«Προς το η­λιο­βα­σί­λε­μα, ό­ταν ξε­κί­νη­σε το πλοίο για την Πό­λη, ο νε­α­ρός χό­ρε­ψε πά­νω στο κα­τά­στρω­μα. Ήταν κο­ντός και χο­ντρο­κό­κα­λος, αλ­λά μό­λις άρ­χι­σε να κι­νεί­ται πραγ­μα­τι­κά με­τε­μορ­φώ­θη. Δεν ή­ταν πια το ί­διο πρό­σω­πο. Την αν­δρεία του, για­τί ή­ταν αν­δρείος πο­λύ, σχε­δόν ά­γριος, συ­νε­πλή­ρω­νε πε­ρίερ­γα έ­να εί­δος τα­πει­νό­τη­τος και έ­να εί­δος ευ­γνω­μο­σύ­νης, που δεν ή­ταν γνω­στό σε ποιον α­πευ­θύ­νε­ται και ή­ταν σαν να ευ­γνω­μο­νεί, με πολ­λή σε­μνό­τη­τα έ­να θεό, για το θαύ­μα που εί­ναι η ζωή. Τον συ­νό­δευε έ­να του­μπε­λέ­κι, που χτυ­πού­σε έ­νας άλ­λος ζεϊμπέ­κης, στο μα­γι­κό ρυθ­μό 9/8. (…)» έ­γρα­φε για τον ζεϊμπέ­κι­κο ο Γιάν­νης Τσα­ρού­χης.

         Τον λέ­νε χο­ρό α­ντρι­κό τον ζεϊμπέ­κι­κο και ί­σως έ­τσι νά ’ναι. Μα έ­να α­πό τα ω­ραιό­τε­ρα ζεϊμπέ­κι­κα που εί­δα να χο­ρεύουν, μην πω το ω­ραιό­τε­ρο, το χό­ρευε γυ­ναί­κα. Γυ­ρί­ζα­με α­πό το Βε­λι­γρά­δι, έ­να πούλ­μαν εκ­παι­δευ­τι­κοί, την ε­πο­χή του πο­λέ­μου, τό­τε που δια­με­λί­σθη­κε η πά­λαι  πο­τέ ε­νιαία Γιου­γκοσ­λα­βία. Πλη­σιά­ζα­με στα σύ­νο­ρα με τη Βουλ­γα­ρία, βρά­δυ αρ­γά, κά­ποιος έ­πια­σε να μουρ­μου­ρά­ει α­ντάρ­τι­κα, τον συ­νό­δε­ψαν κι άλ­λες φω­νές. Έτσι φτά­σα­με στα σύ­νο­ρα. Κα­τε­βή­κα­με να ξε­πια­στού­με και τό­τε, τό­τε ά­πλω­σε φτε­ρού­γες τα χέ­ρια της δε­ξό­ζερ­βα και τρέ­κλι­σε γύ­ρω α­πό τον ε­αυ­τό της, ί­σιω­σε με­τά το κορ­μί, τό ’ρι­ξε πί­σω κι άρ­χι­σε ε­κεί, πά­νω στη συ­νο­ρια­κή γραμ­μή έ­να λε­βέ­ντι­κο ζεϊμπέ­κι­κο. Μια συ­να­δέλ­φισ­σα εκ­παι­δευ­τι­κός ή­ταν. Θαρ­ρώ γυ­μνά­στρια, μα πά­λι ί­σως να με ξε­γε­λά που την θυ­μά­μαι ό­λο το τα­ξί­δι με τις φόρ­μες. Την βλέ­πω α­κό­μα μπρο­στά μου, σώ­μα λε­πτό μα γε­ρο­δε­μέ­νο και μια κο­τσί­δα βα­ριά, γκρι­ζό­ξαν­θη κρα­τού­σε σφιγ­μέ­να τα α­τί­θα­σα κα­τσα­ρά μαλ­λιά και της έ­φτα­νε λί­γο πά­νω α­πό τη μέ­ση. Την βλέ­πω να χο­ρεύει μα­ε­στρι­κά και λε­βέ­ντι­κα, ψυ­χω­μέ­να. Φυ­σού­σε δυ­να­τά κι α­πό μα­κριά α­κου­γό­ταν βουή νε­ρού. Τα τρα­γού­δια εί­χαν στα­μα­τή­σει κι αυ­τή χό­ρευε μες στη σιω­πή, με τα μά­τια κλει­στά πά­νω στη συ­νο­ρια­κή γραμ­μή. Σαν τη δύ­να­μη της ψυ­χής που σαρ­κώ­θη­κε σε μια κί­νη­ση χο­ρευ­τι­κή, α­ντί­πα­λη με το θά­να­το και την έ­χθρα. «Ζεϊμπέ­κι­κο» λέ­νε το νέο έρ­γο της Λείας Βι­τά­λη κι εί­ναι γραμ­μέ­νο με α­πλό­τη­τα και αυ­θε­ντι­κό­τη­τα, ό­πως τα τρα­γού­δια που έ­χουν το ρυθ­μό των 9/8 (αυ­τός εί­ναι ο ρυθ­μός του ζεϊμπέ­κι­κου).

ζειμπέκικο

         Έμμε­σα στη­ριγ­μέ­νο στην ι­στο­ρία του Άκη Πά­νου, α­πό την ο­ποία ω­στό­σο α­πο­κλί­νει φα­νε­ρά για­τί το θέ­μα της δεν εί­ναι η βιο­γρα­φία ε­νός ρε­μπέ­τη, αλ­λά οι χα­ρα­κτή­ρες που κα­τοι­κούν τον κό­σμο του λαϊκού τρα­γου­διού και εν πολ­λοίς το δια­μορ­φώ­νουν. Ο κό­σμος αυ­τός, η μου­σι­κή και τα ή­θη του α­πα­σχο­λούν την συγ­γρα­φέα, που δου­λεύει με στε­ρε­ο­τυ­πι­κούς χα­ρα­κτή­ρες, στους ο­ποίους ό­μως δί­νει πλα­στι­κό­τη­τα, δια­φυ­γές και τις α­να­γκαίες α­ντι­φά­σεις. Ο κε­ντρι­κός ή­ρωας, ο Λευ­τέ­ρης, συν­θέ­της λαϊκών τρα­γου­διών, έ­νας ά­ντρας βα­ρύς, μο­νο­κόμ­μα­τος, γε­μά­τος πά­θη, ε­γωι­στής, εμ­μο­νι­κός, ε­ρω­τευ­μέ­νος θα­να­τε­ρά με την προ­γο­νή του, φτά­νει στην α­πό­πει­ρα φό­νου για να μη χά­σει το α­ντι­κεί­με­νο του πό­θου του και πλη­γώ­νει την Στέλ­λα, την γυ­ναί­κα με την ο­ποία συ­ζεί, που εί­ναι και η ερ­μη­νεύ­τρια των τρα­γου­διών του. Η Βι­τά­λη τον πα­ρα­κο­λου­θεί α­πό την στιγ­μή που α­πο­φυ­λα­κί­ζε­ται και ε­πι­στρέ­φει στο σπί­τι της Στέλ­λας. Με με­λε­τη­μέ­νη α­πο­σπα­σμα­τι­κό­τη­τα και χω­ρίς χρο­νι­κή σει­ρά, με συ­νε­χή φλας-μπακ κα­τα­γρά­φει χω­ρίς υ­περ­βο­λές, με ψυ­χραι­μία και ευ­στο­χία τα ψυ­χι­κά πά­θη τριών αν­θρώ­πων που α­φέ­θη­καν στη φω­τιά και κά­η­καν χω­ρίς να με­τα­νιώ­νουν. Εστιά­ζει στον πό­νο τους και στην έκ­φρα­σή του μέ­σα α­πό το τρα­γού­δι.

         Αν το τρα­γού­δι εί­ναι η ψυ­χή ε­νός λα­ού, η Βι­τά­λη στο «Ζεϊμπέ­κι­κο» α­γω­νί­ζε­ται να κα­τα­λά­βει τι εί­ναι η ελ­λη­νι­κό­τη­τα. Να εν­νοή­σει και να ερ­μη­νεύ­σει τη γλώσ­σα ε­νός κό­σμου που πα­λεύει με το άρ­ρη­το αλ­λά δεν το ξέ­ρει, την ί­δια στιγ­μή που διεκ­δι­κεί το με­ρο­κά­μα­το και την α­ξιο­πρέ­πεια, ό­πως ό­λοι οι ερ­γα­ζό­με­νοι, χω­ρίς ω­ραιο­ποιή­σεις και χω­ρίς η­ρωο­ποιή­σεις. Ο Λευ­τέ­ρης και η Στέλ­λα εί­ναι φι­γού­ρες χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές αυ­τού του κό­σμου, παι­διά της γει­το­νιάς, ο­ρια­κά πε­ρι­θω­ρια­κοί αλ­λά και μέ­σα στο σύ­στη­μα, με έ­να ό­ριο -που φαί­νε­ται πο­λύ κα­θα­ρά στην ε­πι­μο­νή του Λευ­τέ­ρη να α­πο­συρ­θεί: την προ­σω­πι­κή βού­λη­ση, την α­ξιο­πρέ­πεια, έ­να η­θι­κό κα­νό­να δυ­σπε­ρί­γρα­πτο μα πα­ρό­ντα και κα­θο­ρι­στι­κό, που ί­σως να μπο­ρεί να εκ­φρα­στεί μέ­σα α­πό τον ό­ρο «α­ξιο­πρέ­πεια», αλ­λά ό­χι ε­ντε­λώς. Εί­ναι μια ι­διό­τυ­πη ελ­λη­νι­κή εκ­δο­χή των κα­τα­ρα­μέ­νων καλ­λι­τε­χνών.

zeibekiko_6412

          Ο Φώ­της Μα­κρής ά­φη­σε το κεί­με­νο να μι­λή­σει μό­νο του, πλαι­σιώ­νο­ντας -λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό ό­σο πρέ­πει- το λό­γο με βί­ντεο και φω­το­γρα­φίες. Ο Γιώρ­γος Νι­νιός στην κα­λύ­τε­ρη ερ­μη­νεία του ε­δώ και πολ­λά χρό­νια, βρί­σκει το δρό­μο για να πλη­σιά­σει τον πυ­ρή­να του και να α­να­δεί­ξει το γω­νιώ­δη και ε­πι­κίν­δυ­νο, συ­νά­μα γο­η­τευ­τι­κό βε­βαίως χα­ρα­κτή­ρα του. Έτσι χρη­σι­μο­ποιεί την προ­σφι­λή του τε­χνι­κή της βα­ρυ­θυ­μίας, που μερικές φορές γίνεται μια παγιδευτική μανιέρα,  για να δη­μιουρ­γή­σει βά­ρος και σιω­πές -αλ­λά και τις α­ντι­στι­κτι­κές ε­κρή­ξεις- που με­ρι­κές φο­ρές ό­χι μό­νο α­πο­γυ­μνώ­νουν τον πό­νο αλ­λά αγ­γί­ζουν κα­τά κά­ποιο τρό­πο το τρα­γι­κό. Η Στέλ­λα Κρού­σκα δη­μιουρ­γεί μια Στέλ­λα α­παι­τη­τι­κή και φο­βι­σμέ­νη, α­να­σφα­λή και συ­νά­μα βίαιη, α­μή­χα­νη και δια­σταλ­τι­κή. Η Μα­ρία Κα­τσού­λη, στο ρό­λο της προ­γο­νής, έ­χει α­μή­χα­νες στιγ­μές αλ­λά τις κα­λύ­πτει α­πό την κα­λή ερ­μη­νεία τρα­γου­διών α­πό την Τζά­νις Τζό­πλιν μέ­χρι τα δι­κά μας ρε­μπέ­τι­κα. Άρτιοι α­πό πλευ­ράς τρα­γου­διών εί­ναι ε­πί­σης ο Νι­νιός και η Κρού­σκα. Το α­πο­δει­κνύουν πε­ρί­τρα­να στο γλέ­ντι που στή­νε­ται με­τά την πα­ρά­στα­ση και πα­ρα­σύ­ρει τους θε­α­τές σε μου­σι­κές ρί­ζες βα­θιές κι α­γα­πη­μέ­νες, δε­μέ­νες με την ι­στο­ρία του τό­που και του λα­ού μας.

ΕΠΟΧΗ, 23.2.2014

Advertisements