Μια συζήτηση με τον συνθέτη Λεωνίδα Μαριδάκη για το ρόλο της μουσικής σε μια θεατρική παράσταση

Η μουσική μιας θεατρικής παράστασης συχνά αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο. Ένας ήχος που ξαφνικά διαρρηγνύει τη σιωπή, μια μουσική φράση που περιπαίζει τη σοβαροφάνεια ενός μονολόγου, η αναρώτηση που υποδηλώνεται μέσα από ένα τραγούδι… Μπορεί να προχωρήσει μια σκηνοθετική ιδέα, να τονίσει μια υποκριτική επιλογή αλλά και το αντίθετο.
Ζητήσαμε από τον Λεωνίδα Μαριδάκη, συνθέτη, στιχουργό και τραγουδιστή, με αρκετά χρόνια επιτυχημένης παρουσίας στη δισκογραφία και τις μουσικές μας σκηνές (τα τελευταία με την Banda Me Renda), μουσικό που διαθέτει κριτική ματιά, ζωντάνια, πλούσιο, νεανικό χιούμορ αλλά και βαθιά ευαισθησία στη δουλειά του, να μας μιλήσει για αυτή την πλευρά της μουσικής σύνθεσης. Ο Λ. Μαριδάκης έχει γράψει μουσική για πολλές παραστάσεις, όπως «Το αγνάντεμα», η «Μεταμόρφωση», τα 8 μονόπρακτα που ανεβαίνουν φέτος στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η συμβολή του στην πολύ καλή παράσταση «Ντοκουμέντο» (Κάτια Γέρου, Ελεάννα Γεωργούλη), όπου παίζει και τραγουδά ζωντανά επί σκηνής δίνοντας μια άλλη διάσταση στο ρόλο της μουσικής σε μια θεατρική παράσταση.

Από τα κα­τά ποιόν μέ­ρη του αρ­χαίου θεά­τρου το «μέ­λος», η μου­σι­κή, εί­χε πά­ντα έ­να ξε­χω­ρι­στό ρό­λο σε μια πα­ρά­στα­ση. Μι­λή­στε μας λί­γο για τη σύν­θε­ση μου­σι­κής για θέ­α­τρο. Ποιος εί­ναι ο ρό­λος της;
Λεωνίδας Μαριδάκης: Η μου­σι­κή για το θέ­α­τρο εί­ναι έ­να στοι­χείο, για μέ­να, κα­θο­ρι­στι­κό. Πρέ­πει να υ­πη­ρε­τεί το ρυθ­μό της πα­ρά­στα­σης, τις ε­νέρ­γειες και τη δρά­ση σαν έ­νας α­κό­μη ρό­λος. Δεν έ­χει ση­μα­σία αν εί­ναι φτιαγ­μέ­νη α­πό η­λεκ­τρο­νι­κούς ή­χους, α­πό φυ­σι­κούς ή­χους ή αν εί­ναι τρα­γού­δια με στί­χο, ο ρό­λος της πρέ­πει να εί­ναι -κα­τά τη δι­κή μου αί­σθη­ση- πά­ντα έ­νας: να εί­ναι έ­να μέ­λος της ο­μά­δας που να α­φου­γκρά­ζε­ται και να συμ­με­τέ­χει σε αυ­τό που συμ­βαί­νει στη σκη­νή.

Ποιες ι­διαι­τε­ρό­τη­τες χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τη σύν­θε­σή της και ποιες δυ­σκο­λίες εν­δε­χο­μέ­νως α­ντι­με­τω­πί­ζει ο συν­θέ­της; Ποιές οι νέες τά­σεις στο χώ­ρο;
Λ.Μ.: Η με­γά­λη δια­φο­ρά ό­ταν γρά­φει κά­ποιος μου­σι­κή για μια πα­ρά­στα­ση, σε σχέ­ση με το τρα­γού­δι ή με την «κα­θα­ρή» μου­σι­κή δη­μιουρ­γία εί­ναι ό­τι υ­πάρ­χει πά­ντα έ­να συ­γκε­κρι­μέ­νο πλαί­σιο, μία ι­στο­ρία που πρέ­πει να ει­πω­θεί. Αυ­τός ο πε­ριο­ρι­σμός λει­τουρ­γεί πο­λύ α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κά, συ­χνά, για τον συν­θέ­τη και αυ­τό δεν συμ­βαί­νει λό­γω βί­τσιου, αλ­λά ε­πει­δή εί­ναι δο­σμέ­νο α­πό πριν το θέ­μα της πα­ρά­στα­σης. Την ευ­θύ­νη του τι θέ­λου­με να πού­με και για­τί, την έ­χει α­να­λά­βει, πιο νω­ρίς α­πό τον μου­σι­κό, ο θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας και ο σκη­νο­θέ­της. Τώ­ρα, για τις νέες τά­σεις στο χώ­ρο, ι­σχύει ό,τι, λί­γο πο­λύ, ι­σχύει για ό­λες τις τέ­χνες στη με­τα­μο­ντέρ­να ε­πο­χή μας. Ανά­λο­γα με το ποια θε­α­τρι­κή πα­ρά­δο­ση α­κο­λου­θεί ο κά­θε σκη­νο­θέ­της, με το ποιες θε­α­τρι­κές γλώσ­σες α­να­μι­γνύει για να φτά­σει σε α­πο­τέ­λε­σμα, με το αν υ­πάρ­χει πο­λύς πει­ρα­μα­τι­σμός ή… κα­θό­λου, α­ντί­στοι­χα συμ­με­τέ­χει και η μου­σι­κή. Εγώ -πα­ρό­λο που έ­χω σπου­δά­σει μου­σι­κή σύν­θε­ση- συ­νή­θως τα α­φή­νω ό­λα στην ά­κρη και ε­μπι­στεύο­μαι μό­νο το έν­στι­κτό μου. Όταν πα­ρα­κο­λου­θώ μια πρό­βα, προ­σπα­θώ να α­φου­γκρα­στώ το σκη­νο­θέ­τη και τους η­θο­ποιούς για να συν­δε­θώ μα­ζί τους, με αυ­τό που κά­νουν. Όταν συμ­βεί αυ­τό, έ­χω δια­νύ­σει τη μι­σή δια­δρο­μή. Έχω τον πυ­ρή­να και ε­κεί πά­νω χτί­ζω. Δη­λα­δή δεν α­κο­λου­θώ κά­ποια μου­σι­κή τά­ση ό­ταν γρά­φω, αλ­λά προ­σπα­θώ να χει­ρι­στώ προς ό­φε­λος του έρ­γου τα ερ­γα­λεία που δια­θέ­τω.

maro4

Έχε­τε γρά­ψει μου­σι­κή για πολ­λές πα­ρα­στά­σεις και τε­λευ­ταία ε­πεν­δύε­τε μου­σι­κά τα 8 θε­α­τρι­κά μο­νό­πρα­κτα που α­νε­βά­ζει φέ­τος το Θέ­α­τρο Τέ­χνης. Πώς ή­ταν η ε­μπει­ρία;
Λ.Μ.:Πα­ράλ­λη­λα με το τρα­γού­δι, τις συ­ναυ­λίες κ.τ.λ., εί­ναι κά­ποια χρό­νια τώ­ρα που γρά­φω μου­σι­κή και για το θέ­α­τρο. Εί­ναι το άλ­λο μι­σό του μου­σι­κού μου ε­αυ­τού. Εί­χα ξε­κι­νή­σει ή­δη α­πό πο­λύ νέ­ος στην Κρή­τη και, στη συ­νέ­χεια, στην Αθή­να, σι­γά σι­γά, η ε­να­σχό­λη­σή μου έ­γι­νε πιο συ­νει­δη­τή και πυ­κνή με κο­ρύ­φω­ση το φε­τι­νό χει­μώ­να, πε­ρίο­δος κα­τά την ο­ποία έ­χω α­να­λά­βει αρ­κε­τές πα­ρα­στά­σεις.
Την ε­μπει­ρία μου με το Θέ­α­τρο Τέ­χνης την θεω­ρώ πο­λύ ση­μα­ντι­κή για την ε­ξέ­λι­ξή μου. Στην αρ­χή εί­χα σα­στί­σει λί­γο με τον ό­γκο της δου­λειάς, αλ­λά το εί­δα σαν μια πρό­κλη­ση. Σε άλ­λα έρ­γα κά­νω σχε­δια­σμό ή­χου και σε άλ­λα γρά­φω πρω­τό­τυ­πη μου­σι­κή. Αυ­τό το πρότ­ζε­κτ με έ­φε­ρε μέ­σα σε λί­γους μή­νες να συ­νερ­γα­στώ με πολ­λούς ση­μα­ντι­κούς αν­θρώ­πους του χώ­ρου και σε συν­θή­κες ό­χι πά­ντα εύ­κο­λες, λό­γω πίε­σης χρό­νου και πολ­λής δου­λειάς. Αυ­τή η πυ­κνό­τη­τα δί­νει με­ρι­κές φο­ρές μια ω­ραία θερ­μο­κρα­σία στη συ­νερ­γα­σία και τη σχέ­ση και άλ­λο­τε δυ­σκο­λεύει τα πράγ­μα­τα. Εί­ναι και ά­σκη­ση ψυ­χραι­μίας και α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τας, σαν να κο­λυ­μπάς στα βα­θιά. Το πρότ­ζε­κτ εί­ναι α­κό­μα σε ε­ξέ­λι­ξη, αλ­λά νο­μί­ζω πως δι­καιώ­νο­νται τε­λι­κά οι ε­μπνευ­στές του, κα­θώς και η ι­δέα της πα­ρου­σία­σης νέων ελ­λή­νων θε­α­τρι­κών συγ­γρα­φέων εί­ναι πο­λύ κο­ντά στη φι­λο­σο­φία του συ­γκε­κρι­μέ­νου θεά­τρου και κά­ποιες α­πό τις πα­ρα­στά­σεις έ­χουν ή­δη ξε­χω­ρί­σει αυ­τόν το θε­α­τρι­κό χει­μώ­να.

Στο «Ντο­κου­μέ­ντο» που α­νέ­βη­κε και πά­λι φέ­τος δεν έ­χε­τε α­πλώς το ρό­λο του συν­θέ­τη, αλ­λά εί­στε έ­να εί­δος μου­σι­κού σχο­λια­στή ε­πί σκη­νής. Μι­λή­στε μας για την πα­ρά­στα­ση και την ε­μπει­ρία να εί­ναι έ­νας μου­σι­κός ζω­ντα­νή πα­ρου­σία και ό­χι α­πλώς έ­νας μου­σι­κός σχο­λια­σμός.
Λ.Μ.Πο­λύ σω­στά το πε­ρι­γρά­φε­τε… αυ­τή η πα­ρά­στα­ση εί­ναι μια α­κρο­βα­σία, ό­πως εί­πε και ο σκη­νο­θέ­της μας Σάβ­βας Στρού­μπος. Δια­φο­ρε­τι­κοί θε­α­τρι­κοί τρό­ποι, δια­φο­ρε­τι­κά κεί­με­να φτιά­χνουν μια πα­ρά­στα­ση με ροή, σαν να υ­πάρ­χει έρ­γο… Εγώ, ε­κεί, α­φου­γκρά­ζο­μαι τον ψυ­χι­σμό της κά­θε σκη­νής, τη ροή της ε­νέρ­γειας, τα κο­φτε­ρά λό­για των περ­φόρ­με­ρς και συμ­με­τέ­χω. Σαν μια μου­σι­κή πα­ρου­σία, διε­ρω­τώ­μαι, σαρ­κά­ζω, θρη­νώ, με τη φω­νή μου να βγαί­νει α­πό το γιου­κα­λί­λι, το κα­χόν, το α­κορ­ντεόν μου. Σε αυ­τή την πα­ρά­στα­ση εί­μαι μια μου­σι­κή ο­ντό­τη­τα. Το «Ντο­κου­μέ­ντο» για να φτά­σει -αν έ­χει φτά­σει στο ση­μείο- να μι­λά­ει σε κά­ποιους αν­θρώ­πους και να ξυ­πνά­ει μέ­σα τους κά­τι, α­παί­τη­σε α­πό ό­λους μας να α­φή­σου­με στην ά­κρη, κα­τά τη διάρ­κεια των προ­βών, τις ό­ποιες ευ­κο­λίες μας και να πλά­σου­με με κό­πο μια νέα γλώσ­σα. Μια γλώσ­σα που ι­σχύει μό­νο για αυ­τή την πα­ρά­στα­ση.

ΕΠΟΧΗ, 16.2.2014

Advertisements