Με α­φορ­μή την πα­ρά­στα­ση «Ρι­χάρ­δος Β΄» σε σκη­νο­θε­σία της Έλλης Πα­πα­κων­στα­ντί­νου

Μια πα­ρά­στα­ση με ποιη­τι­κή ε­πι­θε­τι­κό­τη­τα (ή μή­πως ε­πι­θε­τι­κή ποίη­ση; Ή ί­σως -για­τί ό­χι- και τα δύο;) εί­ναι ο “Ρι­χάρ­δος Β΄” του Σαίξ­πηρ που α­νέ­βα­σε η Έλλη Πα­πα­κων­στα­ντί­νου. Το έρ­γο α­νε­βαί­νει μό­λις για δεύ­τε­ρη φο­ρά στην Ελλά­δα. Η προ­η­γού­με­νη ή­ταν το 1947, τα σκλη­ρά χρό­νια του εμ­φυ­λίου, ό­ταν το α­νέ­βα­σε ο Ρο­ντή­ρης στο Εθνι­κό με πρω­τα­γω­νι­στή τον Δη­μή­τρη Χορν. Τυ­χαίο; Προ­φα­νώς ό­χι. Όπως τυ­χαία δεν εί­ναι ού­τε τώ­ρα η ε­πι­λο­γή του α­πό μια πο­λι­τι­κο­ποιη­μέ­νη σκη­νο­θέ­τρια που δη­λώ­νει σε πρό­σφα­τη συ­νέ­ντευ­ξή της: “Να αλ­λά­ξου­με τον τρό­πο που κά­νου­με τέ­χνη. Ας λέ­με «κα­τε­βαί­νω στα θέ­α­τρα”, ό­πως λέ­με “κα­τε­βαί­νω στις πο­ρείες”.

newego_LARGE_t_641_106204184

Οφεί­λου­με να ο­μο­λο­γή­σου­με ό­τι το ελ­λη­νι­κό κοι­νό δυ­σκο­λεύε­ται να πα­ρα­κο­λου­θή­σει τα ι­στο­ρι­κά δρά­μα­τα του Σαίξ­πη­ρ, ε­πει­δή α­γνο­εί στην πλειο­νό­τη­τά του (της υ­πο­γρα­φού­σης συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης) την πο­λύ­πλο­κη και φο­νι­κή με­σαιω­νι­κή αγ­γλι­κή ι­στο­ρία, ά­ρα δεν κα­τα­νο­εί τις αι­τίες και το εύ­ρος των πο­λι­τι­κών παι­χνι­διών που κρύ­βο­νται στις συ­γκρού­σεις των προ­σώ­πων αλ­λά και στις συμ­μα­χίες τους. Προ­φα­νώς, ό­μως, σ’ αυ­τά κυ­ρίως φαί­νε­ται «πως κά­θε ε­πο­χή βρί­σκει ό,τι γυ­ρεύει κι ό,τι θέ­λει να δει», σύμ­φω­να με μια καί­ρια δια­τύ­πω­ση του Γιον Κοτ στο κλα­σι­κό έρ­γο του «Σαίξ­πη­ρ, ο σύγ­χρο­νός μας».
Όπως κά­θε ι­στο­ρι­κή τρα­γω­δία του Σαίξ­πη­ρ, έ­τσι κι αυ­τή αρ­χί­ζει με έ­ναν α­γώ­να για το θρό­νο και τε­λειώ­νει με το θά­να­το του μο­νάρ­χη και την εν­θρό­νι­ση του νέ­ου. Και ε­δώ ε­πί­σης, τον η­γε­μό­να, που γί­νε­ται υ­πο­χεί­ριο της τρέ­λας για ε­ξου­σία, α­κο­λου­θεί μια α­τέ­λειω­τη σει­ρά φό­νων, πρώ­τα των ε­χθρών και με­τά των συμ­μά­χων, α­κό­μα και κο­ντι­νών συγ­γε­νών. Και ε­δώ ε­πί­σης, η α­πο­κα­τά­στα­ση μιας νέ­ας τά­ξης α­νοί­γει έ­να νέο αι­μα­τη­ρό κύ­κλο που α­πλώς θα ε­πα­να­λά­βει τον προ­η­γού­με­νο. Και ο λαός; Πό­τε με τον έ­ναν, πό­τε με τον άλ­λον, α­μή­χα­νος, υ­πά­κουος, υ­πή­κοος, φο­βι­σμέ­νος. Ο Θεός-ε­ξου­σία έ­τσι ό­ρι­σε, του λέ­νε.
Εδώ, λοι­πόν, ε­δρά­ζο­νται μάλ­λον και οι λό­γοι της ε­πι­λο­γής του συ­γκε­κρι­μέ­νου έρ­γου α­πό την σκη­νο­θέ­τρια: έ­να σχό­λιο αλ­λά και μια προ­τρο­πή στα α­νά­λο­γα φαι­νό­με­να των και­ρών μας. Και πράγ­μα­τι, η κυ­νι­κό­τη­τα της σύγ­χρο­νης πο­λι­τι­κής σκη­νής συ­να­γω­νί­ζε­ται και ί­σως ξε­περ­νά σε α­παν­θρω­πία τα χρό­νια του Ρι­χάρ­δου Β΄. Σπα­ραγ­μέ­να δι­καιώ­μα­τα, κα­θη­μαγ­μέ­νες κοι­νω­νίες βο­ρά σε α­νε­ξάν­τλη­τα συμ­φέ­ρο­ντα, και ε­πι­βο­λή μιας ει­κο­νι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας που μπερ­δεύει και δη­μιουρ­γεί ψευ­δαι­σθή­σεις, α­να­στα­τώ­νο­ντας και α­ντι­στρέ­φο­ντας πα­γιω­μέ­νες α­ξίες, κα­τα­κτη­μέ­νες με αί­μα: δη­μο­κρα­τία, α­ξιο­πρέ­πεια, δι­καιο­σύ­νη. Δια­γρά­φο­ντας την έν­νοια της πο­λι­τι­κής που α­πορ­ρέει (που πρέ­πει να α­πορ­ρέει) α­πό την η­θι­κή -μια η­θι­κή με στέ­ρεες, κα­θα­ρές και ζω­ντα­νές α­ξίες που α­κο­λου­θούν το ρου των και­ρών ό­χι και­ρο­σκο­πι­κά αλ­λά με την ι­στο­ρι­κή ε­ξε­λι­ξι­μό­τη­τα- αλ­λιώς γί­νε­ται πά­ντα, ό­σο κα­λές κι αν εί­ναι οι προ­θέ­σεις, στυ­γνή, κο­ντό­φθαλ­μη τυ­ραν­νία. Ενεός πα­ρα­κο­λου­θεί ο λαός, που ε­θί­στη­κε ε­δώ και χρό­νια στο πα­ρα­μύ­θι πως η πο­λι­τι­κή εί­ναι κα­κή και δεν πρέ­πει να μπλέ­κε­ται κα­νείς μ’ αυ­τήν και πως το ά­γιο δόγ­μα εί­ναι «ο σώ­ζων ε­αυ­τόν σω­θή­τω» και πρέ­πει α­πό την αρ­χή να μά­θου­με ό­λοι ξα­νά τη συλ­λο­γι­κό­τη­τα. Και πρέ­πει να μά­θου­με, ε­πί­σης, να μην ε­μπι­στευό­μα­στε κα­νέ­να και σε τί­πο­τα να μην ε­πα­να­παυό­μα­στε, για­τί ό,τι γί­νει ε­ξου­σία παίρ­νει τη μορ­φή του τέ­ρα­τος και δεν ορ­ρω­δεί προ ου­δε­νός για να την κρα­τή­σει.

Photo Alex Kat2_5

Και ε­δώ ί­σως ο­φεί­λου­με να δε­χτού­με και έ­να λά­θος της η­με­τέ­ρας α­ρι­στε­ράς που μι­λά μό­νο για ι­δέες, ως να εί­ναι οι ι­δέες υ­περ­βα­τι­κές πλα­τω­νι­κές ου­σίες. Ο λαός, ό­μως, στο βά­θος κα­τα­λα­βαί­νει -ί­σως να μην το εκ­φρά­ζει σω­στά, ί­σως να βγαί­νει μπρού­τα και ως φι­λέκ­δι­κη διά­θε­ση, αλ­λά η πά­λη των τά­ξεων εί­ναι πά­λη σω­μά­των και ζωών. Άνθρω­ποι φέ­ρουν, εκ­φέ­ρουν και υ­λο­ποιούν τις ι­δέες και άν­θρω­ποι πρέ­πει να τι­μω­ρη­θούν για να ε­πέλ­θει η κά­θαρ­ση. Αλλιώς προ­δο­μέ­νος θα νιώ­θει ο λαός και πά­λι, πως «τον έ­πια­σαν κο­ρόι­δο» ξα­νά.
Στην πα­ρά­στα­σή της Πα­πα­κων­στα­ντί­νου υ­πο­φώ­σκει έ­να ε­ρώ­τη­μα: υ­πάρ­χει πρόο­δος α­πό την ε­πο­χή του Ρι­χάρ­δου Β΄ (14ος αιώ­νας); Εξ ου και η πε­ριή­γη­ση σε κεί­με­να και ει­κα­στι­κό υ­λι­κό α­πό την Ανα­γέν­νη­ση, τον Δια­φω­τι­σμό και τη σύγ­χρο­νη σκέ­ψη που κυ­κλώ­νουν α­πό διά­φο­ρες πλευ­ρές αυ­τό το ε­ρώ­τη­μα που δια­βά­ζει κα­νείς στο προ­σεγ­μέ­νο και εν­δια­φέ­ρον πρό­γραμ­μα που συ­νο­δεύει την πα­ρά­στα­ση. Υπάρ­χει πρόο­δος και σε τι έ­γκει­ται; Για να α­φή­σει το ε­ρώ­τη­μα α­νοι­χτό και να βά­λει τον θε­α­τή σε αρ­νη­τι­κή τρο­χιά α­πά­ντη­σης… Για­τί η έν­νοια της προό­δου εί­ναι μια ι­δέα με συ­γκε­κρι­μέ­νο τα­ξι­κό και ι­στο­ρι­κό πρό­ση­μο (α­στι­κή τά­ξη και ου­σια­στι­κά 18ος αιώ­νας) και χρη­σι­μο­ποιή­θη­κε πά­ντα ως δι­καιο­λο­γία και ως φε­νά­κη. Το θέ­μα εί­ναι η ε­ξου­σία -σε ό­ποια μορ­φή κι αν τη δού­με- που, ό­πως λέει ο Φου­κώ πρό­κει­ται για κά­τι αι­νιγ­μα­τι­κό «που εί­ναι ταυ­τό­χρο­να ο­ρα­τό και αό­ρα­το, πα­ρών και κρυμ­μέ­νο, πα­ντα­χού πα­ρών» και που έ­χει τη δύ­να­μη να συ­νο­λι­κο­ποιεί και έ­τσι να ε­πι­βάλ­λε­ται. Μέ­σα σ’ αυ­τή τη λο­γι­κή και υπ’ αυ­τό το ερ­μη­νευ­τι­κό πρί­σμα ε­πέ­λε­ξε και την αι­σθη­τι­κή πρό­τα­ση της πα­ρά­στα­σης: α­νά­μι­ξη ει­δών και ε­πο­χών. Έτσι που να κα­τα­λύε­ται μέ­σα α­πό την κα­τά­δει­ξη, η ε­ξου­σία της τέ­χνης.
Οι η­θο­ποιοί κα­τα­φθά­νουν ως μπου­λού­κι για να παί­ξουν ό­χι σε έ­να δρά­μα αλ­λά σε μια ροκ συ­ναυ­λία. Το εμ­βλη­μα­τι­κό α­να­γεν­νη­σια­κό έρ­γο «Ο μυ­στι­κός δεί­πνος» του Ντα Βί­ντσι συ­νυ­πάρ­χει με τον ε­πί­σης εμ­βλη­μα­τι­κό για την ζω­γρα­φι­κή του Δια­φω­τι­σμού «Θά­να­το του Μα­ρά» του σπου­δαίου πορ­τρε­τί­στα του 18ου αιώ­να, Ντα­βί­ντ και σε α­πί­στευ­τα τα­μπλώ βι­βάν των η­θο­ποιών. Η πα­ρά­στα­ση χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται α­πό διαρ­κή κί­νη­ση, υ­ψη­λούς τό­νους, ει­ρω­νι­κή διά­θε­ση. Έχει σα­φή ο­πτι­κή α­νά­γνω­σης και ευ­ρη­μα­τι­κό­τη­τα. Όμως κά­πο­τε ο στρό­βι­λος ε­φευ­ρε­τι­κό­τη­τας και ευ­ρη­μά­των, η υ­περ­βο­λή στην χρή­ση μιας πο­λυε­πί­πε­δης και α­πό πολ­λές και δια­φο­ρε­τι­κές ι­στο­ρι­κές συγ­χρο­νίες συμ­βο­λο­ποιίας κου­ρά­ζει και δεν α­φή­νει το θε­α­τή να σκε­φτεί, α­ντι­θέ­τως τον μπλο­κά­ρει μέ­σα στην έκ­πλη­ξη και τον θό­ρυ­βο. Η πα­ρά­στα­ση δια­σχί­ζει το κεί­με­νο στα­μα­τώ­ντας στα πιο ο­δυ­νη­ρά ση­μεία του, ε­κεί που η πο­λι­τι­κή συ­να­ντά την α­το­μι­κή τρα­γω­δία, ε­κεί που η πτώ­ση α­πο­κτά πο­λυ­ση­μία και πυ­κνό­τη­τα.

ELLI-PAPAKONSTANTINOU2

      Τέσ­σε­ρις η­θο­ποιοί ε­πω­μί­στη­καν τους 32 ρό­λους του έρ­γου. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό στοι­χείο στην υ­πο­κρι­τι­κή πρό­τα­ση της πα­ρά­στα­σης η α­δια­φο­ρία ως προς το βιο­λο­γι­κό φύ­λο του η­θο­ποιού σε σχέ­ση με το α­ντί­στοι­χο του ή­ρωα που ερ­μη­νεύει. Δεν εί­ναι μό­νο μια α­να­φο­ρά στο σαιξ­πη­ρι­κό σύ­μπαν και στο θέ­α­τρο της ε­πο­χής του που διέ­πο­νται α­πό αμ­φι­φυ­λία (ο Σαίξ­πηρ χρη­σι­μο­ποιεί συ­χνά τη σύμ­βα­ση οι γυ­ναι­κείοι ρό­λοι να ερ­μη­νεύο­νται α­πό νε­α­ρά α­γό­ρια για να φτιά­ξει α­πί­θα­να, γο­η­τευ­τι­κά, παι­χνι­διά­ρι­κα γαϊτα­νά­κια αλ­λα­γών φύ­λου). Μοιά­ζει να ε­πι­χει­ρεί­ται μια κα­τά­λυ­ση της έν­νοιας του ο­ρίου και της ταυ­τό­τη­τας: δεν πρό­κει­ται μό­νο για α­δια­φο­ρία ως προς το φύ­λο του η­θο­ποιού που παί­ζει έ­να πρό­σω­πο, αλ­λά και το ί­διο πρό­σω­πο ερ­μη­νεύε­ται δια­δο­χι­κά α­πό δύο ή πε­ρισ­σό­τε­ρους η­θο­ποιούς, που του δί­νουν ο κα­θέ­νας τις ι­διαί­τε­ρες α­πο­χρώ­σεις της ερ­μη­νείας του. Ου­σια­στι­κά οι η­θο­ποιοί μπαι­νο­βγαί­νουν στους ρό­λους τους και με μια νό­τα σχε­δόν μπρε­χτι­κή τους σχο­λιά­ζουν. Πέ­μπτος υ­πο­κρι­τής το κοι­νό, σε μια πά­ντως (και ευ­τυ­χώς) λε­λο­γι­σμέ­νη και πε­ριο­ρι­σμέ­νη δια­δρα­στι­κό­τη­τα. Ο Με­λέ­της Ηλίας α­πο­δει­κνύει θη­ριώ­δεις υ­πο­κρι­τι­κές δυ­να­τό­τη­τες, η Αγλαΐα Παπ­πά, έ­μπει­ρη και ι­κα­νή, δί­νει τον κα­λύ­τε­ρο ε­αυ­τό της στην τε­λι­κή σκη­νή της πτώ­σης του Ρι­χάρ­δου. Η Βά­λια Πα­πα­χρή­στου χρη­σι­μο­ποιεί σω­στά την κί­νη­ση για τον δι­κό της Ρι­χάρ­δο και ο Γερ­μα­νός Adrian Frieling ξε­περ­νά τα προ­βλή­μα­τα προ­φο­ράς χρη­σι­μο­ποιώ­ντας τα για να δώ­σει κω­μι­κό­τη­τα και να πα­ρω­δή­σει τη Βα­σί­λισ­σα. Τα κο­στού­μια εί­χαν πο­λύ εν­δια­φέ­ρον και η σκη­νο­γρα­φία το ί­διο ει­δι­κά στο δεύ­τε­ρο μέ­ρος, ό­ταν ε­γκα­τα­λεί­πε­ται η σκη­νή της πο­λι­τι­κής και μπαί­νου­με μέ­σα στο μυα­λό του Ρι­χάρ­δου. Ο Τη­λέ­μα­χος Μού­σας έ­ντυ­σε μου­σι­κά την πα­ρά­στα­ση με εκ­κω­φα­ντι­κές δια­σκευές του Henry Purcell (17ος αιώ­νας).

ΕΠΟΧΗ, 13.4.2014

Advertisements