“Himmelveg” ή “Ο δρόμος για τον ουρανό” του ισπανού συγγραφέα Χουάν Μαγιόρκα και “Ο Εβραίος”, μια διασκευή πάνω στο ομώνυμο έργο του Κλεμέντι, είναι δύο από τις παραστάσεις του Altera Pars που έλκουν την προσοχή ενός θεατρόφιλου κοινού που αναζητά στο θέατρο και τον πολιτικό προβληματισμό. Και τα δύο σκηνοθετημένα από τον Πέτρο Νάκο, που συνεχίζει μια τέτοια γραμμή επιλογών εδώ και αρκετά χρόνια. Ιδιαιτέρως ενδιαφέρον το έργο του Μαγιόρκα μας φέρνει κοντά σε ένα πολύ σύγχρονο προβληματισμό για την προπαγάνδα και την εικονική πραγματικότητα, ενώ ο “Εβραίος” μεταφέρεται στα καθ’ ημάς για να μιλήσει με χιούμορ αλλά και σκληρότητα για τα σκάνδαλα και τη διαφθορά.

Birdy πριν α­πό 2-3 χρό­νια και τώ­ρα το έρ­γο του Μα­γιόρ­κα. Και δεν εί­ναι τα μό­να, μια σει­ρά α­πό έρ­γα που έ­χουν κοι­νό και το πο­λι­τι­κό στοι­χείο αλ­λά και την αν­θρω­πιά. Ποιο εί­ναι το σκε­πτι­κό σας ό­ταν ε­πι­λέ­γε­τε έ­να έρ­γο; Για­τί θεω­ρή­σα­τε ό­τι έ­πρε­πε να α­νε­βά­σε­τε τώ­ρα το «Himmelveg»;
Πέτρος Νάκος:Με εν­δια­φέ­ρει πά­ντα τα έρ­γα που α­νε­βά­ζω να έ­χουν κοι­νω­νι­κό-πο­λι­τι­κό πε­ριε­χό­με­νο. Να εκ­φρά­ζουν τη θέ­ση μου και τη στά­ση μου α­πέ­να­ντι στα «συμ­βαί­νο­ντα». Ζη­τού­με­νό μου εί­ναι να κα­λώ το κοι­νό να σκέ­πτε­ται, να προ­βλη­μα­τί­ζε­ται, να α­ντι­δρά. Το «Himmelveg» α­να­φέ­ρε­ται σε έ­να ι­στο­ρι­κό γε­γο­νός, που α­πο­τέ­λε­σε το πρώ­το, ί­σως, ορ­γα­νω­μέ­νο σχέ­διο ε­ξα­πά­τη­σης της πα­γκό­σμιας κοι­νής γνώ­μης: Η «ε­πι­χεί­ρη­ση ω­ραιο­ποίη­ση» που έ­λα­βε χώ­ρα στο στρα­τό­πε­δο συ­γκέ­ντρω­σης Τε­ρε­ζίν, εί­χε σαν στό­χο την πα­ρα­πλά­νη­ση της πα­γκό­σμιας κοι­νό­τη­τας σχε­τι­κά με τις συν­θή­κες δια­βίω­σης των Εβραίων στα «κο­λα­στή­ρια» των να­ζί. Στο στρα­τό­πε­δο αυ­τό της πρώην Τσε­χοσ­λο­βα­κίας στή­θη­κε έ­να θέ­α­τρο του πα­ρα­λό­γου, ό­που χι­λιά­δες Εβραίοι α­να­γκά­στη­καν να λά­βουν μέ­ρος ως «κο­μπάρ­σοι», υ­πό τις με­θο­δι­κές «σκη­νο­θε­τι­κές» ο­δη­γίες των Γερ­μα­νών, σε έ­να σα­τα­νι­κό σε­νά­ριο θα­νά­του. Επί 16 μή­νες δού­λε­ψαν ε­ντα­τι­κά, προ­κει­μέ­νου να α­φο­μοιώ­σουν τους ρό­λους τους και να με­τα­τρέ­ψουν το στρα­τό­πε­δο σε μια φαι­νο­με­νι­κά «φυ­σιο­λο­γι­κή, αυ­το­διοι­κού­με­νη πό­λη». Οι να­ζί δη­μιούρ­γη­σαν μια ει­κο­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κυ­ριο­λε­κτι­κά και κα­τά­φε­ραν να προ­κα­λέ­σουν σύγ­χυ­ση στην πα­γκό­σμια κοι­νό­τη­τα, σχε­τι­κά με τις συν­θή­κες δια­βίω­σης των Εβραίων.

Himmelweg 2

Εί­ναι πο­λύ εν­δια­φέ­ρον το θέ­μα της προ­πα­γάν­δας, α­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο της ει­κο­νι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ως προ­πα­γάν­δας, ει­δι­κά με ό­σα ζού­με στην Ελλά­δα και το ρό­λο των ή έ­στω κά­ποιων ΜΜΕ. Θα θέ­λα­τε να σχο­λιά­σε­τε το ζή­τη­μα;
Πέτρος Νάκος:Νο­μί­ζω ό­τι εί­ναι εμ­φα­νής η α­ντι­στοι­χία με ό,τι ζού­με το τε­λευ­ταίο διά­στη­μα στη χώ­ρα μας. Οι νέ­οι Εβραίοι εί­μα­στε ό­λοι ε­μείς και η Ελλά­δα έ­χει με­τα­τρα­πεί σε έ­να τε­ρά­στιο στρα­τό­πε­δο συ­γκέ­ντρω­σης. Το έρ­γο του Μα­γιόρ­κα μι­λά­ει για το σή­με­ρα. Γι’ αυ­τό το «Himmelveg» δεν εί­ναι α­πλώς μια ι­στο­ρι­κή α­να­πα­ρά­στα­ση. Εί­ναι έ­να α­πό­λυ­τα σύγ­χρο­νο έρ­γο που, με ό­χη­μα το Ολο­καύ­τω­μα, μι­λά­ει για κά­θε μορ­φή φα­σι­σμού του σή­με­ρα και του χτες, κά­θε μορ­φή κα­τά­χρη­σης ε­ξου­σίας και κά­θε κα­μου­φλα­ρι­σμέ­νη γε­νο­κτο­νία, κά­θε χει­ρα­γώ­γη­ση και φαλ­κί­δευ­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Ο Μα­γιόρ­κα μι­λά­ει για το χτες και το σή­με­ρα στις α­ναι­σθη­το­ποιη­μέ­νες α­πό την ει­κό­να κοι­νω­νίες μας. Μι­λά­ει για μας, «τα μά­τια του κό­σμου», που δεν μπο­ρούν πια να δουν πί­σω α­πό τα ε­κτυ­φλω­τι­κά φώ­τα των τη­λε­ο­πτι­κών σόου. Η χώ­ρα μας βρί­σκε­ται τα τε­λευ­ταία χρό­νια στο ε­πί­κε­ντρο του πα­γκό­σμιου εν­δια­φέ­ρο­ντος και α­πο­τε­λεί πε­δίο ε­φαρ­μο­γής ε­νός ε­πώ­δυ­νου «πει­ρα­μα­τι­κού» μο­ντέ­λου οι­κο­νο­μι­κής και πο­λι­τι­κής α­να­διάρ­θρω­σης. Για την ε­πι­τυ­χία αυ­τού του πει­ρά­μα­τος, έ­χουν ε­πι­στρα­τευ­τεί οι πλέ­ον σύγ­χρο­νες μορ­φές προ­πα­γάν­δας: α­πό την ε­πο­χή των λε­γό­με­νων PIGS, την πα­ρα­δο­χή του έλ­λη­να πρω­θυ­πουρ­γού ό­τι η­γεί­ται μιας χώ­ρας διε­φθαρ­μέ­νων μέ­χρι και το πε­ρι­βό­η­το ση­με­ρι­νό success story βιώ­νου­με μια α­πί­στευ­τη ει­κο­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που δεν έ­χει να ζη­λέ­ψει τί­πο­τα α­πό το «Operation embellishment» των να­ζί.

Himmelweg 1

Εί­ναι ε­ντυ­πω­σια­κό πως ο Μα­γιόρ­κα φτιά­χνει έ­να έρ­γο ό­που το κα­κό εί­ναι έρ­γο τέ­χνης που δη­μιουρ­γεί ψευ­δαι­σθή­σεις στους δη­μιουρ­γούς του, τους μπερ­δεύει. Χά­νουν και οι ί­διοι την πραγ­μα­τι­κή διά­στα­ση των ρό­λων τους… Αν έ­χω δί­κιο, θα ή­θε­λα να το σχο­λιά­στε.
Το έρ­γο του Μα­γιόρ­κα στη­ρί­ζε­ται στο τρί­γω­νο «Διοι­κη­τής – Δή­μαρ­χος – Απε­σταλ­μέ­νος του Ερυ­θρού Σταυ­ρού». Και οι τρεις ε­μπλέ­κο­νται, ά­θε­λά τους, σε αυ­τό το σχέ­διο, ε­πει­δή «το Βε­ρο­λί­νο τους ε­πέ­λε­ξε». Κά­ποια στιγ­μή του έρ­γου, ο διοι­κη­τής ρω­τά­ει τον Εβραίο συ­νερ­γά­τη του – δή­μαρ­χο: «Ποιος εί­ναι ο κα­πε­τά­νιος; Εσύ, ε­γώ, αυ­τός;» θέ­λο­ντας να το­νί­σει πως και ο ί­διος α­κό­μα (ο διοι­κη­τής) σύ­ρε­ται σε έ­να παι­χνί­δι ρό­λων, κα­τά τον ί­διο τρό­πο με τους υ­πό­λοι­πους. Ο Μα­γιόρ­κα α­ντι­με­τω­πί­ζει με σκε­πτι­κι­σμό και προ­βλη­μα­τι­σμό την ευά­λω­τη και τρω­τή αν­θρώ­πι­νη φύ­ση, η ο­ποία στο τέ­λος, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό το ρό­λο που της έ­χει ε­πι­φυ­λα­χθεί (του «ε­ξου­σια­στή» ή του «ε­ξου­σια­ζό­με­νου) υ­πο­τάσ­σε­ται μοι­ρο­λα­τρι­κά στο α­ρι­στο­τε­χνι­κά κα­τα­σκευα­σμέ­νο «σύ­στη­μα».

Το «Himmelveg»  πα­ρου­σιά­ζει αρ­κε­τές δυ­σκο­λίες στο α­νέ­βα­σμά του. Πώς τις α­ντι­με­τω­πί­σα­τε;
Ζη­τού­με­νο της σκη­νο­θε­τι­κής γραμ­μής ή­ταν να γεν­νη­θεί η αί­σθη­ση στο κοι­νό ό­τι α­πο­τε­λεί μέ­ρος του στρα­το­πέ­δου και ό­χι ό­τι εί­ναι α­πλός θε­α­τής. Κα­τά την ί­δια έν­νοια που το έρ­γο α­πο­τε­λεί θέ­α­τρο μέ­σα στο θέ­α­τρο, ο διοι­κη­τής του στρα­το­πέ­δου εί­ναι ο σκη­νο­θέ­της της «πα­ρά­στα­σης», ο Δή­μαρ­χος Γκό­ντφρι­ντ εί­ναι ο βο­η­θός του και οι θε­α­τές εί­ναι οι «κο­μπάρ­σοι» που α­παι­τού­νται ως σκη­νι­κός διά­κο­σμος, αλ­λά και η δε­ξα­με­νή α­πό την ο­ποία α­να­σύ­ρο­νται οι υ­πο­ψή­φιοι «η­θο­ποιοί» για το σε­νά­ριο του έρ­γου. Συμ­βο­λί­ζουν τους Εβραίους κρα­τού­με­νους που χρη­σι­μο­ποιή­θη­καν για τις α­νά­γκες τις να­ζι­στι­κής πα­ρά­στα­σης στις 23.6.1944 ε­νώ­πιον του α­πε­σταλ­μέ­νου του Ερυ­θρού Σταυ­ρού, Μο­ρίς Ρο­σέλ. Πα­ράλ­λη­λα, εί­ναι και οι δέ­κτες των πολ­λών μη­νυ­μά­των του έρ­γου, για την πα­γκο­σμιο­ποίη­ση, την Ευ­ρώ­πη του σή­με­ρα και τους νέ­ους Εβραίους… Για το λό­γο αυ­τό, α­ξιο­ποιώ ό­λους τους χώ­ρους του θεά­τρου, ω­σάν αυ­τό να ή­ταν το στρα­τό­πε­δο, και έ­χω με­τα­φέ­ρει μέ­ρος της δρά­σης του έρ­γου στην πλα­τεία του θεά­τρου, ε­νώ πα­ράλ­λη­λα οι θε­α­τές έ­χουν το­πο­θε­τη­θεί στη σκη­νή, δί­πλα στους υ­πό­λοι­πους η­θο­ποιούς. Κά­θε φο­ρά μά­λι­στα, έ­νας α­πό αυ­τούς «δο­κι­μά­ζε­ται» στην πα­ρά­στα­ση και συμ­με­τέ­χει ά­με­σα σε αυ­τήν.

Πρό­σφα­τα α­νέ­βη­κε και δεύ­τε­ρο έρ­γο στο Altera Pars, «Ο Εβραίος», πε­ρυ­σι­νή σας πα­ρα­γω­γή. Τι σας έ­κα­νε να ε­πα­νέλ­θε­τε;
«Ο Εβραίος», έ­κα­νε πέ­ρυ­σι λί­γες μό­νο πα­ρα­στά­σεις και σί­γου­ρα δεν ο­λο­κλή­ρω­σε τον κύ­κλο του. Εί­ναι έ­να πο­λύ έ­ξυ­πνο έρ­γο, μια μαύ­ρη κω­μω­δία που έ­χει ε­πί­σης α­να­φο­ρές στο Ολο­καύ­τω­μα, αλ­λά με πο­λύ δια­φο­ρε­τι­κό τρό­πο προ­σέγ­γι­σης. Έχω δια­σκευά­σει το έρ­γο του Τζιά­νι Κλε­μέ­ντι και το έ­χω με­τα­φέ­ρει στην ελ­λη­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Η πα­ρά­στα­ση θυ­μί­ζει πα­λιά ελ­λη­νι­κή ται­νία, δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στη Θεσ­σα­λο­νί­κη του 1955 και ξε­χει­λί­ζει α­να­μνή­σεις α­πό το πα­ρελ­θόν αλ­λά και πολ­λές κοι­νές κα­τα­στά­σεις με το σή­με­ρα. Αρκεί να σας πω, πως ε­κεί­νη α­κρι­βώς την ε­πο­χή, υ­πήρ­ξε το πρώ­το σκάν­δα­λο Siemens, που εί­χε ως α­πο­τέ­λε­σμα την πτώ­ση της τό­τε κυ­βέρ­νη­σης. Από την πρώ­τη κιό­λας α­νά­γνω­ση «ταύ­τι­σα» το ζεύ­γος Τσι­γα­ρί­δα, έ­να α­πλό-κα­θη­με­ρι­νό ζευ­γά­ρι, με το δρά­μα και την ψύ­χω­ση που περ­νά η χώ­ρα μας και ο κα­θείς α­πό ε­μάς τα τε­λευ­ταία χρό­νια, αυ­τά του πε­ρι­βό­η­του μνη­μο­νίου. Στα μά­τια μου, ο «ε­φιάλ­της» και το δί­λημ­μα των η­ρώων του έρ­γου, η α­γω­νιώ­δης προ­σπά­θειά τους να γα­ντζω­θούν στα κε­κτη­μέ­να, α­ντι­κα­το­πτρί­ζει σα­δι­στι­κά και α­πο­δί­δει πα­ρα­στα­τι­κά την πο­ρεία μιας ο­λό­κλη­ρης χώ­ρας και μιας κοι­νω­νίας, προς την μα­ζι­κή υ­στε­ρία του «σχε­δίου διά­σω­σης», την ε­ξα­θλίω­ση και την α­παν­θρω­ποίη­σή της. Απο­δί­δει α­νά­γλυ­φα την έν­νοια της συλ­λο­γι­κής ευ­θύ­νης και του αι­σθή­μα­τος ε­νο­χής που γεν­νά­ται συ­νε­πεία αυ­τής, σε έ­ναν ο­λό­κλη­ρο λαό.

ΕΠΟΧΗ,2.3.2014

Advertisements