήταν μάταιος ο αγώνας αυτού του νεαρού άντρα; Επειδή, παρά τη θυσία του, παρά τη θυσία τόσων χιλιάδων σαν αυτόν, τελικά φτάσαμε στο σκληρό σήμερα, στον πιο στυγνό καπιταλισμό της τελευταίας πεντηκονταετίας τουλάχιστον; Στην επιστροφή του φασισμού; Στο ξύπνημα του ναζισμού; Ήταν μάταιος ο πόνος της νεαρής αγαπημένης του, που κλήθηκε ένα πρωί να παραλάβει το πτώμα του ανθρώπου που αγαπούσε, να το τυλίξει στα ματωμένα ρούχα και να φροντίσει για τον ενταφιασμό του;

         Προφανώς ένας αριστερός συγγραφέας, δεν θα σκεφτόταν ποτέ έτσι. Για τον Τζόκα, ο κύκλος των ‘μάταιων’ πράξεων είναι ένα κάλεσμα του αναγνώστη να ενταχτεί στην μεγάλη συλλογικότητα της ελπίδας, εκεί όπου γνωρίζεις ότι αυτό που κάνεις ίσως να μην έχει προς στιγμήν κανένα αποτέλεσμα αλλά που, αν δεν το πράξεις, τότε σίγουρα ποτέ δεν θα παραχθεί κανένα αποτέλεσμα και ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ.

       Ξαναδιάβασα το βιβλίο του Σπύρου Τζόκα τη Μεγάλη Εβδομάδα: στην αγωνία του Ιησού στον κήπο της Γεσθημανή συνάντησα όλους όσοι, σαν τον Σουκατζίδη, θα ‘θελαν να ζήσουν, αλλά έπρεπε να πεθάνουν για να θριαμβεύσει η ζωή.

       Να είσαι καλά Σπύρο που μας τα θύμισες όλ’ αυτά.

Advertisements